Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Η παράδοξη ισότητα στις εκβολές...

Αλέξανδρος Αρδαβάνης


Μια ηλικιωμένη έφυγε. Νιώθω πως ολομόναχη -ολοζωής και στην Έξοδο.

Είμαστε στο δρόμο· η κηδεία στον γενέθλιο τόπο.

Ακούω τη γυναίκα που τη φρόντιζε να περιγράφει. Σε πρώτο πλάνο η λύπη για την εκδημήσασα· σε δεύτερο η εύλογη αγωνία για το ψωμί της που χάθηκε. Κάποιες φορές ο εξαρτημένος ξένος είναι πιο ενδιαφερόμενος για τη ζωή σου από τους ίδιους αυτούς που βγήκαν από τα σπλάχνα σου ή ευεργέτησες...

Μιλούσε αρκετή ώρα. Είχα πατημένο το κουμπί "dense record" στον ιππόκαμπο και άκουγα χωρίς να μιλάω όπως ο ανακριτής ή ο ψυχαναλυτής -σε αφήνει να φλυαρείς ως ελεύθερη πλεύση και σου αλλάζει την πορεία στα κομβικά σημεία με μια ερώτηση σαν ακίδα στον εξάντα.

Ύστερα έγινε σιωπή. Ο θόρυβος μόνο του ανέμου που στροβιλίζεται ανάστατος από το αυτοκίνητο που τον διαπερνά. Οδηγεί άλλος κι εγώ απομαγνητοφωνώ...

Ο αγώνας να έρθει το ιδιωτικό ασθενοφόρο. Τρεις χιλιάδες ευρώ με το "καλώς ήρθατε" στο μεγάλο ιδιωτικό- η ιδιωτική ασφάλεια πληρώνει από 24ωρο και πάνω... Οι "άμεσες ενέργειες" με προθυμία στα επείγοντα αλλά "λυπούμαστε δεν τα καταφέραμε". Σκεφτόμουν το αντίστοιχο σκηνικό με έναν μικρομεσαίο ή έναν φτωχό που πρέπει να τρέξει στο εφημερεύον με το ΕΚΑΒ. Θα σου φανεί περίεργο αλλά δε βρίσκω μεγάλη διαφορά. Στο δημόσιο νοσοκομείο που θα πας "αν δεν έχεις άλλη επιλογή", λέω, μπορεί να πέσεις στον διαλυμένο από την ένταση της εφημερίας γιατρό που όμως ίσως δει στο πρόσωπό σου τη μάνα του, τον πατέρα του ή τον αδελφό του -αν βέβαια φτάσεις έγκαιρα περιμένοντας τη συχνά καθυστερημένη άφιξη του ασθενοφόρου για τον λαουτζίκο... Εύλογη ιδιοτέλεια έναντι ανιδιοτέλειας ασαφούς προέλευσης. Βεβαιότητα έναντι αβεβαιότητας.

Πηδάει το μυαλό μου τώρα αλλού καθώς η γυναίκα μιλάει για την παγερή αδιαφορία των οικείων και κάποιες άκομψες ενέργειες "διαμοίρασης των ιματίων" πριν καν αυτή κρυώσει στο ψυγείο. Η μαντάμ Ορτάνς στον Αλέξη Ζορμπά και τα σκηνικά που στήνονται γύρω από τον εύπορο ή πλούσιο που πεθαίνει.

Τα αντιπαραβάλλω στο κουνημένο μυαλό μου με τον γυιό της άρρωστης γριούλας που ονόμαζα τρυφερά "παξιμαδάκι".

-"Ιγώ π'δάκι μ', όποια δ'λιά υπάρχ' παν' στ'γή τ'ν έχ' κάν'" μου έλεγε με ξεψυχισμένη φωνή κάθε που της χάιδευα το μαδημένο κεφαλάκι.

-Η μάνα μου γιατρέ γύριζε όλη τη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα για να μας μεγαλώσει. Ο γυιός ακίνητος πλάι στη μάνα που έδινε τον τελευταίο αγώνα, πεισμωμένος. Βουρκωμένος. Η γριούλα έφυγε αγκαλιά με το βλαστάρι της...

Αλλά και τη νεαρή γυναίκα που βουρκώνει για τον πατέρα και αποφασίζει να ρισκάρει τη δουλειά της για να είναι κοντά του σε "τούτη την πρώτη φορά γι' αυτόν και γι' αυτή τέτοια δοκιμασία"... Ο πατέρας, όταν φύγει, θα γλιστρήσει "έξω" κολυμπώντας απαλά στα ζεστά δάκρυα της κόρης του.

Οι φτωχοί έφυγαν συντροφιασμένοι. Η εύπορη ηλικιωμένη έφυγε ολομόναχη όπως έζησε. Ας μη μαθαίνουμε ποτέ ποια η διαφορά του να αντικρύζεις το τελικό σκοτάδι μόνος ή με ζεστή παρέα. Υπάρχει, λέω και παρηγοριέμαι, μια παράδοξη ισότητα στις εκβολές των ανθρώπινων βίων.

Τελειώνω: από τα "μαύρα τσεμπέρια" που χιμάνε τώρα να πάρουν τα ασημικά και τα προικιά της ηλικιωμένης, μπήκα νοητά και υιοθέτησα το ορφανό καναρίνι της -άνοιξε το πορτάκι είπε ο εξ αγχιστείας συγγενής θηλυκος καρχαρόδους και άσε το να φύγει, τι μας νοιάζει που θα το φάει η γάτα μετά από πενήντα μέτρα πτήσης; Αλλά σκέφτομαι μήπως έπρεπε να τσιμπήσω και κανένα τιμαλφές -ανάγκες πάντα υπάρχουν, έτσι δε λένε; Το αφήνω όμως, έτσι κι αλλιώς δε μου προκύπτει... Μου αρκεί το πουλάκι. Έτσι απρόβλεπτα θα επιστρέψω στην εποχή του Καρούζο, του Λάντσα και του Τζίλι, τα καναρίνια του πατέρα. Έτσι, επειδή επιστρέφουμε ωσάν μοιραία στα ίδια πατήματα που άφησαν οι ανιόντες μας, στα ίδια μας τα πατήματα εν τέλει...

Με πολλά έχω συμφιλιωθεί. Με το πανομοιότυπο με ροχαλητό ευδίας γουργούρισμα του πρησμένου Εγώ, όχι! Τη βαριά αρρώστια της αδηφαγίας και της φιλαργυρίας, όχι, όχι! Μόνο ως θεράπων -αν ποτέ μου ζητηθεί.

Αλέξανδρος Αρδαβάνης
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...