Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Ένα Ροζ Μπλουζάκι

Του Όττο


Αν και δεν έχω κάτι το ιδιαίτερο εναντίον του ροζ, προσωπικά αισχυνόμουν ανέκαθεν να φορέσω επάνω μου τούτο το χρώμα. Ένιωθα άβολα, χεβυμεταλλάς άνθρωπος, να φοράω ένα χρώμα που έχει συνδεθεί με την Barbie, τους gay, το σεξουλιάρικο στυλάκι γενικότερα, θύμα κι εγώ ενός εν τω βάθει φαλλοκρατικού στερεότυπου, εμφυτευμένου μέσα μου ποιος ξέρει σε ποια τρυφερή ηλικία, ώστε δεν ήμουν σε θέση να του ασκήσω την παραμικρή κριτική. Μπορεί το συνειδητό μου να κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να το αντιμάχεται, έτσι ώστε ποτέ δεν χαρακτήρισα έναν άντρα ως ...κουνιστό ή οτιδήποτε άλλο επειδή φορούσε ροζ, το υποσυνείδητό μου ωστόσο έτεινε πάντα να με τύπτει και να με αποτρέπει, σαν να ήτανε να κάνω κάτι κακό ή ντροπιαστικό. Έτσι, δεν έχω φορέσει ποτέ ροζ χρώμα πάνω μου, παρά μόνο μία φορά... όμως τι φορά!!

Είχα έναν φίλο τσιγγάνο, έμενε στον Δενδροπόταμο της Θεσσαλονίκης. Εκείνη την εποχή, μόλις είχα μείνει άνεργος και το καλοκαιράκι ήδη έσκαγε χαμόγελο, ήταν κάπου στα μέσα Ιουνίου. Με πήρε τηλέφωνο: «έλα κουμπάρε, σε περιμένω στις εφτά η ώρα στη γειτονιά». Πήρα λοιπόν το αμαξάκι μου και κίνησα ο καλός σου, να πάω στο ραντεβού, μιας κι είχαμε και κάμποσο καιρό να τα πούμε. Φορούσα ένα μαύρο αμάνικο μπλουζάκι, να φαίνονται και τα μπράτσα ρε παιδί μου, μην μας πάρουν τ' αδέλφια και για τίποτε φλούφληδες. Έφτασα, πάρκαρα σε χώρο όπου έλπιζα ότι θα ξανάβρισκα τ' αμάξι το βράδυ και βγήκα να τον συναντήσω. Με περίμενε μαζί με άλλους δυο Ρομά, έξω από μια παρκαρισμένη Μπέμπα μπλε χρώματος. Μόλις με είδε, μου φώναξε «άντε ρε αδερφέ, εσένα περιμένουμε τόσην ώρα», παρά το γεγονός ότι είχα πάει τσιφ στην ώρα μου, πάντα όμως του άρεσε να δίνει σε όλα έναν κάπως δραματικό τόνο…

Χωρίς να προλάβω ν’ αντιδράσω, μ' έπιασε απ' το μπράτσο και μ' έσπρωξε μέσα στο αυτοκίνητο, στο πίσω κάθισμα, μπήκε κείνος στη θέση του συνοδηγού, ενώ οι άλλοι δυο είχαν ήδη μπει μέσα σβέλτα, και ξεκινήσαμε. «Πού πάμε ρε παιδιά;», ρώτησα προσπαθώντας να φανώ άνετος κι αδιάφορος, αφού τέσσερις μαζί, μάλλον δεν πηγαίναμε για να παίξουμε μπιρίμπα. «Θα δεις!», ήταν η καθ' όλα ανησυχαστική απάντηση του φίλου μου· «…στην κοιλιά του κτήνους», ήταν η πρώτη σκέψη που μου πέρασε απ’ το νου.

Η Μπέμπα προχωρούσε αργά προς μια απ' τις εξόδους της "γειτονιάς", που αποτελεί ένα είδος γκέτο στην πόλη μας, όταν ξαφνικά, εκατό μέτρα πριν φτάσουμε στην άκρη, μια Μερσεντέ, μαύρη και πολυτελής, πετάχτηκε με το έτσι θέλω μπροστά μας, μέσα από έναν παράδρομο, και κινήθηκε αργά κι αυτή, μ' εμάς από πίσω ν' ακολουθούμε δίκην κουστωδίας. «Ωχ μάγκες τη γαμήσαμε!» έκανε ο οδηγός, με ύφος μάλλον ατάραχο κι αποστασιοποιημένο. Κρύος ιδρώτας μ' έκοψε κι άρχισε να κυλάει στους κροτάφους μου, ιδιαίτερα σαν τον άκουσα να συμπληρώνει «τούτοι δω είναι πρεζέμποροι... αλλά μη φοβάσαι δικέ μου, θα το κανονίσουμε». Στο μεταξύ εγώ, που ουδόλως είχα καθησυχαστεί από τις άνετες όσο κι ανέξοδες διαβεβαιώσεις, έβλεπα θαρρείς εμπρός μου τύπους με μαύρα σακάκια και καπέλα, να βγαίνουν από τη Μερσεντέ και να μας γαζώνουν με Τόμμυγκαν, «όπως στο Αμέρικα». Μάλλον θα πρέπει να είχα αρχίσει να κιτρινίζω, σε σημείο που μαζί με τη μαύρη μπλούζα φανέρωνα ξεκάθαρα την προτίμησή μου στον Άρη Θεσσαλονίκης, γιατί ο διπλανός μου με κοίταξε και κάτι είπε στη γλώσσα τους χαμογελώντας με νόημα. Πολύ σύντομα θα 'βλεπα ότι δεν κινδυνεύαμε από τα καλόπαιδα με τη Μερσεντέ, αλλά από κάτι άλλα, παλικάρια της νομιμότητας. «Γαμώτο, θα νομίσουν ότι είμαστε συνοδεία τους, τσοράαβ μι μπαχ (γαμώ την τύχη μου)», έκαμε ο δικός μου...

Ενώ λοιπόν πλησιάζαμε αργά σαν κηδεία προς την έξοδο της γειτονιάς και τίποτε δεν γινόταν, άρχισα για μια στιγμή να ξαναβρίσκω την ανάσα μου, που είχα κρατήσει ασυναίσθητα, για άγνωστο χρονικό διάστημα και μέχρι σκασμού, όμως η ηλεκτρισμένη νηνεμία δεν έμελλε να κρατήσει ακόμα για πολύ. Μόλις βγήκαμε απ' τη γειτονιά, στο δρόμο που οδηγούσε προς τον περιφερειακό, να σου αραγμένο το περιπολικό της δίωξης ναρκωτικών. Μου σηκώθηκε η μπούκλα κάγκελο, τη στιγμή που τα σαΐνια της δίωξης άφηναν τη Μερσεντέ των εμπόρων να περάσει ανενόχλητη κι έκαμαν σήμα στο δικό μας αυτοκίνητο να σταματήσει. Ο ιδρώτας έτρεχε πλέον κι απ' τα μπατζάκια μου, ενώ σαν μέσα σ’ όνειρο άκουσα το φίλο μου να λέει, «μη φοβάσαι Όττο, είμαστε καθαροί». Το αυτοκίνητο σταμάτησε, οι μπάτσοι όρμησαν προς το μέρος μας όλο ζοριλίκια, γαυγίζοντας σαν τα μαντρόσκυλα απότομες διαταγές, να βγούμε γρήγορα απ' το αμάξι. Οι άλλοι βγήκαν, όμως εγώ είχα παγώσει στη θέση μου, αγέρωχος σαν τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά, κοιτώντας σα βλαμμένος δεξιά κι αριστερά, ενώ δυστυχώς κανένα ξυπνητήρι δεν χτυπούσε όπως πρόσμενα, για να με βγάλει απ' τη σιδερένια μέγγενη του εφιάλτη που μ’ είχε αρπάξει. Ο μπάτσος ήρθε δίπλα στο παράθυρο απ' την μεριά μου κι ούρλιαξε κάτι του στυλ «έβγα έξω κι εσύ ρε!», ενώ το χέρι του ξεκούμπωσε τη θήκη κι έκαμε να πιάσει τ' όπλο του...

Σα χαμένος βγήκα βιαστικά απ' το αυτοκίνητο, ενώ μέσα στην παραζάλη μου άκουγα τα συμπαθή δίποδα, ν’ αλυχτούν «μην κουνηθείς», «τα χέρια στο καπό» κι άλλες τέτοιες αβρότητες κι ένιωθα τις χερούκλες τους να με πασπατεύουν ολούθε, με μια θέρμη σχεδόν σεξουαλικού περιεχομένου. Είναι φανερό πως τη βρίσκουν κατά βάθος με τούτη τη δουλειά, όσο κι αν εμένα μου φαίνεται κάπως αποτρόπαιη και ανάρμοστη· περί ορέξεως…


Ο δικός μου, παιδί της πιάτσας και αλάνι, εξασκημένος σε τέτοιες καταστάσεις, καθημερινότητα γι’ αυτόν, είχε κιόλας πιάσει κουβέντα στον μπάτσο που τον γράπωνε κι ήδη τον παραμύθιαζε, μπούρου μπούρου. Εγώ απεναντίας δεν είχα στόμα να μιλήσω, πράγμα που θα διασκέδαζε φαντάζομαι πολλούς παθόντες στο παρελθόν απ' την ακατάβλητη πολυλογία μου, μ’ έναν σίγουρα χαιρέκακο τρόπο. Μου πήραν την ταυτότητα και πήγαν στο περιπολικό να την τσεκάρουν. Λευκό ποινικό μητρώο, αμέμπτου ηθικής. «Τι ζητάς εσύ εδώ ρε;», με ρώτησε το σαΐνι που με κρατούσε. «Είμαστε κουμπάροι, πάμε σε γάμο» πετάχτηκε ο φίλος μου, «ναι, ναι σε γάμο (γαμώ την κοινωνία μου μέσα), κουμπάρος μου είναι» ψέλλισα εγώ, που επιτέλους - θαύμα, θαύμα- κατόρθωσα να ξανάβρω τη μιλιά μου.

Άνοιξαν το πορτ μπαγκάζ, για να βρούνε μέσα δύο σακ βουαγιάζ άδεια κι ολοκαίνουρια, που κουβαλούσε ο δικός μου. Αμέσως ξαναγρίεψαν. «Τι τις θέτε αυτές τις τσάντες πουλάκια μου, σε παραλαβή εμπορεύματος πηγαίνετε;», έλυσε το πρόβλημα της διακίνησης πρέζας στη Βόρεια Ελλάδα ο αστυνόμος Κλουζώ. Αστραπιαία μου πέρασε απ' το μυαλό πως μετά απ' αυτήν την κρίση εξυπνάδας, μάλλον θα λιποθυμούσε, πράγμα που κανονικά θα μ' έκανε να γελάσω, αν δεν είχα φρικάρει τόσο πολύ. Άντε να τους εξηγήσει τώρα, πως τα σακ βουαγιάζ κόκκινου χρώματος (πάλι καλά που δεν έψαχναν και για κομμουνιστές δηλαδή) τα είχε πάρει γιατί την επαύριο έφευγε με τη γυναίκα του για Κωνσταντινούπολη. Όσο για μένα, καθ' όλη τη διάρκεια, μπρος στα μάτια μου στριμώχνονταν αστραπιαία αφηνιασμένες σκηνές απ' το Εξπρές του Μεσονυκτίου. Άλλοι τη δύσκολη την ώρα βλέπουν τη ζωή τους να περνά απ’ τα μάτια τους σαν να ‘τανε ταινία, άλλοι πάλι βλέπουν μια ταινία να περνά σαν να ‘ταν η ζωή τους. Τελικά τα κατάφερε και τους έψησε σιγά σιγά – αλίμονο, τούτη είναι η δουλειά του- και βαθμιαία τα πράγματα άρχισαν να χαλαρώνουν. Στο τέλος βρεθήκαμε να πιάσουμε ψιλοκουβεντούλα με τα μπατσόπουλα, μέχρι που ακόμα κι εγώ ξεψάρωσα κι άρχισα ν’ αγορεύω. Η Μερσεντέ με τους εμπόρους, ίσως και με το εμπόρευμα, είχε στο μεταξύ βρεθεί σε απόσταση ασφαλείας...

Με τα πολλά, μου επέστρεψαν την ταυτότητα και μας άφησαν να φύγουμε. Μπήκαμε στ' αμάξι και ξαναπήραμε το δρόμο μας, που δεν ήξερα ακόμα κατά πού τραβούσε. «Εντάξει, μια χαρά τα πήγες Όττο, για πρώτη φορά δηλαδή» μου 'πε ο κουμπάρος, την ώρα που όλοι σχολιάζαμε τις λεπτομέρειες και τα παραλειπόμενα της ιστορίας, σαν να ‘τανε κάτι που 'χαμε δει στο χαζοκούτι, που 'χε συμβεί σε κάποιους άλλους. Μόλις βγήκαμε στον περιφερειακό, ο φίλος μου ξαφνικά βγάζει από κάπου ένα τσιγαρόχαρτο μαζί με μια τεράστια φούντα, σαν ταχυδακτυλουργός, κι αρχίζει να στρίβει, ενώ η Μπέμπα ήταν εν κινήσει. Ο δρόμος γύρω γεμάτος αυτοκίνητα, η κυκλοφορία πυκνή. Αυτή τη φορά και με τη βοήθεια του μαύρου μου αμάνικου μετατράπηκα άξαφνα σε Παοκτζή, αφού άσπρισα κυριολεκτικά, κρίμα δηλαδή κι είχα μόλις αρχίσει να ξαναβρίσκω το θερινό μου καστανό χρωματάκι. «Είχες τέτοιο πράγμα πάνω σου ρε μαλάκα και μου είπες πως είμαστε καθαροί;» έκαμα έτοιμος να πάθω εγκεφαλικό. «Τι να σου 'λεγα ρε Όττο, θα λιποθυμούσες άμα το 'ξερες!!», ήταν η αφοπλιστική του δικαιολογία και πολύ φοβάμαι πως κατά βάθος δεν είχε κι άδικο...

Το τσιγάρο στρίφτηκε, άναψε κι άρχισε να περιφέρεται μέσα στ' αμάξι, ενώ όλοι ρουφούσανε λαίμαργα, με πρώτο και καλύτερο τον οδηγό!! Ο κόσμος γύρω, μας κοιτούσαν μέσα από τ' αυτοκίνητά τους και το ντουμάνι ξεχείλιζε απ' τα παράθυρα του δικού μας, σαν να ‘χαν πιάσει στ' αλήθεια φωτιά τα κάρβουνα που πάνω τους καθόμουν. Άρχισα να πιστεύω πως είχα κυριολεκτικά παγιδευτεί στην πλοκή κάποιας ταινίας, κάτι μεταξύ αστυνομικού θρίλερ και βαλκανικής φαρσοκωμωδίας…

Έπιασα σιγά σιγά, ασυναίσθητα, να χώνομαι στο πίσω κάθισμα, όμως του κάκου, ήμουν ο πιο ψηλός απ' την παρέα και δεν μπορούσα με καμιά Παναγία να κρυφτώ, εξόν πίσω απ’ το δάχτυλό μου. Πίστευα πως μας κοιτάζουν όλοι, ήθελα ν' ανοίξει η γης και να με καταπιεί, μπροστά στα θολωμένα απ’ τον καπνό μάτια μου πετάριζε η Μαρινέλα με μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, να τραγουδάει «άνοιξε πέτρα να κρυφτώ, ήλιος να μη με βλέπει», ήθελα να πεθάνω, ήθελα τη μαμά μου...

Τελικά αποφάσισα πως εάν δεν μπορείς να το αποφύγεις, χαλάρωσε για να το απολαύσεις κι ήπια κι εγώ δυο τζούρες, να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Εδώ που τα λέμε εάν μας έπιαναν, ποιος θα με πίστευε ότι εγώ δεν είχα πιει; «Τι μισόν τι όλον, είπε ο Σόλων...», αποφάνθηκα μέσα μου και τράβηξα ακόμα μια γερή ρουφηξιά…

Μόλις που με ηρέμησε απ' την υπερένταση, κι άρχισα λίγο λίγο να νιώθω φυσιολογικά, όταν συνειδητοποίησα πως κατευθυνόμασταν προς το Καζίνο. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ μου, ούτε και σκόπευα να πατήσω. Ο τζόγος είναι ένας εθισμός που δεν μου πάει στ’ αλήθεια καθόλου. Φτάσαμε στο πάρκινγκ και βγήκαμε απ' το αμάξι. «Μπααα, Όττο δεν περνάς το face control με τούτο το μπλουζάκι», έκανε ο κουμπάρος. «Ε, να φύγουμε τότε, τι να κάμουμε;», είπα συγκαταβατικά και με μια αχτίδα ελπίδας ότι μπορεί τελικά να γλίτωνα την περαιτέρω κατάπτωση, είχα υποστεί αρκετή για ένα απόγευμα στο κάτω κάτω.

Μα φρούδες οι ελπίδες! Ο κουμπάρος, μολονότι ουδόλως γνώριζε τη λέξη «φρούδες», παρά μόνο τις φλούδες, είχε κι άλλον άσσο στο μανίκι του. «Έτσι θα σ' αφήσει ο αδελφός ρε Όττο;» είπε χαμογελώντας αυτάρεσκα κι άνοιξε το πορτ μπαγκάζ. Μέσα σ' ένα απ' τα κόκκινα σακ βουαγιάζ, τα οποία τελικά δεν προορίζονταν για να κουβαλήσουν πρέζα με το Εξπρές του Μεσονυκτίου, κρυβόταν μια ολοκαίνουρια, αφόρετη, κοντομάνικη μπλούζα Λακόστ, ...ροζ χρώματος! Τελικά, όση αξιοπρέπεια μου απέμενε ύστερα απ' όλα τούτα που ‘γιναν, ήταν γραφτό να τσαλακωθεί κείνη τη βραδιά. Ο κουμπάρος τα είχε σχεδιάσει όλα, all the way down...

Έτσι, βρέθηκα να φωτογραφίζομαι στο φουαγιέ του Καζίνου, προφίλ-ανφάς με το ροζ μπλουζάκι, αφού εν τέλει ήταν μοιραίο εκείνο το βράδυ, κάποιος να με φακελώσει. Δεν ξέρω αν θα προτιμούσα να με φωτογράφιζε η ασφάλεια με το μαύρο μου αμάνικο, με τα μπράτσα γυμνά και γυμνασμένα, ή το Καζίνο με το ροζ Λακόστ μπλουζάκι. Τι απ’ τα δυο θα ήταν για μένα μεγαλύτερη ξεφτίλα, διασυρμός και ξεπεσμός; Όμως το Χάος έτσι τα είχε αποφασίσει και κανείς δεν μπορεί να πάει κόντρα στη ροή του, ούτε να μάθει τι θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα να είχε συμβεί, εάν όχι αυτό που τελικά συνέβη.

Ήταν η πρώτη φορά που μ' έπιαναν οι μπάτσοι, μάλιστα ως ύποπτο για εμπόριο πρέζας, η πρώτη φορά που ήπια μαύρο εν κινήσει, στο φως της μέρας και σε κοινή θέα, η πρώτη φορά που πήγα στο Καζίνο και η πρώτη φορά που φόρεσα ροζ μπλουζάκι στη ζωή μου. Δεν ξαναφόρεσα ροζ ποτέ πια από τότε, σε μια προσπάθεια να ξορκίσω μαζί κι όλα τ’ άλλα τα κακά. Μια φορά αρκεί για πάντα...

Πηγή: otto-great-chaos



Όττο: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...