Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Ψυχή βαθιά

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


«Απόψε θα τελειώσουν όλα. Απόψε θα φύγει το κρίμα και τ’ άδικο από πάνω μου», μουρμούριζε καθώς έκανε τις δουλειές. Θα του πω: «Αργύρη δεν πάει άλλο». «Δεν έχω μέσα μου αέρα». «Πνίγομαι Αργύρη..».

Μπα, τι να καταλάβει ο Αργύρης από αέρα, σκέφτηκε την ίδια στιγμή. Το λιγότερο που θα έκανε, να της έριχνε κάνα σκαμπίλι, απ’ αυτά τα αντρίκια του, απ’ αυτά τα ξεγυρισμένα που συνόδευαν την επιστροφή του κάθε φορά στο σπίτι. Το περισσότερο... δεν ήθελε να το σκεφτεί καν...

Οι λέξεις χόρευαν στο νου της, άλλες ντυμένες θάρρος, άλλες αλήθεια, άλλες έτρεμαν μισόγυμνες, συνωστισμένες πίσω απ’ τα χείλια, έτοιμες κι ανέτοιμες μαζί για την μεγάλη αναμέτρηση.

Το σπίτι πεντακάθαρο. Πεντακάθαρο μόνο; Φαρμακείο μύριζε. Είχε μια ιδιοτροπία ο Αργύρης, μια εμμονή με την καθαριότητα.

Σε απρόβλεπτες στιγμές έκανε εφόδους με το δάχτυλο πάνω στα έπιπλα. Έψαχνε, ιχνηλατούσε, κάτω από βιβλία, πάνω από ράφια, ανάμεσα στα ανοίγματα απ’ τα κεντητά σεμεδάκια, να βρει ένα σημάδι σκόνης, μια ανεπαίσθητη αλλαγή στο χρώμα των επίπλων. Κάτι προσδοκούσε πάντα να βρει σαν αφορμή για να ξεσπάσει πάνω της. Όχι πως δεν ήταν μπορετό να βρει. Από αφορμές άλλο τίποτα!

Θυμήθηκε με αγανάκτηση τη μέρα που είχαν τραπέζι έναν συνάδελφο του με την γυναίκα του. Για μέρες ολόκληρες έγλειφε τα πάντα. Ακόμη και τα πιο ψηλά σημεία του σύνθετου, ακόμη και όλα τα κρυστάλλινα έπλυνε, αυτά που δεν τα χρησιμοποιούσαν ποτέ. Μαγείρεψε με επιμέλεια ό,τι ήξερε πως του άρεσε. Δεν λυπήθηκε κόπο και χρόνο. Τα πάντα ήταν άψογα. Έστρωσε το καλό τραπεζομάντιλο, τοποθέτησε τα σερβίτσια πολύ προσεκτικά, έτσι όπως τα ήθελε εκείνος, έβαλε και μια σύνθεση με λουλούδια στο κέντρο του τραπεζιού και τους περίμενε.

Ήταν πολύ όμορφη αυτό το βράδυ. Το στενό μαύρο φόρεμα της, τόνιζε την ψηλόλιγνη κορμοστασιά της. Τα μαλλιά της τα είχε πιάσει σ’ ένα αριστοκρατικό σινιόν, στερεωμένο με έναν διακριτικό μαύρο φιόγκο.

Δεν την άφηνε να βάψει το πρόσωπο της, δεν της επέτρεπε ούτε ελάχιστο κραγιόν, οπότε τα διαμαντένια σκουλαρίκια της, ήταν τα μόνα που φώτιζαν το πρόσωπο της. Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και ικανοποιημένη έτρεξε να ανοίξει την πόρτα στο κάλεσμα του κουδουνιού.
.
Μπήκαν και οι τρεις μαζί. Ο Αργύρης και οι καλεσμένοι τους.

«Μια κούκλα είσαι», της είπε φιλώντας την στο μάγουλο η γυναίκα του συνάδελφου. «Χαίρομαι που μετά από τόσο καιρό σε γνωρίζω επιτέλους». «Βρε Αργύρη, έχεις μια τόσο όμορφη γυναίκα και μας την κρύβεις;», πήρε το λόγο, μετά το χειροφίλημα ο Κώστας, ο συνάδελφος του.

«Καλωσορίσατε, κι εγώ χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω», τους απάντησε.

Η βλοσυρή ματιά του άντρα της, δεν στάθηκε ικανή να της χαλάσει την καλή της διάθεση.

Κάθισαν στο τραπέζι κι εκείνη άρχισε να σερβίρει. Ένιωθε όμορφα. Είχε τόσο καιρό να δει ανθρώπους, να ακούσει άλλες φωνές σ’ αυτό το σπίτι εκτός της δικής του.

Απόφυγε να τον κοιτάξει.

Μιλούσε με την καλεσμένη τους, φλυαρούσαν και γελούσαν σαν δυο παλιές καλές φίλες. Εκείνος, της έριξε κάνα δυο άγριες ματιές και κάθε που το βλέμμα του μπηγόταν στο δικό της, έσφιγγε το ποτήρι του κρασιού που κρατούσε στο χέρι του με τέτοια ένταση, που νόμιζες θα το σπάσει. Έβραζε μέσα του το ηφαίστειο, εκείνη το ήξερε, γνώριζε τα σημάδια των καπνών που έβγαιναν από μέσα του, μύριζε τη λύσσα του που από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσε..

«Το κουταλάκι του γλυκού, το κουταλάκι του γλυκού ζώοοο, που το έχεις; », αντήχησε η φωνή του και πάγωσαν όλοι στη στιγμή.

«Θα το φέρω μαζί με το επιδόρπιο Αργύρη μου», ψιθύρισε εκείνη.

«Α, θα το φέρεις μετά εε;». « Αμ, βέβαια, που να τα έχεις μάθει αυτά καραχωριό, ε, καραχωριό!».

«Ας όψεται που στραβώθηκα και είπα το ναι σε μια επαρχιώτισσα». «Δε μπορώ να φέρω άνθρωπο στο σπίτι από το χατίρι σου, ανεπρόκοπη χωριάτισσα».

«Μα τι είναι αυτά που λες», πετάχτηκαν και οι δυο οι καλεσμένοι με αγανάκτηση. «Όλα τέλεια τα έχει η Μαρία». «Είναι λόγος αυτός τώρα να της μιλάς έτσι; ». Συγκράτησε με κόπο τα δάκρυα της, είπε «με συγχωρείτε, πάω να φέρω το γλυκό», κι έτρεξε μες την κουζίνα. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να τοποθετεί τον κορμό στα πιάτα του γλυκού, με τα αστραφτερά, ασημένια κουταλάκια βαλμένα αρμονικά στο πλάι.

Όταν μπήκε όμως στην τραπεζαρία, οι καλεσμένοι είχαν φύγει…

.~ . ~.

Την ίδια ώρα, στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου, η ματιά του Άρη αφού περιπλανήθηκε ανέκφραστα στο χορτάτο κορμί δίπλα του, βυθίστηκε στους γνώριμους κύκλους της ανυπαρξίας…

Ένα έγινε με τους βρώμικους ήλιους της κουρτίνας που ατένιζαν τις ίδιες φυγές κάθε βράδυ, που φώτιζαν θαμπά τις ίδιες ιδρωμένες απόπειρες απ’ τις αποδράσεις τους…



Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...