Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Αλλαγή τακτικής σταθερή στρατηγική

Του Νίκου Βαρσάμη


Η πυραυλική επίθεση εναντίον της Συρίας που εξαπέλυσε αρχικά ο νεοεκλεγής αμερικανός πρόεδρος Ντόλαντ Τραμπ, θεωρήθηκε αρχικά ως μια ενέργεια που στόχευε στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών και αποσκοπούσε να του προσφέρει την αναγκαία «προεδρική υπόσταση», ώστε να μπορεί να εδραιώσει την εξουσία του. Θεωρήθηκε επίσης ως κίνηση συμβολικού χαρακτήρα και ότι δύσκολα θα ακολουθήσουν πιο δραστικές ενέργειες εναντίον του Άσαντ και πολύ περισσότερο κατά της Ρωσίας. Αν και τουλάχιστον-μέχρι στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές-οι εξελίξεις δείχνουν εν μέρει να δικαιώνουν τις παραπάνω εκτιμήσεις, εντούτοις ενδέχεται η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικότερης στρατηγικής της Ουάσιγκτον ως προς τη διαχείριση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος, η οποία θέτει νέα δεδομένα στη διεθνή γεωπολιτική ανάλυση.

Σε αντίθεση με ότι γενικά πιστεύεται, ο πρόεδρος Ομπάμα είχε μια εξαιρετικά παρεμβατική πολιτική στη χρήση της στρατιωτικής ισχύος διεθνώς. Απλώς είχε επιλέξει κατά κύριο λόγο «διακριτικές» μορφές προβολής της ισχύος, δίνοντας μεγάλη έμφαση στις ειδικές δυνάμεις και σε μη οπλισμένα επανδρωμένα αεροχήματα για αποστολές δολοφονίας.. Αντίθετα, ο νέος πρόεδρος φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις φαντασμαγορικές επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος και στην πομπώδη ρητορική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Ντόλαντ Τραμπ είναι ένας μεγαλομανής ημιπαράφρων ούτε ότι η επιλογή του στερείται λογικής. Αντίθετα, ενδέχεται να είναι απόλυτα εναρμονισμένη με μια συνολικότερη νεοβεστφαλιανή υψηλή στρατηγική, η οποία επιδιώκει να καθιερώσει τις ΗΠΑ ως το κυρίαρχο κράτος σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, όπου απαιτούνται προσεκτικές κινήσεις, οι οποίες να μην οδηγούν σε δεσμευτικά απόλυτα εχθρικές σχέσεις η επίδειξη ισχύος με πολύ θόρυβο και λίγη ουσία είναι ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο.

Αξιοποίηση της ισχύος Όπως επισημαίνει ο Νταβίντ ΓΚρόσμαν στην κλασική του μελέτη περί της βίας εν πολέμω On Killingk, μεγάλο κομμάτι της χρήσης βίας σε μια μάχη στοχεύει στην επίδειξη και όχι στην εξόντωση του αντιπάλου. Και αυτό στην πολεμική διαδικασία καθεαυτή. Πολλώ δε μάλλον πριν από την έναρξη της πολεμικής διαδικασίας. Ιδιαίτερα μάλιστα, στη σημερινή εποχή, που υπάρχει μια ολοένα διευρυνόμενη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και πολέμου και τα όπλα προσβολής ακριβείας (όπως είναι οι πύραυλοι Τόμαχοουκ) επιτρέπουν εκδηλώσεις πολεμικών ενεργειών με ελάχιστα θύματα, οι πολεμικές δράσεις επίδειξης έχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια εφαρμογών από ότι στο παρελθόν. Κατά συνέπεια η πυραυλική επίθεση στη Συρία αλλά και η επιθετική ρητορική εναντίον της Βόρειας Κορέας, θα πρέπει ενδεχομένως να αντιμετωπιστούν ως το «θορυβώδης» κομμάτι μιας νέας πιο δυναμικής διπλωματίας, σκοπός της οποίας είναι να επαναφέρει τις ΗΠΑ ως κυρίαρχη δύναμη στο διεθνές σύστημα, δημιουργώντας ρωγμές στην συνοχή της ευρωασιατικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής, κυρίως δε στον εύθραυστο άξονα Μόσχας-Πεκίνου.


Τηρουμένων των αναλογιών, η επίθεση στη Συρία θα πρέπει να θεωρηθεί ως ισοδύναμο της αποστολής του «Μεγάλου Λευκού Στόλου» (Great White Fleet) ένα ταξίδι επίδειξης της αμερικανικής ναυτικής ισχύος, ανά τον κόσμο με το οποίο στις αρχές του 20ου αιώνα, οι ΗΠΑ έκαναν το ντεμπούτο τους ως δύναμη παγκόσμιας κλάσης επί προεδρίας Θιοντόρ Ρούσβελτ. Οι συγκρίσεις όμως του Τραμπ με τον Θιοντόρ Ρούσβελτ δεν σταματούν εδώ. Η υψηλών τόνων πολεμική ρητορική έναντι της Βορείου Κορέας συνδυάστηκε με μια απρόσμενη επίθεση φιλίας στην Κίνα, θυμίζοντας την πολιτική του «Μεγάλου ραβδιού»(Big Stikt), στη βάση της οποίας ήταν κάθε διαδικασία προσέγγισης να συνοδεύεται από μια υφέρπουσα απειλή βασιζόμενη στη στρατιωτική ισχύ. Αν και «χοντροκομμένη», η απειλή αυτή του Τραμπ δείχνει να έχει κάποια αποτελέσματα. Οι κινέζοι φαίνεται να κρατούν στάση αναμονής και δεν ταυτίστηκαν όσο θα περίμενε κανείς με τη Μόσχα στο ζήτημα επίθεσης στη Συρία, ενώ αφήνουν κάποια περιθώρια για μελλοντικό «άδειασμα» της Βόρειας Κορέας αν λάβουν τα κατάλληλα ανταλλάγματα.

Βέβαια τίποτα δεν είναι σίγουρο, αλλά και η πολιτική του Τραμπ δεν αποβλέπει σε άμεσες επιτυχίες. Ενδεχομένως αρκείται να καταφέρει να δημιουργήσει κλίμα ασάφειας σχετικά με τις προθέσεις των ΗΠΑ αποσκοπώντας στο να απορρυθμίσει τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των μεγάλων ευρωασιατικών παικτών. Έτσι, θα διασπάσει την ενότητα ώστε να μπορέσουν στο μέλλον οι ΗΠΑ να οικοδομήσουν μια νέου τύπου, ευέλικτη διεθνή πολιτική βασισμένη σε ευκαιριακές και μη δεσμευτικές αντιπαλότητες και φιλίες, που θα τις αναδείξει ως τη ρυθμιστική δύναμη του διεθνούς συστήματος.

Υπό μια έννοια, λοιπόν, οι σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες ξαναζούν την ιστορική της επαναφορά στο διεθνές σύστημα, όπως είχε στις αρχές του 20ου αιώνα. Με τη μόνη διαφορά ότι, ενώ τότε είχαν αναδυθεί από την γεωπολιτική ανυπαρξία, σήμερα καταδύονται στη διεθνή πραγματικότητα από τα σύννεφα της φαντασιακής μονοκρατορίας στα οποία τους είχε ανεβάσει η ιστορική συγκυρία μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Αποτελεσματικά επικίνδυνος…



Αν όντως τα πράγματα έχουν κάπως έτσι, τότε πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε λόγο για μια νέα ιστορική περίοδο. Μια Αμερική η οποία θα χρησιμοποιεί κατά βάση πολιτική «ραβδιού και καρότου», επιλέγοντας θορυβώδεις επιδείξεις της στρατιωτικής ισχύος, στα πρότυπα των αρχών του 20ου αιώνα, που θα προσπαθεί να διεισδύσει στις ρωγμές του ευρασιατικού γεωπολιτικού οικοδομήματος, ώστε να επιβάλλει την κυριαρχία της δια του διαίρει και βασίλευε, θα είναι μια πολύ πιο ηγεμονική Αμερική από αυτή της υποτιθέμενης «μόνης υπερδύναμης» που κυριάρχησε στο φαντασιακό μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου.

Και φυσικά, θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος τις πάσης φύσεως αναλύσεις που προβάλλουν τον Ντόλαντ Τραμπ ως φαιδρό πρόσωπο που άγεται και φέρεται από τις παρορμήσεις του. Αντιθέτως, όπως ακριβώς ο προκάτοχος τότε είχε ενσωματώσει την πομπώδη ρητορική και ένα παρορμητικό χαρακτήρα σε μια ψυχρή και συμπαγή μακρόπνοη Ρεalpolitik , το ίδιο ενδέχεται να συμβαίνει και με τον πρόεδρο Τραμπ και τις δυνάμεις του «σιωπηρού κατεστημένου» πέριξ αυτού. Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ μπορεί να αποδειχτεί στον πιο επικίνδυνο πρόεδρο εδώ και δεκαετίες, υπό την έννοια ότι προωθεί τα ηγεμονικά σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών με πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο από τους προκατόχους του.

Με κίνδυνο να ολισθήσουμε στη σφαίρα της συνομωσιολογίας, μπαίνουμε στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι, ακόμα κι αυτή η απαξίωση του Αμερικανού προέδρου από τα αμερικανικά ΜΜΕ, που τον παρουσίαζαν ως ένα είδος καρικατούρας, πολιτικού, μιας ενσάρκωσης φιγούρας καρτούν, προωθείται συνειδητά έτσι ώστε να κρύψει κάτω από αυτό το προσωπείο μια εφαρμοζόμενη παγερά ρεαλιστική νέο-ηγεμονική στρατηγική.



Νίκος Βαρσάμης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...