Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Μια χαψιά;

Του Νίκου Βαρσάμη


Ενώ η Τουρκία οδηγείται ολοένα και περισσότερο προς ένα μοναχικό γεωπολιτικό δρόμο που απειλεί να την μετατρέψει σε βάθος χρόνου σε ένα είδος Βόρειας Κορέας της Μεσογείου, συνεχίζονταν ακάθεκτες -μέχρι την πλήρη αποτυχία- οι διαδικασίες «επίλυσης» του Κυπριακού η οποία εάν ολοκληρώνονταν θα απειλούσαν να εντάξουν –τυπικά ή άτυπα- την Κυπριακή Δημοκρατία στη σφαίρα επιρροής της Άγκυρας. Κατά συνέπεια, μια τέτοια εξέλιξη θα υπονομεύει τη γενικότερη θέση και λειτουργία της Κύπρου στο πλαίσιο στο οποίο ήταν και είναι εντεταγμένη, δεδομένο ότι το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσαν οι Δυτικοί σήμερα θα ήταν μια ακόμα πιο ισχυρή Τουρκία, που θα προέκυπτε από την «επίλυση του Κυπριακού».

Κατά την άποψη μας, ένας λόγος που ωθεί το «φιλοευρωπαϊκό» κομμάτι της κυπριακής και ελλαδικής ηγεσίας σε αυτή τη σχιζοειδή πολιτική είναι η ακραία απαισιοδοξία αναφορικά με τις στρατιωτικές δυνατότητες τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της Ελλάδος να αντιμετωπίσουν τυχόν τουρκική στρατιωτική επίθεση εναντίον του ελεύθερου κομματιού της Μεγαλονήσου. Πολύ απλά μπορούμε να πούμε ότι η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται στην άποψη ότι η γείτων μπορεί να κάνει μια χαψιά την Κύπρο όποτε το θελήσει, άρα μια όπως-όπως «επίλυση» του Κυπριακού είναι προτιμότερη από μια μετωπική αντιπαράθεση που θα απειλούσε να οδηγήσει σε τουρκική εισβολή και σε συντριπτική ήττα, πιθανώς και σε πλήρη εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η αντίληψη αυτή δρα αποδομητικά εδώ και καιρό, δημιουργώντας έναν ηττοπαθή βρόχο ανάδρασης. Συγκεκριμένα η πίστη στη ματαιότητα της στρατιωτικής αντίδρασης σε περίπτωση τουρκικής εισβολής και η απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων της Εθνικής Φρουράς, που με τη σειρά της εδραιώνει περαιτέρω την αντίληψη της «βέβαιης ήττας», που στη συνέχεια οδηγεί στην απαξίωση των μαχητικών ικανοτήτων πάει λέγοντας. Με άλλα λόγια έχει δημιουργηθεί μια μοιρολατρική αντίληψη ότι η Κύπρος είναι έρμαιο των τουρκικών διαθέσεων και κατά συνέπεια η «ρεαλιστική» επιλογή είναι η «επίλυση του Κυπριακού έστω και υπό τους όρους της Άγκυρας, τουτέστιν η εθελούσια εξάλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου γεωπολιτικού δρώντος.

Η έννοια της ισχύος



Τα τελευταία χρόνια η αντίληψη αυτή ενισχύθηκε υπέρμετρα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα-και συνακόλουθα οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις-, με αποτέλεσμα το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και γενικότερα η ικανότητα της χώρας να υποστηρίξει στρατιωτικά τη Μεγαλόνησο να προβάλλονται από κάποιους ως εξαιρετικά μειωμένη. Ωστόσο η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη. Γιατί, διότι δεν υπάρχει απόλυτη στρατιωτική ισχύς, παρά σχετική, η οποία λαμβάνει υπόσταση ανάλογα με τα γεωγραφικά πολιτικά και άλλα δεδομένα της εκάστοτε αντιπαράθεσης. Κατά συνέπεια, οι τεράστιες διαφορές στα μεγέθη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας θα έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο μόνο στο πλαίσιο ενός παρατεταμένου ολοκληρωτικού πολέμου, ο οποίος εύκολα γίνεται σε κάποιο πολεμικό παίγνιο, δύσκολα όμως μπορεί να προκύψει στην πολύπλοκη σημερινή διεθνή γεωπολιτική πραγματικότητα.

Βέβαια, εδώ προκύπτει μια σειρά από ορισμένες αντιρρήσεις από πλευρά των οπαδών της «ρεαλιστικής ηττοπάθειας». Η πρώτη εξ αυτών είναι ότι δεν βρισκόμαστε στο 1974, η Τουρκία κατέχει ήδη σημαντικό μέρος της Κύπρου και διαθέτει εκεί μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Η δεύτερη είναι ότι η τουρκική Αεροπορία απολαμβάνει πλήρη κυριαρχία πάνω από τη Μεγαλόνησο και σχεδόν από μόνη της μπορεί να συντρίψει την κυπριακή άμυνα. Παρεμπιπτόντως η άποψη αυτή ενισχύεται από τη γενικότερη αντίληψη περί πρωτοκαθεδρίας της αεροπορικής ισχύος και της δυνατότητας να ολοκληρώσει με επιτυχία μια πολεμική αναμέτρηση από μόνη της. Τέλος, προβάλλεται η άποψη ότι κι αν ακόμα είναι δυνατή η επιτυχής άμυνα της Εθνικής Φρουράς, αυτό θα απαιτούσε την αγορά ακριβών οπλικών συστημάτων, η απόκτηση και η συντήρηση των οποίων είναι εκτός των οικονομικών ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μικρές εκτάσεις



Ωστόσο, μια αρχική ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων στην τέχνη, την επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου μας δείχνει ότι υπάρχει σοβαρός αντίλογος για αυτές τις απόψεις που αναφέραμε. Ας αρχίσουμε από το θέμα των χρημάτων για τους εξοπλισμούς. Εδώ πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι το μεγαλύτερο μέρος τους κόστους στις αγορές οπλικών συστημάτων είναι συνήθως αυτό της απόκτησης πλατφορμών μάχης, δηλαδή μαχητικών αεροσκαφών, αρμάτων, ελικοπτέρων κλπ. Τείνουμε όμως να ξεχνάμε ότι κατ’ ουσία η δουλειά κάθε πλατφόρμας είναι να μεταφέρει βλήματα, τα οποία καταστρέφουν στόχους. Όλες αυτές οι πλατφόρμες αποτελούν μέσα μεταφοράς βλημάτων. Αν λοιπόν τα βλήματα μπορούν να μετακινηθούν από το σημείο Α στο σημείο Β χωρίς να χρειάζεται πλατφόρμα μεταφοράς, τότε το κόστος περιορίζεται δραστικότατα. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σε περιορισμένους γεωγραφικά χώρους, όπως είναι η Κύπρος, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη συστημάτων πυροβολικού αυξανόμενου βεληνεκούς, που είναι μια από τις κυρίαρχες τάσεις στην τεχνολογία του πολέμου, ή με την ανάπτυξη υβριδικών συστημάτων πυροβολικού-αεροπορικών όπλων.

Για παράδειγμα, ένα από τα πιο εξελιγμένα αεροπορικά όπλα των ΗΠΑ είναι η «Βόμβα Μικρής Διαμέτρου» (Small Dameter Bomb/SDB). Το «έξυπνο» αυτό όπλο μπορεί να μεταφερθεί στο στόχο σου στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού ενός πανάκριβου F-35 ή πάνω σε μια ρουκέτα του πολλαπλού εκτοξευτή ρουκετών MLRS. Παρόμοιο είναι και το σερβικό σύστημα Kosava, το οποίο μεταφέρει αεροπορική βόμβα με σύστημα ανεμοπορίας πάνω στην κεφαλή ρουκέτας. Άρα, αν ο χώρος μάχης είναι αρκετά μικρός ώστε η βόμβα να μπορεί να φτάνει τους στόχους της μεταφερόμενη πάνω σε ρουκέτα, δεν χρειάζεται το πανάκριβο αεροπλάνο μεταφοράς. Επιπρόσθετα, οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών τείνουν να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βεληνεκές διεθνώς.

Το κινεζικό σύστημα WS-2D, για παράδειγμα φτάνει σε βεληνεκές τα 400 χιλ., ενώ 300 χιλ. είναι το βεληνεκές του πολωνικού WR-300 Homar και του βραζιλιάνικου ASTROS 2020 και 200 χιλ. του λευκορωσικού Polonez. Το άκρως φονικό ρωσικό Smerh φτάνει σε βεληνεκές τα 90 χιλ, ενώ μεγάλη ποικιλία σχετικών συστημάτων διαθέτουν οι Ισραηλινοί. Μάλιστα, οι τελευταίοι με το σύστημα Trajectory Correction System (TCS) επιτρέπουν την ενοποίηση πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών σ’ ένα δικτυοκεντρικό σύστημα, όπου ένας κινούμενος στόχος, όπως λ.χ. μια επιλαρχία αρμάτων, βρίσκεται συνεχώς υπό επιτήρηση από κάποιους αισθητήρες και οι ρουκέτες ανανεώνουν τα δεδομένα στοχοποίησης ενώ βρίσκονται εν πτήσει μέσω ζεύξης δεδομένων τροποποιώντας ανάλογα την τροχιά τους ώστε να την προσβάλλουν. Μπορούν δηλαδή να λειτουργούν ως υποκατάστατα αεροπορίας σε αποστολές κρούσης εναντίον κινούμενων μηχανοκίνητων σχηματισμών.

Επίσης, υπάρχει μια τάση για ολοένα μεγαλύτερη αύξηση στη φονικότητα των πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών δια της ενίσχυσης τόσο της καταστρεπτικότητας των κεφαλών των ρουκετών όσο και του όγκου πυρός που μπορούν να εκπέμψουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του συστήματος Jobaria MCL των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, μια χώρας που παρεμπιπτόντως φημίζεται για τον πλούτο του πετρελαίου, αλλά όχι για την πολεμική της βιομηχανία. Η αραβική εταιρεία πήρε έναν αρματοφορέα, πάνω στον οποίο τοποθέτησε εκτοξευτές με κοντέινερ ρουκετών στο «κλασικό» σοβιετικό διαμέτρημα των 112 χιλιοστών, με τη λογική ότι είναι ένα φτηνό όπλο και υπάρχουν πολλοί κατασκευαστές στον πλανήτη που το παράγουν. Κάθε ρουκετοβόλο μεταφέρει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 240 ρουκέτες με βεληνεκές 440 χιλ. και έχει πλήρωμα μόλις τριών ατόμων. Δέκα τέτοιοι εκτοξευτές μπορούν να εξαπολύσουν μια ομοβροντία 2.400 ρουκετών. Εφοδιασμένες με θερμοβαρικές κεφαλές, οι ρουκέτες αυτές μπορούν να πετύχουν καταστρεπτικά αποτελέσματα. Σε περιορισμένους χώρους όπως αυτός της Μεγαλονήσου, παρόμοιες ομοβροντίες είναι σε θέση να κρίνουν τα αποτελέσματα μιας σύγκρουσης.

Τα αποτελέσματα παρόμοιων συστημάτων προσβολής στόχων περιοχής μπορούν να συμπληρωθούν με επιλεκτικά πυρά συστημάτων προσβολής ακριβείας. Η πιο υποσχόμενη κατηγορία σ’ αυτό τον τομέα είναι οι εξελιγμένοι διάδοχοι βαρέων όπλων πεζικού, που μπορούν να προσβάλλουν στόχους σε αποστάσεις δεκάδων χιλιομέτρων. Σ’ αυτή την κατηγορία είναι ο ισραηλινός πύραυλος Spike Neos (monline of sight), που παλαιοτέρα αναφερόταν ως Tamuz, ο οποίος αποτελεί έκδοχο του αντιαρματικού πυραύλου Spice, εκτοξεύεται από μικρό όχημα σαν τα Humvee και μπορεί να προσβάλλει στόχους σε απόσταση 25 χιλ. Διαθέτει σύστημα ραδιοζεύξης, μέσω του οποίου ο αισθητήρας του πυραύλου μεταδίδει την εικόνα που βλέπει στο χειριστή του συστήματος, ο οποίος τον καθοδηγεί ανάλογα.

Φτηνές ρουκέτες….



Μια άλλη ιδιαίτερα υποσχόμενη κατηγορία μικρών, φθηνών και αποτελεσματικών βλημάτων είναι οι τυποποιημένες «χαζές» ρουκέτες Hydra 70 των 2,75 ιντσών (70 χιλιοστά). Υπάρχουν πολλά σχετικά προγράμματα διεθνώς, ωστόσο αυτό που θα βόλευε περισσότερο της Εθνική Φρουρά-κατά την άποψη μας-, θα ήταν ένα αντίστοιχο του συστήματος LOGIR (LOW cost Guibeb Imaging Rocket) της κορεατικής Ηanwha και της αμερικανικής Raytheon. Το σύστημα αυτό δεν χρησιμοποιεί ημιενεργό καθοδήγηση λέιζερ, αλλά κεφαλή υπερύθρων που καθιστά τη ρουκέτα φονικό όπλο. Δηλαδή ο αισθητήρας της ρουκέτας μπορεί να εντοπίσει το στόχο χωρίς την παρέμβαση του χειριστή, Επίσης οι ρουκέτες μπορούν να εξαπολυθούν σε ομοβροντίες εναντίον ομάδας οχημάτων. Το μόνο που μπορεί να κάνει το πλήρωμα είναι να εξαπολύσει βλήματα προς την γενική περιοχή στόχων, έστω και αν βρίσκονται πίσω από λόφο. Δεδομένου του μικρού μεγέθους των ρουκετών, ένας πολλαπλός εκτοξευτής μπορεί να τοποθετηθεί σ’ ένα μικρό αγροτικό φορτηγάκι. Επιπρόσθετα, εκτός από επίγειους στόχους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και εν είδη αντιαεροπορικού συστήματος εναντίον ομάδας επερχομένων ελικοπτέρων, μαχητικών ή αερομεταφορών.

Όλα τα προαναφερόμενα οπλικά συστήματα είναι χαμηλού έως πολύ χαμηλού κόστους και χαμηλής τεχνολογίας με εξαίρεση του SDB, η οποία έτσι κι αλλιώς λόγω αμερικανικής προέλευσης, πολύ δύσκολα θα έβρισκε το δρόμο της για το οπλοστάσιο της Εθνικής Φρουράς. Σε περιορισμένης έκτασης χώρους επιχειρήσεων όπως είναι η Κύπρος, παρόμοια όπλα θεωρούνται στρατηγικά ή έστω υποστρατηγικά, υπό την έννοια ότι μπορεί να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη μιας σύγκρουσης. Επιπρόσθετα, σ’ έναν μικρό χώρο, όπου θα κυριαρχούν παρόμοια συστήματα ικανά να ασκήσουν σαρωτικό πλήγμα εναντίον μεγάλων μηχανοκίνητων σχηματισμών σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, η συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων από πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε μειονέκτημα προσφέρονται απλά μεγαλύτερους στόχους στα μέσα προσβολής του αντιπάλου. Ιδιαίτερα δε αν η δομή και η φιλοσοφία της διοίκησης των «πλατφορμοκεντρικών» μονάδων είναι συγκεντρωτική, όπως φαίνεται να συμβαίνει με τις τουρκικές δυνάμεις. Εδώ προκύπτει μια απάντηση στο πρόβλημα της τουρκικής αεροπορικής κυριαρχίας, που είναι η αποκεντρωτική φιλοσοφία των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τεχνικές και τακτικές απόκρυψης παραλλαγής και παραπλάνησης. Η γερμανική σχολή αποκεντρωτικής διοίκησης που βασίζεται στην αντίληψη που στα (αγγλικά αποδίδεται ως Mission Command και στα ελληνικά ως διοίκηση δια της αποστολής), καθώς και οι μεθοδολογίες υβριδικού πολέμου μπορούν να προσφέρουν λύσεις όσον αφορά την αντιμετώπιση της τουρκικής αεροπορικής ισχύος, ενώ η δραστική ενίσχυση των συστημάτων αεράμυνας της Εθνικής Φρουράς δεν είναι εκτός πραγματικότητας.

Αποφευκτέα;



Όπως και να έχουν τα πράγματα, όλα τα παραπάνω είναι ενδεικτικά και δεν αποσκοπούν να αποδείξουν ότι η αντιμετώπιση της τουρκικής πολεμικής μηχανής από την Εθνική Φρουρά είναι εύκολη υπόθεση. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν είναι μια αδύνατη υπόθεση. Άλλωστε, η ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου ο ισχυρός στα χαρτιά ηττήθηκε στο πεδίο της μάχης ακόμα κι αν η διαφορά ισχύος φάνταζε συντριπτική υπέρ του, βέβαια κάθε πολεμική αντιπαράθεση στην Κύπρο θα ήταν μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση που θα πρέπει παντί τρόπω να αποφευχθεί. Όμως η «ρεαλιστική ηττοπάθεια», δηλαδή η άκριτη και άλογη πίστη στην στρατιωτική παντοδυναμία, δεν είναι η κατάλληλη μέθοδος για την αποφυγή του πολέμου.

Αντίθετα, μια αποτρεπτική λογική, που θα βασιζόταν στην πιθανότητα της νίκης της Εθνικής Φρουράς σε τυχόν πολεμική αντιπαράθεση, είναι μια πολύ πιο σίγουρη μέθοδος για την διατήρηση της ειρήνης. Επίσης, ακόμη και οι πιο φανατικοί οπαδοί της «συμβιβαστικής» επίλυσης του Κυπριακού λογικά θα πρέπει να καλοδέχονται μια ασάφεια αναφορικά με τα πιθανά αποτελέσματα μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης Κύπρου-Τουρκίας, η οποία πιθανώς να μείωνε την αυταρέσκεια και την αλαζονεία της τουρκικής πλευράς και θα την οδηγούσε σε πιο μετριοπαθείς θέσεις. Εκτός εάν αυτό δεν είναι τόσο επιθυμητό από κάποιους και η πραγματική στόχευση των πιο ακραίων οπαδών της «πάση θυσία λύση» δεν είναι μια ενιαία και ανεξάρτητη Κύπρος, αλλά η μετατροπή της σε γεωπολιτικό εξάρτημα της Τουρκίας.



Νίκος Βαρσάμης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...