Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ανάγκη για μια Νέα Αρχή….

Του Νίκου Βαρσάμη


Καθώς ο καπιταλισμός εισήλθε σε μια νέα περίοδο κρίσης, το εργατικό κίνημα βρίσκεται από την πλευρά του στο τέλος μιας ιδιόμορφης φάσης της ιστορίας του. Στις ραγδαίες εκβιομηχανιζόμενες «αναδυόμενες οικονομίες» δεν υπάρχει περίπτωση κάμψης στη βιομηχανική εργασία. Στις πλούσιες χώρες του παλαιού καπιταλισμού, τα εργατικά κινήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, αν και σε μεγάλο βαθμό αντλούν τη δύναμή τους από τις δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες παρά τις νεοφιλελεύθερες εκστρατείες, δεν δείχνουν κανένα σημάδι συρρίκνωσης.

Τα δυτικά κινήματα έχουν επιζήσει διότι, όπως προέβλεψε ο Μαρξ, η μεγάλη πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού εξαρτάται από τους μισθούς και τα ημερομίσθια και ως εκ τούτου, οι μισθωτοί αναγνωρίζουν τη διάκριση, μεταξύ των συμφερόντων την εργοδοτών από την μια πλευρά και των εργαζομένων από την άλλη. Όταν ξεσπάσουν συγκρούσεις μεταξύ των δυο πλευρών, το αποτέλεσμα θα είναι η ανάληψη της συλλογικής δράσης από την πλευρά των μισθωτών. Σε κάθε περίπτωση η πάλη των τάξεων συνεχίζεται, είτε ενισχύεται από τις πολιτικές ιδεολογίες, είτε όχι.

Επιπλέον, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και οι διαιρέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων με διαφορετικά συμφέροντα εξακολουθούν να υπάρχουν, έστω και αν αυτές οι ομάδες δεν τις λέμε «τάξεις». Όσο κι αν είναι διαφορετικές οι κοινωνικές ιεραρχίες από εκείνες που ήταν πριν 100 ή 200 χρόνια, η πολιτική συνεχίζεται ως ταξική πολιτική, αν και είναι μόνο εν μέρει.

Τέλος τα εργατικά κόμματα εξακολουθούν να υπάρχουν, επειδή το έθνος-κράτος δεν οδεύει προς εξαφάνιση. Το κράτος και οι άλλες δημόσιες αρχές, παραμένουν οι μόνοι θεσμοί που είναι σε θέση να διανέμουν, το κοινωνικό προϊόν στο λαό τους με ανθρώπινους όρους και είναι σε θέση να καλύψουν τις ανθρώπινες ανάγκες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από την αγορά. Συνεπώς, η πολιτική παρέμεινε και παραμένει μια απαραίτητη διάσταση του αγώνα για κοινωνική βελτίωση. Πράγματι, με τη μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008, ως ένα είδος ισοδύναμου, για τη Δεξιά με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, επήλθε μια άμεση συνειδητοποίηση ότι το κράτος είναι ουσιώδες σε μια οικονομία με προβλήματα, όπως είχε υπάρξει ουσιώδες για τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, τότε που οι κυβερνήσεις είχαν θέσει τα θεμέλια του με τη συστηματική ιδιωτικοποίηση και απορρύθμιση.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα της περιόδου 1973-2008 ήταν να εγκαταλείψει η Σοσιαλδημοκρατία τον Μπέρνσταϊν. Οι ηγέτες της Βρετανίας θεώρησαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να βασιστούν σε οφέλη σαν αυτά που η οικονομική ανάπτυξη της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς δημιούργησε αυτόματα, καθώς και σε ένα κοινωνικό δίχτυ ασφάλειας που παρέχεται άνωθεν. Οι «Νέοι Εργατικοί» του Τόνυ Μπλερ, ταυτίσθηκαν με την καθοδηγούμενη από την αγορά κοινωνία και παρέμειναν εκεί μέχρι τη συντριβή της το 2008, αποκόπτοντας στην ουσία την οργανική σύνδεση με το εργατικό κίνημα.

Η περίπτωση τους μπορεί να είναι ακραία, αλλά η κατάσταση της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας σε άλλα οχυρά (συμπεριλαμβανομένου και του Ιταλικού Κ.Κ., του μοναδικού μαζικού κομμουνιστικού κόμματος που είχε απομείνει στη Δ. Ευρώπη) έχει μεταλλαχθεί σημαντικά, με εξαίρεση ίσως την εκ νέου ενωμένη σοσιαλδημοκρατία στη Γερμανία και την Ισπανία. Οι κομμουνιστές, χωρισμένοι σε μετριοπαθείς «ευρωκομμουνιστές» και παραδοσιακούς σκληροπυρηνικούς, ακολούθησαν μια τέτοια πτωτική πορεία, που ο κομμουνισμός έπαψε στην παρούσα φάση να αποτελεί σοβαρή πολιτική δύναμη στη Δύση.

Μετά το «ηλεκτροσόκ»


Ωστόσο, η εποχή αυτή βρίσκεται στο τέλος της, καθώς το 2008 ο κόσμος επλήγη ξαφνικά από την σοβαρότερη κρίση του καπιταλισμού από την εποχή του μεσοπολέμου, το μεγάλο κραχ του 1929. Όταν ξέσπασε η σημερινή κρίση, η κατάσταση του εργατικού κινήματος δεν ήταν αυτή που έπρεπε. Εργατικά κόμματα βρίσκονταν ακόμα στις κυβερνήσεις πολλών ευρωπαϊκών χωρών, είτε μόνα τους είτε ως μέρη «μεγάλου συνασπισμού» (Ισπανία, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία).

Η ξαφνική χρηματοοικονομική κατάρρευση αποκατέστησε το κράτος ως οικονομικό πρωταγωνιστή, καθώς τόσο οι εργοδότες, όσο και οι εργαζόμενοι κατέφυγαν στις κυβερνήσεις τους για να σώσουν ότι είχε απομείνει από τις εθνικές βιομηχανίας και άλλες επιχειρήσεις. Επιπλέον, υπήρχαν ήδη σαφή σημάδια αγωνιστικότητας στους χώρους εργασίας και εκδηλώσεις δημόσιας δυσαρέσκειας, αν και η παλιά παράδοση τους να «κατεβείτε στους δρόμους» είχε αποδυναμωθεί. Υπήρξαν όμως περιπτώσεις όπως στην Ελλάδα και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου υπήρξαν κινητοποιήσεις μαζικές που καθοδηγούνταν από άνδρες και γυναίκες που προέρχονται από τη σοσιαλιστική παράδοση, σοσιαλδημοκράτες, κομμουνιστές, καθώς και αγωνιστές πολύμορφων κινημάτων, της οικολογίας, του αναρχισμού κ.α.

Αναζητώντας το παράδειγμα



Θεωρητικά, σε μια τέτοια στιγμή κρίσης φαίνεται εφικτή η αναβίωση των εργατικών κινημάτων του παρελθόντος που συνδέονται με την ιδεολογική Αριστερά. Στην πράξη, όμως, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές της ήταν λιγότερο ενθαρρυντικές. Για όσους θυμούνται, το άμεσο πολιτικό αποτέλεσμα της Μεγάλης Κρίσης του 1929-1933 ήταν μια δραματική απομάκρυνση από τα εργατικά κινήματα και την Αριστερά σχεδόν παντού στην Ευρώπη. Οι σοσιαλιστές, οι αριστεροί και οι άλλοι παραδοσιακοί ειδήμονες του εργατικού κινήματος, όπως και κάθε άλλος, δεν γνωρίζουν πλέον, πως θα επιτευχθεί η υπέρβαση της σημερινής κρίσης.

Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1930, δεν έχουν πλέον να υποδείξουν ένα κάποιο παράδειγμα κομμουνιστικού ή σοσιαλδημοκρατικού καθεστώτος που έμεινε αλώβητο από την κρίση. Ούτε έχουν ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής. Στις παλιές καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, η αποβιομηχάνιση είχε ήδη συρρικνώσει και θα εξακολουθεί να συρρικνώνει την κύρια βάση της, τόσο τη βιομηχανική όσο και την εκλογική: τη βιομηχανική εργατική τάξη.

Σε νέες αναδυόμενες χώρες, όπου δεν συμβαίνει αυτό, τα εργατικά κινήματα θα μπορούσαν κάλλιστα να εξαπλωθούν, αλλά δεν υπάρχει πραγματική βάση για τη συμμαχία τους με τις παραδοσιακές ιδεολογίες της κοινωνικής απελευθέρωσης, είτε διότι συνδεόταν με τα ενεργά με πρώην κομμουνιστικά καθεστώτα, είτε διότι τα κινήματα που συνδέονται με τους «κόκκινους» παλαιότερων εποχών είχαν στο μεταξύ ατροφήσει. (Ας αφήσουμε κατά μέρος την ασυνήθιστη περίπτωση της Λατινικής Αμερικής).

Πολύπλοκες διεργασίες



Είναι αλήθεια ότι κάποια ριζοσπαστική αριστερή σκέψη προέκυψε κατά την διάρκεια του κατακερματισμού των παλαιών ιδεολογιών της Αριστεράς, αλλά βασίζεται πιο πολύ στη μεσαία τάξη. Οι ανησυχίες της –π.χ. για το περιβάλλον, ή η παθιασμένη εχθρότητα προς τους πολέμους αυτής της περιόδου- δεν έχουν άμεση σχέση με τις δραστηριότητες του εργατικού κινήματος. Θα μπορούσαν ακόμα να εναντιώνονται σ’ αυτό.

Όταν τα εργατικά κινήματα οραματίζονταν τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αντιπροσώπευαν την διαμαρτυρία και όχι τις βλέψεις τους. Ήταν εύκολο να αντιληφθεί κανείς με τι ήταν αντίθετα -ήταν «αντικαπιταλιστικά», έστω και αν δεν είχαν σαφή εικόνα για τον καπιταλισμό,- αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να προσδιορίσει κανείς με τι πρότειναν να τον αντικαταστήσουν.

Δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό το κενό που άφησε η εξασθένιση των παλαιών ιδεολογιών της σοσιαλιστικής Αριστεράς μπορεί να το καλύψουν οι φανταστικές κοινότητες διαφόρων ταυτοτήτων: εθνικής, θρησκευτικής, φύλου, τρόπου ζωής ή οποιαδήποτε άλλης συλλογικότητας. Ο πολιτικά εθνοτικός εθνικισμός έχει περισσότερες, αφού απευθύνεται στα ξενοφοβικά και προστατευτικά πολιτικά αιτήματα της λαϊκής εργατικής τάξης, που απηχούν περισσότερο από κάθε άλλη μια εποχή, η οποία συνδυάζει την παγκοσμιοποίηση με την μαζική ανεργία. Η βιομηχανία «μας» για το έθνος, όχι για τους ξένους. Προτίμηση ντόπιων στις εθνικές θέσεις εργασίας. Κάτω η εκμετάλλευση από πλούσιους ξένους και φτωχούς ξένους μετανάστες.

Θεωρητικά, οικουμενικές θρησκείες, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και το Ισλάμ, επιβάλλουν τα δικά τους όρια στη ξενοφοβία. Ωστόσο, γίνεται επίκληση τόσο στην εθνικότητα όσο και στη θρησκεία ως πιθανά εμπόδια στην επικίνδυνη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία καταστρέφει τον παλιό τρόπο ζωής και τις ανθρώπινες σχέσεις, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.

Ο κίνδυνος για μια απότομη στροφή της πολιτικής σε εθνικιστική ή θρησκευτική, δημαγωγική, ριζοσπαστική Δεξιά είναι πιθανώς μεγαλύτερος στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ευρώπης, στη Νότια και Δυτική Ασία και στη Λατινική Αμερική. Στις ΗΠΑ, η οικονομική κρίση μπορεί να προκαλέσει μια σχετική στροφή, όπως στην εποχή του Ρούσβελτ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Κρίσης, ή στην προσπάθεια της να προστατεύσει την παγκόσμια ηγεμονία της στην περιχαράκωση και τον απομονωτισμό.

Κάτι άλλαξε…



Και όμως, κάτι έχει αλλάξει προς το καλύτερο. Ανακαλύψαμε εκ νέου ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η απάντηση, αλλά το ερώτημα. Επί μισό αιώνα η επιτυχία του θεωρήθηκε τόσο δεδομένη, που το όνομα του αντικατέστησε με θετικούς συνειρμούς τους από παράδοση αρνητικούς συνειρμούς που δημιουργούσε. Οι επιχειρηματίες και οι πολιτικοί μπορούν τώρα να καυχιόνται όχι μόνο για την ελευθερία της «ελεύθερης επιχείρησης», αλλά επειδή είναι πέρα για πέρα καπιταλιστική. Από τη στιγμή που το σύστημα της δεκαετίας του 1970, ξέχασε τόσο τους φόβους που το οδήγησαν να μεταρρυθμιστεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και τα οφέλη εκείνης της μεταρρύθμισης, που οδήγησε στην «χρυσή εποχή» των δυτικών οικονομιών. Από την στιγμή λοιπόν που επανήλθε στα άκρα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό συνιστά μια παθολογική η εκδοχή της πολιτικής του Laissez-faire («η κυβέρνηση δεν είναι η λύση αλλά το πρόβλημα»), που τελικά κατέρρευσε το 2007-2008.

Επί είκοσι χρόνια μετά το τέλος του σοβιετικού συστήματος, οι ιδεολόγοι του καπιταλισμού πίστευαν πως είχαν πετύχει «το τέλος της ιστορίας», «μια απτόητη νίκη του οικονομικού φιλελευθερισμού» (Φουκογιάμα), την επέκταση σε μια οριστική και μόνιμη, αυτό-σταθεροποιητική κοινωνική και πολιτική παγκόσμια τάξη του καπιταλισμού, αδιαμφισβήτητη και αδιαφιλονίκητη, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.

Τίποτα από αυτά δεν ευσταθεί πλέον. Οι απόπειρες του 20ου αιώνα να χειριστεί την ιστορία του κόσμου ως οικονομικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, μεταξύ αμιγούς ατομικισμού και αμιγούς κολεκτιβισμού, δεν διασώθηκαν από την πρωτοφανή πτώχευση της σοβιετικής οικονομίας, και της οικονομίας του «φονταμενταλισμού της αγοράς» μεταξύ του 1980 και του 2008. Ούτε η επιστροφή στο ένα είναι πιθανή από την επιστροφή του άλλου.

Τοπίο στην ομίχλη


Από τη δεκαετία του 1980 έγινε φανερό πως οι σοσιαλιστές, είτε οι μαρξιστές, είτε οι άλλοι, έμειναν χωρίς την παραδοσιακή εναλλακτική λύση απέναντι στον καπιταλισμό, εκτός αν σκεφτούν τι εννοούσαν με τον «σοσιαλισμό», ή μέχρι να το ξανασκεφθούν ότι εγκατέλειψαν την υπόθεση, ότι η (χειρονακτική) εργατική τάξη θα είναι απαραίτητα ο κύριος παράγοντας του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Όμως και οι πιστοί της ελεύθερης αγοράς της περιόδου 1973-2008 έμειναν αβοήθητοι. Έτσι ένα συστηματικό εναλλακτικό σύστημα μπορεί να μην υπάρχει στον ορίζοντα, αλλά το ενδεχόμενο της διάλυσης, ακόμα και της κατάρρευσης του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει να αποκλείεται. Στην περίπτωση αυτή καμιά πλευρά δεν γνωρίζει τις θα συνέβαινε ή τι θα μπορούσε στην περίπτωση αυτή να συμβεί.

Επιστροφή στον Καρλ Μαρξ



Παραδόξως, και οι δυο πλευρές ενδιαφέρονται να επιστρέψουν σε ένα σημαντικό στοχαστή, του οποίου η ουσία είναι η κριτική τόσο του καπιταλισμού όσο και των οικονομολόγων που απέτυχαν να αναγνωρίσουν που θα οδηγούσε η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, την οποία ο ίδιος προέβλεψε το 1848.

Για άλλη μια φορά είναι προφανές ότι οι λειτουργίας του οικονομικού συστήματος θα πρέπει να αναλυθούν τόσο ιστορικά, ως μια φάση της ιστορίας, όχι του τέλους της.

Όσο και ρεαλιστικά. Δηλαδή, όχι με τους όρους μιας ιδανικής ισορροπίας της αγοράς, αλλά ως ενσωματωμένος μηχανισμός που παράγει δυνητικά περιοδικές κρίσεις που αλλάζουν το σύστημα.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως η παρούσα κρίση είναι μια από τις μεγάλες.

Για άλλη μια φορά είναι προφανές, ότι ακόμα και μεταξύ των μεγάλων κρίσεων η «αγορά» δεν έχει καμιά απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο 21ος αιώνας: ότι η απεριόριστη και ολοένα και πιο υψηλής τεχνολογίας οικονομική ανάπτυξη, κατά την επιδίωξη ενός μη βιώσιμου κέρδους, παράγει παγκόσμιο πλούτο, αλλά με κόστος έναν ολοένα, και πιο περιττό συντελεστή της παραγωγής, την ανθρώπινη εργασία, και θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει, των φυσικών πόρων του πλανήτη.

Ο οικονομικός και πολιτικός φιλελευθερισμός, μεμονωμένα ή συνδυασμένα, δεν μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα του 21ου αιώνα.

Για άλλη μια φορά, έχει έρθει η ώρα να πάρουμε τον Καρλ Μαρξ πολύ σοβαρά.



Νίκος Βαρσάμης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...