Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Πολιτικοποιημένες θρησκείες

Του Νίκου Βαρσάμη


Για το μεγαλύτερο μέρος της καταγεγραμμένης ιστορίας, η θρησκεία έχει προσφέρει συχνά τη μοναδική γλώσσα, για συγκροτημένο λόγο γύρω από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και με τον ευρύτερο κόσμο, καθώς και για τις δοσοληψίες μας με τις πέρα από την καθημερινή ζωή ανεξέλεγκτες δυνάμεις.

Παρά τις όποιες αλλαγές έχουν συντελεστεί, η θρησκεία εξακολουθεί να προσφέρει το μόνο γενικά αποδεχτό πρότυπο για τον εορτασμό των μεγάλων τελετών της ανθρώπινης ζωής, από τη γέννηση στο γάμο και στο θάνατο, καθώς και τις τελετές των αιώνιων κύκλων της χρονιάς -Πρωτοχρονιά αρχή του έτους, Άνοιξη (Πάσχα), Χειμώνας (Χριστούγεννα)-. Οι τελετές αυτές σπάνια έχουν υποκατασταθεί αποτελεσματικά σε κοσμικά ισοδύναμα από τα κοσμικά κράτη. Οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν τόσο στον κόσμο των Χριστιανών, όσο άλλων θρησκειών κυρίως της Ασίας και βεβαίως του Ισλάμ.

Η παραπάνω εισαγωγή δεν έχει ως στόχο το ρόλο της θρησκειών στον σύγχρονο κόσμο, απλά η προσοχή για όσα θα αναφερθούν παρακάτω οφείλεται σε κάποια σημάδια ανησυχίας για τον ρόλο τους στον σύγχρονο κόσμο. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι:

Οι λόγοι ανησυχίας για την άνοδο μιας πολιτικοποιημένης θρησκείας, δεν είναι η ανάδυση ενός μαζικού θρησκευτικού εκλογικού σώματος σ’ ένας κόσμο που ισχύει η καθολική ψηφοφορία. Είναι η άνοδος ριζοσπαστικών κατά κύριο λόγο δεξιών ιδεολογιών εντός της θρησκείας: ιδιαίτερα στον προτεσταντικό χριστιανισμό και στο παραδοσιακό Ισλάμ.

Πρόκειται για δύο ιεραποστολικά και ριζοσπαστικά, εν δυνάμει επαναστατικά ρεύματα, με τον παραδοσιακό «φονταμενταλιστικό» τρόπο των «θρησκειών του ιερού βιβλίου». Δηλαδή, μέσα από την επιστροφή στο απλό κείμενο των γραφών τους, εκκαθαρίζοντας την πίστη από τις συσσωρευμένες προθήκες και αλλοιώσεις. Το μέλλον τους εμφανίζεται σαν ένα ανακατασκευασμένο παρελθόν. Αν στην Ευρώπη είχαμε εντός της Χριστιανοσύνης το προηγούμενο με την Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα. Στο Ισλάμ έχουμε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο για τον οποίο ο Ιμπν Χαλντούν διατύπωσε μια θεωρία της ιστορικής εξέλιξης: βεδουίνοι πολεμιστές με τον ασκητικό μονοθεϊσμό της ερήμου κατακτάνε περιοδικά τις πλούσιες, καλλιεργημένες και παρηκμασμένες πόλεις, πριν διαφθαρούν και αυτοί με τη σειρά τους από εκείνες.

Μια άλλη τεχνική του δημόσιου θρησκευτικού ριζοσπαστισμού, είναι η απόσχιση από το κύριο σώμα της πίστης, που κορυφώνεται με την ίδρυση θεοσεβούμενων κοινοτήτων, η ίδρυση αυτή παρατηρείται στις τρέχουσες χριστιανικές εκδοχές της θρησκευτικής ριζοσπαστικοποίησης, φαίνεται όμως πως έχει ελάχιστη σπουδαιότητα στις ισλαμικές.

Η περίπτωση του Ισλάμ



Η ισλαμική ριζοσπαστική αναβίωση περιπλέκεται από διάφορους πολιτικούς παράγοντες, ιδίως από την παρουσία της Μέκκας και των προσκυνημάτων της στο έδαφος της σαουδαραβικής μοναρχίας, που την έχει καταστήσει εστία του παγκόσμιου Ισλάμ, ένα είδος μουσουλμανικής Ρώμης.

Ιστορικά, η μοναρχία αυτή έχει ταυτιστεί από καιρό με τον βεδουίνικο πουριτανισμό της ουαχαμπίτικης εκδοχής του Ισλάμ, που σήμερα προσφέρει σε ένα καθεστώς το οποίο απέχει πολύ από τη λιτότητα της ερήμου τη θρησκευτική εγγύηση που συντηρεί την πολιτική του σταθερότητα. Ο τεράστιος πετρελαϊκός πλούτους χρησιμοποιήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η μεγάλη επέκταση των προσκυνημάτων στη Μέκκα, όπως και τζαμιά, θρησκευτικά σχολεία και κολέγια σε όλο τον κόσμο, προς όφελος, του αδιάλλακτου ουαχαμπίτικου (σαλαφίτικου) φονταμενταλισμού, που ανατρέχει στις ιδρυτικές γενιές του Ισλάμ.

Η ψυχροπολεμική υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους μουσουλμάνους αντικομουνιστές μαχητές στον Αφγανικό πόλεμο της ΕΣΣΔ βοήθησε επίσης, σε άγνωστη έκταση, να εδραιωθεί η πιο αποτελεσματική από τις νέες πλανητικές οργανώσεις του τζιχάντ, η Αλ Κάιντα του Οσάμα Μπιν Λάντεν και στη συνέχεια το γνωστό ISIS.

Η λαϊκή βάση αυτής της εξέλιξης είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, όμως είναι χρήσιμο και ορατό σημάδι η άνοδος του φονταμενταλιστικού Ισλάμ-που δεν φαίνεται να ανακόπτεται η ορμή του, ενώ αίσθηση προκαλεί η συχνότερη τάση των γυναικών να καλύπτονται με τη μαύρη περιβολή αυτής της ορθοδοξίας. Και είναι αισθητή γιατί δεν γίνεται πάντα με οικογενειακή προώθηση. Είναι δε πολύ αισθητή στις φοιτήτριες του μεγάλου ειδικού μουσουλμανικού πανεπιστημίου καθώς και στους δρόμους των βρετανικών και ως την πρόσφατη επίσημη απαγόρευση, των γαλλικών πόλεων με μεγάλους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Όπως και να έχει, με την ή χωρίς ανεξάρτητη λαϊκή βάση, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός μπορεί να θεωρηθεί εκσυγχρονιστικό κίνημα μεταρρύθμισης απέναντι στις κοινοτικά ή φυλετικά βασισμένες θρησκευτικές πρακτικές του παραδοσιακού θεμελιακού Ισλάμ με τις φολκλορικές τυπικές λατρείες του, τους αγίους του, τους ιερούς ηγέτες του και τα σουφικά μυστήριά του.

Όμως, αντίθετα με τις προτεσταντικές Μεταρρυθμίσεις του 16ου αιώνα, του λείπει το ισχυρό πλαίσιο των μεταφράσεων του ιερού βιβλίου σε τοπικές γλώσσες. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός παραμένει προσκολλημένος στην αραβική γλώσσα του Κορανίου (αυτό δημιουργεί προβλήματα στους βερβερικούς πληθυσμούς του Μάγρεμπ), καθώς και στον οικουμενισμό της πλανητικής ισλαμικής ούμα. Σε όρους σύγχρονου πολιτικού λόγου, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι ξεκάθαρα αντιδραστικός.

Χριστιανικός μετασχηματισμός



Τελείως διαφορετική είναι η έκρηξη του φονταμενταλιστικού ευαγγελισμού, ή μάλλον του χαρισματικού και πεντηκοστιανού προτεσταντισμού, που αποτελεί την πιο δραστική μορφή θρησκευτικού μετασχηματισμού σήμερα. Όπως το Ισλάμ, το κίνημα αυτό διεύρυνε, ή μάλλον δημιούργησε, ένα πολιτισμικό χάσμα σε χώρες της παλαιότερης βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη (και όχι στις λιγότερες κοσμικές ΗΠΑ), καθώς και σε χώρες τις νοτιοανατολικής και ανατολικής, κεντρικής και δυτικής Ασίας, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.

Μια πιο θεαματική του αύξηση έχει πραγματοποιηθεί σε πολλά μέρη της Λατινικής Αμερικής καθώς και σε ένα μεγάλο κομμάτι της Αφρικής, όπου οι προτεστάντες χαρισματικοί είναι τώρα πολλοί περισσότεροι και πιο δυναμικοί από τους Καθολικούς. Από την άλλη, ο αντίχτυπος του στον ισλαμικό κόσμο είναι αμελητέος ενώ στην υπόλοιπη Ασία με εξαίρεση την Νότια Κορέα-Φιλιππίνες ασήμαντος. Το ρεύμα αυτό, δεν ευνοήθηκε από σημαντική πολιτική προστασία, με πιθανή εξαίρεση κάποιες περιστασιακές και παρακινδυνευμένες προσπάθειες τύπου CIA για να επιστρατεύσει εναντίον του κομμουνισμού στην Κεντρική Αμερική. Ωστόσο, οι βορειοαμερικάνοι ιεραπόστολοι που πρωτοστατούν στην διάδοση του κουβαλούν μαζί τους πολλές οικονομικές και πολιτικές παραδοχές των ΗΠΑ. Παρά την ηχηρή και μαχητική αφοσίωσή τους στην πεποίθηση ότι ο λόγος του Θεού και οι αξίες των φονταμενταλιστικών βιβλικών κειμένων πρέπει να γίνουν κτήμα όλου του κόσμου, οι χαρισματικοί, ιδιαίτερα οι στον Πεντηκοστιανισμό, πρέπει ουσιαστικά να θεωρηθούν αποσχιστικό και σεχταριστικό μάλλον παρά οικουμενικό φαινόμενο.

Οι Ευαγγελισμός είναι, ένα σύνολο από αυτόνομα εκκλησιάσματα. Ενώ αρχικά ξεκίνησαν σαν ένα κίνημα βάσης των φτωχών, των καταπιεσμένων, των περιθωριακών ή των κοινωνικά αποπροσανατολισμένων. Το σημαντικό στοιχείο τους είναι οι γυναίκες, που κατέχουν ηγετικές θέσεις, όπως συμβαίνει μερικές φορές σε ριζοσπαστικές χριστιανικές σέχτες. Η βαθιά του εχθρότητα απέναντι στην φιλελευθεροποίηση των σεξουαλικών σχέσεων (διαζύγιο, έκτρωση, ομοφυλοφιλία) μπορεί να ξαφνιάζει τις σύγχρονες φεμινίστριες, πρέπει όμως να θεωρηθεί υπεράσπιση της παραδοσιακής σταθερότητας απέναντι στην ανεξέλεγκτη και αποσταθεροποιητική αλλαγή. Με όρους σύγχρονου δημόσιου λόγου, ο Ευαγγελισμός δίνει στο χαρισματικό κίνημα μια συντηρητική χροιά. Όπως και η διάδοση των αξιών του προσωπικού επιχειρηματικού πνεύματος και της οικονομικής προαγωγής, που ενισχύεται από την πεποίθηση ότι οι αναγεννημένοι Χριστιανοί είναι προορισμένοι να πετύχουν στη ζωή τους.

Το άκρως περίεργο είναι πως εντυπωσίασε βαθιά τις κινεζικές αρχές, που έκριναν τους Πεντηκοστιανούς οικονομικά αποδεχτούς. Αναφέρεται μάλιστα ότι κάποιος ανώνυμος κινέζος υπουργό δήλωσε πως η οικονομία θα ήταν πιο δυναμική εάν όλοι οι Κινέζοι γινόταν ευαγγελικοί («se non e vero, e ben trovato»).

Η βασική έγνοια τέτοιων κινημάτων δεν είναι η πολιτική των κοινωνιών τους, αλλά η δημιουργία ή η αναδημιουργία κοινοτήτων στη βάση της συλλογικής αναγνώρισης της «αναγέννησης» μέσα από έντονες, ατομικές πνευματικές εμπειρίες και συγκινησιακά ικανοποιητικές, συχνά εκστατικές τελετές. Η θεραπεία και η προστασία απέναντι στο κακό έχουν μεγάλη σημασία για αυτά. Τέτοιες κοινότητες προσπαθούν να αποκλειστούν, παρά να αλλάξουν, μια ριζικά μη αποδεχτή κοινωνία, μολονότι, καθώς αποτελούν ένα μεγάλο και θεαματικό επεκτεινόμενα σώμα πολιτών, γίνονται σημαντικό στοιχείο στην πολιτική των χωρών τους. Αντίθετα με τον 19ο αιώνα, όταν οι Μορμόνοι έδειξαν ότι μια πραγματική έξοδος ήταν εφικτή, τουλάχιστον στους απέραντους ελεύθερους χώρους της Αμερικής, σήμερα ο χαρισματικός Προτεσταντισμός προσπαθεί σήμερα να προσηλυτίσει τις χώρες όπου δρα. Ενώ η επιθυμία να εγκαταλείψει την ευρύτερη κοινωνία και να ιδρύσει αυτάρκεις κοινότητες αποτελεί εξαίρεση.

Η εγγενής τάση του ευαγγελισμού προς τον πολιτικό συντηρητισμό είναι μικρότερος απ’ ότι υποδηλώνει η τρέχουσα πολιτική στη «Ζώνη της Βίβλου» των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, ο πολιτισμικός του συντηρητισμός μπορεί να συνδυαστεί με μια πλατειά γκάμα στάσεων απέναντι στην πολιτική. Στις ΗΠΑ η Ζώνη της Βίβλου των απομονωμένων λευκών-για να μη μιλήσουμε για τους αφροαμερικανούς και λατινογενείς- ευθυγραμμίζονταν κάποτε με την κοινωνικό ριζοσπαστισμό, μάλιστα στην Οκλαχόμα πριν από το 1914 με το σοσιαλισμό. Ο ΓουϊλιαμΤζένιγκς Μπράιαν, που η ρητορική του είχε κινητοποιήσει το λαό των λιβαδιών και των βουνών στο μεγαλύτερο αγροτικό κίνημα του ύστερου 19ουαιώνα ενάντια σε εκείνους που ήθελαν «να σταυρώσουν το ανθρώπινο γένος πάνω σ’ έναν σταυρό από χρυσάφι». Υπεράσπισε την κυριολεκτική αλήθεια της «Γενέσεως» ενάντια στη θεωρία της εξέλιξης στην περίφημη «δίκη των Πιθήκων» το 1925.

Αλλού, η πολιτική του χαρισματικού πεντηκοστιανού Προτεσταντισμού κυμαίνεται από μια κραυγαλέα παθητικότητα στη Νότια Αφρική του απαρχάιντ έως τον ένθερμο κομμουνισμό στις κοινότητες των ανθρακωρύχων της Λότα, στην πριν τον Πινοσέτ Χιλή εποχή, κι από τη σφαγή ανταρτών από πεντηκοστιανούς Στρατηγούς στη Γουατεμάλα ως τις αριστερές συμπάθειες των βραζιλιάνων «Ευαγγελικών, που μπορεί σήμερα να αποτελούν το 20% του πληθυσμού τους, με ή χωρίς την πρόσμιξη πολλών άλλων λατρειών για εξευμενισμό του άλλου κόσμου. Στην Αφρική βρίσκουμε τον Τσιλούμπα, εκλεγμένο πρόεδρο στη Ζάμπια στη δεκαετία του 90, να αφιερώνει τη χώρα του στην κυριότητα του Ιησού Χριστού, διαδικασία που ξεκίνησε με μια ομάδα πεντηκοστιανών λειτουργών να καθαρίζουν το προεδρικό μέγαρο από τα κακά πνεύματα. Η πολιτική των αφρικανικών συνδυασμών του Πεντηκοστιανισμού με παλαιές δοξασίες είναι υπερβολικά περίπλοκη για να ενταχθεί στις δυτικές κατηγορίες.

Ο όρος «χαρισματικός» Προτεσταντισμός» κατασκευάστηκε το 1962 από ένα κληρικό στις ΗΠΑ. Διόλου συμπτωματικό. Ακριβώς στη δεκαετία του 1960 κινήματα αυτού του είδους, κυρίως οι Πεντηκοστιανοί ξεκίνησαν την μεγάλη επέκταση τους. Υπήρχαν από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα, παρότι στην Ιταλία το μικρό τους ποίμνιο κέρδισε μεγάλο σεβασμό στην ύπαιθρο αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ίδιο συνέβη κατά τη μεγάλη αναταραχή, πιθανά λόγω της ανώτερης μόρφωσής του, αλλά κυρίως γιατί ήταν εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας. Το ότι μερικές αγροτικές οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότειναν Αντιβεντιστές της Έβδομης Ημέρας ή Πεντηκοστιανούς για τη θέση γραμματέα τους προκάλεσε αμηχανία στην κομματική ηγεσία, που έκανε ότι μπορούσε για να αποθαρρύνει αυτή την τάση.

Από το 1965 και στο εξής, ήταν η χρονιά όπου η πτώση στις χειροτονίες καθολικών ιερέων έγινε φανερή, ενώ η προσέλευση στη λειτουργία έπεσε από το80% στο 20%, σε ένα παραδοσιακό οχυρό του Καθολικισμού, όπως ήταν το Κεμπέκ του γαλλικού Καναδά. Πράγματι το 1966 ήταν η χρονιά που η γαλλική βιομηχανία μόδας παρήγαγε για πρώτη φορά περισσότερα παντελόνια παρά φούστες. Ήταν επίσης η μαζική αποαποικοποίησης, ιδιαίτερα στην Αφρική. Κοντολογίς ήταν η στιγμή που μια ορατή παρακμή στις παλιές βεβαιότητες προκάλεσε μια έντονη τάση προς αναζήτηση νέων. Ο χαρισματικός ευαγγελισμός ισχυρίζονταν πως τις είχε βρει.

Βαθύτερες αιτίες



Σ’ αυτό που ονομάζουμε «Τρίτο Κόσμο», μια δίχως προηγούμενο κοινωνική αλλαγή, η μαζική μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, πρόσφερε τια κατάλληλες συνθήκες για τέτοιες μετατροφές. Οι περισσότεροι από του Λατίνο Πεντηκοστιανούς των ΗΠΑ φαίνεται να προσηλυτίστηκαν μόνο μετά τον ερχομό τους στη χώρα. Σε μερικές χώρες ο πόλεμος η διαβρωτική βία στο νέο περιβάλλον των μεταναστών συχνά σε παραγκουπόλεις (όπως οι φαβέλες των βραζιλιάνικων πόλεων), τους έδωσε μεγάλη ορμή. Κάτι παρόμοιο συνέβη στη Νιγηρία όπου ο Πεντηκοστιανισμός κέρδισε έδαφος στην εμφύλιο πόλεμο στη Μπιάφρα (1967-1970), ενώ στο Περού η εξέγερση των Μαοϊκών του Φωτεινού Μονοπατιού και η αιματηρή καταστολή τους οδήγησε σε ένα κύμα μεταστροφών ανάμεσα στους Ινδιάνους Κετσούα των περιοχών που δοκιμάστηκαν σκληρά.

Με λίγα λόγια, καθώς τα παλιά ήθη σαρώθηκαν από τους τυφώνες που έφεραν δραματική οικονομική αλλαγή και κρίση στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα, η ανάγκη να ανακτηθούν οι χαμένες βεβαιότητες έγινε πιο επείγουσα. Η παγκοσμιοποίηση κατεδάφισε όλα τα τοπικά σύνορα και η κοσμική θεολογία δημιούργησε ένα κενό, ένα άθροισμα σε παγκόσμια κλίματα, καθαρά ατομικών υποκειμένων που μεγιστοποιούν τα οφέλη τους σε μια ελεύθερη αγορά, (που σύμφωνα με την Μ. Θάτσερ, «δεν υπάρχει κοινωνία παρά άτομα»). Ποιά ήταν ή θέση μας σ’ αυτό το κοινωνικό σκοτάδι, σε ένα υπερβολικά αχανές για έννοιες και έγνοιες των κοινωνιολόγων του 19ου αιώνα όπως «κοινότητα» ή «κοινωνία», κι ακόμα περισσότερο για θεσμούς που αποτελούνταν από ανθρώπους, σε αντιπαράθεση με τις στατιστικές ομάδες; Που ανήκαμε σε ανθρώπινη κλίμακα και σε πραγματικό χρόνο και πραγματικό χώρο; Σε ποιόν ή σε τι ανήκαμε; Ποιοί είμαστε;

Κρίση ταυτότητας


Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1960, η έκφραση «κρίση ταυτότητας», που είχε δημιουργηθεί αρχικά από κάποιον ψυχολόγο για να συνοψίσει τις αβεβαιότητας της εφηβικής ηλικίας στη Βόρειο Αμερική, διευρύνθηκε ως τη γενική επιβεβαίωση, ή ακόμα την επινόηση, μιας ομαδικής ταυτότητας σ’ ένα σύμπαν ρευστών ανθρωπίνων σχέσεων. Για την ακρίβεια, πρόβαλε η απαίτηση για μια πρωταρχική ταυτότητα ανάμεσα στην πληθώρα των τρόπων με τους οποίους μπορούμε όλοι να προσδιορίσουμε τον εαυτό μας, μια ταυτότητα που να περιλαμβάνει και να υποτάσσει όλες κάτω από ένα μοναδικό τίτλο. Η προσωπική θρησκευτική αναγέννηση ήταν ένας τρόπος να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα.

Πρέπει να γίνει σαφές πια ότι η άνοδος μιας πολιτικής στηριγμένη στο θρησκευτικό ριζοσπαστισμό και η αναβίωση της προσωπικής θρησκείας είναι δυο φαινόμενα του ύστερου 20ου και του πρώιμου 21ου αιώνα. Ελάχιστοι θα τους έδιναν προσοχή πριν το 1960, αλλά και ελάχιστοι θα μπορούσαν να παραβλέψουν τη δεκαετία του 1970. Είναι τέκνα του θεαματικού μετασχηματισμού της παγκόσμιας οικονομίας μέσα σε εκείνη τη δεκαετία, μετασχηματισμού που συνεχίζει να επιταχύνεται στις μέρες μας.* Εισχώρησαν βαθιά στην πολιτική μεγάλων τμημάτων του πλανήτη, κυρίως στον ισλαμικό κόσμο, την Αφρική, τη Νότια και τη νοτιοανατολική Ασία και τις ΗΠΑ. Στις περιοχές αυτές ενδεχομένως και αλλού, η επιθετική επιβεβαίωση των αξιών που παρουσιάζονται ως παραδοσιακή ηθική, παραδοσιακή οικογένεια και παραδοσιακές έμφυλες σχέσεις, απέναντι σε αυτό που ονομάζουμε «φιλελευθερισμό», ή «δυτική διαφθορά» παίζει τώρα σημαντικό ρόλο στο δημόσιο λόγο. Όπως συνήθως, μερικές από τις παραδόσεις τους είναι επινοημένες (π.χ. η ομοφοβία των φονταμενταλιστών του Ισλάμ, σε μια περιοχή που το σεξ μεταξύ των αντρών ήταν παραδοσιακά διαδομένο και σιωπηρά ανεχτό, ο περιορισμός των γεννήσεων σε μερικές χριστιανικές αγροτικές κοινωνίες. Τα κινήματα αυτά στάθηκαν εχθρικά, ή τουλάχιστον δύσπιστα, απέναντι στη μάθηση που είναι η κριτική προς τα ιερά κείμενα και απέναντι στην επιστημονική έρευνα που τα υπονομεύει. Όμως, σε τελική ανάλυση, είχαν μικρή επιτυχία στα εγχειρήματά τους, με εξαίρεση την επιβράδυνση της γυναικείας χειραφέτησης με τη βοήθεια της θεοκρατικής κρατικής εξουσίας ή παράδοσης.

Γιατί, διότι, το παράδοξο της αναβίωσης του θρησκευτικού φονταμενταλισμού είναι ότι διαδίδεται σ΄ ένα κόσμο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη στηρίζεται σε τεχνο-επιστημονικά θεμέλια που είναι ασύμβατα μαζί του, όμως παραμένουν απαραίτητα ακόμα και στους ευσεβείς.

Αν οι σύγχρονοι φονταμενταλιστές ακολουθούσαν τη λογική των Αναβαπτιστών προδρόμων τους θα απαρνιόντουσαν κάθε τεχνολογική καινοτομία που γεννήθηκε μετά την ίδρυση τους. Οι σημερινοί προσήλυτοι δεν μένουν μακριά από την Google και το iPhome, απεναντίας στα μέσα αυτά ακμάζουν. Η κυριολεκτική αλήθεια της «Γεννήσεως» προπαγανδίζεται στο διαδίκτυο.

Οι θεοκρατικές αρχές στο Ιράν βασίζουν το μέλλον της χώρας τους στην πυρηνική ενέργεια;, ενώ οι πυρηνικοί τους επιστήμονες δολοφονούνται με την πιο προηγμένη τεχνολογία, που διευθύνεται από κέντρα επιχειρήσεων στη Νεμπράσκα, που πιθανά να τα χειρίζονται «αναγεννημένοι» χριστιανοί. Ποιος μπορεί να προβλέψει με ποιό τρόπο να συνυπάρχουν η λογική και η αναβίωση της αντιλογικής μέσα στους συνεχιζόμενους σεισμούς και τα τσουνάμια του 21ου αιώνα;

*(Βλέπε αναλυτικά Έρικ Χοσνμπάουμ, «Η εποχή των άκρων» 1914-1991 κεφάλαια 9-11, εκδόσεις «Θεμέλιο»)



Νίκος Βαρσάμης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...