Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Εθνικισμός: απειλή για τα ευρωπαϊκή κράτη!

Του Νίκου Βαρσάμη


Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ισπανία εντάσσονται σε μια μακρά αλυσίδα ζοφερών γεγονότων από απασχολούν τα τελευταία χρόνια την Ευρώπη και συνδέονται με την ενδυνάμωση εθνικιστικών αντανακλαστικών των ευρωπαίων πολιτών σε όλο σχεδόν το εύρος του πολιτικού φάσματος.

Ας δούμε πιο διεξοδικά το όλο ζήτημα.


Ο πρόεδρος Κάρλες Πουιτζντεμόντ, πρώην δημοσιογράφος, πρώην δήμαρχος της μικρής πόλης Ζερόνα και ηγέτης του κεντροδεξιού κόμματος «Δημοκρατική Σύγκλιση της Καταλονίας», μισοανακήρυξε την ανεξαρτησία της Καταλονίας. Η καλύτερα: δήλωσε ότι εν καιρώ θα ανακηρύξει την ανεξαρτησία της. Και πρόσθεσε ότι όλα μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Δεν μπορούσε να ανακηρύξει αμέσως την ανεξαρτησία γιατί το πολιτικό του κεφάλαιο βρίσκεται χαμηλά. Δεν μπορούσε να μην την ανακηρύξει για να μην παραδεχθεί την ήττα του.

Η αντεπίθεση



Πρώτος μίλησε ο βασιλιάς της Ισπανίας, που δήλωσε ότι ούτε η κυβέρνηση ούτε ο θρόνος μπορούν να διαπραγματευθούν με τους αυτονομιστές. Κι ύστερα ήρθε μια συντονισμένη επίθεση του ισπανικού κράτους και των μεγάλων καταλανικών επιχειρήσεων. Την Τετάρτη 4 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση υπέγραψε διάταγμα που διευκόλυνε την αλλαγή έδρας αυτών των επιχειρήσεων. Αμέσως, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες της επαρχίας (Caixa, Sabadell) και οι εταιρείες ύδρευσης και φυσικού αερίου εγκατέλειψαν την περιοχή.

Έτσι λειτουργεί μερικές φορές η δημοκρατία: μερικά εκατομμύρια ψηφίζουν και μερικοί με τα εκατομμύριά τους μετρούν όσο και οι ψήφοι τους

Το παιχνίδι των τραπεζών υπήρξε μια ψυχρολουσία για πολλούς οπαδούς της ανεξαρτησίας, που δήλωναν έτοιμοι να δώσουν τα πάντα για την πατρίδα εκτός από τις αποταμιεύσεις τους και την ευρωπαϊκή τους ζωή. Όπως ήταν ψυχρολουσία και για τον πρόεδρο Πουιτζντεμόντ και το κόμμα του, που έχουν ιστορικούς δεσμούς με τις τράπεζες αυτές.

Η μεταφορά των ποντικών που εγκαταλείπουν το καράβι όταν βουλιάζει ανάγκασε πολλούς να διερωτηθούν αν πράγματι το καράβι βυθίζεται. Το βάρος της φυγής των τραπεζών ήταν τόσο μεγάλο, ώστε ο σοσιαλιστής πρώην υπουργός Ζοζέπ Μπορέλ ανέμιξε κυνισμό και ανησυχία δηλώνοντας ότι αν οι τράπεζες είχαν πει αυτό που θα έκαναν στην περίπτωση που γινόταν αυτό που έγινε, ίσως αυτό που έγινε να μην είχε γίνει (και οι τράπεζες δεν θα είχε χρειαστεί να κάνουν αυτό που έκαναν).

Η οικονομία πήρε έτσι και πάλι τη θέση της ανάμεσα στον κυματισμό των σημαιών και την επίκληση της πατρίδας. Αν πριν από μερικά χρόνια το κόμμα του καταλανικού κατεστημένου αγκάλιασε την υπόθεση της ανεξαρτησίας για να συγκαλύψει τα αντιδημοφιλή οικονομικά του μέτρα, τα οικονομικά μέτρα του καταλανικού κατεστημένου το έκαναν να αμφιβάλλει για εκείνη την επιλογή. Οι αμφιβολίες ενισχύονται, ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ποτέ δεν συζητήθηκε σοβαρά τι μορφή θα έχει μια ανεξάρτητη Καταλονία, τι οικονομική και κοινωνική οργάνωση θα έχει. Ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε πόση κοινωνική ενέργεια? πόσες θυσίες? θα χρειαστεί για να επιτευχθεί αυτή η ανεξαρτησία.

Μόνο έτσι μπορούσε να διατυπωθεί ο ισχυρισμός ότι μπορεί να οικοδομηθεί μια χώρα με τη στήριξη του 40% των πολιτών της. Η εφεύρεση μιας χώρας είναι μια διαδικασία σύνθετη και ακριβή, χρειάζεται μαζικότερη στήριξη. Οι ανεξαρτησίες -η δυνατότητα να ξεκινήσει μια καινούργια χώρα- επιτυγχάνονται με πολέμους, με την κατάρρευση μιας αποικιακής δύναμης ή με αποφασιστικές και μεγάλες πλειοψηφίες. Οι δύο πρώτοι όροι είναι αδύνατοι. Ο τρίτος δεν εκπληρούται σήμερα στην Καταλονία. Το να ξεκινήσεις μια χώρα με έναν πληθυσμό κομμένο στη μέση αποτελεί την ιδανική συνταγή της καταστροφής.

Το αποκορύφωμα ήταν ότι αυτή την εβδομάδα οι οπαδοί της ανεξαρτησίας έχασαν το μονοπώλιο του λόγου, της αφήγησης, του δρόμου. Η σιωπηρή πλειοψηφία –ξαφνικά- αφυπνίστηκε. Τόσα χρόνια ήταν δυσάρεστο να τα βάζεις με τον πατριωτισμό στα καφενεία και στα σαλόνια. Αλλά η προοπτική της ανεξαρτησίας άλλαξε ξαφνικά τα δεδομένα.

Διαφορετικές φωνές



Εκατομμύρια άνθρωποι ίσως να συνειδητοποίησαν ότι δύο τρελοί ( Ραχόι - Πουιτζντεμόντ) και οι οπαδοί τους οδηγούσαν τα πράγματα σε ένα τρομακτικό σημείο: σε μια σύγκρουση δηλαδή που μπορεί να πνιγεί στο αίμα ή, τουλάχιστον, στον ιδρώτα και τα δάκρυα των πολλών. Ανακάλυψαν ότι η ανεξαρτησία είναι ο καλύτερος τρόπος να καταστραφούν οι ζωές τους για πολλά χρόνια. Και αποφάσισαν ότι δεν θέλουν να παραιτηθούν από το προνόμιο να είναι και Καταλανοί και Ισπανοί. Και διακήρυξαν ότι είναι καλύτερα να αναζητηθούν λύσεις και συμβιβασμοί.

Κανείς δεν ξέρει. Αυτές τις ημέρες όσοι σώπαιναν αναζητούν τρόπους να μιλήσουν: να πουν ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν να σωπαίνουν αν η σιωπή τους νομιμοποιεί τις κραυγές των άλλων. Αλλά δεν βρίσκουν πάντα αυτούς τους τρόπους. Ορισμένες πορείες εναντίον του καταλανικού υπερπατριωτισμού μετατρέπονται σε ισπανικές υπερπατριωτικές κραυγές: είχαν πολύ καιρό να ακουστούν στους δρόμους τόσοι φρανκικοί ύμνοι και να κυκλοφορήσουν τόσα φρανκικά σύμβολα. Είχε καιρό να φανεί τόσο καθαρά η απειλή του φασισμού.

Είναι πάντα πιο εύκολο να φωνάζεις υπέρ μιας σημαίας από το να φωνάζεις κατά της υπερβολής των σημαιών. Είναι πάντα πιο εύκολο να ακολουθείς έναν ηγέτη από το να υπερασπίζεσαι μια ιδέα. Εκείνοι όμως που δεν αφήνονται να παρασυρθούν από το εθνικιστικό ρεύμα είναι συνεχώς και περισσότεροι. Αν καταφέρουν να εκφραστούν, κάτι μπορεί να αλλάξει στην Καταλονία. Και στην υπόλοιπη Ισπανία. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να καταλάβουν ότι η λύση δεν είναι να τραβάει ο καθένας τον δρόμο του ξηλώνοντας τη χώρα, αλλά να ξανακάνουν όλοι μαζί μια χώρα? μια κοινωνία? από την οποία δεν θα θέλει να φύγει κανείς: ούτε οι επαρχίες ούτε οι πολίτες. Δεν είναι εύκολο, είναι απαραίτητο.

Προς το παρόν, ο Πουιτζντεμόντ κήρυξε μια ανεξαρτησία με αναστολή περιμένοντας τον διάλογο και αναμένεται η απάντηση της Μαδρίτης, που μέχρι στιγμής ήταν η χειρότερη δυνατή. Μόλις χθες ο εκπρόσωπος του Λαϊκού Κόμματος Πάμπλο Κασάδο είπε ότι όποιος κηρύξει την ανεξαρτησία ίσως καταλήξει σαν κι εκείνον που την ανακήρυξε πριν από 83 χρόνια. Αναφερόταν στον πρώτο πρόεδρο, τον Λουίς Κομπάνις, που έγινε εθνικός ήρωας της Καταλονίας από τότε που τον εκτέλεσε η δικτατορία του Φράνκο, στις 15 Οκτωβρίου 1940.

Οι ευρύτερες επιπτώσεις


Επί της ουσίας όμως το ζήτημα του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Καταλονίας θέτει νέα δεδομένα στην εσωτερική πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης, διαμορφώνοντας μια καινοφανή στρατηγική απειλή για την ύπαρξη των ευρωπαϊκών εθνών. Αν θέλουμε να συμπυκνώσουμε το καταλονικό ζήτημα με μια φράση, θα λέγαμε ότι για πρώτη φορά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία βλέπουμε την απειλή της διάσπασης ενός ενιαίου έθνους εξαιτίας της ύπαρξης ενός τοπικιστικού εθνικισμού.

Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις όπως αυτή της Βρετανίας, είναι λάθος να μιλάμε για Ισπανούς και Καταλανούς. Δεν ισχύει η αντιστοιχία με τους Ιρλανδούς και τους Άγγλους, γιατί η Καταλονία είναι ένα από τα στοιχεία του Ισπανικού έθνους, μια και η σημερινή Ισπανία διαμορφώθηκε από τη σταδιακή ενοποίηση των χριστιανικών πληθυσμών της Ιβηρικής Χερσονήσου κατά τη διάρκεια των πολέμων που διεξήγαγαν επί αιώνες εναντίον των μουσουλμάνων, έτσι ώστε να ανακαταλάβουν την Ιβηρική Χερσόνησο (η περιβόητη Reconquista).

Ένα κομμάτι αυτών των χριστιανικών πληθυσμών ήταν και αυτό της σημερινής Καταλονίας. Δεν υπήρξε λοιπόν, ένα ξεχωριστό ισπανικό έθνος, το οποίο ενσωμάτωσε και-πολύ περισσότερο-υποδούλωσε τους Καταλανούς, όπως αφελώς προβάλλεται στην Ελλάδα από διάφορους, οι οποίοι έχουν φτάσει στο κωμικοτραγικό σημείο να παρομοιάζουν τους Καταλανούς με τους Έλληνες υπό τον Οθωμανικό ζυγό. Ούτε υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά μεταξύ των Καταλανών με τους υπόλοιπους Ισπανούς, με εξαίρεση τη γλώσσα, η οποία, ωστόσο είναι εξαιρετικά συγγενής με αυτή των Ισπανών.

Η ληξιαρχική πράξη γέννησης της σημερινής Ισπανίας μπορεί να θεωρηθεί ο γάμος του Φερδινάνδου Β’ και της Ισαβέλλας της Καστίλης το 1469, που ένωσε τα δυο βασίλεια τους, την Αραγονία και την Καστίλη. Μια κομητεία της Αραγονίας ήταν και η Καταλονία. Ποτέ δεν υπήρξε ένα καταλανικό βασίλειο που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόγονος του σημερινού καταλανικού κράτους.

Ρατσιστικές ρίζες


Από τα πρώτα στάδια του της διαμόρφωσης του ισπανικού κράτους, η Καταλονία όπως και η χώρα των Βάσκων, είχε σχετική αυτονομία και κάποια ειδικά προνόμια, τα οποία σε βάθος χρόνου οδήγησαν στην οικονομική άνοδο της περιοχής και σε μια αίσθηση διαφορετικότητας από την υπόλοιπη Ισπανία. Επίσης, μια από τις αιτίες της σύγχρονης «καταλανικής ιδιαιτερότητας» υπήρξες η πιο κοσμοπολίτικη, φιλελεύθερη και αστική φύση της Βαρκελώνης ως μεγάλου εμπορικού λιμανιού αλλά και της Καταλονίας γενικότερα ως γειτνιάζουσας με τη Γαλλία.

Μια ακόμα αιτία της διαφοροποίησης των Καταλανών ήταν η αίσθηση της πολιτισμικής, οικονομικής αλλά και φυλετικής ανωτερότητας, σε σχέση με τους υπόλοιπους Ισπανούς, ιδιαίτερα με αυτούς του Νότου.

Η πλούσια, «ευρωπαϊκή» και «λευκή» Καταλονία άρχισε να βλέπει με περιφρόνηση τους Ισπανούς των φτωχότερων περιοχών, που συνέρρεαν σ’ αυτήν να βρουν δουλειά, με αποτέλεσμα να προκύψουν μια σειρά από ρατσιστικά στερεότυπα για τους «τεμπέληδες» και «καθυστερημένους» Νότιους, όπως επίσης και η αντίληψη ότι η υπόλοιπη χώρα «παρασιτεί» σε βάρος της ανεπτυγμένης «οικονόμας» και «παραγωγικής» Καταλονίας.

Οι συγκεκριμένες αντιλήψεις μοιάζουν πολύ με αυτές της ιταλικής Λίγκας του Βορρά και είναι άξιο απορίας πως έχουν σπεύσει εμμέσως και σαφώς να ταυτιστούν με αυτές, στηρίζοντας τον καταλανικό εθνικισμό, άνθρωποι οι οποίοι στην Ελλάδα έχουν ταυτίσει όλους τους εθνικισμούς με τον φασισμό και αυτοπροβάλλονται ως πολέμιοι πάσης φύσης είδους ρατσισμού.

Η μείωση της κυριαρχίας


Ένας τρίτος παράγοντας που οδήγησε σ’ αυτόν τον ενδοϊσπανικό εθνικισμό ήταν η ίδια η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ισπανία, όπως και όλα τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, απώλεσε βασικά στοιχεία της εθνικής της κυριαρχίας και συνεπακόλουθα, την αίσθηση εθνικής ταυτότητας για να ενσωματωθεί στην Ε. Ένωση, με προοπτική -κάποια στιγμή- η τελευταία να εξελιχθεί σε κάποιας μορφής υπερεθνική-μεταεθνική πανευρωπαϊκή συλλογική οντότητα, κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει. Έτσι, το κενό που δημιουργήθηκε οδήγησε στη μεταμόρφωση του καταλανικού τοπικισμού σε έναν «ενδοεθνικισμό», ο οποίος έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εδώ είναι μεγάλη και η ευθύνη του ισπανικού πολιτικού συστήματος των τελευταίων δεκαετιών, το οποίο μαστίζεται από διαφθορά, νεποτισμό και αναποτελεσματικότητα, δημιουργώντας μια αίσθηση αποξένωσης των Ισπανών από το ισπανικό κράτος.

Παρεμπιπτόντως, δεν αποκλείεται αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που ώθησαν ένα σοβαρό κομμάτι του βαθέως βρετανικού κατεστημένου να στηρίξει το Brexit, θεωρώντας ότι σε βάθος χρόνου η λειτουργία της Μεγάλης Βρετανίας μέσα στην Ε. Ένωση θα επέτεινε τις αποσχιστικές τάσεις, από την πλευρά της Σκωτίας, πιθανώς και της Ουαλίας αλλά και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Επικίνδυνο προηγούμενο



Έτσι λοιπόν, φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση, η οποία δεν απειλεί μόνο την ενότητα της Ισπανίας, αλλά και όλων των ευρωπαϊκών χωρών, γιατί δημιούργησε ένα προηγούμενο που ουσιαστικά θέτει εν αμφιβόλω την ύπαρξη πολλών ευρωπαϊκών χωρών.

Ξεκινάμε από το ότι η Ισπανία δεν είναι ομοσπονδιακή χώρα έτσι ώστε να υπάρχει η στοιχειώδης πολιτική και νομική βάση για την απόσχιση κάποιου κομματιού της. Οι αυτόνομες περιοχές δεν είναι ομοσπονδιακά κρατίδια, παρ’ όλα τα στοιχεία της ανεξάρτητης λειτουργίας από το κεντρικό κράτος και της τοπικές ταυτότητες που έχουν, τα στοιχεία αυτά στην περίπτωση της Καταλονίας και της χώρας των Βάσκων είναι περισσότερα απ’ ό,τι στα υπόλοιπα.

Παράλληλα και ύστερα από τα παραπάνω, η Καταλονία δεν διαφοροποιείται από την υπόλοιπη Ισπανία παρά μόνο γλωσσικά, ενώ δεν είναι κάποιο απομακρυσμένο κομμάτι της ισπανικής επικράτειας, σε κάποιο μακρινό νησί όπως τα Κανάρια νησιά και οι Αζόρες, ώστε να είναι κάπως διακριτή γεωγραφικά από τον υπόλοιπο εθνικό κορμό.

Αυτό σημαίνει ότι τυχόν νομιμοποίηση από την υπόλοιπη Ευρώπη της προσπάθειας απόσχισης της Καταλονίας, αυτόματα θα νομιμοποιούσε κάθε σημερινό ή μελλοντικό αίτημα περιοχών ευρωπαϊκών χωρών που θέλουν να αποχωρίσουν από τα «μητρικά» κράτη. Αν θεωρούνταν «νόμιμο» και «ηθικό» να διεκδικήσει την απόσχιση της από την υπόλοιπη Ισπανία, -με την οποία δεν τη χωρίζει ουσιαστικά τίποτα-, τότε θα καθίστατο πολλαπλώς «νόμιμη» και «ηθική» -αν όχι επιβλητέα- η προσπάθεια απόσχισης περιοχών που έχουν εθνοτικές, εθνικές, ιστορικές, ή οποιαδήποτε άλλης φύσης διαφορές, πραγματικές ή φανταστικές, με τις χώρες στις οποίες ανήκουν. Οι περιοχές αυτές μπορεί να είναι κυριολεκτικά οποιουδήποτε μεγέθους, σχήματος και ταυτότητας.

Αν νομιμοποιείται να αποχωρήσει από τον εθνικό κορμό μια κομητεία γιατί όχι μια πόλη, πολύ δε περισσότερο, ένα νησί, που έτσι κι αλλιώς είναι γεωγραφικά διαφοροποιημένο από την υπόλοιπη χώρα.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το δημοψήφισμα για την απόσχιση της Καταλονίας έγινε κόντρα στη ρητή απαγόρευση από το ισπανικό σύνταγμα. Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι αν οι υπόλοιπες χώρες και οι λαοί της Ευρώπης ανεχτούν ή πολύ περισσότερο επιδοκιμάσουν αυτό το αποτέλεσμά του, εμμέσως πλην όμως σαφώς μετατρέπουν κάθε ευρωπαϊκό Σύνταγμα σε κουρελόχαρτο. Όμως τα Συντάγματα είναι όχι μόνο νομικά, αλλά και πολιτικά θεμέλια των ευρωπαϊκών χωρών και των ευρωπαϊκών δημοκρατικών πολιτευμάτων και η αποδόμησή τους με τον τρόπο αυτό θα έχει τεράστιες επιπτώσεις, που δύσκολα μπορούν να προσδιοριστούν σήμερα. Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στην ενότητα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά θα αφορούν το μέλλον της Δημοκρατίας στη Γηραιά Ήπειρο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων στο μέλλον, κάτι που δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν όσοι ασπάζονται το «άφησε το λαό να μιλήσει» στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης.

Επιπρόσθετα, το ζήτημα της Καταλονίας εισάγει στον πυρήνα των εθνικών ταυτοτήτων τοπικιστικά πνεύματα, τα οποία διαμορφώνονται με κυρίαρχο γνώμονα τα οικονομικά δεδομένα. Έτσι λοιπόν, περιοχές διαφόρων ευρωπαϊκών περιοχών που παράγουν σημαντικά κομμάτια του εθνικού προϊόντος, θα ωθηθούν σε πολιτική απομάκρυνση από τον υπόλοιπο εθνικό κορμό, τον οποίο θα αντιμετωπίζουν ως «παράσιτο» του «δικού του πλούτου».

Φυσικά, κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να εξετάζουμε ποιους, εντός και εκτός της Ευρώπης, συμφέρει αυτή η απειλούμενη διάλυση πολλών ευρωπαϊκών χωρών και η αντικατάστασή τους από μικρά κρατίδια, τα οποία θα αλληλοϋποβλέπονται με μίσος και καχυποψία που θα πηγάζουν από τους νεόκοπους εθνικισμούς τους.

Είναι πολύ νωρίς να πούμε κάτι, αλλά σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα, όπως αυτό που βρίσκεται σήμερα υπό διαμόρφωση, είναι περίπου δεδομένο ότι οι πιο ισχυροί δρώντες επιδιώκουν την αδρανοποίηση των μεσαίων παικτών, ώστε έτσι να μειώσουν τον ανταγωνισμό και να μην κινδυνεύσουν να υποσκελιστούν από ανερχόμενες δυνάμεις και κυρίως, να διαμορφώσουν μια άμορφη μάζα ανίσχυρων κρατικών οντοτήτων, τις οποίες θα διεκδικήσουν ως γεωπολιτικό έπαθλο….



Νίκος Βαρσάμης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...