Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2022

ΟΔΟΣ ΑΒΥΣΣΟΥ ΑΡΙΘΜΟΣ 0 (Απόσπασμα)

Μενέλαος Λουντέμης



H Aθήνα έχει πολλά δοξασμένα χέρια. Ξακουσμένα παλάτια και ναούς. Κιόνες που ακούμπησε να ξαποστάσει η δόξα. Μέγαρα που τα κατοίκησε η σοφία. Ψηλοί θόλοι όπου αντήχησε η Ποίηση… Κερκίδες που δονήθηκαν απ’ τα χορεία των τραγικών. Μα τα πιο δοξασμένα της κτίρια είναι οι σημερινές της φυλακές. Από κει πέρασε-τα τελευταία τούτα χρόνια – ό,τι πιο δυνατό είχε σε πίστη κι ό,τι πιο ατρόμητο σε δύναμη. Αυτά τα σκοτεινά υπόγεια, τα γεμάτα μούχλα, ποντικούς, και ήρωες, μεταμορφώθηκαν σε παράξενα σχολειά… όπου αντί να διδαχτούν οι μαθητές διδάσκουνταν οι δάσκαλοι.

Οι χωροφύλακες που πρωτόρχουνταν με μια άγρια φωνή σιγά-σιγά τη χάνανε ολότελα. Και γι’ αυτό τους σκόλναγαν. Τους έδιναν πτυχίο σπουδών (απολυτήριο), και τους έστελναν στο χωριό τους για να συνεχίσουν το όργωμα… Και κείνοι άρχιζαν μια παράξενη σ π ο ρ ά. Απ’ τη στιγμή που ο στρατιώτης αρχίζει να πυροβολεί τον ουρανό σημαίνει ότι βρήκε τον στόχο. Απ’ τη στιγμή που παύει να σημαδεύει την καρδιά που του δείχνουν πάει να πει ότι ανακάλυψε τη δική του καρδιά… κι αρνείται ν’ αυτοκτονήσει.

Οι θεοσκότεινες φυλακές της σημερινής Ελλάδας χύνουν έξω πολύ φως. Κι αν δεν τους προφτάσουν να τις γκρεμίσουν αυτοί που τις έχτισαν θα τους τυφλώσουν. Γιατί οι φυλακές αυτές θα συνεχίσουν να διδάσκουν και στους επόμενους αιώνες. Οι σκοτεινοί άνθρωποι έδωσαν το χρώμα τους στις φυλακές αλλά όχι και στους φυλακισμένους. Σαν φυλακίσεις τον άνθρωπο που παλεύει για την Λευτεριά, στη φυλακή μπαίνει μόνο ο άνθρωπος… η Λευτεριά μένει απ’ έξω. Αυτό δεν τα το κατάλαβε ποτέ κανένας τύραννος. Και δε θα το καταλάβει ποτέ ως το τέλος της τυραννίας, κανένας.

Η πόλη αυτή η γεμάτη έρωτα και παληκαριά, τούτα τα χρόνια ήταν γεμάτη μόνο παληκαριά, γιατί κι ο έρωτας της έγινε παληκαριά. Είναι κρίμα που τα σίδερα των φυλακών σκουργιάζουν. Έτσι απ’ αυτά τα ιερά μνημεία κινδυνεύει να μη μείνει σε λίγο τίποτα. Η δόξα που πέρασε από κει μέσα ήταν μια δόξα ντροπαλή, που ντρέπονταν να πει και τ’ όνομά της. Σεμνά παιδιά του λαού, απ’ τις χαμηλές γειτονιές, γνωστά το καθένα μόνο με το μικρό του όνομα, στεγάστηκαν κάτω απ’ το γενικό όνομα Λ α ό ς κι έφυγαν περήφανα για μιαν αιωνιότητα που κι αυτή έμεινε ανώνυμη.

Τούτα λοιπόν τα χρόνια η ζωή δεν εζήτησε καμιάν αναβολή .Έκλεισε τ’ αφτιά της στις πρωινές ομοβροντίες - που έστελναν στο Άδη τα καλλίτερά της παιδιά - και προχώρησε. Οι μαγαζάτορες μετρούσαν κάθε βράδυ τις εισπράξεις τους. Οι εισαγγελείς τα κεφάλια που ζήτησαν. Οι δάσκαλοι τις βαθμολογίες που έβαλαν… Οι αυλαίες ανεβοκατέβαιναν μπροστά στα χειροκροτήματα και τα γέλια των θεατών… τους αιμοδοτικούς σταθμούς αγόραζαν με τα γραμμάρια το αίμα. Με τα γ ρ α μ μ ά ρ ι α… ενώ στους τόπους των εκτελέσεων σπαταλούσαν με τους τόννους! Αλλά όλα αυτά δεν είχαν σημασία. Σημασία είχε να κερδηθεί ή Ελευθερία. Και γι’ αυτό έπρεπε να ξεπαστρευτούν όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι. Μόλις έβγαιναν απ’ τη μέση αυτοί καινούργιος ήλιος θ’ ανέτελλε για να φωτίσει μόνο σκυμένες ράχες.

Τα τελευταία τούτα χρόνια στον τόπο αυτόν ειπώθηκαν τα χειρότερα ψέματα της ιστορίας του. Ειπώθηκαν ψέματα που ντράπηκαν και τα ίδια μια και δεν ντρέπουνταν τα στόματα που τα έλεγαν. Έγινε πολλή κατάχρηση στόμφου, πολλή κατάχρηση φτηνού λυρισμού, πολλή σπατάλη άχρηστης φιλοπατρίας… Τι φιλοπατρία είναι αυτή όταν οι πατριώτες πέθαιναν στο όνομα της Πατρίδας σαν προδότες; Και μόνο οι αρχαίες τραγωδίες μας – για πρώτη φορά στον τόπο που γεννήθηκαν – χλώμιαναν και μίκρυναν γιατί τις ξεπέρασε η ζ ω ή. Τέλος.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη "Οδός Αβύσου αριθμός 0", σελίδα 310, 311,312. Εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, Έκδοση  13η.

Επιμέλεια: Λίλα Μήτσουρα



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου