Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Η βόμβα «Πού είναι ο Μπαμπάς μου ;»

Salah Musa


Δεν είναι η ερώτηση ενός παιδιού που αναζητά τον πατέρα του, σκοτωμένο στον πόλεμο της εξόντωσης στη Γάζα. Είναι το όνομα μιας βόμβας που, σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, χρησιμοποιήθηκε από το κράτος του Ισραήλ στο πλαίσιο ενός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης, με στόχο ανθρώπους τη στιγμή που βρίσκονται μέσα στα σπίτια τους, μαζί με τις οικογένειές τους. Μια βόμβα που αφανίζει ολόκληρο το σπίτι, χωρίς διάκριση.

Ο Ισραηλινός δημοσιογράφος Γιουβάλ Αβραάμ αποκάλυψε την ύπαρξη αυτού του μηχανισμού, ο οποίος συγκεντρώνει πληροφορίες για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Γάζας. Η μηχανή σκέφτεται, ανασύρει ονόματα, ταξινομεί ανθρώπους, τους παρακολουθεί, συγκροτεί τράπεζες στόχων και παράγει καταλόγους θανάτου, δολοφονιών και εκκαθαρίσεων, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη για να μετατρέψει τον άνθρωπο σε αριθμό και τη ζωή σε δεδομένο.

Η βόμβα «Πού είναι ο μπαμπάς;» αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συστήματος, στο οποίο ανήκει και το πρόγραμμα «Lavender». Ένα πρόγραμμα που ανέλυσε τεράστιους όγκους ψηφιακών δεδομένων και κατέταξε δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους σε λίστες υπόπτων. Έπειτα αναλαμβάνει το «Πού είναι ο μπαμπάς;»: εντοπίζει τη θέση του ανθρώπου, ιδίως όταν επιστρέφει στο σπίτι του ή στη σκηνή όπου έχει βρει καταφύγιο.

Στη Γάζα γεννήθηκε ένας νέος όρος: «ο μοναδικός επιζών». Ίσως ο πιο οδυνηρός όρος που πρόσθεσαν οι σύγχρονοι πόλεμοι στο λεξιλόγιο της ανθρωπότητας. Είναι το παιδί που βγαίνει ζωντανό από τα ερείπια μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι είναι το τελευταίο κλαδί του οικογενειακού του δέντρου· ένα παιδί που κουβαλά έναν ολόκληρο τάφο πάνω στα δύο του πόδια.

Η βόμβα «Πού είναι ο μπαμπάς;» είναι η βιομηχανία του αστραπιαίου θανάτου. Κτίρια καταρρέουν μέσα στη νύχτα. Ζωές σβήνουν. Φωτιά, έκρηξη, κύματα θερμότητας, κρατήρες που σκίζουν τη γη, σάρκες ανακατεμένες με τσιμέντο. Και πίσω τους μένει μια τεράστια τρύπα από ντροπή και εγκατάλειψη.

Στη Γάζα έπεσαν από 150 έως 200 χιλιάδες τόνοι εκρηκτικών πάνω σε κατοικημένες περιοχές· ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερες από δεκατρείς βόμβες της ισχύος εκείνης που έριξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Χιροσίμα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η βόμβα «Πού είναι ο μπαμπάς;» χτύπησε την ίδια την ανθρώπινη καρδιά. Εξερράγη μέσα σε κάθε ζωντανή συνείδηση. Πήρε μαζί της περισσότερες από 2.700 παλαιστινιακές οικογένειες που εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά από τα μητρώα και από τη μνήμη. Άλλες έξι χιλιάδες οικογένειες άφησαν πίσω τους μόνο έναν άνθρωπο. Ανάμεσά τους, 39.000 παιδιά στερήθηκαν τον έναν ή και τους δύο γονείς τους, δημιουργώντας, σύμφωνα με εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών, τη μεγαλύτερη κρίση ορφανών στη σύγχρονη ιστορία.

«Δεν έμεινε κανείς ζωντανός… Μπαμπά, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Γιατί με άφησες; Μαμά, σε παρακαλώ, γύρισε. Πες μου ότι ζεις. Γιατί ο μπαμπάς δεν μπαίνει να με δει ενώ κοιμάμαι; Χθες βράδυ τον είδα στον ύπνο μου. Με κρατούσε στους ώμους του.»

Είναι οι φωνές παιδιών που πριν από λίγες ώρες αποκοιμούνταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος των γονιών τους. Τώρα ουρλιάζουν, κλαίνε, φωνάζουν τα ονόματά τους, σαν να μπορούν να τους ξυπνήσουν από έναν ύπνο χωρίς επιστροφή.

«Η μαμά λέει πως ο μπαμπάς έγινε μάρτυρας και πως ο Θεός θα μας ενώσει στον Παράδεισο. Μα εγώ τον θέλω εδώ. Θέλω να παίξω μαζί του εδώ.»

Η βόμβα «Πού είναι ο μπαμπάς;» μετατρέπει το σπίτι σε τάφο. Μπαίνει από το παράθυρο, διασχίζει το υπνοδωμάτιο, την κουζίνα, το παιδικό κρεβάτι. Δεν σκοτώνει μόνο· αφήνει πίσω της μια γενιά ξεριζωμένη, χαμένη, μια κοινωνία θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα.

Ερχόμενη από ένα αόρατο αεροσκάφος ή ένα F-16, μεταφέρει την απόφαση για ζωή ή θάνατο σε μια αλυσίδα δεδομένων και πιθανοτήτων. Ο πατέρας παύει να είναι άνθρωπος. Γίνεται ένα ηλεκτρονικό σήμα πάνω σε μια οθόνη. Και με ένα ψυχρό πάτημα ενός κουμπιού διαγράφεται, αφήνοντας πίσω του μόνο καπνό και σκόνη.

«Πού είναι ο μπαμπάς;» Δεν είναι μια ερώτηση που ζητά ψωμί ή νερό. Ζητά δικαιοσύνη. Ζητά τον ίδιο τον Θεό. Είναι μια ερώτηση που γεννιέται μέσα από τα ερείπια. Παιδιά επέζησαν από τους βομβαρδισμούς, αλλά δεν επέζησε η παιδική τους ηλικία. Και θα συνεχίσουν να ρωτούν για χρόνια, μετά την κατάπαυση του πυρός, μετά τις συμφωνίες, ακόμη κι όταν ξαναχτιστούν τα σπίτια. Γιατί κανείς δεν επιστρέφει την ψυχή σε εκείνον που πέθανε. Και κανείς δεν απαντά πραγματικά σε αυτή την ερώτηση.

«Ο μπαμπάς πήγε να φέρει ψωμί και δεν γύρισε ποτέ.»

Η κόλαση είναι η σιωπή μπροστά σε ένα χαμένο κορίτσι χωρίς αγκαλιά, χωρίς φροντίδα, χωρίς οικογένεια, χωρίς σπίτι, χωρίς σχολείο. Δεν γνωρίζει τίποτε για τα είδη των βομβών ούτε για τις συμφωνίες όπλων· από τα εργοστάσια της Αμερικής μέχρι τη συνοικία Σουτζαΐγια, από τις γραμμές παραγωγής στο Βερολίνο, στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στην Ουάσιγκτον μέχρι την πύρινη Γάζα. Από τα θραύσματα πολιτικών αποφάσεων και από επίσημες υπογραφές κρατών που μιλούν αδιάκοπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ συνεχίζουν να στέλνουν «έξυπνες» και συμβατικές βόμβες για να ολοκληρωθεί η σφαγή.

«Γιατί δεν ήρθε ο κόσμος;»

Κανείς δεν έχει απάντηση.

Ένα δεκάχρονο κορίτσι από τη Γάζα έγραψε με κόκκινο στυλό σε ένα χαρτί που έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι του:

«Μαμά μου αγαπημένη, φοβάμαι πάρα πολύ. Αν πεθάνουμε όλοι, βάλτε μας στον ίδιο τάφο, για να μείνω στην αγκαλιά σου.»

Η βόμβα «Πού είναι ο μπαμπάς;» άφησε πίσω της περισσότερους από πενήντα χιλιάδες ανθρώπους με αναπηρίες στη Γάζα, οι περισσότεροι παιδιά. Πληγές στο σώμα, στην ψυχή και στην κοινωνία. Δεν υπάρχουν πια παραμύθια, ούτε θάλασσα, ούτε παιχνίδια. Δεν υπάρχει πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε η μυρωδιά του πρωινού καφέ. Ο πόλεμος κατοικεί στο σώμα, στη γλώσσα, στα αιματοβαμμένα ρούχα, στα όνειρα, στους εφιάλτες, στα τραύματα και στις αναμνήσεις.

«Μπαμπά, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Όταν πέφτουν οι βόμβες δεν φοβάμαι. Φοβάμαι όταν ξυπνώ το πρωί και δεν υπάρχει κανείς να μου ανοίξει τα μάτια και να μου πει: “Καλημέρα”.»
Στη Γάζα, το παιδί δεν περιμένει πια τον πατέρα του να επιστρέψει από τη δουλειά, από το ταξίδι ή από τη φυλακή. Περιμένει ένα θαύμα: να βγει ο πατέρας του από το χώμα. Περιμένει το όνομα να νικήσει τη βόμβα. Να ξαναβρεί η ερώτηση το πρώτο της νόημα:

«Πού είναι ο μπαμπάς μου;»

Και να τον βρει όρθιο στην πόρτα του σπιτιού, κρατώντας στα χέρια του ψωμί, ζωή και ασφάλεια.

Σ.Σ.: Ο Salah Musa « Σαλαχ Μούσα «είναι Παλαιστίνιος ιατρός, ειδικός στην Ακτινοδιαγνωστική, συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής. 
Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη και σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ανέπτυξε έντονη κοινωνική και συνδικαλιστική δράση, ίδρυτης της Γενικής Ένωσης Παλαιστινίων Φοιτητών στην Ελλάδα. 
Άσκησε επί σειρά ετών την ιατρική και υπηρέτησε ως επιτετραμμένος της Παλαιστινιακής Αντιπροσωπείας στην Ελλάδα. 
Έχοντας ζήσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα, απέκτησε βαθιά γνώση της ελληνικής κοινωνίας και γλώσσας, στην οποία επιλέγει να γράφει τα βιβλία και τα άρθρα του. 
Το συγγραφικό του έργο επικεντρώνεται στην ιστορία της Παλαιστίνης, το διεθνές δίκαιο, τις διεθνείς σχέσεις και τις πολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. 
Με επιστημονική τεκμηρίωση και ιστορική προσέγγιση επιδιώκει να συμβάλει στον δημόσιο διάλογο, αναδεικνύοντας ζητήματα δικαιοσύνης, ελευθερίας και ανθρώπινων δικαιωμάτων. 
Συνεχίζει να αρθρογραφεί στον ελληνικό Τύπο και να συμμετέχει σε δημόσιες συζητήσεις και εκδηλώσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο, προωθώντας τον διάλογο γύρω από το Παλαιστινιακό ζήτημα και τις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις
 


Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου