Της Μαρίας Στρίγκου
Οι Κυριακές τσουλάνε αργά, σέρνοντας τα παπούτσια τους. Το παρατήρησες ποτέ; Ξυπνάς με μια ακαθόριστη αγωνία πως δεν θα σου φτάσει το γλυκό, θα μείνεις με την πίκρα στο στόμα, φτιάχνεις καφέ, ξεμένεις από τσιγάρο, ποτίζεις τα λουλούδια, μιλάς στο τηλέφωνο. Προγραμματίζεις να δεις σινεμά ή μπαλίτσα χαλαρά.
«Φτου να πάρει!» λες και το παίρνεις απόφαση. Πρέπει να πας μέχρι το ψιλικατζίδικο. Να πάρεις καπνό, χαρτάκια καμιά εφημερίδα. Άμα σε πιάσει υπογλυκαιμία παίρνεις και μια σοκολάτα στα κρυφά, μη σε δει κανείς και σε περάσει για μελάτο. Ρίχνεις ματιές στο κοριτσάκι της απέναντι. Για πότε ξεπετάχτηκε αυτό ρε; Μια χαρά παίδαρος έγινε. Σκουντουφλάς στα χτεσινά σκουπίδια και στο κουτί απ’ το delivery του γείτονα.
Ο κυρ- Χρήστος ήταν γεννημένος ψιλικατζής. Άλλο επάγγελμα δεν μπορούσα να τον φανταστώ να κάνει. Με το καρώ πουκαμισάκι του χειμώνα - καλοκαίρι, το λιωμένο παντελόνι, το πλεκτό γιλεκάκι στο χρώμα του Ακαθόριστου. Μπορεί γκρι, ίσως καφέ, πιθανότατα μαύρο.
Φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπίας και διάβαζε πάντα όλες τις εφημερίδες πριν τις πουλήσει. Μία μία με ευλάβεια και με σειρά. Εξαιρούσε φυσικά από την αρχή όλες τις αριστερές και αριστερίζοντες εμφανώς. Αυτές τις καταχώνιαζε πίσω απ’ το ψυγείο. Κι αν του ζητούσες κάποια από τις «κρυμμένες» σε κοιτούσε στραβά. Σα να ’χες παραβεί κάποιον κανόνα. Κάποτε τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό.
Ζορίστηκε ν’ απαντήσει. Ξερόβηξε, κοκκίνισε, καθάρισε μια – δυο φορές το λαιμό του. Στο πίσω δωματιάκι η γυναίκα του η Αμαλία καθάριζε φασολάκια για το φαγητό της Δευτέρας.
Στο τέλος μου το ’σκασε το παραμύθι. «Χουντικιά» την ανέβαζε την Αμαλία «χουντικιά» την κατέβαζε. Μακρινή εξαδέρφη ενός από τους συνταγματάρχες. Είχε μάλλον απομείνει στην εφταετία 1967 – 1974 και δεν έλεγε βήμα να ξεκουνήσει από ’κει. Η κρυφή χαρά της ήταν να παραγγέλνει το Ριζοσπάστη και να τον καίει για προσάναμμα στο τζάκι. Χρόνια τώρα. Από τότε που έπεσε το καθεστώς.
Όλα αυτά μου τα είπε συνομωτικά κοιτώντας κάθε τρεις και λίγο πίσω απ’ την πλάτη του, μην τον ακούσει και του βάλει τις φωνές. Βαθιά στεναχωρημένος.
«Δεν είναι κακός άνθρωπος η Αμαλία – προσπάθησε να τη δικαιολογήσει – αλλά να, η ιδεολογία του καθένα, είναι ιερή, καταλαβαίνεις; Κι εγώ τι να κάνω; Να της πάω κόντρα ή να τη στεναχωρώ; Την αγαπούσα από πάντα, άσχετα με τα κυβερνητικά μανιφέστα. Την έβλεπα κι έλιωνα. Όταν μου έδωσαν το χέρι της οι δικοί της μόνο που δεν πέταξα απ’ τη χαρά μου. Ξέρεις πόσοι στρατιωτικοί ήρθαν στον γάμο μας; Έπηξε το εκκλησάκι του άι – Δημήτρη στις στολές. Έτσι πήραμε και την άδεια για το μαγαζί. Με τη βοήθεια των άνωθεν».
«Κι αφού είναι έτσι, κι αφού την πήρες καλά καλά με δόξη και τιμή και το γλέντησες τότε, γιατί συνεχίζεις μέχρι τα σήμερα να τη φωνάζεις χουντικιά κυρ- Χρήστο; Δημοκρατία δεν έχουμε πια;»
Εκείνος ήρθε λίγο πιο κοντά. Μου έκανε νόημα να μιλώ σιγότερα. Η Αμαλία από μέσα ξερόβηξε. Σα να πνίγηκε απ’ το σάλιο της.
«Δημοκρατία έχουμε; Τι λες παιδάκι μου; Τώρα. που είναι πάνω στα πράγματα πάλι οι δικοί της, χαίρεται να το ακούει. Το φχαριστιέται. Καμαρώνει. Μου κάθεται και πιο συχνά. Χωρίς να χρειαστεί να την παρακαλάω. Τι να κάνω κι εγώ; Την καλοπιάνω όσο μπορώ».
Τον κοίταζα αμήχανος. Δεν είχα τι να πω. Λες κι είχε σταματήσει το μυαλό μου.
«Και το παιδί που σφάξανε κυρ Χρήστο; Κι αυτό σαν αφροδισιακό λειτούργησε; Κάβλα και μαχαιριά; Υπέρ του πατριωτικού γαμησιού μας»;
Κατέβασε τα γυαλιά του. Είδα τα μάγουλά του να ροδίζουν ελαφρά. Έτριψε με το χέρι του μια ανύπαρκτη βρωμιά στον τοίχο. Ξεφύσηξε σιγανά. Μη μας ακούσει η «χουντικιά» και του στερήσει το κοκό το βράδυ.
«Τι το ’θελε κι αυτός να ανακατεύεται με τα ποδοσφαιρικά; Δεν καθότανε ήσυχος – ήσυχος στο σπιτάκι του; Κι ύστερα, είδες; Τους αφήσανε. Άρα; Πάλι ψέμματα μας είπανε οι άλλοι. Αυτοί έχουνε φόβο παιδάκι μου. Αυτοί. Που θέλουν να μας τα πάρουν όλα και να τα μοιράσουνε στους ξυπόλητους. Μην ακούς κι εσύ ό,τι σου λένε. Να προσέχεις Μπάμπη μου. Ο κόσμος είναι πονηρός. Δεν θέλει το καλό σου».
Προχώρησα προς την έξοδο με το στομάχι μου γεμάτο καρφιά. Αλλιώς δεν μπορούσα να εξηγήσω το τσούξιμο που ένιωθα.
«Καλά τα λες κυρ Χρήστο – του είπα φτάνοντας στην πόρτα – ο κόσμος είναι κακός. Γι’ αυτό καλά κάνεις που κρύβεις το Ριζοσπάστη και τον μοιράζεις κρυφά στους συντρόφους της περιοχής. Το Κόμμα να ξέρεις πως θα αναγνωρίσει αυτή σου την προσφορά. Θα σε κατατάξει ανάμεσα στους ήρωές του. Είμαι περήφανος που γνωρίζω έναν τέτοιο αγωνιστή. Να ’σαι πάντα καλά! Και καλή λευτεριά. Θάνατος στους φασίστες»!
Κέρωσε. Ειλικρινά δεν είχα δει πιο ωχρό άνθρωπο απ’ αυτόν εκείνη την ώρα. Θύμιζε άρτια πρόβα νεκρού. Κάποιοι, ακούγοντας τις αγριοφωνάρες μου βγήκαν απ’ το διπλανό καφενείο και έκαναν χάζι, ρίχνοντας ματιές όλο περιέργεια. Μα το καλύτερο ήταν η Αμαλία, που εμφανίστηκε στην εσωτερική πόρτα του ψιλικατζίδικου κραδαίνοντας το μαχαίρι με βλέμμα τρελού.
Έκλεισα την πόρτα του μαγαζιού μαλακά και βγήκα στον δρόμο χαμογελώντας. Ποιος είπε πως το χιούμορ δεν είναι μια διαφορετική οπτική της αντίστασης; Ας αυτοσαρκαστούμε λοιπόν. Οι άνθρωποι αυτοί ζούνε ανάμεσά μας! Είμαστε εμείς!
Από το 27ο τεύχος των Λόγων Παίγνια
Οι Κυριακές τσουλάνε αργά, σέρνοντας τα παπούτσια τους. Το παρατήρησες ποτέ; Ξυπνάς με μια ακαθόριστη αγωνία πως δεν θα σου φτάσει το γλυκό, θα μείνεις με την πίκρα στο στόμα, φτιάχνεις καφέ, ξεμένεις από τσιγάρο, ποτίζεις τα λουλούδια, μιλάς στο τηλέφωνο. Προγραμματίζεις να δεις σινεμά ή μπαλίτσα χαλαρά.
«Φτου να πάρει!» λες και το παίρνεις απόφαση. Πρέπει να πας μέχρι το ψιλικατζίδικο. Να πάρεις καπνό, χαρτάκια καμιά εφημερίδα. Άμα σε πιάσει υπογλυκαιμία παίρνεις και μια σοκολάτα στα κρυφά, μη σε δει κανείς και σε περάσει για μελάτο. Ρίχνεις ματιές στο κοριτσάκι της απέναντι. Για πότε ξεπετάχτηκε αυτό ρε; Μια χαρά παίδαρος έγινε. Σκουντουφλάς στα χτεσινά σκουπίδια και στο κουτί απ’ το delivery του γείτονα.
Ο κυρ- Χρήστος ήταν γεννημένος ψιλικατζής. Άλλο επάγγελμα δεν μπορούσα να τον φανταστώ να κάνει. Με το καρώ πουκαμισάκι του χειμώνα - καλοκαίρι, το λιωμένο παντελόνι, το πλεκτό γιλεκάκι στο χρώμα του Ακαθόριστου. Μπορεί γκρι, ίσως καφέ, πιθανότατα μαύρο.
Φορούσε χοντρά γυαλιά μυωπίας και διάβαζε πάντα όλες τις εφημερίδες πριν τις πουλήσει. Μία μία με ευλάβεια και με σειρά. Εξαιρούσε φυσικά από την αρχή όλες τις αριστερές και αριστερίζοντες εμφανώς. Αυτές τις καταχώνιαζε πίσω απ’ το ψυγείο. Κι αν του ζητούσες κάποια από τις «κρυμμένες» σε κοιτούσε στραβά. Σα να ’χες παραβεί κάποιον κανόνα. Κάποτε τον ρώτησα γιατί το κάνει αυτό.
Ζορίστηκε ν’ απαντήσει. Ξερόβηξε, κοκκίνισε, καθάρισε μια – δυο φορές το λαιμό του. Στο πίσω δωματιάκι η γυναίκα του η Αμαλία καθάριζε φασολάκια για το φαγητό της Δευτέρας.
Στο τέλος μου το ’σκασε το παραμύθι. «Χουντικιά» την ανέβαζε την Αμαλία «χουντικιά» την κατέβαζε. Μακρινή εξαδέρφη ενός από τους συνταγματάρχες. Είχε μάλλον απομείνει στην εφταετία 1967 – 1974 και δεν έλεγε βήμα να ξεκουνήσει από ’κει. Η κρυφή χαρά της ήταν να παραγγέλνει το Ριζοσπάστη και να τον καίει για προσάναμμα στο τζάκι. Χρόνια τώρα. Από τότε που έπεσε το καθεστώς.
Όλα αυτά μου τα είπε συνομωτικά κοιτώντας κάθε τρεις και λίγο πίσω απ’ την πλάτη του, μην τον ακούσει και του βάλει τις φωνές. Βαθιά στεναχωρημένος.
«Δεν είναι κακός άνθρωπος η Αμαλία – προσπάθησε να τη δικαιολογήσει – αλλά να, η ιδεολογία του καθένα, είναι ιερή, καταλαβαίνεις; Κι εγώ τι να κάνω; Να της πάω κόντρα ή να τη στεναχωρώ; Την αγαπούσα από πάντα, άσχετα με τα κυβερνητικά μανιφέστα. Την έβλεπα κι έλιωνα. Όταν μου έδωσαν το χέρι της οι δικοί της μόνο που δεν πέταξα απ’ τη χαρά μου. Ξέρεις πόσοι στρατιωτικοί ήρθαν στον γάμο μας; Έπηξε το εκκλησάκι του άι – Δημήτρη στις στολές. Έτσι πήραμε και την άδεια για το μαγαζί. Με τη βοήθεια των άνωθεν».
«Κι αφού είναι έτσι, κι αφού την πήρες καλά καλά με δόξη και τιμή και το γλέντησες τότε, γιατί συνεχίζεις μέχρι τα σήμερα να τη φωνάζεις χουντικιά κυρ- Χρήστο; Δημοκρατία δεν έχουμε πια;»
Εκείνος ήρθε λίγο πιο κοντά. Μου έκανε νόημα να μιλώ σιγότερα. Η Αμαλία από μέσα ξερόβηξε. Σα να πνίγηκε απ’ το σάλιο της.
«Δημοκρατία έχουμε; Τι λες παιδάκι μου; Τώρα. που είναι πάνω στα πράγματα πάλι οι δικοί της, χαίρεται να το ακούει. Το φχαριστιέται. Καμαρώνει. Μου κάθεται και πιο συχνά. Χωρίς να χρειαστεί να την παρακαλάω. Τι να κάνω κι εγώ; Την καλοπιάνω όσο μπορώ».
Τον κοίταζα αμήχανος. Δεν είχα τι να πω. Λες κι είχε σταματήσει το μυαλό μου.
«Και το παιδί που σφάξανε κυρ Χρήστο; Κι αυτό σαν αφροδισιακό λειτούργησε; Κάβλα και μαχαιριά; Υπέρ του πατριωτικού γαμησιού μας»;
Κατέβασε τα γυαλιά του. Είδα τα μάγουλά του να ροδίζουν ελαφρά. Έτριψε με το χέρι του μια ανύπαρκτη βρωμιά στον τοίχο. Ξεφύσηξε σιγανά. Μη μας ακούσει η «χουντικιά» και του στερήσει το κοκό το βράδυ.
«Τι το ’θελε κι αυτός να ανακατεύεται με τα ποδοσφαιρικά; Δεν καθότανε ήσυχος – ήσυχος στο σπιτάκι του; Κι ύστερα, είδες; Τους αφήσανε. Άρα; Πάλι ψέμματα μας είπανε οι άλλοι. Αυτοί έχουνε φόβο παιδάκι μου. Αυτοί. Που θέλουν να μας τα πάρουν όλα και να τα μοιράσουνε στους ξυπόλητους. Μην ακούς κι εσύ ό,τι σου λένε. Να προσέχεις Μπάμπη μου. Ο κόσμος είναι πονηρός. Δεν θέλει το καλό σου».
Προχώρησα προς την έξοδο με το στομάχι μου γεμάτο καρφιά. Αλλιώς δεν μπορούσα να εξηγήσω το τσούξιμο που ένιωθα.
«Καλά τα λες κυρ Χρήστο – του είπα φτάνοντας στην πόρτα – ο κόσμος είναι κακός. Γι’ αυτό καλά κάνεις που κρύβεις το Ριζοσπάστη και τον μοιράζεις κρυφά στους συντρόφους της περιοχής. Το Κόμμα να ξέρεις πως θα αναγνωρίσει αυτή σου την προσφορά. Θα σε κατατάξει ανάμεσα στους ήρωές του. Είμαι περήφανος που γνωρίζω έναν τέτοιο αγωνιστή. Να ’σαι πάντα καλά! Και καλή λευτεριά. Θάνατος στους φασίστες»!
Κέρωσε. Ειλικρινά δεν είχα δει πιο ωχρό άνθρωπο απ’ αυτόν εκείνη την ώρα. Θύμιζε άρτια πρόβα νεκρού. Κάποιοι, ακούγοντας τις αγριοφωνάρες μου βγήκαν απ’ το διπλανό καφενείο και έκαναν χάζι, ρίχνοντας ματιές όλο περιέργεια. Μα το καλύτερο ήταν η Αμαλία, που εμφανίστηκε στην εσωτερική πόρτα του ψιλικατζίδικου κραδαίνοντας το μαχαίρι με βλέμμα τρελού.
Έκλεισα την πόρτα του μαγαζιού μαλακά και βγήκα στον δρόμο χαμογελώντας. Ποιος είπε πως το χιούμορ δεν είναι μια διαφορετική οπτική της αντίστασης; Ας αυτοσαρκαστούμε λοιπόν. Οι άνθρωποι αυτοί ζούνε ανάμεσά μας! Είμαστε εμείς!
Από το 27ο τεύχος των Λόγων Παίγνια


