Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Αίμα χωρίς τιμή το σταθερό καταφύγιο των νεοναζί

Του Γιώργου Λαουτάρη 


Μια νέα φάση στη δράση της Χρυσής Αυγής σηματοδοτεί η επανεμφάνιση των μελών και των στελεχών της στο «πεζοδρόμιο», με όρους βίας και επιβολής. Μεσούσης της δίκης για τη δράση της Χρυσής Αυγής, που διερευνά κατά πόσο το νεοναζιστικό μόρφωμα του Νίκου Μιχαλολιάκου είναι εγκληματική οργάνωση, η κλιμάκωση των βίαιων ενεργειών, με αποκορύφωμα την εισβολή στο σχολείο του Περάματος, δείχνει ότι η ηγεσία της οργάνωσης έχει επεξεργαστεί και εφαρμόζει ένα νέο επιθετικό σχέδιο παραμονής στο πολιτικό προσκήνιο.

Η εκτίμηση ότι οι εκλογές πλησιάζουν και παράλληλα η εμφάνιση της οργάνωσης του Αρτέμη Σώρρα που «ψαρεύει» στην ίδια πολιτική δεξαμενή οπαδών, με αξιοσημείωτα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, προφανώς έχει κινητοποιήσει την ηγεσία της Χρυσής Αυγής να βγει από την αμυντική θέση που βρισκόταν το τελευταίο διάστημα.

Άλλωστε, η βουλευτική ασυλία και ο πολιτικός μανδύας που προσφέρει η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της οργάνωσης συνιστούν ένα ανεκτίμητης αξίας σωσίβιο για κάποια πρόσωπα που σε διαφορετική περίπτωση θα εξέτιαν ποινή φυλάκισης για σοβαρά ποινικά αδικήματα. Συνολικά, όμως, η παρουσία της Χρυσής Αυγής στη Βουλή δικαιολογεί και τον μύθο του πολιτικού χαρακτήρα των διώξεων που αντιμετωπίζουν βουλευτές, ηγετικά στελέχη και απλά μέλη για τις ανελέητες δολοφονικές επιθέσεις που κατηγορούνται ότι κατά καιρούς έχουν διαπράξει εναντίον ξένων και αριστερών. Δυστυχώς, το σχέδιο «πολιτικής εξωστρέφειας» της Χρυσής Αυγής δεν είναι άλλο από το στήσιμο επεισοδίων με πρωταγωνιστές δήθεν αγανακτισμένους πολίτες και βέβαια τη στοχοποίηση των προσφύγων και των μεταναστών που ζουν σήμερα στη χώρα, ως αποδιοπομπαίων τράγων.

Το γεγονός ότι ο Μιχαλολιάκος επιλέγει τον ακροδεξιό έκνομο αντιμεταναστευτικό ακτιβισμό ως κεντρική πολιτική του κατεύθυνση, υπογραμμίζει μεταξύ άλλων και η άρνηση από μέρους του της πρότασης που δημοσίως του απηύθυνε ο πάλαι ποτέ κυρίαρχος του χώρου, Γιώργος Καρατζαφέρης. Μιλώντας στη Ρίαλ Νιουζ, ο αρχηγός του ΛΑΟΣ (που σήμερα λέγεται «Εθνική Ενότητα») δήλωσε χαρακτηριστικά: «Θα μπορούσα να συνομιλήσω μαζί τους και να τους πείσω για την αναγκαιότητα υπεράσπισης της ιδεολογίας τους με άλλη πολιτική», προτείνοντας για τη Χρυσή Αυγή ένα μοντέλο Φίνι και Μαρίν Λεπέν. Η οργάνωση του Μιχαλολιάκου απάντησε με μια σαφή διάψευση, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι θα κατέλθει αυτόνομη στις εκλογές, δεχόμενη στους κόλπους της μόνο όσους «τιμούν την πολιτική της διαδρομή»…

Δυστυχώς, οι ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για την επανεμφάνιση της Χρυσής Αυγής είναι πολύ σοβαρές. Οι χειρισμοί της στη διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος προετοίμασαν ένα νέο κύμα ρατσισμού στην ελληνική κοινωνία, που αποτελεί και την πρώτη ύλη για τη μισανθρωπική ιδεολογία των χρυσαυγιτών. Και βέβαια, η συνέχιση της ίδιας μνημονιακής οικονομικής πολιτικής που εξαρχής εκτίναξε την πολιτική επιρροή των νεοναζιστών, εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον Μιχαλολιάκο με ψηφοφόρους που διαπιστώνουν για το πολιτικό σύστημα ότι «όλοι τους είναι ίδιοι».

Περαιτέρω, φαίνεται ότι τα Σώματα Ασφαλείας, δύο χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ και τρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, μια ενέργεια ορόσημο, εξακολουθούν να παρέχουν μια διακριτική ή και εξόφθαλμη στήριξη στις έκνομες ενέργειες της Χρυσής Αυγής. Όλος ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της Χρυσής Αυγής που συνιστά ευθεία απειλή για πρόσφυγες, μετανάστες και αριστερούς, στηρίζεται στην άτυπη ασυλία που της παρέχουν σε κρίσιμες στιγμές θύλακες στην ΕΛΑΣ και βέβαια στις μνημειώδεις καθυστερήσεις της ελληνικής δικαιοσύνης να εκδώσει αποφάσεις για τις δεκάδες σοβαρές υποθέσεις που εκκρεμούν. Η πολιτική καταδίκη από την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ με ανακοινώσεις και ψηφίσματα προφανώς δεν επαρκεί για την περιθωριοποίηση και την αποσόβηση εγκληματικών ενεργειών.

Πηγή: prin.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Αντετοκούνμπο: "Ζωντανή δυσφήμηση" για την Ελλάδα

Του Πάνου Ζάχαρη 


Ένα από τα συμπτώματα της καλπάζουσας μεταδοτικής Αντετοκουνμποφιλίας είναι οι παραισθήσεις. Πολλοί φανταζόμαστε πως μεταξύ άλλων ο Γιάννης δοξάζει τη χώρα μας στα πέρατα της γης, ότι είναι μια ζωντανή, γαλανόλευκη διαφήμιση με ύψος 2,11. Ο μόνος τρόπος να ανακουφίσουμε αυτά τα συμπτώματα είναι να ρίξουμε μια ματιά στο πως βλέπουν οι άλλοι αυτό το υπέροχο μπασκετικό παραμύθι.

Ο κορυφαίος αθλητικογράφος Bill Simmons πρόσφατα υπέβαλε σε ένα αναλυτικότατο crash test, στους 3 ανατέλλοντες υπεραστέρες του Παγκόσμιου μπάσκετ. Τον Embiid,τον Kristaps Porzingis και-φυσικά-τον Γιάννη.Στην απολαυστική ανάλυση του παίρνει υπόψη μια σειρά παράγοντες, αμιγώς μπασκετικούς αλλά και... παραμπασκετικούς, όπως πχ τα παρατσούκλια.

Λίγο πριν καταλήξει στην ετυμηγορία του, ο θεούλης Simmons, διερωτάται "Ποιός πραγματικά αξίζει τον τίτλο του-ας πούμε-Ενός και Μοναδικού" κι αφού προσπερνάει Embiid και Porzingis, καταπιάνεται με το backstory του-τελικού νικητή-Γιάννη, γράφοντας:

Do you realize Giannis and his brother were selling hats and DVDs on the streets of Greece only six years before he got drafted? Or that, when he started playing basketball, he had to share shoes with his brother? Or that his family never lived in Greece legally and lived in fear of being deported back to Nigeria for 20 years?

Για όποιον δεν γνωρίζει αγγλικά, το ρεζουμέ είναι πως ο Γιάννης ως παιδί αναγκαζόταν να πουλάει καπέλα και DVD για να ζήσει, μοιράζονταν τα αθλητικά του παπούτσια με τον αδερφό του και το σημαντικότερο,ζούσε επί 20 χρόνια παράνομα με τον φόβο της απέλασης...

Το συμπέρασμα βγαίνει λοιπόν αβίαστα κι ας τσούζει: Ο Γιάννης, αυτός ο υπέροχος αθλητής, αποτελεί αναμφισβήτητα τη ζωντανή δυσφήμιση της χώρας μας. Περαστικά μας και μπράβο του.

*Ο Πάνος Ζάχαρης είναι σκιτσογράφος

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Ο Τραμπ, η παγκοσμιοποίηση και η Αριστερά

Πέτρος Παπακωνσταντίνου


Η παρθενική, προεδρική ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ μεταφράστηκε από μεγάλη μερίδα διεθνών αναλυτών ως επικήδειος της παγκοσμιοποίησης και αναγγελία μιας νέας εποχής επιστροφής στον ανταγωνισμό κυρίαρχων εθνών- κρατών. Πρόκειται για απλουστευτική ανάλυση, η οποία καταλήγει σε άκρως αποπροσανατολιστικά πολιτικά συμπεράσματα.

Ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι η θεμελιώδης κατευθυντήρια γραμμή της οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής του θα είναι “να βάλει την Αμερική στην πρώτη γραμμή”, υποστηρίζοντας ότι “επί δεκαετίες πλουτίζαμε τις ξένες βιομηχανίες σε βάρος των αμερικανικών” και ότι “κάναμε άλλες χώρες πλούσιες, ενώ ο πλούτος, η ισχύς και η αυτοπεποίθηση εξαφανίζονταν από τον αμερικανικό ορίζοντα”. Εδώ η εθνικιστική δημαγωγία περισσεύει. Θα ήταν ακραία αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι ο Τραμπ είναι ο πρώτος μεταπολεμικός πρόεδρος των ΗΠΑ που βάζει “την Αμερική πρώτη”, λες και οι προκάτοχοί του την έβαζαν δεύτερη. Η μακροημέρευση της αμερικανικής ηγεμονίας- στη Δύση, μέχρι το 1990 και σε όλο τον κόσμο στη συνέχεια- ήταν η βασική προτεραιότητα όλων των αμερικανικών κυβερνήσεων.

Στο οικονομικό πεδίο, η εκτίμηση ότι η παγκοσμιοποίηση ωφέλησε τους ανταγωνιστές της Αμερικής (πρώτα απ’ όλα την Κίνα και τη Γερμανία, που κυρίως στοχοποιούνται από τον Τραμπ) σε βάρος της υπερδύναμης είναι εξίσου ανεδαφική. Το απλοϊκό σχήμα του Τραμπ είναι ότι παγκοσμιοποίηση σημαίνει να φεύγουν βιομηχανίες από την Αμερική και να πηγαίνουν στην Κίνα και το Μεξικό, “πλουτίζοντας” αυτές τις χώρες σε βάρος των ΗΠΑ. Η πραγματικότητα είναι, όμως, πολύ διαφορετική.

Ας πάρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, την ιστορία του iphone, που αντιστοιχεί περίπου στη μισή αγορά των smartphones, από τα πλέον εμβληματικά προϊόντα της λεγόμενης “Νέας Οικονομίας”. Το iphone είναι προϊόν της Apple, της μεγαλύτερης πολυεθνικής στον τομέα της Πληροφορικής. Η εταιρεία έχει τα κεντρικά της γραφεία και το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης στην Κοιλάδα του Πυριτίου (Silicon Valley), στην Καλιφόρνια, όπου σχεδιάζονται και ελέγχονται τα νέα προϊόντα.

Η συναρμολόγηση- παραγωγή του iphone γίνεται στην Κίνα, κυρίως από τη βιομηχανία Foxconn, που έχει την έδρα της στην Ταϊβάν. Οι άθλιες συνθήκες υπερεκμετάλλευσης της εργασίας στην Foxconn, αντίστοιχες της εποχής “πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου” στην Ευρώπη, ήρθαν στο φως το 2010, με τις 14 αυτοκτονίες Κινέζων εργατών που κατασκεύαζαν τα iphones στο Σεντζέν της “κομμουνιστικής” Κίνας.

Η Apple καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας που παράγουν οι Κινέζοι εργάτες, αφήνοντας μόνο ένα μικρό μέρος στους Κινέζους καπιταλιστές. Το ποσοστό κέρδους (προ φόρων) του iphone φτάνει το εξωφρενικό 40%, έναντι 10-15% περίπου των ανταγωνιστών της. Μέσω των θυγατρικών της σε φορολογικούς παραδείσους σε Ιρλανδία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και τις βρετανικές Νήσους της Παρθένου, απαλλάσσεται από το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών της υποχρεώσεων.

Υπό αυτό το πρίσμα το iphone, αυτή η μικρή, κομψή και πολυδύναμη συσκευή που στάζει αόρατο αίμα, συμπυκνώνει τις βασικές κοινωνικές και διεθνείς σχέσεις της λεγόμενης “παγκοσμιοποίησης”. Φαντάζεται κανείς ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα εκβιάσει την Apple να αποσυρθεί από την Κίνα και να ανοίξει κατασκευαστικές βιομηχανίες στις ΗΠΑ ή ότι θα της απαγορέψει να λειτουργεί θυγατρικές της σε φορολογικούς παραδείσους (ένας από τους οποίους είναι και η αμερικανική Πολιτεία του Ντελαγουέαρ); Μα αυτό θα σήμαινε, με τα σημερινά δεδομένα, ότι μέσα σε λίγους μήνες η Apple θα έχανε τεράστιο μέρος του μεριδίου της στην παγκόσμια αγορά σε βάρος των ανταγωνιστών της, όπως η Samsung, η LG και η Motorola.

Το συγκεκριμένο παράδειγμα μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα κομβικό, για την Αριστερά, αναλυτικό πρόβλημα, σχετικά με τη φύση της “παγκοσμιοποίησης”. Η κατεστημένη, αστική σκέψη ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο πόλους. Ο πρώτος, και τουλάχιστον μέχρι χθες ηγεμονικός, βλέπει το τρίγωνο “παγκοσμιοποίηση- χρηματοποίηση- νεοφιλελευθερισμός” (δηλαδή, βασικές πλευρές του σύγχρονου, ολοκληρωτικού καπιταλισμού) ως μη αναστρέψιμη οικονομική νομοτέλεια και καταδικάζει όλους όσοι το αμφισβητούν περίπου ως σύγχρονους Λουδίτες, ή εμμονικούς οπαδούς της “θεωρίας” της επίπεδης Γης.

Ο δεύτερος, πιο “αιρετικός” αλλά ανερχόμενος, βλέπει το φαινόμενο αποκλειστικά ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, οι οποίες μπορούν εύκολα και γρήγορα να αναιρεθούν από πιο “εθνοκεντρικές” κυβερνήσεις. Και οι δύο αποπροσανατολίζουν και βλάπτουν τις λαϊκές προσδοκίες, αν και όχι με τον ίδιο τρόπο. Ούτε ο “οικονομισμός” που διαγράφει τον πολιτικό παράγοντα και την πάλη των τάξεων, ούτε ο πολιτικός βολονταρισμός, που αφαιρείται από τις “μοριακές” διεργασίες στο παγκόσμιο πλέγμα του κεφαλαίου, οδηγούν σε γόνιμα, για τα εργατικά συμφέροντα, συμπεράσματα. Μόνο η διαλεκτική θεώρηση και σύνθεση των οικονομικών και πολιτικών παραγόντων μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο.

Είναι αλήθεια ότι και σε προηγούμενες φάσεις του καπιταλισμού (για παράδειγμα, στην περίοδο που προηγήθηκε της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930), η διεθνοποίηση της οικονομίας γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη στο εμπόριο και τις εξαγωγές κεφαλαίων, για να δώσει τη θέση της σε μια περίοδο εμπορικών και όχι μόνο πολέμων. Ωστόσο η σύγχρονη “παγκοσμιοποίηση” έχει ποιοτικά βαθύτερα χαρακτηριστικά, που είναι αφάνταστα πιο δύσκολο να αναιρεθούν. Μάλιστα, η αναίρεση ορισμένων από αυτά δεν θα ήταν προοδευτική, αλλά σαφώς αντιδραστική εξέλιξη.

Το Ίντερνετ αντιπροσωπεύει την πρώτη, πραγματικά παγκόσμια παραγωγική δύναμη (και τί δύναμη!) στην ιστορία της ανθρωπότητας, έξω από τον έλεγχο οποιουδήποτε έθνους- κράτους, ακόμη και των ισχυρότερων. Η διεθνοποίηση της ίδιας της παραγωγής έχει ξεπεράσει ποιοτικά το πλαίσιο των εξαγωγών κεφαλαίων ή την απλή ύπαρξη πολυεθνικών εταιρειών. Το κεντρικό χαρακτηριστικό της σήμερα είναι η διαμόρφωση πολυεθνικών παραγωγικών αλυσίδων, όπου η παραγωγή του προϊόντος (δηλαδή, της αξίας και της υπεραξίας) συνίσταται σε μια τεμαχισμένη, διεθνή διαδικασία, που μπορεί να ξεκινάει από τη Σίλικον Βάλεϊ για να φτάσει στο Σεντζέν, έχοντας περάσει από καμιά εικοσαριά χώρες.

Ασφαλώς, οι πολιτικές επιλογές, κυρίως των μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών κρατών, παίζουν καθοριστικό ρόλο στον ταξικό χαρακτήρα, τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της οικονομικής διεθνοποίησης, όπως και στις ιεραρχικές σχέσεις που επιβάλλονται σε βάρος των πιο αδύναμων εθνών- κρατών. Γεγονός παραμένει ότι αυτό το σύγχρονο διεθνές πλέγμα δεν μπορεί να “επανεθνικοποιηθεί” με απλά πολιτικά διατάγματα. Άλλωστε ουδείς θα μπορούσε να φανταστεί ότι η κυβέρνηση που έφτιαξε ο Ντόναλντ Τραμπ προορίζεται για κάτι τέτοιο, όταν διευθυντικά στελέχη της Goldman Sachs και αρπακτικού fund της Wall Street, οι Στίβεν Μινιούκιν και Γουίλμπουρ Ρος αντίστοιχα, ανέλαβαν τα κρίσιμα υπουργεία Οικονομικών και Εμπορίου.

Εκείνο που επιδιώκει ο Τραμπ και οι μονοπωλιακοί κύκλοι που τον στηρίζουν δεν είναι το ξήλωμα της “παγκοσμιοποίησης”, αλλά η επαναδιαπραγμάτευση των όρων της, προς όφελος του αμερικανικού κεφαλαίου. Κάτι ανάλογο με την επαναδιαπραγμάτευση που πέτυχε ο Ρίγκαν, στη δεκαετία του 1980, σε βάρος της Ιαπωνίας και της Δυτικής Ευρώπης, με τη Συμφωνία της Πλάζα.

Στο πλαίσιο αυτής της επαναδιαπραγμάτευσης όντως ενδιαφέρεται για μια ορισμένη αναστύλωση της βιομηχανικής παραγωγής στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπως και για την αναστύλωση των φθαρμένων υποδομών τους, ώστε η ανάπτυξη του αμερικανικού καπιταλισμού να γίνει πιο ευσταθής και “υγιής”. Θα το επιδιώξει, όμως, με μια ταυτόχρονη πολιτική… κινεζοποίησης της αμερικανικής εργατικής δύναμης, για την οποία προδιαθέτει ήδη η πρώτη πράξη της προεδρίας του, η έναρξη αποδόμησης της μεταρρύθμισης Ομπάμα στο σύστημα υγείας.

Για την Αριστερά, η σύγκρουση με τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της παγκοσμιοποίησης, της χρηματοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού δεν προϋποθέτει απόσυρση από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και φαντασιακή αναδίπλωση στο “ιγκλού” του μικρού μας έθνους- κράτους.

Ασφαλώς, για κάθε λαό, και ειδικά για τον ελληνικό λαό που υποφέρει από τον ζυγό του χρέους και της Μνημονιακής επιτροπείας, η αποκατάσταση της δημοκρατικής, εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση για κάθε βήμα κοινωνικής αλλαγής. Όχι όμως με μια ανεδαφική λογική οικονομικής αυτάρκειας ή, ακόμη χειρότερα, εμπορικών πολέμων με άλλες χώρες, αλλά ενταγμένη σε μια στρατηγική ισότιμης οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα σε ελεύθερα έθνη κυρίαρχων λαών.

Πηγή: iskra.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»

Σπύρος Μανουσέλης


Στο προηγούμενο άρθρο, παρουσιάζοντας ορισμένες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε πώς αλλά και γιατί η κυρίαρχη σήμερα βιοπολιτική έχει επιβάλει τον εθελοντισμό ως μέσο διαχείρισης και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής ενός ολοένα διογκούμενου αριθμού περιθωριοποιημένων πολιτών.

Οπως είδαμε, κάθε εθελοντική κοινωνική πρακτική αναπληρώνει -έστω και φαντασιακά- την πραγματική αλλά συχνά ανικανοποίητη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να επιτελούν μια προσωπική, δημιουργική και κυρίως κοινωνικά επωφελή δραστηριότητα (Βλ. «Εφ.Συν.» 14-01-2017).

Ολα αυτά δεν οδηγούν βέβαια στην αμφισβήτηση των προθέσεων ή της προσφοράς των εθελοντών, αλλά στην κριτική του «εθελοντισμού» ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου που, ενώ εμφανίζεται σαν μια ανθρωπιστική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες των κυρίαρχων, σήμερα, βιοεξουσιαστικών σχέσεων.

Για να τεκμηριώσουμε αυτήν τη μάλλον προκλητική δήλωσή μας θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο έργο δύο σημαντικών σύγχρονων στοχαστών: του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.

Οι ιδιοφυείς αναλύσεις τους μας αποκαλύπτουν πώς η βιοπολιτική διαμορφώνει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και δρούμε ως έμβια κοινωνικά όντα.

Πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισηγείται την έννοια «βιοπολιτική» για να εξηγήσει το ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές άσκησης εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».

Μια καινοφανής προσέγγιση που υιοθετείται και διευρύνεται από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά και από τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα.


Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία.

Οπως εξηγεί στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (κυκλοφορεί από εκδ. Πλέθρον), η προϋπόθεση για την επιλογή, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής στις δυτικές κοινωνίες ήταν να υποβαθμιστούν και να ξεπεραστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νεωτερικών «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες κατέληξαν να εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη νεωτερική εξουσία έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές όποτε το έκρινε απαραίτητο.

Εντούτοις, κατά τον 20ό αιώνα, έγινε απολύτως σαφές ότι η πρωταρχική επιλογή της κυρίαρχης εξουσίας ήταν μάλλον ο προληπτικός έλεγχος και όχι η εκ των υστέρων καταστολή.

Συνεπώς, η βιοπολιτική ρύθμιση θεωρείται πλέον προτιμότερη -και κυρίως πολύ πιο αποτελεσματική- από τη βίαιη καταστολή!

Από τη βιοπολιτική στη θανατοπολιτική 


Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισάγει την έννοια «βιοπολιτική» στις ιστορικές-κοινωνικές μελέτες του για να εξηγήσει το αναμφισβήτητο πια γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών αγώνων και των νέων οικονομικών στρατηγικών είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».

Παραδόξως, η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται τη «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης: η νέα βιοεξουσία δεν θεωρεί πλέον τους ανθρώπους απαραίτητες -οικονομικά ή κοινωνικά- παραγωγικές μονάδες αλλά ένα αναλώσιμο βιολογικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση μέσω της βιοπολιτικής.

Ιδού πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Φουκό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ιστορία της σεξουαλικότητας» αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή:

«Ο άνθρωπος, επί χιλιετίες, παρέμεινε ό,τι ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ζώο που είναι επιπλέον ικανό να διάγει μια πολιτική ύπαρξη· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο στην πολιτική του οποίου τίθεται υπό αίρεση η ζωή του ως έμβιου όντος».

Σε αντίθεση με την άσκηση της αρχαίας και μεσαιωνικής πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα ανθρώπινα σώματα, π.χ. μέσω της τιμωρίας ή της επιβολής της θανατικής ποινής από τον ηγεμόνα, η νέα βιοπολιτική ασκείται πάνω σε κάθε πτυχή της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων. Και, εντέλει, αφορά τον άνθρωπο ως... βιολογικό είδος.

Οπως πολύ ορθά διέβλεψε ο Μισέλ Φουκό, σήμερα, όχι απλώς οφείλουμε αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για βιοπολιτική «προκειμένου να περιγράψουμε αυτό που εισάγει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον τομέα των ρητών υπολογισμών και μετατρέπει την εξουσία-γνώση σε παράγοντα μετασχηματισμού της ανθρώπινης ζωής».

Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατος του Φουκό δεν του επέτρεψε να αναπτύξει επαρκώς αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες.


Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, το 1995, ένας άλλος μεγάλος κοινωνικός φιλόσοφος, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), θα διαφωτίσει και θα διευρύνει με τρόπο αποφασιστικό την ανατρεπτική ιδέα της βιοπολιτικής εξουσίας.

Πράγματι, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Homo sacer - Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», αυτός ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός στοχαστής, μολονότι ξεκίνησε να διερευνά τα αίτια της απάνθρωπης ναζιστικής εξολοθρευτικής πολιτικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών.

Οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν πλέον μαζικά τη ζωή των ανθρώπων σε... «γυμνή ζωή».

Σύμφωνα με την εμβριθή και ιστορικά τεκμηριωμένη ανάλυση του Αγκάμπεν:

«Η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Με άλλα λόγια, η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!

Πράγματι, αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας ή και σε εμάς τους ίδιους, ο Αγκάμπεν καταλήγει στο εύλογο και, δυστυχώς, πολύ συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα ότι:

«Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».

Ετσι, ανάλογα με τις ιστορικοπολιτικές περιστάσεις, η «βιοπολιτική» μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε «θανατοπολιτική».

Τα νέα εργαλεία της βιοεξουσίας



Με αυτήν ακριβώς την έννοια της εγγενούς αμοιβαιότητας μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, στο τελευταίο μας άρθρο, μιλήσαμε για «ανθρωποκτόνο ανθρωπισμό» όταν περιγράφαμε τη σημερινή βιοπολιτική του εθελοντισμού, η οποία δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να συγχέεται με τη φυσική ανθρώπινη αλληλεγγύη ούτε και με την υποκριτική αστική φιλανθρωπία.

Ωστόσο, η σύγχρονη βιοπολιτική δεν καταφεύγει μόνο στον εθελοντισμό και στη μαζική προπαγάνδα για να νομιμοποιεί και να επιβάλλει στην κοινωνία τις επιλογές της.

Ολοένα και πιο συχνά, διαπιστώνουμε ότι προστρέχει στις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών για να δικαιολογήσει και, ενδεχομένως, να επιβάλει κάποιες εμφανώς απάνθρωπες ή και ανθρωποκτόνες στρατηγικές της.

Ακολουθώντας, μάλιστα, το σκεπτικό του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της βιοπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή βιοπολιτική εκδηλώνεται κυρίως μέσω των κοινωνικών εφαρμογών της βιοϊατρικής, της γενετικής μηχανικής και, πιο πρόσφατα, της νευροπολιτικής.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί το ότι στις πιο ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες οι κυβερνήσεις, τα κόμματα αλλά και οι μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις προσλαμβάνουν ως ειδικούς συμβούλους κοινωνικούς ψυχολόγους ή και ειδικούς νευροεπιστήμονες προκειμένου να αναλύσουν όχι τόσο τις οικονομικοπολιτικές ανάγκες των πολιτών αλλά τις νευροψυχολογικές αδυναμίες και τις νοητικές έξεις τους.

Χάρη στα νέα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτουν, αυτοί οι ειδικοί αναλαμβάνουν -με το αζημίωτο!- να αποκαλύψουν τις βαθύτερες πολιτικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές συνήθειες ή τις φοβίες ενός πληθυσμού, πληροφορίες που διευκολύνουν αποτελεσματικά τη διαχείριση αυτών των ανθρώπων.

Εξάλλου, ο σκοπός ύπαρξης και επίσημα διακηρυγμένος στόχος τόσο της «νευροπολιτικής» όσο και της «νευροοικονομίας» είναι το να καταφέρουν να διαχειριστούν την πολιτική ή οικονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται όχι μόνο από τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά κυρίως από τη θλιβερή άγνοια των πολιτών για το πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους σε απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες.

Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από την απλή υλική-βιολογική «ζωή» των ανθρώπων.

Για τη σύγχρονη βιοπολιτική, τα ιδιαίτερα βιολογικά, σωματικά και εγκεφαλικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων διαπλέκονται στενότατα και, σε μεγάλο βαθμό, επηρεάζουν τις δήθεν «μοναδικές» πνευματικές, ψυχικές συμπεριφορές τους.

Σε αυτό ακριβώς βασίζεται κάθε βιοεξουσία για να επιβάλλει στους ανθρώπους την ιδιαίτερη βιοπολιτική της.

Δύο πολύ αποκαλυπτικά βιβλία για τη βιοπολιτική



«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο Φουκό για τη σειρά των διαλέξεών του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976.

Σ’ αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο Φουκό θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνονται εντός της επικράτειάς της.

Σταθερή βάση των αναλύσεων του Φουκό είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των μαθημάτων είναι ότι σε αυτές αναλύει λεπτομερώς τις πρωτοποριακές του ιδέες για τη βιοπολιτική, το πώς δηλαδή η νεωτερική βιοεξουσία επιβάλλει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό ως μέσο διαχείρισης της κοινωνίας.

Ιδού πώς ο ίδιος ο Φουκό διατυπώνει, στο τελευταίο από αυτά τα μαθήματα, το σχετικό ερώτημα:

«Πώς αυτή η εξουσία, η οποία έχει κύριο στόχο της την εξασφάλιση της ζωής, μπορεί να αφήνει τους ανθρώπους να πεθαίνουν;» δηλαδή «πώς ασκείται η εξουσία του Θανάτου, πώς ασκείται η λειτουργία του Θανάτου, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα επικεντρωμένο στη βιοεξουσία;»!

Η τεράστια σημασία της μεταγραφής αυτών των προφορικών μαθημάτων σε βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ζωντανά το πώς ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής διαμόρφωνε και επεξεργάζονταν σταδιακά τις ρηξικέλευθες πολιτικές απόψεις και τις φιλοσοφικές του ιδέες, αρκετές από τις οποίες είτε δεν τις είχε αναλύσει επαρκώς στα βιβλία του είτε δεν πρόλαβε να τις παρουσιάσει σε ένα βιβλίο.


Το κορυφαίο και άριστα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo sacer» έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική.

Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer (ιερού ανθρώπου), αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής.

Για τον Αγκάμπεν η «γυμνή ζωή» και η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελούν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας.

Και η μορφή του «ιερού ανθρώπου» γίνεται όχι μόνο το θεμέλιο της γυμνής ζωής της ανθρωπότητας αλλά και το αντικείμενο της βιοεξουσίας κατά τη νεωτερική εποχή.

Σε αυτό το βιβλίο, ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκό, η Χάνα Αρεντ κ.ά.

Αυτός ο διάλογος με προγενέστερους στοχαστές τού επιτρέπει να δείξει ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας.

Παράλληλα, η μελέτη των ολοκληρωτικών φαινομένων του 20ού αιώνα του επιτρέπει να αναλύσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα σε ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης «Κατάσταση εξαίρεσης» (Πατάκης, 2007), «Η κοινότητα που έρχεται» (Ινδικτος, 2007), «Βεβηλώσεις» (Αγρα, 2006), «Χρόνος και ιστορία» (Ινδικτος, 2003), τα οποία και διαφωτίζουν πολλά θέματα αυτού του βιβλίου.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυπριακό: Η άμαξα μπροστά από το άλογο

Του Γιώργου Ζήκα 


Η διαδικασία ενοποίησης του κυπριακού κράτους (η «λύση») δεν έχει αποκτήσει ξεχωριστή ιδεολογική κατεύθυνση, αλλά ενυπάρχει σε κάθε πολιτική ιδεολογία της Κύπρου. Αποτελεί εργαλείο για κάθε κόμμα, σχεδόν για κάθε συλλογική οντότητα, για κάθε σχολείο και οικογένεια, «μάνα εξ ουρανού» για τα ΜΜΕ, χωρίς όμως να συνδέεται με τα κοινωνικά προβλήματα. Δεν έχει ταξική χροιά.

Τα κόμματα και όχι μόνο παρουσιάζονται εγκλωβισμένα σε μια δίνη του χρόνου και μοιραία διαιωνίζουν «το κυπριακό πρόβλημα» αναμασώντας τραγικά τα εθνικά και θρησκευτικά επιχειρήματά τους (σίγουρα όχι μόνο από επιπολαιότητα). Όμως η μισαλλόδοξη ρητορεία του εθνικισμού είναι φορτισμένη και φορτωμένη με αίμα αιώνων και εξακολουθεί να χωρίζει τις δυο κοινωνίες αντί να τις ενώνει. Φρενοκομείο συζητήσεων στις τηλεοράσεις όπου ειδήμονες επί ειδημόνων αναλύουν τα «σφάλματα» του ιστορικά εχθρού (τα δικά μας λάθη τα ξεπερνούν μακαρίως) και προκρίνουν μικρόψυχα την εξόντωση ανθρώπων οι οποίοι δεν είχαν γεννηθεί στην εποχή που «το έθνος και η πατρίδα μας» έπαθαν πανωλεθρία. Ο πολεμοχαρής εαυτός λουφάζει αναγκαστικά, αλλά παραμένει η άνευ ουσίας ρητορεία ευχών για το κακό του γείτονα εχθρού (κάτι σαν μάτιασμα της κυρά – Κατίνας). Εννοείται ότι οι κάτοικοι του νησιού που ανήκουν «στο άλλο έθνος» είναι εκτελεστικά όργανα του μεγάλου «εθνικού άλλου» (ο οποίος δεν απαλλάσσεται βέβαια, αφού σαφώς αντλεί επιχειρήματα από το δικό του «έθνος»). Έτσι «οι ειδήμονες» τους συμβουλεύουν τι θα πρέπει να κάνουν για να «λυθεί το κυπριακό». Δηλαδή, εμείς γνωρίζουμε καλύτερα από αυτούς πιο είναι το καλό τους!

Την ίδια στιγμή, εκτός από τα εθνικά επιχειρήματα, παρατηρούμε ότι η δημοκρατία και η ανθρώπινη αξία ταυτίζονται με το έδαφος (εδαφικό), με το διαμοιρασμό των εξουσιών από τις παρούσες πολιτικές ομάδες (πολιτικό, «εκ περιτροπής Προεδρία»), από τον γεωστρατηγικό έλεγχο (ασφάλεια και εγγυήσεις), κλπ. Η διαδικασία αυτή αποτελεί μια μινιατούρα ενοποίησης της ΕΕ, η οποία θα αναζητεί για πάντα και ματαίως τον κοινωνικό ρόλο της και την αλληλεγγύη. Μάλιστα, απροκάλυπτα η πολιτική (δες οικονομική) «ελίτ» της ΕΕ ανακοίνωσε πρόσφατα ότι είναι διαθέσιμη να επενδύσει (ναι, επί λέξη: να επενδύσει!) τρία δισεκατομμύρια εκατό εκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων στην ενοποιημένη Κύπρο. Κάτι σαν μνημόνιο, του οποίου γνωρίζουμε τις τακτικές διανομής και το ποιος θα το ξεχρεώσει. Όμως αυτή η δήλωση της ΕΕ ήταν ειλικρινέστατη: στο νέο κράτος οι εργαζόμενοι θα βλέπουν τα έσοδά τους να μειώνονται και το εισόδημα των πλουσίων να αυξάνεται.

Αυτή η προσπάθεια ενοποίησης της Κύπρου, όπως την παρακολουθούμε σήμερα, φέρνει την άμαξα μπροστά από το άλογο. Η προσπάθεια θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για να αναδομηθεί θεσμικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά η κυπριακή κοινωνία. Θα μπορούσαμε πρώτα να αναδείξουμε όλες τις παθογένειες και η ακύρωσή τους να αποτελέσει τη βασική μέριμνα των συζητήσεων προς τη «λύση του κυπριακού». Ως δείγματα αυτής της βασικής μέριμνας θα μπορούσαν να αναφερθούν η αφαίρεση από την εκπαίδευση των αρνητικών εικόνων του «εθνικού άλλου», η διανομή της εκκλησιαστικής περιουσίας, η θεμελίωση των πολιτικών ελευθεριών, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα και ισομισθία, η προσεκτική ανακατονομή του πλούτου και της δύναμης, η υγεία, η οικογενειοκρατία, τα προνόμια κλπ. Μετά ή έστω ταυτόχρονα με κέντρο πλέον την αβίαστη αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη όλων προς όλους η «λύση», η συνένωση του κράτους, θα πρόκυπτε αβίαστα. Ας ασχοληθούμε πρώτα με την ουσία (το κοινωνικό) και μετά διαμοιράζουμε τα ιμάτια της Μόρφου, της Κερύνειας και της Αμμοχώστου.

Γνωρίζουμε βέβαια πως δεν υπάρχει αυτή την στιγμή πολιτικός σχηματισμός στην Κύπρο προς την κατεύθυνση της κοινωνικής αναδόμησης με ευκαιρία τη «λύση». Οι επικρατούσες σήμερα πολιτικές (και στις δυο «κοινότητες» όπως αποκαλούνται) εμμένουν στην υπάρχουσα κατάσταση και δεν ρισκάρουν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία. Αντιθέτως επιθυμούν να μεταβούν στην επόμενη μέρα χωρίς τριγμούς και αναδομήσεις.

Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου ως πολίτη του νέου κράτους όπου η μείωση των αποδοχών και η ανεργία θα αποτελούν κατά κύριο λόγο στρατηγικές διακυβέρνησης; Πώς μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου ως μέλος κράτους όπου «ο διάλογος» θα γίνεται με κλειστές πόρτες και το ρουσφέτι δεν θα έχει ποινικοποιηθεί; Τι είδους πολίτης θα είσαι όταν οι κρατικοί υπάλληλοι και οι συντεχνιακοί ανάγονται σε «παράγοντες» και ταυτόχρονα αποτελούν τη βασική δεξαμενή άντλησης των ψηφοφόρων της εκάστοτε κυβέρνησης; Γιατί, ως πολίτης, να νομιμοποιείς το απάνθρωπο σύστημα υγείας και την υποκριτική φιλανθρωπία μέσω των «κοινωνικών παντοπωλείων» κι εράνων; Τέτοια διακυβέρνηση θέλουμε στο νέο κράτος;

Μπορούμε να δράσουμε; Ναι. Γνωρίζουμε ότι η ανισότητα (πλούτου, φορολογίας, εργασίας, αμοιβών κλπ.) είναι συνειδητή κατασκευή και ως εκ τούτου πάλι συνειδητά μπορεί να αναιρεθεί. Θα βρίσκαμε συμμάχους ή θα αφυπνούσαμε πολλούς (πχ. τους ακαδημαϊκούς) στην Κύπρο αλλά και στον κόσμο για να υποστηρίξουν την προσπάθεια ενός «μικρού λαού» που θέτει στον πυρήνα της αλλαγής τον άνθρωπο και τα κοινωνικά προβλήματα. Ακόμα και οι ιστορικά «εχθροί του έθνους» θα στερούνταν επιχειρημάτων, όταν δυναμιτίζαμε το διαχωρισμό των ανθρώπων με κριτήριο την εθνότητα. Γνωρίζουμε επίσης ότι εχθρός του ανθρώπου, της δικαιοσύνης, της ευθύνης, της αλληλεγγύης, κλπ. δεν είναι τα «έθνη», αλλά αυτοί που τα κατασκευάζουν και τα χρησιμοποιούν. Τη φαντασίωση του έθνους θα μας την εκριζώσει μια και καλή η ενασχόληση με την ουσία: τα κοινωνικά θέματα, τα οποία είναι απολύτως κοινά για κάθε κάτοικο του νησιού, των «μητέρων πατρίδων» και όχι μόνο. Ξένη δεσποτεία αλλά και ντόπιος στρατός τα οποία θα αφαιμάσσουν ματαίως το εισόδημα των εργαζομένων δεν έχουν έννοια σε παρόμοια προσέγγιση. Το Λουξεμβούργο έχει στρατό; Ακόμα, ας επιχειρήσουμε να φανταστούμε την ευμάρεια του νησιού αν οι κεφαλαιούχοι της ΕΕ ικανοποιήσουν το πάθος τους και επενδύσουν (στην κυριολεξία, να εισπράττουν μέρος των διοδίων) στην κατασκευή υποθαλάσσιου τούνελ που να ενώνει την Καρπασία με την Αττάλεια. Το κράτος δικαίου, λοιπόν, ας αποτελέσει την πεμπτουσία όλων των κατοίκων του νησιού. Τι θα σε ενοχλούσε αν ο Πρόεδρος της Κύπρου θα ήταν «Τούρκος» ή «Έλληνας», αλλά θα επέστρεφε αυτά που σου έκλεψαν, θα δήμευε την περιουσία των κλεφτών, θα αμειβόσουν ισότιμα και θα ζούσες χωρίς το άγχος της ανεργίας και της εγκληματικότητας;

Πρωτίστως απαιτείται μια βαθιά και άμεση ρήξη με τη μισαλλόδοξη και υποκριτική Εκπαίδευση προς την ανόρθωση μιας Παιδείας που να αναδεικνύει τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα και τις ταξικές διαφορές και να διαμορφώνει ανθρώπους διεκδικητές. Σταδιακά, μέσα από ανοιχτό διάλογο και πολιτική διαπραγμάτευση, μπορούμε να εδραιώσουμε τη συνεργασία και την αμοιβαία ευθύνη στο ενιαίο κράτος. Δεν υπάρχει ηγέτης, και μάλιστα καβάλα σε άσπρο άλογο, για να μας οδηγήσει. Όλα είναι θέμα Παιδείας, ταυτόχρονης συλλογικής αφύπνισης και συμμαχιών.

Σαφώς και θα υπάρχουν αντιστάσεις ντόπιες και άλλες και με κάθε μέσο. Πρώτοι και καλύτεροι οι ντόπιοι «ειδήμονες» εντολοδόχοι στα ΜΜΕ, οι οποίοι θα «εκτιμήσουν» ότι η προαναφερθείσα προσέγγιση είναι ρομαντική και απλοϊκή. Έτσι κι αλλιώς το ισχύον «σύστημα» διαθέτει αστείρευτη δεξαμενή μέσων (και βίαιων) για αποπροσανατολισμό από τα κοινωνικά θέματα. Παρόμοιο «σύστημα» θα το επιτρέψεις και στο ενιαίο κράτος;

Λεμεσός, 15 Γενάρη 2017

Πηγή: e-dromos.gr



Δρόμος της Αριστεράς: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες... έχω χάσει την φαντασία μου!*

Κώστας Κάππας


Η Ποίηση είναι Τέχνη, είναι σαν την Ζωγραφική.

Τα εσωτερικά φαντάσματα του ζωγράφου αποτυπώνονται στον καμβά, ο επισκέπτης όμως μεταβολίζει τον πίνακα στο μεδούλι του, χρησιμοποιώντας τις δικές του βιοψυχικές ορμόνες, προσαρμόζοντας τα μηνύματα στο δικό του θυμικό, στο δικό του DNA.

Συγκλονίζει η Κατερίνα, ο τόπος, ο χρόνος, οι εμπειρίες της, η Παραγγελιά και η εθελούσια αναχώρησή της. Εγώ δεν είμαι ποιητής, δεν είμαι συγκλονιστικός. Είμαι στην μέση της δίνης του Μνημονίου. Έχω όμως μνήμη, γνώση, πόνο, ελπίδα, απελπισία, διάθεση για αγώνα και αυτοκτονικές τάσεις.

Οι πατάτες που κολλάνε; Κολλάνε και στο άσπρο και στο μαύρο.

Αναπλάθω στο μυαλό μου την ιστορία των μουζίκων, των Zapatistas, των Ελασιτών, των κατατρεγμένων όπου γης και βλέπω την αποφασιστικότητά τους να νικήσουν, χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, αυθόρμητα και ενστικτώδικα, να κάνουν πράξη την ρήση του Μαρξ, «Ελευθερία είναι η Γνώση της Αναγκαιότητας». Εντελώς ξεροκέφαλοι και πεισματωμένοι, πολεμάνε με λιανοντούφεκα, ντύνονται με κουρέλια και τρώνε σκουπίδια, σίγουροι ότι η Μαγεία της Νίκης θα τα κάνει δημοκρατία, δουλειά, παιδεία και ζεστό ψωμί. Θυμάμαι την προσωπική μου ιστορία με την σύντροφό μου όταν τρώγαμε πράγματι πατάτες, ατελείωτες μέρες, αλλά μαγειρεμένες με χίλιους τρόπους, χτίζοντας γνώση, διδακτορικά και μέλλον στην μακρινή εκείνη χώρα.

Γλυκές, ελπιδοφόρες, πεντανόστιμες πατάτες που δεν έφτανε ολόκληρος τόμος να χωρέσει τις συνταγές τους!

Ζω την ιστορία του τόπου μου σήμερα, με αναστατώνουν και με πανικοβάλλουν οι διπλανοί μου, αλλά και ο εαυτός μου. Μαζεύτηκαν πολλοί εκείνοι που τα απανωτά σκαμπίλια τους ζάλισαν, τους έκαναν να κατεβάσουν τα χέρια και τους έπνιξαν τα όνειρα. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αργά, σταθερά, με συνεχή ελεγχόμενο πόνο, τους και μας, αφαιρούν ή συρρικνώνουν, δουλειά, δικαιώματα, εκπροσώπηση, υγεία, παιδεία και … τσελεμεντέ. Το νοιώθεις, από τα απλανή βλέμματα στο δρόμο, ότι δεν προσμένουν κάτι να αλλάξει. Αντιδρούν με τον ίδιο προβλεπόμενο τρόπο πολιτικά (το γνωστό εκκρεμές χωρίς ‘ακραίες’ τιμές), έπαψαν να ψάχνουν τις μικρές αγγελίες, σταμάτησαν να ονειρεύονται πτυχία και τρώνε τις σάρκες τους καθημερινά, με ψευδώνυμα του τύπου δάνεια, εκποίηση τιμαλφών, σύνταξη παππού, ….

Τις ίδιες πατάτες τρώγαμε τότε και τώρα. Δεν θα αλλάξει σύντομα η διατροφή μας. Ας τις αγαπήσουμε, όπως πρέπει να αγαπήσουμε την αξιοπρέπεια μας, τον διπλανό μας, τον κόσμο που πάνε να μας στερήσουν.

Τότε η φαντασία θα επανέλθει ως πραγματικότητα.


*Από το ποίημα της Κατερίνα Γώγου “Καμμιά φορά” (συλλογή “Τρία κλικ αριστερά”, 1978)

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Άλλο ο Χίτλερ, άλλο ο Τραμπ, άλλο εμείς. Έτσι δεν είναι;

Άρης Χατζηστεφάνου


Η οργή και ο τρόμος σε ολόκληρο τον πλανήτη είναι απόλυτα δικαιολογημένες αντιδράσεις απέναντι στην ανάληψη της προεδρίας από τον Ντόναλντ Τραμπ. Μήπως όμως θα έπρεπε να φοβόμαστε και τον εαυτό μας;

Η τελευταία ηχηρή παρέμβαση, η οποία αναπαράγεται τα τελευταία 24ωρα σε όλο τον κόσμο, προέρχεται από τον Πάπα Φραγκίσκο. Αναφερόμενος εμμέσως πλην σαφώς στον πρόεδρο Τραμπ αλλά και τις κυβερνήσεις της ανατολικής Ευρώπης υπενθύμισε ότι και στη ναζιστική Γερμανία ήθελαν να προστατευτούν «με τείχη και συρματοπλέγματα προκειμένου να μην χάσουν την ταυτότητά τους».

«Τελικά, ο Χίτλερ τους προσέφερε μια αλλοιωμένη ταυτότητα και ξέρουμε που οδήγησε αυτό» συνέχισε ο προκαθήμενος της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

Ωραία λόγια και θα τα αναπαράγουν σίγουρα και τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Δεν θα αναφέρουν φυσικά ότι και στην Ελλάδα υψώσαμε συρματοπλέγματα στον Έβρο, παρά το γεγονός ότι γνωρίζαμε πως αυτά δεν σταματούν τις προσφυγικές ροές – απλώς στέλναμε συνειδητά χιλιάδες ανθρώπους να πνιγούν στο Αιγαίο.

Τα συρματοπλέγματα τα δημιούργησε ο Παπανδρέου, τα διαφήμισε ο Σαμαράς και τα διατήρησε στη θέση τους ο Τσίπρας.

Αλλά φυσικά κανείς δεν τολμά να συγκρίνει αυτούς τους πολιτικούς με τον Τραμπ. Πόσο μάλλον με τον Χίτλερ (όπως είχε το θάρρος να κάνει εμμέσως πλην σαφώς ο Πάπας Φραγκίσκος για σημερινούς πολιτικούς της Ανατολικής Ευρώπης).

Αύριο μεθαύριο θα κατηγορούμε, δικαίως, τον Τραμπ, αν τελικά μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ – κίνηση την οποία χαρακτήριζε γελοία ακόμη και ο Κίσινγκερ και η οποία προοιωνίζεται νέα επιθετικότητα από την πλευρά του ισραηλινού κράτους και νέα ποτάμια αίματος των Παλαιστινίων.

Όταν βέβαια ο Τσίπρας χαρακτήριζε την Ιερουσαλήμ ιστορική πρωτεύουσα του Ισραήλ, κατά παράβαση κάθε διπλωματικού πρωτοκόλλου, ήταν μια συνετή πράξη. Τι σχέση έχει αυτός με τον Τραμπ;

Πολύς λόγος γίνεται αυτές τις ημέρες και για τα πυρηνικά όπλα που βρίσκονται στα χέρια του Τραμπ και για την ευκολία με την οποία αναφέρεται στη χρήση τους. Σύμπτωση θα είναι ότι πριν από μερικές ημέρες η Ελλάδα καταψήφισε πρόταση για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων στον ΟΗΕ.

Η εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους έχει συνέχεια την τελευταία δεκαετία. Είναι πάντα με τους ισχυρούς και ενάντια στους αδύναμους και τους αδικημένους. Φίλος των κατακτητών και εχθρός του διεθνούς δικαίου. Πολλές από τις αποφάσεις μας δεν διαφέρουν σε τίποτα από τις φρικιαστικές προτάσεις του Τραμπ.

Το γεγονός ότι είμαστε μικροί και ασήμαντοι στη διεθνή σκακιέρα δεν κάνει τις πράξεις μας λιγότερο ανήθικες.

Πηγή: info-war.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Ποιος θυμάται τον Τζόρτζ Όργουελ και το 1984;

Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Ο Τζορτζ Όργουελ θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος πολιτικός συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα. Όχι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος μήτε ο μεγαλύτερος πολιτικός διανοητής του καιρού του, καθώς συνδύασε και τις δύο δραστηριότητες, δηλαδή την πολιτική και την τέχνη, σε μία. Ο Όργουελ δεν έγραψε πολιτικά μυθιστορήματα, αλλά είδε με πολιτικό τρόπο τη λογοτεχνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η δεκαετία του τριάντα με την άνοδο των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ήταν η κατ’ εξοχήν εποχή της απώθησης της λογικής και της εκτροπής των συναισθημάτων προς το συλλογικό ντελίριο, καθώς η συνείδηση είχε για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη κλίμακα στην ιστορία της ανθρωπότητας διαβρωθεί μεθοδικά εκ των έσω. Το «1984» σχετίζεται άμεσα με τη βίωση αυτής της εποχής και του γεγονότος ότι κανείς δεν είχε ανησυχήσει, κανένα κείμενο δεν είχε επισημάνει τους κινδύνους.

Η περιπέτεια της γραφής για τον Όργουελ είναι η έρευνα του τρόπου με τον οποίο πρέπει να γράφει κανείς για να γίνεται αντιληπτός. Πρόκειται για ένα παιγνίδι, μία αλληλόδραση που προτείνει ή επιβάλλει στον αναγνώστη, με τέτοιο τρόπο ώστε ο δημιουργός και ο αναγνώστης να φθάνουν στο σημείο να γνωρίσουν καλύτερα τις ποικίλες εκδοχές του «Εγώ» τους. Ο Όργουελ έζησε στην εποχή του Τζόυς και του Κάφκα και της ανανέωσης του «Εγώ», που κατέστη πλέον «το άλλο του άλλου». Ένα μέρος από αυτό το «Εγώ» μας διαφεύγει πάντα κι αυτή την επανασύνδεση και επανασύνθεση της «περσόνας» (του όλου προσώπου του ανθρώπου) επιχειρεί ο Όργουελ.

Αντίθετα με τον Προυστ, ο Όργουελ δεν έγραφε για να ξαναβιώσει τη ζωή ούτε για να βρει το νόημά της, αλλά για να ζήσει. Επιθυμούσε το έργο του να αποτελέσει μία έκκληση στη λογική των ανθρώπων που θα εμποδίσει την κατάληξη στην άβυσσο των ολοκληρωτισμών. Η ζωή είναι ιερή και οι αιώνιες αλήθειες βρίσκονται στα μικρά γεγονότα της καθημερινότητας του «common people». Σ’ αυτόν τον άνθρωπο αναφέρεται το βιβλίο Προσκύνημα στην Καταλωνία. Εκεί όπου το 1936 «Οι σερβιτόροι και οι υπάλληλοι σε κοίταζαν στα μάτια και σε αντιμετώπιζαν σαν ίσο τους. Οι δουλοπρεπείς εκφράσεις, ακόμα κι οι τυπικότητες, είχαν προσωρινά εξαφανιστεί. Κανείς δεν έλεγε ‘’σενιόρ’’ ή ‘’Δον’’ ή ‘’εσείς’’. Όλοι αποκαλούσαν όλους ‘’σύντροφε’’, χρησιμοποιούσαν τον ενικό... Το φιλοδώρημα ήταν απαγορευμένο με νόμο... τα ανθρώπινα όντα προσπαθούσαν να συμπεριφερθούν σαν ανθρώπινα όντα...» Αυτή είναι η περιγραφή της συμβολικής τάξης και των ανθρώπινων σχέσεων που είχαν διαμορφωθεί στο στρατόπεδο των αναρχικών κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Είναι το κείμενο που επηρέασε πολλούς μεταξύ των οποίων και τον Νόαμ Τσόμσκυ.

Η γραφή του Όργουελ δεν έχει την αισθαντικότητα άλλων συγγραφέων και αυτό γιατί δεν επεδίωκε να παράξει ολοκληρωμένους χαρακτήρες αλλά να αναδημιουργήσει το εσώτερο «Εγώ» των πρωταγωνιστών του μέσω των έργων και των πράξεών τους. Η ηθική και η αισθητική ήταν οι δύο αδιαχώριστες πλευρές μίας οξείας συνείδησης της ρητορικής του. Γνώριζε ότι οι πραγματικότητες για τις οποίες μιλά η φαντασία έχουν ένα «analogon» -ανάλογον- στην υπερ-γλωσσολογική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια μία δημιουργία δεν πρέπει να είναι αυστηρά φανταστική, δηλαδή αποκομμένη από την πραγματικότητα των πραγμάτων -την πραγματική πραγματικότητα- και συγχρόνως από την πραγματικότητα του «άλλου». Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να σώσει την ψυχή του μέσα σ’ έναν τρελό κόσμο. Η καταβύθιση στο μη πραγματικό, η πίστη ότι μπορούμε να ξεφύγουμε από την Ιστορία και να παίζουμε το βιολί μας, ενώ η Ρώμη καίγεται, του δίνει την εντύπωση των προσώπων του Greco που ζουν στις κοιλιές των φαλαινών.

Κάποιοι διερωτώνται γιατί ο Έρικ Μπλερ χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Τζόρτζ Όργουελ. Πέρα από κάποιες φοβίες, όπως για τις γάτες, την νυκτερινή ενούριση, την αποτυχία και το αίσθημα ενοχής που τον διακατείχαν, ο Όργουελ ήθελε να ανακατέψει τα χαρτιά της επικοινωνίας του με τους αναγνώστες και να υπερβεί τις πολιτικές και αισθητικές του αντιφάσεις. «Αγόρασε» με άλλα λόγια τη χαμένη του σκιά, το διαφεύγον «Εγώ» του και τη χαμηλή του αυτοεκτίμηση. Η εμπειρία του ως αστυνομικός των αποίκων στη Βιρμανία ήταν τραυματική: «Ήμουν ένα γρανάζι της μηχανής του δεσποτισμού», θα πει ο ίδιος. Ίσως για να γίνει συγγραφέας έπρεπε να αισθανθεί ένοχος. Ακολουθεί η μίζερη ζωή του Παρισιού και μετά η συμμετοχή στον ισπανικό εμφύλιο. Είναι η μεγάλη εμπειρία που θα σημάνει τη μεταστροφή της συνείδησης και της γραφής του προς τις πολιτικές ιδέες. Ο Όργουελ φοβόταν τις γάτες αλλά όχι τον πόλεμο. Ο σοσιαλισμός του είναι ασφαλώς εναντίον του καπιταλισμού και της αστικής κουλτούρας που καθιστά «γραφικούς» τους άλλους, είναι ουμανιστικός και συγχρόνως είναι εναντίον των σοσιαλισμών «των άλλων» -του Στάλιν αλλά και των θεωρητικών των σαλονιών.

Αλλά πέραν τούτων, ο Μπλερ υιοθέτησε ένα άλλο όνομα γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα στην οικογένειά του -μια ξεπεσμένη αστική οικογένεια. Επίσης, ήθελε να πάρει τις ιδεολογικές και πολιτιστικές αποστάσεις από αυτή. Εξάλλου, ποτέ δεν είχε θερμές σχέσεις μαζί της. Η εργατική οικογένεια είχε εξειδανικευθεί στα μάτια του: «Μέσα σε μία εργατική οικογένεια (...) αυτή που ζει σε μία σχετική άνεση - αναπνέει κανείς μία ατμόσφαιρα ζεστασιάς, χαλάρωσης και βαθιάς ανθρωπιάς που δεν είναι εύκολο να τη βρεις αλλού», γράφει ο ίδιος ο Όργουελ. Αποφάσισε, έτσι, να αποκοπεί από την οικογένειά του και την κοινωνική του θέση, όχι γιατί ήταν πλούσιος, που δεν ήταν, αλλά γιατί ήθελε να αποφύγει «κάθε μορφή κυριαρχίας του ανθρώπου από τον άνθρωπο». Ήθελε να ξαναγεννηθεί στους χώρους των καταπιεσμένων, να γίνει ένας από αυτούς, εναντίον των εχθρών τους που χαρακτήριζε «τυράννους». Γνώρισε κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν άλλο κόσμο και αντιλήφθηκε το χάος που χωρίζει οικονομικά και πολιτιστικά την εργατική από την κυρίαρχη τάξη.

Το σώμα που είναι «αδιαχώριστο από τη φαντασία που το δομεί και το ενσωματώνει στη συνολική θέαση του κόσμου και της ζωής» θεωρείται από τον Όργουελ η υπέρτατη εκδοχή του ατόμου. Αυτή η επιλογή είναι ηθική, αισθητική και πολιτική. Η χώρα στην οποία ζούσε ήταν βρώμικη κι ένας στους πέντε ανθρώπους δεν είχε απολύτως τίποτα να φάει, ενώ ένας στους τρεις ήταν φτωχός. Ήθελε γι’ αυτό να καταδείξει την καταπίεση που ασκούσε η κοινωνία στην φυσική κατάσταση των ανθρώπων. Αλλά για να γίνει αυτό πίστευε ότι έπρεπε να υποφέρει και ο ίδιος, να βυθιστεί και ο ίδιος στην κατάσταση των «τελευταίων των τελευταίων» που ήταν οι εγκληματίες, οι κλέφτες, οι νταβατζήδες και οι πόρνες, το λεγόμενο «λούμπεν προλεταριάτο».

Εκεί διαπίστωσε πως τα πρόσωπα υφίστανται τους καταναγκασμούς του περιβάλλοντός τους μέσω του σώματός τους. Στην Ισπανία ο Όργουελ θα ολοκληρώσει την πολιτική σπουδή του σώματός του, αιωρούμενος συνεχώς μεταξύ του μαζοχισμού, τον οποίο είχε αναγάγει σε ένα είδος κουλτούρας, και της στωικότητας. Το σώμα όταν υποφέρει αντιστέκεται και δεν αφήνεται όπως το πνεύμα όταν καταλαμβάνεται από τον ολοκληρωτισμό. Γι’ αυτό στο «1984» ο O’ Brien βασανίζει πρώτα τον Winston ώστε να τον αποξενώσει από το σώμα του κι ύστερα να τον αποευαισθητοποιήσει, δηλαδή να τον αποκτηνώσει. Στο τέλος του μυθιστορήματος θα τον καταστήσει μέσω της πλύσης εγκεφάλου ένα πιόνι, που αγαπά τον «Μεγάλο Αδελφό». Κάτι ανάλογο κάνουν όταν δημιουργούν τους μελλοντικούς βασανιστές. Δηλαδή πρώτα βασανίζουν άγρια τους ίδιους.

Ο άνθρωπος του «1984» αποστερείται της ικανότητας να αγαπά, να ερωτεύεται, να έχει φίλους, να χαίρεται τη ζωή, να γελά, να είναι περίεργος, ενώ πιέζεται συνεχώς για να κενωθεί εντελώς από κάθε προηγούμενη εμπειρία κι έπειτα πληρώνεται από αυτά που οι κυρίαρχοι θέλουν. Ακόμη και το βλέμμα του Winston θα αλλάξει, εκεί που υπάρχουν τέσσερα δάκτυλα, αυτός θα βλέπει πέντε. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω της αλλοτρίωσης, αλλά επειδή επικρατεί ως αληθινή η «αλήθεια» του ισχυρότερου. Η ανθρώπινη εμπειρία όταν εισπράττεται μέσω του σώματος είναι πιο αληθινή από τις αναλύσεις και τους λόγους των ανθρώπων του κόμματος κάθε πτέρυγας σύμφωνα με τον Όργουελ.

Στην Ισπανία, επίσης, θα σταματήσει η συνήθης ροή της Ιστορίας και θα ξεκινήσει για πρώτη φορά η οργανωμένη κρατική συκοφαντία. «Έχω δει την Ιστορία να γράφεται όχι σε σχέση με αυτό που συνέβη στο παρελθόν, αλλά σε σχέση με αυτό που όφειλε να συμβεί σύμφωνα με τις αναλύσεις αυτού ή του άλλου πολιτικού κόμματος» έγραφε ο ίδιος.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Αντόνιο Γκράμσι: Μισώ τους αδιάφορους!

Κόσμος


Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Γκράμσι
στην κωμόπολη Ghilarza της Σαρδηνίας.
«Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της Ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα».

Σαν σήμερα στις 22 Ιανουαρίου 1891 γεννήθηκε στη Σαρδηνία ο Αντόνιο Γκράμσι, ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Τα πρώτα χρόνια στο Τορίνο


Ο Γκράμσι σε ηλικία 15 ετών.
Παρά την ιδιαίτερη κλίση του στην ιστορία και τον πολιτισμό, υποχρεώθηκε να διακόψει για κάποια χρόνια τις γυμνασιακές του σπουδές. Καταφέρνει ωστόσο, μετά το απολυτήριο, να πάρει μια μικρή υποτροφία για σπουδές στη Σχολή Φιλολογίας του Τορίνο.

Στο Τορίνο, βιομηχανικό κέντρο της Ιταλίας με ανεπτυγμένο εργατικό κίνημα, ο Γκράμσι ήρθε σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους της πόλης και το 1913 γίνεται μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Παράλληλα με την πολιτική του δράση, συνεχίζει τις σπουδές του στη Γλωσσολογία, την ιταλική λογοτεχνία, το δίκαιο και τη φιλοσοφία. Την ίδια περίοδο συνεργάζεται με διάφορα έντυπα, όπου διαμορφώνει ένα προσωπικό στυλ γραφής.

Από το 1915 αρχίζει τη συνεργασία του με το περιοδικό «Il Grido del Popolo» και μπαίνει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού «Avanti!».

Η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και η επαφή του με το έργο του Λένιν παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην ιδεολογικοπολιτική του διαμόρφωση.

Εκείνη την περίοδο το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν χωρισμένο σε δυο πτέρυγες. Τη δεξιά, με πυρήνα τους βουλευτές, δημάρχους και γραφειοκράτες των συνδικάτων που κήρυτταν ότι ο μόνος δρόμος για το κίνημα είναι η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων μέσα από το κοινοβούλιο σε συνεργασία με τους φιλελεύθερους αστούς πολιτικούς. Ωστόσο, η πλειοψηφία στο κόμμα στήριζε την αριστερή πτέρυγα τους «μαξιμαλιστές». Αυτοί διακήρυτταν την πίστη τους στο σοσιαλισμό και την επανάσταση. Αλλά μέχρι εκείνη τη «μεγάλη στιγμή» οι εργάτες το μόνο που είχαν να κάνουν είναι να ψηφίζουν το κόμμα και να περιμένουν ν’ αλλάξουν οι «συσχετισμοί». Τίποτα δεν ένωνε τους αγώνες του σήμερα με τη πάλη για τον σοσιαλισμό.

Η «κόκκινη διετία»


Ο Γκράμσι δυσφορούσε από την αρχή με αυτή την στρατηγική. Όμως, την απάντηση τη βρήκε στο ζωντανό κίνημα. Το 1919-1920 η Ιταλία έζησε ένα επαναστατικό κύμα, την «κόκκινη διετία». Εκατομμύρια εργάτες διαδήλωσαν, κατέβηκαν σε απεργίες, έκαναν καταλήψεις των εργοστασίων τους. Το κύμα της εξέγερσης απλώθηκε στην ύπαιθρο, στους εργάτες γης του βορρά και του κέντρου της Ιταλίας, στους φτωχούς αγρότες του Νότου. Το πιο προωθημένο τμήμα αυτού του κινήματος ήταν οι εργάτες του Τορίνο και οι νέες μορφές οργάνωσης που δημιούργησαν, οι «εργοστασιακές επιτροπές».

Οι «εργοστασιακές επιτροπές» είχαν πρωτοεμφανιστεί λίγα χρόνια πριν σαν απεργιακές επιτροπές. Ξαναζωντάνεψαν μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γκράμσι και μια σειρά σύντροφοί του, όπως ο Τολιάτι, ο Τερατσίνι, ο Τάσκα κ. ά., ίδρυσαν μια εφημερίδα την «L’ Ordine Nuovo» που σύντομα έγινε η «φωνή των εργοστασιακών συμβουλίων». Οι «ορντινοβίστι» -το ρεύμα του Γκράμσι- υποστήριζαν ότι τα εργοστασιακά συμβούλια πρέπει να αγκαλιάσουν όλους τους εργάτες, και ότι μπορούσαν να παίξουν το ρόλο που έπαιξαν τα σοβιέτ στη ρώσικη επανάσταση: να είναι όργανα της βάσης στις μάχες της αλλά και οι μορφές οργάνωσης της νέας κοινωνίας όπου η πλειοψηφία θα ορίζει συλλογικά και δημοκρατικά τις τύχες της.

Αυτό το μήνυμα απλώθηκε σα τη φωτιά στην εργατική τάξη του Τορίνο. Αλλά δεν απλώθηκε πέρα από τα όρια εκείνης της περιοχής. Τον Σεπτέμβρη του 1920 ήρθε η αποφασιστική αναμέτρηση. Οι εργοδότες αρνήθηκαν να υπογράψουν συλλογική σύμβαση με το συνδικάτο των μεταλλεργατών. Ξεκίνησε μια απεργία από το Μιλάνο που σύντομα απλώθηκε σε όλη την Ιταλία. Και αυτή τη φορά οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια, πάνω από 2 εκατομμύρια συμμετείχαν στις καταλήψεις. Σε πολλά απ’ αυτά συγκρότησαν «κόκκινες φρουρές» για αυτοάμυνα. Και σε άλλα συνέχισαν την παραγωγή με εργατικό έλεγχο.

Η ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας


Η ταυτότητα μέλους της Κομιντέρν.
Όμως, αντί για την επανάσταση οι ηγεσίες του κινήματος το οδήγησαν στο συμβιβασμό. Τον Γενάρη του 1921 οι επαναστάτες -ανάμεσά τους κι ο Γκράμσι- έφυγαν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα και ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας.

Το 1922, ο Γκράμσι ταξιδεύει στη Μόσχα ως αντιπρόσωπος του ΚΚΙ στην Εκτελεστική Επιτροπή της Διεθνούς. Παίρνει μέρος στο 4ο Συνέδριό της.

Τζούλια Schucht, σύζυγος του Γκράμσι με την οποία
παντρεύτηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Μόσχα.
Στα δύο χρόνια που θα λείψει από την Ιταλία, αποχτά μια σημαντική εμπειρία και αρχίζει σιγά σιγά να διαμορφώνει ένα συνολικότερο σχέδιο δράσης για το ΚΚΙ. Κατά τον Γκράμσι, για να γίνει αυτό, χρειάζεται μια περίοδος προετοιμασίας. Στις εκλογές του 1924 εκλέγεται βουλευτής και επιστρέφει στην Ιταλία. Αναλαμβάνει Γενικός Γραμματέας του κόμματος, και μέσα στα δύο χρόνια που καθοδηγεί το κόμμα, έρχονται πολλές επιτυχίες στο πολιτικό και μαζικό επίπεδο.

Στις τοτινές συνθήκες, όπου ο φασισμός άρχισε να εδραιώνει την κυριαρχία του, ο Γκράμσι επεξεργάζεται μια νέα ταχτική και στρατηγική. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο πρόβλημα του νότου, επεξεργάζεται συνθήματα και θέσεις που να σχετίζονται με την ταχτική του κόμματος για εκείνη την περίοδο, οργανώνει όσο είναι δυνατό μια πλατιά ιδεολογική συγκρότηση. Όλη αυτή η προσπάθεια κορυφώνεται με το συνέδριο της Λυόν το 1926.

Εν τω μεταξύ, τον Οκτώβριο του 1922 η άρχουσα τάξη της Ιταλίας παρέδωσε την εξουσία στους φασίστες. Ο Μουσολίνι χρειάστηκε τέσσερα περίπου χρόνια για να σταθεροποιήσει τη δικτατορία του. Το 1926 ο Γκράμσι, που ήταν βουλευτής και επικεφαλής του ΚΚΙ συνελήφθη, δικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή.

Στη φυλακή


Τα δακτυλικά αποτυπώματα και η υπογραφή
του Γκράμσι κατά τη συλληψη του, το 1926.
Ήταν βαριά άρρωστος. Έπασχε από φυματίωση, από την ασθένεια του Χοτζ που κατατρώει το μυελό των οστών, και από άλλες σοβαρές ασθένειες. Ήταν απομονωμένος με πολύ λίγες επαφές με τον έξω κόσμο. Ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν μήπως «σπάσει» -γι’ αυτόν «σπάσιμο» σήμαινε ακόμα και να ζητήσει ιδιαίτερη μεταχείριση ως ασθενής. Δεν το έκανε ποτέ. Ο φασίστας εισαγγελέας είχε δηλώσει όταν ανακοίνωνε τη ποινή ότι «πρέπει να σταματήσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να δουλεύει για 20 χρόνια».

Ούτε αυτό το κατάφεραν. Ο Γκράμσι συνέχισε να γράφει στη φυλακή. Το «προϊόν» ήταν 33 τετράδια με πυκνογραμμένες σημειώσεις που έχουν μείνει γνωστά ως «Τετράδια της Φυλακής».

Η γλώσσα τους είναι «αισώπεια» εξαιτίας της λογοκρισίας.

Ο Γκράμσι χρησιμοποιεί παραδείγματα από την ιστορία της ιταλικής ενοποίησης του 19ου αιώνα ή ακόμα και από τη περίοδο της Αναγέννησης, για να μιλήσει για την ταξική πάλη, το τρόπο που κυριαρχεί η άρχουσα τάξη αλλά και πως αυτή η κυριαρχία μπαίνει σε κρίση. Κάνει αυτές τις παρατηρήσεις στηριζόμενος στην εμπειρία των εργατικών συμβουλίων και της «κόκκινης διετίας» αλλά και της δράσης του κομμουνιστικού κόμματος της Ιταλίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’20.

Η έννοια της ηγεμονίας


Ο Γκράμσι εξηγεί ότι η άρχουσα τάξη δεν κυβερνά μόνο με την γυμνή βία, αλλά και αποσπώντας τη συναίνεση των «υποτελών τάξεων» μέσα από ένα ολόκληρο σύστημα αναπαραγωγής των ιδεών της. Αυτή η «ηγεμονία» είναι που εξασφαλίζει τη διαιώνιση της κυριαρχίας της. Όμως, οι ιδέες της «κοινής λογικής» δεν είναι οι μόνες που υπάρχουν στο νου των εργατών. Δίπλα σ’ αυτές, ανακατεμένες, υπάρχουν κι οι ιδέες που γεννάει η καθημερινή εμπειρία της εκμετάλλευσης και της αντίστασης.

Ο Γκράμσι με τη σύζυγο του και φίλους στη Βιέννη το 1923
Αυτή η σύγκρουση δεν μπορεί να λήξει επιτυχημένα αν δεν διεξάγεται οργανωμένα και συστηματικά. Γι’ αυτό το λόγο ο Γκράμσι πίστευε ότι είναι αναγκαίο ένα επαναστατικό κόμμα -κι αφιέρωσε τη ζωή του για να το χτίσει. Δεν το αντιμετώπιζε σαν την ελίτ των αποφασισμένων που θα δασκάλευε κουνώντας το δάχτυλο στους «καθυστερημένους» εργάτες δίνοντας τελεσίγραφα. Οι επαναστάτες υποστήριζε ο Γκράμσι έπρεπε να είναι κομμάτι κάθε αγώνα, οσοδήποτε «μερικού» ή «αμυντικού», να είναι έτοιμοι να συνεργαστούν με κόσμο και ηγεσίες που δεν πιστεύουν στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και να δείχνουν ότι αυτοί είναι οι καλύτεροι αγωνιστές. Αλλά μέσα σε όλα τα κινήματα λειτουργούν για να γενικεύουν τις εμπειρίες, να συνενώνουν τα διαφορετικά ρυάκια της πάλης σε ένα ορμητικό ποτάμι που η προοπτική του είναι η ανατροπή του συστήματος. Αυτήν την αξία είχε για τον Γκράμσι ο μαρξισμός.

Σταματά να γράφει το 1935, καταβεβλημένος και εξουθενωμένος από τις απαίσιες συνθήκες κράτησής του και τη χειροτέρευση της υγείας του. Πεθαίνει στις 27 Απρίλη 1937, μόλις έχει αποφυλακιστεί.

Αντόνιο Γκράμσι: Μισώ τους αδιάφορους!


«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της Ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.

Αντόνιο Γκράμσι. 11 Φεβρουαρίου 1917»


Πηγή: imerodromos.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Οι βάτραχοι, άρχισαν την ‘’επανάσταση’’ !

Του Κώστα Γιαννιώτη


Βάτραχοι!

Τι κι αν, υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα των αφεντικών τους καναλαρχών, βρέθηκαν στο δρόμο, ζήτουλες μιας θεσούλας σε κάποιο ραδιόφωνο για να βγάλουν το μεροκάματο! Εξακολουθούν τον ίδιο χαβά με άλλα μέσα και άλλους τρόπους.

Δημοσιογραφούντες και δημοσιολογούντες που ανακάλυψαν νέο τρόπο να βγάλουν το ‘’ψωμάκι’’ τους!

Μετρώντας την κατάσταση και βλέποντας ότι αυτή η... ‘’κοιμισμένη’’ κοινωνία άρχισε να ξυπνάει και να ετοιμάζεται να διεκδικήσει το δίκιο της, μεταμφιέστηκαν σε αντιμνημονιακούς, αντικαθεστωτικούς, αντισυστημικούς και σε καμιά δεκαριά ακόμα... ‘’αντί’’ !

Έλα όμως που ο DNA τους παρέμεινε αναλλοίωτο και πάντα εχθρικό απέναντι σ` αυτήν τη φουκαριάρα την κοινωνία! Έλα που, ενώ φόρεσαν τη μάσκα του φίλου και συνοδοιπόρου της κοινωνίας, η ανάσα τους δεν έπαψε να όζει και να πνίγει με την μπόχα της!

Ανακάλυψαν νέο όπλο για να μπορέσουν να ποδηγετήσουν για μια ακόμα φορά την κοινωνία!

Την επαναστατική φρασεολογία!

Πέρασαν μπροστά, σήκωσαν τα φλάμπουρα της επανάστασης κατά της αδικίας του καθεστώτος, αλλά κράτησαν στο ντουλάπι τα πραγματικά όπλα κατά της κατοχής!

Άφησαν στο απυρόβλητο τα... ‘’άγια’’ τους δισκοπότηρα! Το ΕΥΡΩ τους και το ‘’ιερό’’ δάνειό τους!

Αυτά πρέπει να μείνουν αλώβητα και ανέπαφα! Μακριά από την κριτική της κοινωνίας!

Τα ‘’δάνεια’’ γι` αυτούς είναι δάνεια, χωρίς δυνατότητα μονομερούς διαγραφής και, ως εκ τούτου, το ΕΥΡΩ είναι κι αυτό μονόδρομος και μοίρα μας!

Ξιφουλκούν κατά της... κατοχής, αλλά...

Μην τολμήσει να προτείνει κανείς την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα!

Τότε... αρχίζουν τον κλαυθμό και τον οδυρμό για τα δεινά που θα μας βρουν, μην έχοντας τη δυνατότητα, με το ‘’αδύναμο’’ εθνικό μας νόμισμα, να αποπληρώσουμε τα... ‘’δάνεια’’ και τις εξωτερικές μας συναλλαγές!!

Αποφεύγουν όμως, όπως ο διάολος το λιβάνι, να συνδυάσουν την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα με την ταυτόχρονη μονομερή άρνηση και διαγραφή του συνόλου του ‘’χρέους’’, που το έχουμε χρυσοπληρώσει στο πενταπλάσιο της ονομαστικής του αξίας!

‘’Αγνοούν’’ τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, που δικαιώνουν τους λαούς που επιλέγουν την επιβίωσή τους, διαγράφοντας τα παράνομα και καταχρηστικώς γενόμενα ‘’δάνεια’’, τα οποία μετέτρεψαν ολόκληρους λαούς σε δουλοπάροικους χρέους.

Όχι! Δεν πρόκειται να αποκαλύψουν τέτοια μυστικά!

Δεν έχουν τέτοιες εντολές!

Οι εντολές που έχουν είναι να κινδυνολογούν... ‘’επαναστατώντας’’!

Γιατί οι τράπεζες υπάρχουν ακόμα και οι ίδιοι ελπίζουν στην ελεημοσύνη τους!

Δεν πρόκειται να συνδυάσουν το ένα με το άλλο – έξοδο από το ΕΥΡΩ με ταυτόχρονη μονομερή διαγραφή του χρέους - γιατί τότε... θα βρεθεί λύση, θα απαλλαγεί ο τόπος από την κατοχή κι αυτοί θα πρέπει να ψάξουν να βρουν δουλειά σε καμιά ομάδα καθαριότητας κάποιου δήμου!

Είναι αυτοί που θα εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωσή ΤΟΥΣ, η οποία εξέλεξε τον... ‘’φιλέλληνα’’ κ. Ταγιάνι ως πρόεδρο του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, ο οποίος είναι πανέτοιμος να εκπληρώσει το πρώτο από τα καθήκοντά του: να ψηφιστεί το νομοσχέδιο της... ‘’Ενεργούς συνταξιοδότησης’’!! Δηλαδή της κατάργησης του δικαιώματος του εργαζόμενου να απολαύσει το σύνολο της σύνταξής του, αλλά το μισό αυτής, ενώ το υπόλοιπο μισό θα το αναπληρώνει δουλεύοντας με μερική απασχόληση μέχρι το τέλος της μίζερης ζωής του!

Όσο όμως κι αν πασχίζουν, η κοινωνία, αργά και βασανιστικά, μέρα με τη μέρα ξυπνά και η ώρα που θα τους πάρει ο διάολος και θα τους σηκώσει πλησιάζει!

Όσο κι αν οι βάτραχοι προσπαθούν να κελαηδήσουν, κόασμα θα ακουστεί!

Έχω δίκιο... στραβελοκαμπουράκια;;



Κώστας Γιαννιώτης: Σχετικά με τον συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Μια φιλόσοφος για τον ΣΥΡΙΖΑ

Άρης Χατζηστεφάνου


Μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάτεψε πολύ Αλτουσέρ με Ζίζεκ, πρόσθεσε ισχυρές δόσεις Χέγκελ και καθόλου Μαρξ; Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ: Ανάβαση και συντριβή με την ελληνική Αριστερά» η φιλόσοφος Ελενα Σίχαν μοιράζεται μαζί μας διαφορετικές σκέψεις για τις φιλοσοφικές μεταπτώσεις και καταπτώσεις του κυβερνώντος κόμματος

[Στον ΣΥΡΙΖΑ] μιλούν αριστερά και περπατούν δεξιά. Οσοι βρίσκονται σε σύγχυση τους πιστεύουν και οι οπορτουνιστές τούς ακολουθούν

Ελενα Σίχαν

Tην ημέρα της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, έβαλε τα κλάματα, όταν ο Αριστείδης Μπαλτάς τής έστειλε ένα e-mail που έγραφε: «Αυτή είναι η τελευταία ημέρα της παλιάς εποχής».

Τον ξανασυνάντησε σε ένα συνέδριο στην Αθήνα, λίγες ώρες μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής συνθηκολόγησης με τους δανειστές, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. «Πώς φτάσατε ώς εδώ;» τον ρώτησε στα λίγα δευτερόλεπτα που είχαν στη διάθεσή τους πριν αυτός ανέβει στο βήμα. Εκείνος απλώς σήκωσε τους ώμους.


Για την επόμενη μισή ώρα επιχειρούσε να πείσει το ακροατήριο πως αν η Ελλάδα δεν είχε δεχτεί τους όρους και έβγαινε από το ευρώ δεν θα υπήρχε… νερό στα νησιά. Δίπλα του ο Ταρίκ Αλι χρησιμοποιούσε για πρώτη φορά τις λέξεις «άνευ όρων παράδοση» (capitulation) για να περιγράψει τι είχε συμβεί.

Χιλιάδες μικρές ιστορίες σαν κι αυτήν παρουσιάζονται στο νέο βιβλίο της φιλοσόφου Ελενα Σίχαν με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ». Πρόκειται ίσως για το πληρέστερο ημερολόγιο της κρίσης και της μετάλλαξης του κυβερνώντος κόμματος.

Αυτό που πραγματικά διαφοροποιεί όμως τη Σίχαν από δεκάδες άλλους αυτόπτες μάρτυρες αλλά και πολιτικούς και οικονομολόγους, που αναζητούν τα αίτια της μεταστροφής, είναι η ματιά της φιλοσόφου.

Οταν οι περισσότεροι επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ περιορίζουν την ανάλυσή τους στο ότι το κόμμα μετατρέπεται σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ, αυτή επισημαίνει ότι… ο Μαρξ δίνει τη θέση του στον Χέγκελ. «Αυτό ακριβώς το πέρασμα -μου εξήγησε- πρότεινε στον Τσίπρα ο Ζίζεκ και στην ίδια γραμμή βρισκόταν και ο Κώστας Δουζίνας». Πρόκειται, όπως λέει, για μια «ρομαντική αντιμετώπιση της πολιτικής δύναμης, η οποία δεν εδράζεται στην πολιτική οικονομία και ως εκ τούτου αναπόφευκτα εκτροχιάζεται».

Διαβάζοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση ότι στη φιλοσοφική συνταγή του ΣΥΡΙΖΑ κάποιος απρόσεκτος μάγειρας έριξε πολύ Αλτουσέρ και Ζίζεκ. «Οι σχολές του μαρξισμού που εκπροσωπούν οι δυο τους -μου λέει- οδηγούν σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο.

Κανένας τους δεν πατά στη ροή της εμπειρικής πραγματικότητας και δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα οργανικό εννοιολογικό πλαίσιο, όπως απαιτεί η φιλοσοφία –ιδιαίτερα στον μαρξισμό. Αυτές οι δύο τάσεις, αν και διαφορετικές μεταξύ τους, ήταν πολύ ισχυρές στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι άσχετες με τη συνθηκολόγηση». Η ίδια κατηγορεί τη διανόηση του κόμματος αλλά και τα στελέχη του Ιδρύματος Πουλαντζά ότι δεν έδωσαν τη μάχη για την πολιτική επιμόρφωση στην Ελλάδα και αρκούνταν να συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια της Αριστεράς.

Παρά το γεγονός όμως ότι αντιμετωπίζει με σχετική κατανόηση τα πρώην και νυν στελέχη του κόμματος, που πιστεύει ότι κινήθηκαν καλοπροαίρετα, γίνεται αμείλικτη απέναντι σε αυτούς που προσπαθούν, όπως λέει, «να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα». «Το “όχι” έγινε “ναι”. Το λάθος, σωστό. Το δεξιό, αριστερό. Η υποταγή, θάρρος...

Είναι άλλο να υπαινίσσεσαι ότι σου έβαλαν το όπλο στον κρόταφο και να παραδεχτείς την ήττα και άλλο να μιλάς για μεγάλη ηθική νίκη και να επιτίθεσαι σε όποιον την αμφισβητεί. Κάποιοι βίαζαν τη στοιχειώδη λογική, αδιαφορούσαν για την πραγματικότητα και αρνούνταν την ηθική ενοχή τους. Λες και δεν ήταν αρκετή η οικονομική απαλλοτρίωση που συντελούνταν σε συνδυασμό με την πολιτική συνθηκολόγηση, αυτοί πρόσθεταν στην τραγική πραγματικότητα τη δική τους ιδεολογική συσκότιση και την ηθική κατάπτωση».

Εκατοντάδες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όλων των κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς θα δουν το όνομά τους στο βιβλίο της Σίχαν –και αρκετοί δεν θα χαρούν ιδιαίτερα γι' αυτό. Χιλιάδες άλλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι βρέθηκαν σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτήν, σε συνέδρια, διαδηλώσεις ή ακόμη και στα καφέ των Εξαρχείων, όπου έπαιρνε τις συνεντεύξεις της.

Η Σίχαν αναγνωρίζει πόσο μεταμορφώθηκε και η ίδια από τις εξελίξεις. «Το 2015 πείστηκα πλέον για την ανάγκη του Grexit τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την έξοδο από την ευρωζώνη» μου εξηγεί, συμπληρώνοντας ότι «οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν κανένα νόημα εάν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν διατεθειμένη να εξετάσει και αυτό το ενδεχόμενο».

Η ίδια εξοργίζεται από αυτούς που χρησιμοποιούν τη λέξη «Ευρώπη», όταν στην πραγματικότητα θέλουν να αναφερθούν μόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αν και σπεύδει να διευκρινίσει ότι η διάλυση της Ε.Ε. δεν πρέπει να είναι προτεραιότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς αυτή τη στιγμή. Για τη Σίχαν σημασία έχει η όσο το δυνατόν ταχύτερη και ειλικρινής διαχείριση της ήττας που θα επιτρέψει τη συνέχιση του αγώνα.

«Η αποτυχία μας -μου εξηγεί- γίνεται πιο τραγική γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή εξέγερση του κόσμου απέναντι στο παγκόσμιο σύστημα. Οι τεμπέληδες δημοσιογράφοι βάζουν σ' αυτό το φαινόμενο την ταμπέλα του λαϊκισμού γιατί δεν θέλουν να το αναλύσουν.

»Αυτό που συμβαίνει όμως είναι ότι άνθρωποι που δεν είχαν εξεγερθεί ποτέ στη ζωή τους αμφισβητούν τη δομή του παγκόσμιου συστήματος. Προς το παρόν όμως το εκμεταλλεύεται η Δεξιά και όχι η Αριστερά».

Διαβάστε:

The Syriza Wave

Το βιβλίο της Ελενα Σίχαν είναι διαθέσιμο στα αγγλικά από το Monthlyreview.com και σύντομα και σε ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »