Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Μια σταγόνα λογικής σ' ένα κόσμο παράλογο

Έμυ Ντούρου


Mέσα από τις κωμωδίες του άσκησε κριτική στον παραλογισμό που γεννά ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής. Ο Ζακ Τατί, που γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 1907, εμφανίστηκε στη γαλλική κωμωδία ως σκηνοθέτης και ηθοποιός σε μια εποχή που κυριαρχούσαν ο Λουί ντε Φινές και ο Μπουρβίλ. Υπήρξε συνεχιστής της παράδοσης των μεγάλων κωμικών της πρώτης περιόδου του κινηματογράφου (Μπάστερ Κίτον, Τσάρλι Τσάπλιν, Χάρολντ Λόιντ, Λόρελ και Χάρντι). Δανείστηκε τις φόρμες του βωβού σινεμά και του «καθαρού σινεμά» του Ρομπέρ Μπρεσόν και έπαιξε με τους ήχους, την αρχιτεκτονική αλλά και την τεχνολογία, δημιουργώντας ένα δικό του κωμικό στιλ λεπτού και συχνά μελαγχολικού χιούμορ.

Γύρισε συνολικά μονό έξι μεγάλου μήκους ταινίες. Στις πέντε από αυτές υποδύεται τον Κύριο Ιλό (Monsieur Hulot), έναν μεσήλικα αδέξιο εργένη. Ο Ιλό μοιάζει σαν αρνητικό του Σαρλό. Είναι μελαγχολικός, πάντα περιποιημένος, τα ρούχα του είναι ανοιχτόχρωμα, γέρνει προς τα μπρος όταν παρατηρεί κάτι και το παντελόνι του φτάνει πάνω από τον αστράγαλο. Ο Σαρλό αντιθέτως χαμογελά συχνά, έχει ένα μικρό μουστάκι, φορά σκούρα ρούχα, γέρνει προς τα πίσω όταν παρατηρεί κάτι και το παντελόνι του καλύπτει πάντα τα παπούτσια του.

Ο Σαρλό είναι μια παραφωνία στην εύρυθμη λειτουργία του κόσμου. Ο Ιλό, αντιθέτως, είναι σοβαρός και λογικός στο κέντρο ενός κόσμου που βρίθει από παραλογισμό. Αυτό όμως δεν τον θυμώνει. Όπως γράφει ο Βασίλης Ραφαηλίδης σε μια κριτική του στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος (Νο 4, 1970): «Ο Τατί δεν είναι απαισιόδοξος. Ούτε μέμφεται τον πολιτισμό, ούτε οδύρεται για τις ανωμαλίες που προκαλεί η ανικανότητα προσαρμογής μας σ’ αυτόν. Μόνο που να, δεν εννοεί να υποταχθεί στο αγελαίο πνεύμα, στα άνωθεν παραγγέλματα. Και μελαγχολεί ατενίζοντας την άβυσσο της ανθρώπινης αβουλίας και την άκαμπτη δικτατορία του μπετόν-αρμέ».

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τατί, όπου και συστήνει το χαρακτήρα του κυρίου Ιλό είναι η Μέρα Γιορτής (Jour de Fête, 1947). Ακολουθούν Οι Διακοπές του κυρίου Ιλό (Les vacances de Monsieur Hulot, 1953), μια από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών. Η ταινία που γυρίστηκε σε ασπρόμαυρο φιλμ, αποτελείται από μια σειρά επεισοδίων σε ένα πολύβουο παραθαλάσσιο θέρετρο, με τον κ. Ιλό να βρίσκεται συνεχώς εκτός τόπου και χρόνου. Η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Ιλό θεωρείται η ταινία Ο θείος μου (Mon Oncle, 1958), όπου επίσης πρωταγωνιστεί. Κάθε επίσκεψή του στο υπερμοντέρνο σπίτι της αδελφής και του πλούσιου γαμπρού του, τον φέρνει σε αμηχανία. Κάθε πλάνο της ταινίας είναι και κριτική στη μοντερνιστική αρχιτεκτονική και ειδικά στα κτίρια του Λε Κορμπιζιέ, που από τα τέλη τις δεκαετίας του 1950 άλλαξαν τα προάστια του Παρισιού.

Το φιλμ που έσπασε τα ταμεία και κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, έδωσε το εισιτήριο στον Τατί να γυρίσει το αριστούργημά του, το Playtime. Οι προετοιμασίες για τα γυρίσματα κράτησαν μια ολόκληρη δεκαετία. Το καλύτερο κατά πολλούς φιλμ του Τατί ασκεί βαθιά κοινωνική κριτική στη ζωή του Παρισιού, μέσα από μια εικόνα του μέλλοντος (γυρίστηκε το 1967) όπου όλα είναι αψεγάδιαστα, αλλά άψυχα και αλλοτριωμένα. Η τεχνολογία και ο μοντερνισμός δεν είναι ικανά από μόνα τους να οδηγήσουν σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής όταν λείπει η ανθρωπιά. Στην εποχή της, ωστόσο, η ταινία όχι μόνο δεν εκτιμήθηκε, αλλά θεωρήθηκε υπερβολικά περίπλοκη. Ήταν τέτοια η αποχή του κοινού στις αίθουσες παγκοσμίως, που στάθηκε η αφορμή για την οικονομική καταστροφή του σκηνοθέτη.

Στις επόμενες δεκαετίες επηρέασε δεκάδες κινηματογραφιστές, μεταξύ των οποίων και τον Τέρι Γκίλιαμ, ειδικά την εποχή που γύριζε το Brazil. Το τελευταίο μεγάλο έργο του ήταν η κωμωδία Traffic (1971). Αν και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, ο Τατί δεν κατάφερε να καλύψει τα χρέη που του είχε αφήσει το Playtime. Τίποτα όμως δεν ήταν αρκετά ικανό να σταματήσει τη δημιουργικότητά του. Άρχισε να σχεδιάζει μια νέα ταινία που θα διαδραματιζόταν στο Παρίσι του μέλλοντος, όπου κάθε δραστηριότητα θα είχε εστιαστεί γύρω από την τηλεόραση, τη διαφήμιση και την επικοινωνία. Η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ γιατί ο Τατί πέθανε (5 Νοεμβρίου 1982).

Ξαναβλέποντας τις ταινίες του, η αίσθηση που μένει είναι ότι οι εικόνες της αλλοτρίωσης που έκλεισε στο κινηματογραφικό του σύμπαν, έχουν γίνει πλέον ζωή μας.

Πηγή: ΑrtiΝews.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...