Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Νάρκισσοι και φασίστες

Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Υπάρχει τρέλα ως «ασθένεια της εξουσίας»; Υπάρχει ισχυρίζονται κάποιοι, παραθέτοντας τους Γκόγκολ, Μωπασάν, Λου Χσουν. Θεωρούν, μάλιστα, ότι η «τρέλα» (σ.σ. τα εισαγωγικά δικά τους) μπορεί να προκύψει από τη σχέση κάποιου με τον μέγα Λεβιάθαν του Χομπς, δηλαδή την κρατική εξουσία. Βέβαια, εδώ η «τρέλα» δεν εγκλείεται στο φρενοκομείο αλλά εντός εισαγωγικών. Συνεπώς, πρόκειται για μία ιδιότυπη, μία «μερική τρέλα» ή σαν εκείνο το είδος της τρέλας που είναι διαχειρίσιμο. Γιατί η τρέλα είναι διαχειρίσιμη όταν ο τρελός είναι στην εξουσία σύμφωνα με την Τζούλια Κρίστεβα. Αυτή η τρέλα, όμως, βρίσκεται σε αντίστιξη με την τρέλα των εξουσιαζόμενων, καθώς στον Κάφκα είναι οι «από κάτω» που συρρικνώνονται, που γίνονται κατσαρίδες για να αμυνθούν απέναντι στον παραλογισμό του κρατικού μηχανισμού.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά, καθώς διαβάζω για την πικρία που εξέφρασε ο Ματέο Ρέντσι για το αποτέλεσμα του ιταλικού δημοψηφίσματος, λέγοντας: «Δεν το πίστευα ότι με μισούν τόσο».

«Έκανα ότι έπρεπε να κάνω. Πρότεινα μια δίκαιη μεταρρύθμιση. Πάλεψα ενάντια στην πιο αηδιαστική κάστα. Αν δε με θέλουν, θα φύγω με την συνείδησή μου ήσυχη» εκμυστηρεύτηκε ο πικραμένος Ρέντσι, μιλώντας για «αποσταγμένο, καθαρό μίσος». Φυσικά αναφερόταν στην μειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος, χάρη στην οποία, «τώρα ο Μπέπε Γκρίλο νιώθει ήδη πως είναι στην κυβέρνηση».

Αλλά ο Ρέντσι είναι επίσης θυμωμένος με τους υποστηρικτές του «Όχι»: «Θέλω να τους δω, δεν έχουν έναν εναλλακτικό ηγέτη και δεν έχουν πρόγραμμα, είχαν μόνο έναν κοινό εχθρό. Ενώθηκαν μόνο για να με πολεμήσουν, η ουσία της συνταγματικής μεταρρύθμισης δεν τους ένοιαζε», φέρεται να είπε.

Πικρία, καθαρό μίσος, εκδικητικότητα, φθόνος, λέξεις φορτισμένες που παραπέμπουν σε αυτό που αποκαλείται «ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας». Αν σκεφθεί κανείς και τον Γκρίλο, τότε η πολιτική μοιάζει με αντιπαράθεση διαταραγμένων ναρκισσισμών. Αλλά πως φθάσαμε ως εδώ; Γιατί αυτή η υπερεπένδυση στον εαυτό; Και γιατί ο πληθυσμός ακολουθεί αυτούς τους «μεγαλομανιακούς»;

Σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη υπήρξε «μια αλλαγή στην καπιταλιστική κοινωνία, η οποία ήταν, την ίδια στιγμή, μια αλλαγή του τύπου ατόμων που παρήγαγε όλο και περισσότερο αυτή η κοινωνία. Αυτή η αλλαγή των ατόμων προήλθε από τη χρεοκοπία των παραδοσιακών οργανώσεων της εργατικής τάξης –συνδικάτα, κόμματα κ.λπ.-, ως αποτέλεσμα της αηδίας για αυτό που συνέβαινε, προήλθε όμως και από την ικανότητα του καπιταλισμού, αυτή την περίοδο, να προσφέρει ένα αυξανόμενο επίπεδο ζωής, με την είσοδό του στην περίοδο του καταναλωτισμού. Οι άνθρωποι γύριζαν την πλάτη, για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση, στα κοινά συμφέροντα, στις κοινές δραστηριότητες, στις δημόσιες δραστηριότητες –αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη…». .

Από την πλευρά του ο Lasch (1978), αναλύοντας τους κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες, αναφέρει ότι οι τελευταίες δεκαετίες προήγαν την δημιουργία της «κουλτούρας του ναρκισσισμού». Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει να επενδύσει σε τίποτα έξω από τον εαυτό του. Η πολιτική και η θρησκεία δεν αποτελούν πλέον γι' αυτόν σημεία αναφο­ράς, στα οποία θα μπορούσε να αφιερωθεί με πάθος και να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του. Ιδέες, όπως το Έθνος, η Παιδεία, η Δημοκρατία, η Κοινωνική Δι­καιοσύνη, δεν τον συγκινούν πλέον και αδυνατούν να κινητοποιήσουν τον συναι­σθηματικό του κόσμο και την ενεργητικότητά του. Τί απομένει; Η υπερεπένδυση στο Εγώ, η αυτολατρία, η αυτοπραγμάτωση. Εξ ού και η λατρεία της νεότητος και ο τρόμος και η αποστροφή στο γήρας. Εξ ού και η υπερβολική φροντίδα τού σώματος, η προσπάθεια να διατηρηθεί νέο και ακμαίο, παρά την φυσιολογική φθορά τού χρόνου.

Ο σύγχρονος νάρκισσος άνθρωπος ζει σ' ένα αδιάστατο παρόν αποκομμένος από τις ιστορικές του ρίζες και δίχως προοπτική και μέριμνα για το μέλλον. Αδιαφορεί για οτιδήποτε του κληροδότησε το παρελθόν και για οτιδήποτε θα κληρο­δοτήσει αυτός στις επερχόμενες γενεές. Αυτή η έλλειψη ιστορικής συνέχειας, η εξά­λειψη της αίσθησης ότι ανήκουμε σε μία «διαδοχή γενεών που είναι ριζωμένες στο παρελθόν και επεκτείνονται στο μέλλον» χαρακτηρίζει και γεννά την ναρκισσιστι­κή κοινωνία, όπως σημειώνει ο Κρίστοφερ Λας. Να ζούμε στο παρόν, μόνο στο παρόν και να καρπωνόμαστε άπλη­στα οτιδήποτε αυτό μας προσφέρει αδιαφορώντας για τους προγενέστερους και τους μεταγενέστερους είναι το σύνθημα της σύγχρονης ναρκισσιστικής κοινωνίας. Ο μετανεωτερικός νάρκισσος άνθρωπος έχει μειωμένη έως παντελώς μηδενισμέ­νη ιστορική, εθνική, πολιτική και θρησκευτική συνείδηση, ενώ παρουσιάζει υπερτροφικά αναπτυγμένη καταναλωτική συνείδηση.

Οι νάρκισσοι, λοιπόν, έχουν την βεβαιότητα ότι είναι ξεχωριστοί και μοναδικοί και διατηρούν μια αίσθηση ότι για κάποιο λόγο δικαιούνται να έχουν παράλογες προσδοκίες από τους άλλους, κυρίως σε ότι αφορά μια ειδική αντιμετώπιση/μεταχείριση ή/και μια αυτόματη συμμόρφωση των άλλων προς τις δικές τους απαιτήσεις και προσδοκίες. Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν έλλειψη ενσυναίσθησης, δηλαδή είναι απρόθυμοι ή ανίκανοι να αναγνωρίσουν ή να ταυτιστούν με τα συναισθήματα και τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων και να δείξουν κατανόηση. Επίσης, αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσο απομονωμένοι και εγωκεντρικοί είναι.

Ένα συναίσθημα που επίσης συχνά χαρακτηρίζει τους πάσχοντες από Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας είναι ο φθόνος. Όχι ως πολιτική αντίθεση, αλλά ως «αποσταγμένο, καθαρό μίσος», όπως αυτό που εισέπραξε ο Ματέο Ρέντσι! Αλλά εδώ έχουμε και μία ακόμα «απόχρωση» που τυφλώνει τους νάρκισσους της εξουσίας. Γιατί στους ανθρώπους της εξουσίας η ναρκισσιστική διαταραχή ενισχύεται από τους εξουσιαζόμενους, καθώς εν προκειμένω ισχύει το σύνδρομο της Στοκχόλμης.

“Οι Έλληνες φαίνεται να πάσχουν από το σύνδρομο της Στοκχόλμης”, είχε δηλώσει πριν περίπου δύο χρόνια, ο Βρετανός ακροδεξιός πολιτικός, Nigel Farage, στο twitter, αναφορικά με τις ελληνικές εκλογές. Προχωρώντας αυτή την σκέψη, ο Έλληνας, όχι μόνο μοιάζει να συμπαθεί πολλές φορές, τον “θύτη” του, αλλά συχνά υιοθετεί μία ουδέτερη στάση απέναντι σε ό,τι τον αφορά. Δείχνοντας “συμπάθεια” στην εκάστοτε μορφή εξουσίας, αποδέχεται παθητικά μία πραγματικότητα- πολιτική, οικονομική, κοινωνική- που καθορίζει το μέλλον του.

Αλλά ας δούμε τι είναι το σύνδρομο της Στοκχόλμης: Στις 10:15 το πρωί της Πέμπτης, 23 Αυγούστου του 1973 η «Sveriges Kredidbank» της Στοκχόλμης σείστηκε από πυροβολισμούς. «Το πάρτυ μόλις άρχισε», ανακοίνωσε ο 32χρονος Jan-Erik Olsson, παλιός δραπέτης φυλακών. «Το πάρτυ», πράγματι, συνεχίστηκε για περίπου 131 ώρες, ή με άλλα λόγια για πάνω από πέντε ημέρες, καθώς ο Olsson κράτησε ομήρους τέσσερις υπαλλήλους της τράπεζας στο θησαυροφυλάκιο μέχρι αργά το απόγευμα της 28ης Αυγούστου.

Παρόλο που η ληστεία από μόνη της δεν ήταν συνταρακτικής σημασίας, αργότερα οι συνεντεύξεις των τεσσάρων ομήρων έφεραν στο φως αναπάντεχες συνέπειες. Συνέπειες που επαληθεύτηκαν σε πολυάριθμες άλλες «καταστάσεις ομηρίας» στα χρόνια που ακολούθησαν.

Αν και οι όμηροι από μόνοι τους δεν ήταν σε θέση να το εξηγήσουν, παρουσίασαν μία παράξενη σχέση με τους εγκληματίες που τους κρατούσαν. Ταυτίστηκαν με αυτούς ενώ ένιωθαν φόβο γι' αυτούς που έβαλαν τέλος στην αιχμαλωσία τους. Αυτή η ταύτιση αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας, που βασίζεται (συνήθως ασυνείδητα) στην ιδέα ότι ο εγκληματίας δεν θα βλάψει τον αιχμάλωτο εάν αυτός είναι συνεργάσιμος και ακόμη αν τον υποστηρίζει απόλυτα. Ο αιχμάλωτος προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του εγκληματία με σχεδόν παιδαριώδη τρόπο. Ο όμηρος συνήθως αντιλαμβάνεται τις προσπάθειες όσων επιδιώκουν να τον σώσουν, ως ενέργειες που πιθανώς θα τον βλάψουν αντί να επιτύχουν την απελευθέρωσή του.

Αλλά, όπως φαίνεται, οι διαταραχές δεν παρουσιάζονται σε "καθαρή μορφή". Αντίθετα συνυπάρχουν. Έτσι, μοιάζει να έχουμε μία αλληλοδιαδοχή, μια σειρά, ή καλύτερα ένα ντόμινο του συνδρόμου της Στοκχόλμης με συνύπαρξη ναρκισσιστικής διαταραχής. Επί παραδείγματι, ο Ρέντσι έχει το σύνδρομο της Στοκχόλμης έναντι της Μέρκελ, ταυτίζεται μαζί της αλλά και συγχρόνως πιστεύει ότι θα γυρίσει το «παιγνίδι». Στην τελευταία πίστη τον οδηγεί ο ναρκισσιστικός παροξυσμός του που παροξύνεται ακόμη περισσότερο από το σύνδρομο της Στοκχόλμης των Ιταλών οπαδών του, δηλαδή των «φίλων» που ταυτίζονται μαζί του, ενισχύοντας τη ναρκισσιστική πεποίθησή του ότι «πολιτεύεται καλά».

Κι ύστερα έρχεται η έκπληξη, το αρνητικό αποτέλεσμα που δεν περίμενε ούτε είχε φανταστεί ποτέ, αφού ο ναρκισσισμός τον τύφλωνε. Αυτή η τύφλωση είναι η τρέλα… Σειρά τώρα έχει ο Μπέπε Γκρίλο, ο Τραμπ, ο Φάρατζ. Τι εκφράζουν αυτοί οι πολιτικοί; Το ακραία ναρκισσιστικό άτομο του καιρού μας, το άτομο-χωρίς-κοινωνία, το οποίο κινείται στα όρια του φασισμού, σε μία κοινωνία που είναι πλέον προφασιστική…

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...