Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο…*

Αλέξανδρος Αρδαβάνης


– Μου είχες πει γιατρέ πως θα είμαι όμηρος της αρρώστιας μου αλλά πως θα κρατήσει χρόνια αυτό. Πως θα είμαστε σε άλλοτε ειρηνική συνύπαρξη άλλοτε σε εμφύλιο αλλά θα υπάρχουμε μαζί, άλλοτε σύντροφοι άλλοτε εχθροί. Λοιπόν, εγώ αυτή την ομηρεία τη γύρισα ανάποδα. Έκανα όμηρο δική μου την αρρώστια και έτσι θα την κρατήσω. Τις αλυσίδες που πήγε να μου φορέσει εγώ τις πέρασα γύρω από το λαιμό της…

Η όμορφη φαλακρή γυναίκα υπενθυμίζει στον γιατρό όσα της είπε πριν από αρκετό καιρό. Ίσως όχι ακριβώς έτσι αφού ο γιατρός, μετά από πολλά χρόνια στο κουρμπέτι, μπορεί να χάνει λεπτομέρειες, αλλά έχοντας διαμορφώσει τα δικά του στερεότυπα στην ενημέρωση αναγνωρίζει τουλάχιστον ποια δεν είναι δικά του λόγια ή φράσεις.

Η γυναίκα έχει δίκιο να επαίρεται δείχνοντας στον γιατρό τις αποδείξεις της νίκης. Η νόσος για κάποιο λόγο, που ο γιατρός μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει, έχει εξαφανιστεί.

Η γυναίκα ανασηκώνεται σαν έτοιμη για πορεία ρωμαϊκού θριάμβου και κοιτάει με νόημα τον γιατρό. Μοιάζει να λέει: εγώ το ήξερα πως θα γίνω καλά, εσύ δυσπιστούσες. Μιλάει στον γιατρό που ακουμπάει πίσω στην καρέκλα και κοιτάει αόριστα στο βάθος. Μοιάζει απλά κουρασμένος αλλά δεν είναι αυτό. Αναλογίζεται, υποψιάζομαι, πόσα συμβαίνοντα μέσα του και γύρω τού διαφεύγουν. Πόσο λιγοστεύουν οι βεβαιότητες καθώς περιπλανιέται στο τοπίο της ωριμότητας· τάχα καρπερό μα στην πραγματικότητα φαρμακωμένο από την πορεία αμέτρητων ματαιώσεων.

Σκέφτεται τη Μπούμπα που παλεύει στον έκτο· τις τελευταίες μέρες ολοένα καλύτερα -το τονίζει σε κάθε επίσκεψη, κοιτώντας τον ίσια στα μάτια σαν προβολέας. Η Μπούμπα που αντιστέκεται στα χτυπήματα της αρρώστιας αλλά και στις παραινέσεις του γιατρού να σηκωθεί· όχι η Μπούμπα μα η ατσαλένια της ανημπόρια. Η Μπούμπα έζησε πολλά χρόνια δύσκολα, αλλά έφτασε να ζήσει την Ανάσταση. Αυτήν έστω τη λειψή Ανάσταση. Κοιτώντας το γιατρό επίμονα το απόγευμα, επαναλαμβάνει την ερώτηση των τελευταίων ημερών: το είδες το «οικόπεδο με τις τσουκνίδες»;

Πίστευε ο γιατρός, με τα στερεότυπα του στεγνού κλινικού τεχνοκράτη, πως της έχει κολλήσει κάποια ιδέα, όπως συμβαίνει συχνά στους καθηλωμένους στο κρεβάτι. Απόψε όμως προσφεύγει στη βιβλιοθήκη του. Μου το δείχνει· νόμιζα πως ήξερα απ’ έξω το «Άξιον εστί». Νομίζω τώρα πως καταλαβαίνω γιατί επέμενε η Μπούμπα όλες αυτές τις μέρες.

Ημέρες Σηκωμού, κάποιου έστω ανασηκωμού, κι αυτή σέρνεται στις τσουκνίδες της ανημπόριας να αδράξει το λάβαρο ξανά, να βγει στους δρόμους.

Δεν ξέρω αν ο γιατρός δικαιολογείται να είναι βουρκωμένος.

Κι απόψε.

Οδυσσέα Ελύτη, «Ανάγνωσμα Τέταρτο. Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες»


Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.

Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.

Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ’χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.

Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ’ τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.

*Γραμμένο τον Μάρτη 2015

Πηγή: presspublica.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...