Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Η κλέφτρα των ωρών...

Ευσταθία Ματζαρίδου


Έφευγαν όλοι. Για τα χωράφια ή για την πόλη. Έπαιρνε το κλειδί απ’ τη γλάστρα και γλιστρούσε στο άδειο σπίτι. Έβγαζε τα παπούτσια της και προχωρούσε νυχοπατώντας σαν να κοιμόταν κάποιος, και φοβόταν μη τον ξυπνήσει και την πιάσει στα πράσα. Άνοιγε τα φύλλα της ντουλάπας με προσοχή από ένα φόβο μην ξεκολλήσει κάποιο και δεν θα μπορεί μετά να δικαιολογήσει τη ζημιά. Έπιανε τα φορέματα ένα ένα, την υφή τους, χάζευε τα χρώματά τους, σε θαρραλέες στιγμές τα έπαιρνε απ’ την κρεμάστρα και τα πρόβαρε, έκλεινε την πόρτα της ντουλάπας που εξωτερικά ήταν καθρέπτης και έπαιρνε στροφές.

Κάποιες φορές συνεπαρμένη απ’ το είδωλό της, έψαχνε και για παπούτσια, κάτι γόβες ψηλοτάκουνες ή κάτι λουστρίνια με αγκράφες, τότε το είδωλό της τη ρουφούσε και χανόταν, ώσπου το πήδημα κάποιας γάτας ή το τιτίβισμα χελιδονιού που τάιζε τα μικρά του την επανέφερε και ξεντύνονταν άτσαλα και βιαστικά, έβγαινε έξω, κλείδωνε και έκανε ότι χαζεύει, για να φαίνεται τυχαίο το πέρασμά της.

Όταν σιγουρευόταν, έδινε και μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό της. Μόνο που περιοριζόταν πια στην κουζίνα, που μπαίνοντας, ήταν το πρώτο δωμάτιο. Άνοιγε ντουλάπια με τσίγκινες κατσαρόλες, ταψιά κάθε μεγέθους και στραγγιστήρια και κουτάλες. Στα συρτάρια χανόταν. Κουβαρίστρες, ψαλίδια, βελόνες και δαχτυλήθρες και ρετάλια υφάσματος.

Τα έπιανε ένα ένα λουλουδάτα, καρώ, ριγέ, βελούδα, ταφτάδες, Και σ’ αυτά χανόταν. Κάποιες φορές, λόγω αυτών των ρεταλιών, ένιωθε σαν να βρίσκεται σε παλάτι κι όπου να’ ναι θα την συλλάβουν οι φύλακες. Έκλεινε τότε άρον άρον τα συρτάρια, έριχνε ένα βλέμμα γύρω της για να βεβαιωθεί ότι δεν άφησε σημάδια. Κλείδωνε. Έβαζε το κλειδί στη γλάστρα. Και απομακρυνόταν.

Έμεινε έτσι όλα τα χρόνια μια ασύλληπτη κλέφτρα των ωρών του άδειου σπιτιού.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...