Πρόσφατα

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Πρωταπριλιάτικη εθνικοφροσύνη

Τάσος Κωστόπουλος

Εντυπωσιακή προβολή του πλαστού «συμφώνου του Πετριτσίου» από έντυπο του ΕΔΕΣ | ΑΣΚΙ


«Επιβεβαιώνεται, δυστυχώς, πως οι Ελληνες κομμουνιστές είναι κομμουνιστές αλλά όχι Ελληνες»

Εκθεση της ΠΑΟ προς τη βρετανική SOE για το «Σύμφωνο του Πετριτσίου» (Κάιρο 23/12/1943)


Τα ψέματα που έμειναν στην Ιστορία δεν ήταν πρωταπριλιάτικα. Ιδιαίτερα μακρόβια αποδείχθηκαν κυρίως όσα χαλκευμένα ντοκουμέντα διέθεταν το προσόν να «τεκμηριώνουν» τις καταχθόνιες επιδιώξεις κάποιου «ιστορικού εχθρού».

Η «Διαθήκη του Μεγάλου Πέτρου», ως απόδειξη του διαχρονικού ρωσικού επεκτατισμού, και τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», ως τεκμήριο μιας εξίσου διαχρονικής εβραϊκής συνωμοσίας, αποτελούν τα γνωστότερα πλαστογραφήματα του είδους.

Ακόμη κι η μεταπολιτευτική Ελλάδα απέκτησε το δικό της ισοδύναμο, μια υποτιθέμενη «δήλωση» του Χένρι Κίσινγκερ που «αποδείκνυε» την ανθελληνική στόχευση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976, όταν η δημοτική αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα του κράτους.

Χρυσή εποχή τέτοιων πλαστογραφιών στη χώρα μας αποτέλεσε πάντως η γερμανική Κατοχή, με την εμφάνιση ουκ ολίγων εγγράφων που υποτίθεται ότι προέρχονταν από την ΕΑΜική αντίσταση και αποκάλυπταν τις «πραγματικές» (αιμοχαρείς ή ανθελληνικές) επιδιώξεις της.

Κατασκευάσματα του γερμανικού Α2, της δωσιλογικής διοίκησης, αντιΕΑΜικών οργανώσεων ή ενός συνδυασμού των παραπάνω, τα «τεκμήρια» αυτά αναπαρήχθησαν στη συνέχεια κατά κόρον από τη μεταπολεμική κρατική προπαγάνδα μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Γνωρίζουν δε μια απροσδόκητη αναβίωση την τελευταία δεκαετία χάρη στην έκρηξη της μπλογκόσφαιρας, που μέσω της άκριτης αναπαραγωγής και διάδοσης «εντυπωσιακών» πληροφοριών έχει μετατραπεί σε προνομιακό χώρο ακροδεξιάς ζύμωσης.

Τι κι αν η πλαστότητα των επίμαχων «ντοκουμέντων» αποτελεί πλέον κοινό τόπο, ακόμη και για τους συντηρητικότερους ιστορικούς;

Τι κι αν βγάζουν μάτι οι κακότεχνες απομιμήσεις της κομμουνιστικής ιδιολέκτου, αντίστοιχες των παλιότερων ειρωνικών μεταγλωττίσεων του Ευαγγελίου σε «Καλό Χαμπέρι» και της υποτείνουσας σε «αποκατινή τεντώστρα»;

Στην εποχή του copy-paste, η κριτική σκέψη εκλαμβάνεται μάλλον ως άχρηστη πολυτέλεια.

Το «προδοτικό σύμφωνο» 


ΠΑΝΩ: Η πρώτη δημοσίευση του «συμφώνου του Πετριτσίου», στην εφημερίδα της ΠΑΟ (7/11/1943). ΚΑΤΩ: ο Γιάννης Ιωαννίδης, οργανωτικός γραμματέας του ΚΚΕ, που φέρεται να το έχει «υπογράψει». Ο έτερος συμβαλλόμενος, Ντουσάν Ντασκάλοφ, ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο | ΑΣΚΙ // ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Δημοφιλέστερο απ’ όλα τα πλαστά «ντοκουμέντα» της κατοχικής περιόδου υπήρξε το λεγόμενο «σύμφωνο του Πετριτσίου», η υποτιθέμενη συμφωνία μεταξύ του οργανωτικού γραμματέα (και υπαρχηγού) του ΚΚΕ, Γιάννη Ιωαννίδη, με κάποιον Ντουσάν Ντασκάλοφ, «εκπρόσωπο» του Κ.Κ. Βουλγαρίας, για μεταπολεμική «εγκαθίδρυση στη Βαλκανική Ενωσης Σοβιετικών Δημοκρατιών, που θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, την Μακεδονία και την Σερβία», παραχώρηση στη Βουλγαρία «εδαφικής διεξόδου στο Αιγαίο», μετατροπή «της Ισταμπούλ και των στενών των Δαρδανελλίων» σε «ανεξάρτητη και αυτόνομη Δημοκρατία υπό τον έλεγχο της Ε.Σ.Σ.Δ. Ρωσσίας» και -φυσικά- ενοποίηση του ευρύτερου μακεδονικού χώρου σε «ανεξάρτητη Αυτόνομη Σοβιετική Δημοκρατία μέσα στην Ενωση Σ.Σ.Δ. της Βαλκανικής».

Το έγγραφο φέρει ημερομηνία 12/7/1943 –δέκα μέρες πριν από την πολύνεκρη, παλλαϊκή διαδήλωση του αθηναϊκού ΕΑΜ ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής!

Η πλαστότητα του «συμφώνου» είναι οφθαλμοφανής.

Οχι μόνο από τις φραστικές τερατολογίες («Ε.Σ.Σ.Δ. Ρωσσίας»), ή το πραγματολογικά οξύμωρο ότι το ΚΚΕ φέρεται να ικανοποιεί όλες τις παραδοσιακές βλέψεις του βουλγαρικού εθνικισμού δίχως το παραμικρό αντάλλαγμα, σε μια εποχή που οργάνωνε κινητοποιήσεις κατά της βουλγαρικής κατοχής και πρόβαλλε ισχυρές αντιστάσεις σε πολύ μετριοπαθέστερα αιτήματα των Γιουγκοσλάβων συντρόφων.

Ηταν, επίσης, αδύνατο να έχει υπογραφεί στον δεδομένο τόπο και χρόνο: τον Ιούλιο του 1943 ο Γιάννης Ιωαννίδης βρισκόταν ακόμη στην Αθήνα (έφυγε για το βουνό μόλις στις 2/3/1944), ο δε αντισυμβαλλόμενός του είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Πηγή της πλαστογραφίας ήταν η Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις (ΠΑΟ), μια άκρως αντικομμουνιστική κίνηση απαρτιζόμενη κυρίως από στρατιωτικούς και στελέχη της δωσιλογικής διοίκησης.

Στην εφημερίδα της «Εθνική Φωνή» έγινε η πρώτη δημοσίευση του «συμφώνου» (7/11/1943).

Μια μέρα μετά, κλιμάκιο της ΠΑΟ αναχώρησε για τη Μέση Ανατολή, κουβαλώντας αντίγραφό του προς ενημέρωση της εξόριστης κυβέρνησης και του συμμαχικού στρατηγείου.

Επικεφαλής ήταν ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Γούλας και ο σμήναρχος Γεώργιος Θεμελής – ο ίδιος που, ως κατοχικός νομάρχης Πέλλας (1941-43), είχε διακηρύξει εντύπως πως «όποιος σηκώσει χέρι κατά των Γερμανών δεν είναι Ελλην».

Αγγλική μετάφραση του «συμφώνου» υπέβαλε ο Γούλας στη βρετανική SOE (23/12/1943), δίχως αυτό να γίνει πιστευτό από τους παραλήπτες.

«Αι επί λόγω τιμής καταθέσεις τόσων γενναίων και τιμίων αξιωματικών διεστράφησαν ή διεκωμωδήθησαν, οι ίδιοι διεσύρθησαν κατά τον πλέον αχαρακτήριστον τρόπον. Ησαν όλοι δειλοί και συκοφάνται, κατάσκοποι των γερμανών, “Γκεσταπίτες”!», θα θυμίσει εκ των υστέρων ο συνταξιδιώτης τους Απόστολος Δασκαλάκης.

Ο ίδιος εντοπίζει τη δραστική αλλαγή της βρετανικής στάσης μετά το «στασιαστικόν κίνημα του Απριλίου 1944» – όταν «οι “συκοφάντες” και “γκεσταπίτες” Μακεδόνες αξιωματικοί, παραμερισμένοι έως τότε, ετοποθετήθησαν εις υπηρεσίας» και «κανείς πλέον δεν ημφισβήτει την αλήθειαν του όρκου των περί της εαμοβουλγαρικής συμφωνίας» («Εθνος» 12/2/1945).

Στις 13/5/1944 η τελευταία μνημονεύθηκε μάλιστα σε ανταποκρίσεις των λονδρέζικων Daily Mail και Daily Herald από το Κάιρο, με τη διευκρίνιση ότι κατείχαν αντίγραφό της από τον Ιανουάριο αλλά δίσταζαν να το δημοσιοποιήσουν.

Στο μεσοδιάστημα, το «σύμφωνο» διαδόθηκε στην κατεχόμενη Ευρώπη από τον χιτλερικό μηχανισμό, με δημοσιεύματα στην πολωνική Wiaza (3/12/1943), τη γερμανόγλωσση Neue Ordnung του Ζάγκρεμπ (23/1/1944), το επίσημο όργανο των ναζί Völkischer Beobachter (20/5/1944) και την Kölnische Zeitung (21/5/1944).

Η διεθνής αυτή προβολή συμβάδισε με την οργανωμένη διάδοσή του στο εσωτερικό.

Την αρχή έκαναν τα έντυπα του ΕΔΕΣ «Νέα Ελλάς» (12/5/1944) και «Εθνική Φλόγα» (21/5/1944), για να πάρει κατόπιν τη σκυτάλη ο επίσημος κατοχικός Τύπος, από τη Θεσσαλονίκη («Νέα Ευρώπη» 23/5/1944) και τα Χανιά («Παρατηρητής» 24/5/1944) μέχρι την Καλαμάτα («Τα Νέα-Σημαία-Θάρρος» 13/8/1944).

Για το αόρατο χέρι που συντόνιζε αυτές τις δημοσιεύσεις αποκαλυπτική είναι η εκτίμηση του Α2 της γερμανικής «Στρατιάς Ε» (19/3/1944) για τη «μεγάλη προπαγανδιστική αξία» του ντοκουμέντου (Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, «Η ελληνική αντίστασις», Αθήνα 1964, σ. 81).

Εξίσου εύγλωττη για τη διάδοση του «συμφώνου» είναι η μαρτυρία του κατοχικού νομάρχη Τρικάλων, Χρυσόστομου Πιπιλιάγκα:


«Αμα ως έλαβον γνώσιν τούτου διέταξα να εκτυπωθή εις πέντε χιλιάδας αντίτυπα και να διανεμηθή ευρύτατα. Ταυτοχρόνως όμως ήλθον εις επαφήν με Γερμανόν συνταγματάρχην, Σύνδεσμον της Γερμανικής Διοικήσεως μετά του Υπουργείου Εσωτερικών, ον και παρεκάλεσα όπως με βοηθήση εις την ευρυτάτην κυκλοφορίαν αυτού. Πράγματι ο εν λόγω Συνταγματάρχης προθύμως εδέχθη και διέταξε την από ραδιοφώνου μετάδοσιν του κειμένου τού περί ου ο λόγος συμφώνου»

(«Η Ελλάς κατά την από του 1942-1967 περίοδον», Αθήναι 1970, σ. 12-3).


Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» της Αθήνας κατήγγειλε ανοιχτά «το προβοκατόρικο αυτό έγγραφο», αποδίδοντας την πατρότητά του στην αθηναϊκή «Εθνική Δράσι» (20/5/1944).

Τα πρώην στελέχη της ΠΑΟ, που επάνδρωσαν τη μεταπολεμική κρατική προπαγάνδα, θα ισχυριστούν, παρ' όλα αυτά, ότι «το σύμφωνον δεν ημφεσβητήθη ποσώς κατά την εποχήν εκείνη από το ΚΚΕ» (Χριστόφορος Νάλτσας, «Το μακεδονικόν ζήτημα και η σοβιετική πολιτική», Θεσ/νίκη 1954, σ. 279).

Το κράτος του Εμφυλίου έσπευσε πάλι να περιλάβει το επίμαχο τεκμήριο στη Λευκή Βίβλο που εξέδωσε το 1947, επικαλούμενο όχι τα κατοχικά δημοσιεύματα αλλά «αντίγραφον εκ του ευρεθέντος εις το χωρίον Μπούλα κομμουνιστικού αρχείου» (Υφυπουργείον Τύπου και Πληροφοριών, «Η εναντίον της Ελλάδος κομμουνιστική επιβουλή», σ. 11).

Την ίδια προέλευση επικαλείται και η πρόσφατη αναδημοσίευση του «συμφώνου» σε επίσημη έκδοση του ΓΕΣ («Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», Αθήνα 1998, τ. 5ος, σ. 167).

Η ανακάλυψη αυτή παραμένει, ωστόσο, εξαιρετικά μυστηριώδης.

Ο εμπειρογνώμων του ΥΠΕΞ, Ευάγγελος Κωφός, γράφει για «ανεπιβεβαίωτο αντίγραφο» που βρέθηκε το 1945 «κοντά στο χωριό Μπούλα των Σερρών» («Nationalism and Communism in Macedonia», Θεσ/νίκη 1964, σ. 134).

Εγγραφο του υπουργείου Εσωτερικών που δημοσιεύτηκε στο «Ελληνικόν Αίμα» (24/10/1945) τοποθετούσε, πάλι, το εύρημα «εις το χωρίον Μπούλα Αττικής».

Τέτοιο χωριό δεν υπάρχει όμως σε κανέναν από τους δύο νομούς!

Αποκαλυπτική είναι, τέλος, η σιγή των απομνημονευμάτων ηγετικών στελεχών της ΠΑΟ γι’ αυτή τη μείζονα προπαγανδιστική επιτυχία της οργάνωσης.

Οι δίτομες αναμνήσεις του ταγματάρχη Παπαθανασίου δεν αναφέρουν το παραμικρό, ακόμη κι όταν κάνουν λόγο για την αποστολή των Γούλα - Θεμελή στο Κάιρο («Για τον ελληνικό βορρά», Αθήνα 1997).

Ο στρατηγός Φροντιστής σημειώνει πάλι φευγαλέα πως η ύπαρξη του συμφώνου απλώς «διεδόθη» – από ποιον ακριβώς και με ποια μέσα, δεν διευκρινίζει («ΠΑΟ», Θεσ/νίκη 1977, σ. 109).

Οσο για τον Ευάγγελο Κωφό, γιο στελέχους της ΠΑΟ, αποδέχεται μεν ρητά την πλαστότητα του «συμφώνου», προφασίζεται όμως άγνοια της πατρότητάς του («Η βαλκανική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος στα χρόνια της Κατοχής και στην Αντίσταση», Αθήνα 1989, σ. 23).

Πληθωρισμός «συμφώνων»


Το «σύμφωνο του Πετριτσίου» δεν ήταν, ωστόσο, το μοναδικό του είδους που κυκλοφόρησε εκείνα τα χρόνια.

Η κατοχική και αντικομμουνιστική προπαγάνδα παρήγαγε τέσσερα ακόμη παρεμφερή «ντοκουμέντα».

Σε δύο από αυτά, ΕΑΜ και ΚΚΕ ξεπουλάνε την ελληνική Μακεδονία στους Σλάβους, ενώ στα υπόλοιπα τα κάνουν πλακάκια με τους Γερμανούς:

Το «σύμφωνο της Καρυδιάς», που φέρεται να υπογράφηκε στο ομώνυμο χωριό της Εδεσσας (10/1/1944) από το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη) και τον Βούλγαρο αξιωματικό Αντόν Κάλτσεφ.

Ολως παραδόξως, ενώ ο τελευταίος ήταν σύνδεσμος του βουλγαρικού στρατού στα γερμανικά φρουραρχεία, στο έγγραφο φέρεται να εκπροσωπεί το... ΣΝΟΦ, τη μειονοτική δηλαδή οργάνωση του ΕΑΜ στους Σλαβομακεδόνες!

Μεταξύ άλλων, ΕΑΜ και ΣΝΟΦ «αποφασίζουν από κοινού την δημιουργία αυτονόμου Μακεδονικού Κράτους Σοβιετικής Οργάνωσης το οποίον θα ζητήσει να μπει κάτω από την προστασία της Ρωσίας» (όχι της ΕΣΣΔ), προβλέπεται η σύσταση «Διεθν. Μερ/χίας» με «Βουλγάρους αξιωματικούς», ο δε Κάλτσεφ δεσμεύεται (εν ονόματι «των Βουλγάρων» τούτη τη φορά) «για την κατασυκοφάντηση κάθε δυναμικού εθνικιστικού στοιχείου στις αρχές κατοχής, ώστε να μην αναπτυχθεί εθνικιστική κίνηση».

Οπως εύστοχα σημειώνει ο καθηγητής Χάγκεν Φλάισερ, η τελευταία και μόνο διάταξη αποδεικνύει περίτρανα το επίπεδο των πλαστογράφων – αφού «κατασυκοφάντηση» αποδίδεται πάντα μόνο στον αντίπαλο, ο δε κολακευτικός όρος «δυναμικά εθνικιστικά στοιχεία» χρησιμοποιούνταν για τον αυτοπροσδιορισμό των δεξιών ομάδων και ουδέποτε από το ΚΚΕ για τους αντιπάλους του («Στέμμα και Σβάστικα», τ. Β', Αθήνα 1995, σ. 92).

Υποσημειώνεται, τέλος, ότι, ενώ το επίμαχο χωριό λέγεται Καρυδιά, στο έγγραφο μνημονεύεται σαν Καρυδιές.

Οι πλαστογράφοι τα θαλάσσωσαν ακόμη και στη γεωγραφία!

Το «σύμφωνο του Μελισσοχωρίου» (20/9/1944) μεταξύ του ΕΛΑΣ, της ΠΕΕΑ, της «Βουλγαρικής Λέσχης» Θεσσαλονίκης και του βουλγαρικού στρατού, με το οποίο ΚΚΕ και ΕΛΑΣ αναλαμβάνουν να υποστηρίξουν τους Βουλγάρους έναντι των... Αγγλοαμερικανών, καθώς και «να σχηματίσουν μίαν διεθνή Μακεδονίαν μετά το τέλος του πολέμου».

Στην πραγματικότητα ο ΕΛΑΣ είχε ήδη ελευθερώσει τις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας, η «Βουλγαρική Λέσχη» είχε διαλυθεί και ο Βούλγαρος στρατηγός Σιράκοφ είχε συμμαχήσει εγγράφως με τον αντικομμουνιστή Πόντιο οπλαρχηγό Τσαούς Αντών (18/9/1944).

Το «σύμφωνο του Λειβαδίου» Χαλκιδικής (1/9/1944) ανάμεσα στον «καπετάν Κίτσο», ως εκπρόσωπο της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, και κάποιον «ταγματάρχη Εριχ Φένσκε, διοικητή της μονάδος 31756, ως εκπρόσωπο των ενόπλων γερμανικών δυνάμεων της στρατιάς Αιγαίου», όπου ο ΕΛΑΣ «αναλαμβάνει την υποχρέωσι να μην εμποδίση την υποχώρησι του γερμανικού στρατού» με αντάλλαγμα τη Θεσσαλονίκη.

Το έγγραφο προσκόμισε το 1947 στην ερευνητική επιτροπή του ΟΗΕ μια παρακρατική οργάνωση με την επωνυμία «Εθνικός Σύνδεσμος Ελασιτών Μακεδονίας-Θράκης» («Η εναντίον...», όπ.π., σ. 15-6).

Ωστόσο, «όπως εξάγεται από τους γερμανικούς καταλόγους των αξιωματικών, δεν υπήρχε στη Βέρμαχτ κανένας ταγματάρχης μ’ αυτό το όνομα, κι ακόμα η μονάδα με αριθμό 31756 είναι ανύπαρκτη» (Heinz Richter, «Δυο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα», Αθήνα 1976, τ.Β', σ. 179).

Εξίσου αποκαλυπτικές είναι κάποιες δευτερεύουσες ρήτρες: ο ΕΛΑΣ δηλώνει ότι «δεν φέρνει καμιά ευθύνη αν αντιλαϊκές προδοτικές ομάδες επιτεθούν κατά γερμανικών δυνάμεων» και δεσμεύεται για «καταπολέμησι των αντιλαϊκών παρτιζάνικων ομάδων», με βαρύ οπλισμό που θα του παραχωρήσουν οι Γερμανοί.

Το 1944 στη γερμανοκρατούμενη Μακεδονία δεν υπήρχε όμως καμιά άλλη «παρτιζάνικη ομάδα» εκτός από τον ΕΛΑΣ!

Ακόμη πιο εξωπραγματικό είναι ένα έγγραφο όπου ο γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος «ενημερώνει» τους συντρόφους του (13/8/1944) ότι, βάσει συμφωνίας με τη Γερμανική Διοίκηση, «οποιαδήποτε ενέργειά μας ενάντια του Στρατού Κατοχής θα γίνεται ύστερα από σχετικές υποδείξεις του αρχηγού της Γκεστάπο»!

Αν το «τεκμήριο» δεν ήταν τόσο φαιδρό, θα άξιζε ίσως να επισημάνουμε πως, ενώ φέρεται να συντάχθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1944, ο Σιάντος είχε εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για το βουνό ήδη από τις 19 Ιανουαρίου.

Η πρώτη δημοσίευσή του, απ’ όσο γνωρίζουμε, έγινε στη «Βίβλο της Εθνοπροδοσίας» που την εξέδωσε ψευδώνυμα το 1961 η καραμανλική ΚΥΠ.

Βούλγαροι παντού


Αντικομμουνιστικές αφίσες της κατοχικής προπαγάνδας | ΣΠ. ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΦΙΣΕΣ (Αθήνα 2003) // Κ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, Η ΚΑΤΟΧΗ (Αθήνα 1997)

Η εμμονή της εθνικόφρονος προπαγάνδας με τους πανταχού παρόντες Σλάβους δεν αρκέστηκε όμως στα διαβόητα «σύμφωνα».

Τον Σεπτέμβριο του 1943 η «Εθνικοκοινωνική Επανάστασις», όργανο της ομώνυμης ακροδεξιάς γκρούπας που συνεργαζόταν με τη «Χ» και την Ειδική Ασφάλεια, δημοσίευσε πρωτοσέλιδα την «προκήρυξη» κάποιου «Σ. Πετρώφ, Ανωτάτου Πολιτικού Κομισαρίου των ανταρτικών ομάδων της ΕΑΜ», που εξήγγελλε αφ’ ενός μεν την «πλαισίωση» των «Αγγλοαμερικανικών Μεραρχιών επίθεσης» με... σοβιετικούς πολιτικούς επιτρόπους, αφ’ ετέρου δε την επικείμενη εκκαθάριση των αστών:


«Σε κάθε χωριό, σε κάθε κοινότητα, σε κάθε συνοικία, ετοιμάστε τους μαύρους πίνακες των ταξικών ντόπιων εχθρών. [...] Την μέρα της Εθνικοαπελευθερωτικής νίκης ενάντια στους Φασίστες και τους Ναζίς [sic], σε κάθε περιφέρεια θα οργανωθούν έκτακτα προλεταριακά δικαστήρια, που θα τιμωρήσουν όλα αυτά τα μπουρζουάδικα στοιχεία με τον πιο σκληρό τρόπο».


Αν οι Σοβιετικοί είχαν αναλάβει τη διοίκηση του ΕΛΑΣ, οι Βούλγαροι επάνδρωναν τις μονάδες του, ακόμη και στην προσφυγομάνα Κοκκινιά ή τη νότια Πελοπόννησο.

Αυτό τουλάχιστον ισχυρίστηκε ο επίλαρχος του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμάτας Ιωάννης Χριστοφίλου σε δημόσια ομιλία του, που δημοσιεύτηκε στον τοπικό κατοχικό Τύπο («Τα Νέα-Σημαία-Θάρρος», 26/6/1944 & 11/7/1944).

Επικαλούμενα τη μαρτυρία επιζώντος ταγματασφαλίτη, μετεμφυλιακά πονήματα ανακαλύπτουν πάλι 17 σκοτωμένους «Βουλγάρους» στην πρώτη μάχη του Μελιγαλά (8/4/1944), με βουλγαρόγλωσσες μάλιστα μεταλλικές ταυτότητες στον λαιμό (Κοσμάς Αντωνόπουλος, «Εθνική Αντίστασις», Αθήναι 1964, σ. 1216· Ηλίας Θεοδωρόπουλος, «Η πηγάδα του Μελιγαλά», Αθήνα 2001, σ. 83 & 160-1).

Το βραβείο εφευρετικότητας αποσπά, πάντως, ο διοικητής του Τάγματος, Διονύσιος Παπαδόπουλος, όταν μας πληροφορεί ότι στον ΕΛΑΣ Λακωνίας υπηρετούσε αυτοπροσώπως, με τον ταπεινό μάλιστα βαθμό του λοχαγού, ακόμη και ο ίδιος ο ηγέτης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Γκεόργκι Δημητρώφ («Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», τ. 8ος, σ. 252).

Της Παναγίας τα μάτια


Τα «εθνικά ζητήματα» δεν ήταν τα μόνα ιερά και όσια που απειλούνταν από το ΕΑΜ.

Κατά τις εμφύλιες φθινοπωρινές συγκρούσεις του 1943 στην Ηπειρο, ο ΕΔΕΣ ανακοίνωσε ότι βρήκε στο Τσεπέλοβο εικόνα της Παναγίας με βγαλμένα τα μάτια από τους ΕΛΑΣίτες.

Σύμφωνα πάλι με μια πρώιμη πτωματολογική έκδοση, σε διάφορα χωριά της Ρούμελης οι «αντάρτες του ΕΑΜ τα βρεγμένα παντελόνια τους τα άπλωναν επί της Αγίας Τραπέζης διά να στεγνώσουν», «έκοπτον κρέας επί της Αγίας Τραπέζης» ή «έπινον κρασί με το Αγιον Ποτήριον, εις το οποίον είχον προηγουμένως χαράξει ανεξητίλως το σφυροδρέπανον» (Τρύφων Παπαθανασίου, «Η Μαύρη Βίβλος των εγκλημάτων του ΕΑΜ» [1946], σ. 51-2).

Εκτός από τα μάτια της Παναγίας, οι συμμορίες έβγαζαν όμως και τα δικά τους.

Με τον πανομοιότυπο τίτλο «Βεβήλωσις ναού εις το χωρίον Χώστια υπό των κομμουνιστών», οι κατοχικές εφημερίδες όλης της χώρας δημοσίευσαν τον Απρίλιο του 1944 την ανακοίνωση του γερμανοτσολιά ανθυπολοχαγού Μαρίνου Χατζημιχαήλ, για όσα (υποτίθεται ότι) διέπραξε ο ΕΛΑΣ σε μια «ιστορικήν Βυζαντινήν μονήν, ρυθμού Αγίας Σοφίας», της Πελοποννήσου:


«Ο κυρίως ναός εχρησιμοποιείτο ως κοιτών οργίων. Η Αγία Τράπεζα γυμνή έφερε μικρόν δισκοπότηρον, εντός του οποίου υπήρχε “προφυλακτικόν” χρησιμοποιηθέν. [...] Ελλείψει φωτογραφικής μηχανής, δεν κατώρθωσα να προσκομίσω φωτογραφίας των βανδαλισμών» («Ελεύθερον Βήμα» 21/4/1944).


Αν δυσκολεύεστε να πιστέψετε την εντυπωσιακή πληροφορία για τις προωθημένες τεχνικές αντισύλληψης που χρησιμοποιούσαν οι κατσαπλιάδες εν μέσω κατοχικής ένδειας, δεν συνέβη το ίδιο με κάποιους εθνικόφρονες.

Από ιδιωτική επιστολή αξιωματικού της Αθήνας προς συνάδελφο και συγγενή του στην Κρήτη (20/6/1945) πληροφορούμαστε έτσι πως οι ΕΛΑΣίτες της ηπειρωτικής Ελλάδας όχι μόνο «έσφαξαν χιλιάδες χιλιάδων, έκαψαν χωρία, έκοψαν λαιμούς και έβγαλαν μάτια, γλώσσες, έντερα, κοιλιές», αλλά και «μετέβαλαν τις εκκλησίες σε σταύλους και οίκους ανοχής, έρριψαν “καπότες” στα δισκοπότηρα και άλλα που μόνο φαντασία έξαλλη και αρρωστημένη μπορεί να εκκολάψη».

Φαντασία έξαλλη και αρρωστημένη, φυσικά. Τίνος όμως;

Ο Αρης «ομολογεί» 


Ο Αρης ενώ εκφωνεί την (πραγματική) ομιλία του στην άρτι απελευθερωμένη Λαμία (22/10/1943). |

Ενα από τα εμβληματικότερα (και πολυσυζητημένα) κείμενα της ΕΑΜικής αντίστασης υπήρξε ως γνωστόν ο λόγος που εκφώνησε ο Αρης Βελιουχιώτης από το μπαλκόνι της Νομαρχίας Φθιώτιδος μετά την απελευθέρωση της Λαμίας (22/1/1944), καθησυχάζοντας τους συντηρητικότερους ακροατές για τις προθέσεις του ΚΚΕ απέναντι στις παραδοσιακές αξίες και αντιλήψεις.

Την τελευταία χρονιά της Κατοχής, ένας άλλος «λόγος» του Αρη βρισκόταν ωστόσο στην ημερήσια διάταξη της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας: η υποτιθέμενη «ομιλία» του στο χωριό Δεσφίνα της Παρνασσίδας.

Ενα ασυνάρτητο συμπίλημα διεθνιστικών, αντικαπιταλιστικών κι αντιμιλιταριστικών κηρυγμάτων (όπως τα αντιλαμβανόταν ο μέσος ασφαλίτης της εποχής), όπου ο Αρης φερόταν να διακηρύσσει δημόσια τα ακριβώς αντίθετα απ’ όσα πρέσβευαν το ΕΑΜ και το ΚΚΕ.

Ακόμη και να μετονομάζει τον ΕΛΑΣ, από «Ελληνικό» σε «Ερυθρό» στρατό:


«Τον σκοπόν μας μέχρι στιγμής δεν τον είχαμε αποκαλύψει για λόγους σκοπιμότητος. [...]

Σκοπός μας δεν είναι να χτυπήσουμε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στρατιώτες γιατί και αυτοί είναι σας και μας αδέλφια μας [...]

Τα φυσικά σύνορα της Ελλάδος δεν είναι πέρ’ από τον Ολυμπο [...]

Ο πρώτος μας σκοπός που θα έχουμε μόλις επικρατήσουμε θα είναι να σφάξουμε όλη αυτή την άτιμη φάρα των αξιωματικών του αστικού στρατού που άλλο δεν κάνανε πριν παρά κινήματα για να παίρνουνε γαλόνια, μισθούς και να γίνωνται πρόεδροι Δημοκρατίας ή Βασιλιάδες. [...]

Δεν περιμένουμε τίποτα άλλο παρά ένα σύνθημα από (τον πατέρα μας τον Στάλιν) το Κέντρον για να ξεχυθούμε στα πεζοδρόμια και στους δρόμους, στα μέγαρα και στις πολυκατοικίες της Αθήνας για να ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα τους λογαριασμούς μας.

Από τώρα και στο εξής όλοι επάνω στα πηλίκιά σας θα γράφετε με κόκκινα γράμματα “Ερυθρός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (Ε.Λ.Α.Σ.) Ζωή ή Θάνατος”».



Η «ομιλία» πρωτοδημοσιεύτηκε στο εφημεριδάκι «Ο Πατριώτης», «όργανο» μιας οργάνωσης-φάντασμα ονόματι «απελευθερωτική επαρχιακή κίνησις Ε.Α.Ε.Κ.» (φ. 4, 27/9/1943).

Ο χρόνος της ομιλίας δεν προσδιορίζεται, ενώ αντιφατική είναι η περιγραφή των αντιδράσεων του κοινού: από τη μια «ψάλλουνε την Γ΄ Διεθνή [sic] σηκώνοντας την γροθιά τους», από την άλλη ο λόγος «προκάλεσε κατάπληξι και δυσφορία».

ψευδώνυμος «Πατριώτης» (27/9/1943) με τον ψεύτικο «λόγο της Δεσφίνας» | ΑΡΧΕΙΟ Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το πλαίσιο της «αποκάλυψης» είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττο.

Το ίδιο έντυπο διακηρύσσει ότι το ΕΑΜ επέβαλε στην Ελεύθερη Ελλάδα «μια σκλαβιά ανείπωτη, μπροστά στην οποία ωχριά η σκλαβιά στην οποία μας υπέβαλαν οι επιδρομείς», που άλλωστε «έχουν το ελαφρυντικό ότι είναι εχθροί μας αγωνιζόμενοι διά το μεγαλείον της ιδίας των πατρίδος», και καλεί τον πληθυσμό να στρατευτεί αποκλειστικά κατά του ΕΑΜ:


«Ελληνικέ λαέ. Ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσης είναι φανερός. Δε θέλει σκέψι και δισταγμούς. Η πατρίδα σε καλεί να πράξης ένα καθήκον. Να κτυπήσης το Κ.Κ., να κτυπήσης το ΕΛΑΣ όπου και αν το συναντήσης. [...]

Με το χρήμα που προσέφερες Ελληνικέ Λαέ και που ακόμη έχεις την ανοησία να δίδης, ετοιμάζονται και ακονίζονται τα δίκοπα μαχαίρια με τα οποία οι Εαμικοί θα σφάξουν εσένα και τα παιδιά σου για να υψώσουν κατόπιν την κόκκινη σημαία με το έμβλημά των σφυρί-δρεπάνι επάνω στην ιερά Ακρόπολι, εάν και αυτή δεν πέση κάτω από τα κτυπήματα του ιστορικού υλισμού. [...]

Σου παραθέτω ένα λόγο που έβγαλε ο περίφημος Αρης Βελουχιώτης δημοσία στην Δεσφίνα ύστερα από συμβούλιο των οπαδών του σύμφωνα με την οδηγία του Κέντρου.

Ο λόγος αυτός είναι μία ομολογία με περισσόν κυνισμόν των σκοπών και κατευθύνσεων του Κ.Κ.Ε. Διάβασε, σκέψου και αποφάσισε».



Είναι φανερό ότι το πλαστογράφημα απέβλεπε στον εκφοβισμό των εύπορων πατριωτών των αστικών κέντρων που στήριζαν οικονομικά το ΕΑΜ.

Παρά τη φαιδρότητά του, ο αντίκτυπός του στις τότε συνθήκες δεν πρέπει να υποτιμάται.

Ενα παρόμοιο «ντοκουμέντο», που δημοσιεύτηκε στον επίσημο κατοχικό Τύπο (4/4/1944) «τεκμηριώνοντας» την πρόθεση του ΚΚΕ να σφάξει «κάθε πλουτοκράτη κατά την ημέραν της απελευθερώσεως», έγινε λ.χ. πιστευτό από μερίδα του κοινού (Μαρίκα Αντωνοπούλου, «Ημερολόγιο Κατοχής», Αθήνα 2014, σσ. 258-9).

Για προφανείς λόγους, ο «λόγος της Δεσφίνας» πήρε μεταπολεμικά ελάσσονα θέση στο αντικομμουνιστικό οπλοστάσιο.

Η γνωστότερη ανάσυρσή του έγινε επί χούντας από τον δικηγόρο Νίκο Αναγνωστόπουλο, καθοδηγητή των ταγματασφαλιτών της Βόρειας Εύβοιας επί Κατοχής και στρατοδίκη στον Εμφύλιο («Η Εύβοια υπό Κατοχήν», Αθήναι 1973, σσ. 367-8).

Ευρύτερα θα διαδοθεί όμως μόνο μετά την έκρηξη της μπλογκόσφαιρας και τη συστηματική παρέμβαση της Ακροδεξιάς στο Διαδίκτυο.

Στο μεταίχμιο των δύο εποχών, το πλαστογράφημα του 1943 υιοθετήθηκε πάντως από τον πρώην πράκτορα των Βρετανών, Θέμη Μαρίνο («Ο εφιάλτης της Εθνικής Αντίστασης», Αθήνα 2003, τ. Β΄, σσ. 59-60).

Με μια αξιοσημείωτη διαφορά: η ομιλία του Αρη δεν είναι πλέον «δημόσια», αλλά σε μια υποτιθέμενη «ιδιαίτερη συγκέντρωση των καπεταναίων του ΕΛΑΣ», αμέσως μετά την πατριωτική επετειακή ομιλία του καπετάν Διαμαντή προς τους κατοίκους της Δεσφίνας (25/3/1943).

Ετσι ώστε και οι κομμουνιστές να φαντάζουν πιο καταχθόνιοι και οι χωρικοί να δικαιολογούνται που δεν την πήραν είδηση...

Η «συναγωνίστρια Ελλη» και το «σάρκινο ζήτημα»


Κοπέλες της ΕΠΟΝ καλωσορίζουν τον βρετανικό στρατό σε προάστιο της Πάτρας (Οκτώβριος 1944) |

Του Κώστα Κατσούδα*

Μετά την Απελευθέρωση, οι οξείες πολιτικές αντιθέσεις προκάλεσαν έναν ανελέητο πόλεμο προπαγάνδας, ο οποίος κορυφώθηκε με τη μετατροπή της παραταξιακής πόλωσης σε ένοπλη σύρραξη.

Η επίσημη αναγόρευση της Αριστεράς σε «εθνικό κίνδυνο» και η εκ νέου ανακίνηση του Μακεδονικού Ζητήματος στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου παρείχαν την ευκαιρία για τη μέχρι ναυτίας ανακύκλωση των «εαμοβουλγαρικών» συμφωνιών της Κατοχής.

Πλάι στη δεσπόζουσα αφήγηση περί ανίερης συμπαιγνίας των κομμουνιστών με τους Σλάβους, ο μεταπολεμικός αντικομμουνιστικός λόγος εξερεύνησε και άλλα θεματικά μοτίβα.

Η συναφής ρητορεία καρυκεύτηκε με τη σειρά της από πληθώρα καινούργιων πλαστογραφημάτων.

Η λογοθετική ταύτιση του κομμουνισμού με τη διάβρωση των ηθικών αξιών χρονολογούνταν από τον Μεσοπόλεμο και μπορεί να ανιχνευτεί σε ορισμένα κατοχικά δημοσιεύματα.

Αυτές οι προϋφιστάμενες εικόνες αξιοποιήθηκαν πλήρως στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου.

Η μαζική κινητοποίηση της νεολαίας και των γυναικών, δύο από τα πιο ριζοσπαστικά κληροδοτήματα της ΕΑΜικής Αντίστασης, είχαν τροφοδοτήσει την πεποίθηση των εθνικοφρόνων ότι ο κομμουνισμός αποσκοπούσε στην ηθική εξασθένηση του εθνικού οργανισμού προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την πολιτική υποδούλωση της χώρας.

Το πρόγραμμα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ δεν απείχε ουσιωδώς των κυρίαρχων πουριτανικών προτύπων γύρω από τις σχέσεις των δύο φύλων, όμως οι αντίπαλοί τους έσπευδαν να στοχοποιούν τα μέλη τους ως λάτρες της «ελευθερογαμίας» και θιασώτες του συνθήματος «Κάτω η παρθενία».

Κύριος στόχος αυτής της ρητορείας ήταν η ΕΠΟΝ, το πιο δαιμονοποιημένο παρακλάδι του ΕΑΜ μετά την αυτοδιάλυση του ΕΛΑΣ.

Η νεολαιίστικη οργάνωση κατηγορούνταν πανταχόθεν ότι ασκούσε νοσηρή επιρροή στους νέους και τους μυούσε στη διαφθορά και τις ένοχες απολαύσεις.

Η πολεμική εναντίον της κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 1946, καθώς ήδη μεθοδευόταν η θέση της εκτός νόμου.

Σε αυτή τη συγκυρία, η εφημερίδα «Θεσσαλία» του Βόλου φαίνεται ότι ήταν η πρώτη που δημοσίευσε ένα από το γνωστότερα αντικομμουνιστικά πλαστογραφήματα της εποχής.

Ηταν η υποτιθέμενη εισήγηση κάποιας «συναγωνίστριας Ελλης» προς τις ΕΠΟΝίτισσες, η οποία έδινε νέο νόημα στην παραίνεση «όλα για τον αγώνα»:


«Για το σάρκινο ζήτημα, η ερωτική ένωση των δύο φύλων είναι φυσικιά και αναπότρεφτη σωματική λειτουργία, που δεν μπορεί να βασταχτή με τις ανόητες προλήψεις της μπουρζουαζίας και των υποκριτικών αστών.

Η αβάσταχτη τούτη ορμή σα φυσικιά χαρά δεν μπορεί να αναστέλλεται ανάβλαβα στο γενικό νευροδιανοητικό σύστημα που λέγεται ανθρώπινο σύνολο.

Χρέος στον ανθρώπινο οργανισμό είναι η σεξουαλική ένωση και κάθε συντρόφισσα που η σάρκα της το ζητεί χαίρεται να δίνεται ενάντια στις ανόητες προλήψεις της μαύρης αντίδρασης.

Στα Ελασίτικα παλληκάρια που οι σεξουαλικές ορμές τους θεριέβουν στο βουνό και στον πόλεμο, για νάναι καθάριο το κεφάλι τους με πλέρια αυτοκυριάρχηση της νευροδιανοητικής συγκρότησης στο σάρκινο λειτούργημα, πρέπει κάθε συναγωνίστρια και κάθε συντρόφισσα να δίνεται για χατήρι του αγώνα της επικράτησης για τη Λευτεριά και για τη Λαοκρατία».



Η αξιοπιστία του κειμένου δεν αντέχει σε κριτική. Από την άτσαλη μίμηση του κομμουνιστικού ιδιόλεκτου έως το εξωφρενικό περιεχόμενο, το ανεκδιήγητο έγγραφο είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικό της «νευροδιανοητικής συγκρότησης» των χυδαίων τερατολόγων παρά των ισχυουσών ΕΑΜικών πρακτικών.

Η ευλογοφάνειά του υπονομεύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι ενώ παρουσιάστηκε ως ντοκουμέντο που κατασχέθηκε αρμοδίως από το αρχείο της ΕΠΟΝ στη Μαγνησία, στην πραγματικότητα διακινούνταν από τους ασφαλίτικους κύκλους του δωσιλογικού κράτους στην Αθήνα κατά στους τελευταίους μήνες της Κατοχής.

Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν εμπόδισε τη αναπαραγωγή του από τον δεξιό Τύπο, διανθισμένη με γαργαλιστικές λεπτομέρειες περί της «εκπορνευμένης κατευθύνσεως» του ελληνικού κομμουνισμού.

Οι Αρχές φρόντισαν να επισυνάψουν το δημοσίευμα στο αποδεικτικό υλικό που συνόδευσε την αίτηση δικαστικής παύσης της λειτουργίας της ΕΠΟΝ το 1947.

Ωστόσο, ακόμη και τα πιο χονδροειδή ψέματα δεν μπαίνουν στη ναφθαλίνη όσο προκύπτουν νέες αφορμές για να κρατηθούν στην επικαιρότητα.

Τον Ιανουάριο του 1948 το υπουργείο Παιδείας ανέσυρε ξανά το χάλκευμα ως θέμα της διαταγής «περί των σεξουαλικών σχέσεων των συναγωνιστριών» που απέστειλε στις εκπαιδευτικές επιθεωρήσεις της χώρας.

Συνοδευόταν από τη σύσταση να γίνουν διαφωτιστικές ομιλίες επ’ αυτού στους μαθητές – και ιδιαίτερα στις μαθήτριες – «ίνα αποτραπή και χαλιναγωγηθή η ψυχοφθόρος δράσις της ανηθίκου διδασκαλίας του κομμουνισμού αποβλέποντος εις την βαρβαρότητα και διάλυσιν παντός ιερού και Ελληνοπρεπούς θεσμού ώς και την εξαφάνισιν των ηθικών αξιών της πεπολιτισμένης ανθρωπότητος προς επίτευξιν των αθεμίτων και ανιέρων σκοπών των».

Ο δεύτερος κύκλος ζωής του πλαστογραφήματος αποδείχτηκε μεγαλύτερος στον βαθμό που λειτούργησε ουσιαστικά ως πολεμική προπαγάνδα κατά του «συμμοριτισμού».

Τα αντικομμουνιστικά χαλκεία δεν δίστασαν να προσθέσουν νέες στρώσεις παραποίησης πάνω σε μια παλαιά απάτη, είτε μεταχρονολογώντας το κείμενο για να παρουσιαστεί ως συγκαιρινή προκήρυξη είτε αλλάζοντας κατά το δοκούν τον τόπο καταγωγής της «συναγωνίστριας Ελλης».

Ο κύριος λόγος που έτυχε ευρείας δημοσιότητας αυτή τη φορά ήταν επειδή θεωρήθηκε ανασχετικό επιχείρημα εναντίον της στρατολογίας γυναικών από τον Δημοκρατικό Στρατό, μιας πρακτικής που ήδη προκαλούσε επιπρόσθετες προστριβές με τις τοπικές κοινωνίες της υπαίθρου.

Οι κρατικές αρχές και οι Ενοπλες Δυνάμεις το επικαλέστηκαν επανειλημμένα προκειμένου να δείξουν ότι οι γυναίκες που έβγαιναν στο βουνό προορίζονταν για οδαλίσκες.

Μια στρατιωτική εφημερίδα, που το δημοσίευσε σε περίοπτη θέση, υποψιαζόταν μάλιστα ότι οι αντάρτες στερούνταν κάθε ίχνους τιμής και δεν θα είχαν ενδοιασμό να εκδώσουν μέχρι και τις αδελφές τους στους καπεταναίους.

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η επίδραση που ασκούσαν τέτοιες ψευδολογίες.

Οπως άλλωστε διαπίστωσαν με έκπληξη και οι ίδιοι οι αντάρτες σε κάποιες περιπτώσεις, η φήμη του εγγράφου είχε φτάσει στα αυτιά των χωρικών, κάποιοι εκ των οποίων πίστευαν ότι ήταν πραγματικό.

Το πλαστό ντοκουμέντο προσέδωσε έναν απατηλό επίχρισμα αυθεντικότητας στην ήδη τετριμμένη φιλολογία για τη δήθεν σεξουαλική ασυδοσία του κομμουνισμού.

Συγχρόνως έδειξε -και δεν ήταν η μοναδική περίσταση- ότι όποτε δεν έβρισκαν στοιχεία για να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, τα πιο σκοτεινά στοιχεία της εθνικοφροσύνης ήταν διατεθειμένα να τα επινοήσουν.

*Υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...