Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Από τη νευροαισθητική στη δαρβινική αισθητική

Σπύρος Μανουσέλης


Εχοντας αναδείξει στα προηγούμενα άρθρα μας τη σημασία της όρασης και των οπτικών ψευδαισθήσεων στην ανθρώπινη τέχνη και σκέψη θα παρουσιάσουμε σήμερα τρία επιστημονικά βιβλία που σχετίζονται με αυτά τα θέματα.

SEMIR ZEKI: Εσωτερική Οραση, Μια εξερεύνηση της τέχνης και του εγκεφάλου


μτφρ. Θανάσης Ντινόπουλος, επιστ. επιμ. Αζαρίας Καραμανλίδης, εκδ. «ΠEK», σελ. 304


Πόσο πλήρης και εμπεριστατωμένη μπορεί να θεωρείται σήμερα η οποιαδήποτε αισθητική θεωρία όταν αγνοεί ή, ακόμη χειρότερα, όταν σκοπίμως παραβλέπει όσα καταφέραμε να μάθουμε για τη λειτουργία του εγκεφάλου μας;

Σε αυτό το προκλητικό ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο του Semir Zeki «Εσωτερική Οραση» που κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια στα ελληνικά, σε μια καλαίσθητη, άριστα μεταφρασμένη και επιστημονικά επιμελημένη έκδοση.

Ο συγγραφέας, διάσημος καθηγητής Νευροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, θεωρείται διεθνώς ένας από τους μέγιστους ειδικούς στη μελέτη του οπτικού εγκεφάλου των πρωτευόντων (πιθήκων και ανθρώπων).

Με τις πρωτοποριακές έρευνές του, αρχικά σε πιθήκους και αργότερα σε ανθρώπους, απέδειξε την ύπαρξη διαφοροποιημένων δομικά και λειτουργικά περιοχών του οπτικού φλοιού.

Απέδειξε, δηλαδή, ότι η επεξεργασία διαφορετικών ιδιοτήτων της οπτικής σκηνής (μορφή, χρώμα, κίνηση) συντελείται σε διαφορετικά τμήματα του οπτικού φλοιού που βρίσκεται στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μας (στον ινιακό λοβό).

Η ίδια η φύση του οπτικού εγκεφάλου να ορά και να οράται θα οδηγήσει τον Zeki να υπερβεί τα καθιερωμένα και ασφυκτικά ακαδημαϊκά στεγανά και να προβεί στη ριζική επανεξέταση των φιλοσοφικών, επιστημολογικών και καλλιτεχνικών συνεπειών των ανακαλύψεών του.

Το κλασικό πλέον βιβλίο του «A Vision of the Brain» (1993) αποτελεί μια εξαιρετική παρουσίαση των επιστημονικών του ανακαλύψεων.

Ενώ το επόμενο βιβλίο του, το οποίο παρουσιάζουμε σήμερα, επικεντρώνεται στη νευροβιολογική μελέτη της τέχνης και ειδικότερα των εικαστικών τεχνών.

Βέβαια το ενδιαφέρον του Zeki για τη σχέση ζωγραφικής-εγκεφάλου είναι πολύ παλιό και είχε ήδη εκφραστεί κατά το παρελθόν σε μια σειρά από πρωτότυπα άρθρα καθώς και σ’ ένα βιβλίο που έγραψε σε συνεργασία με τον Γάλλο ζωγράφο Balthus.

Για την πολύτιμη, μάλιστα, συνεισφορά του στην επιστημονική κατανόηση της τέχνης τού απονεμήθηκε το μεγάλο γαλλικό βραβείο Prix Science pour l’Art, αλλά και άλλα σημαντικά επιστημονικά βραβεία.

Το βιβλίο του Zeki επιβεβαιώνει ό,τι πολύ προφητικά είχε ισχυριστεί ο μεγάλος αισθητικός φιλόσοφος E.H. Gombrich στο κλασικό βιβλίο του «Τέχνη και Ψευδαίσθηση» (κυκλοφορεί από τις εκδ. Νεφέλη):

«Η ζωγραφική είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα και ο καλλιτέχνης έχει μάλλον την τάση να βλέπει ό,τι ζωγραφίζει, παρά να ζωγραφίζει ό,τι βλέπει».

Οπως υποστηρίζει ο Zeki με πλήθος παραδειγμάτων σε αυτό το βιβλίο του, οι ζωγράφοι -και γενικότερα όλοι οι δημιουργικοί καλλιτέχνες- είναι χωρίς να το γνωρίζουν νευροεπιστήμονες: μελετούν τον εγκέφαλο και τις λειτουργίες του με τα δικά τους ιδιαίτερα μέσα (χρώμα, νότες, λέξεις κ.ο.κ.).

Πράγματι, οι μεγάλοι δημιουργοί εκμεταλλεύονται, χωρίς να το συνειδητοποιούν, τα εγγενή χαρακτηριστικά του πολύπλοκου συστήματος παράλληλης επεξεργασίας των αντιληπτικών εμπειριών τους -δηλαδή του εγκεφάλου τους- για να δημιουργήσουν τα αθάνατα έργα τους.

Θα μπορούσε λοιπόν κανείς, όπως υποστηρίζει ο Zeki σ’ αυτό το πολύ σπουδαίο βιβλίο, να δει τη συνολική εξέλιξη της ζωγραφικής ως μια μακρόσυρτη ιστορική διεργασία μέσω της οποίας ο ανθρώπινος οπτικός εγκέφαλος αυτοπραγματώνεται: όχι μόνο αναπαριστά και γνωρίζει τον περιβάλλοντα κόσμο αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του.

Και, αντιστρόφως, η «νευροαισθητική ανάλυση» του έργου των ζωγράφων θα μπορούσε κάλλιστα να αποκαλύψει στον αισθητικά καλλιεργημένο νευροεπιστήμονα το πώς ακριβώς εργάζεται ο οπτικός μας εγκέφαλος!

Ο Zeki, μάλιστα, είναι πεπεισμένος ότι ήδη διαθέτουμε πλήθος επιστημονικών δεδομένων που επιβεβαιώνουν τη θεμελιώδη υπόθεση εργασίας του:

«…ότι, σε μεγάλο βαθμό, η λειτουργία της τέχνης και η λειτουργία του οπτικού εγκεφάλου ταυτίζονται ή, τουλάχιστον, ότι οι στόχοι της τέχνης είναι προέκταση των λειτουργιών του εγκεφάλου. Επομένως, αν μάθουμε περισσότερα για τη λειτουργία του εγκεφάλου και ειδικότερα για τη λειτουργία του οπτικού εγκεφάλου, ίσως να διατυπώσουμε τα κύρια σημεία μιας θεωρίας της αισθητικής σε βιολογική βάση».

Διαβάζοντας τις εμβριθείς αναλύσεις του Zeki για τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις του έργου των φοβιστών, των κυβιστών, των Βερμέερ, Μοντριάν, Μονέ, Σεζάν, Πικάσο, ο επιστημονικά και φιλοσοφικά ανυποψίαστος αναγνώστης θα μπορούσε να σκεφτεί ότι απ’ αυτές τις αναλύσεις απειλείται η «μαγεία» και η «ποιητικότητα» αυτών των έργων.

Μήπως τελικά η επιστημονική περιγραφή απαξιώνει και απομαγικοποιεί τα έργα που υποτίθεται ότι επιθυμεί να κατανοήσει;

Μήπως ο Zeki, άθελά του, προσπαθεί να «ξηλώσει το ουράνιο τόξο», όπως, σύμφωνα με τον ο Κιτς, έκανε ο Νεύτων;

Θεωρούμε αυτούς τους φόβους ανυπόστατους και αδικαιολόγητους, δεδομένου ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έπαψαν, ευτυχώς, να θαυμάζουν το ουράνιο τόξο παρότι έμαθαν να κατανοούν τις φυσικές προϋποθέσεις της ύπαρξής του.

Ισως μάλιστα, η γνώση των μέχρι χθες ακατανόητων ή και «μυστηριωδών» αισθητικών φαινομένων να τα καθιστά ακόμα πιο μεγαλειώδη, μοναδικά και αξιοθαύμαστα.

MARGARET LIVINGSTONE: Οραση και Τέχνη


μτφρ.: Μ. Λάτσαρη, Θ. Ντινόπουλος, εκδ. «Παρισιάνου Α.Ε.», σελ. 212

Τι ακριβώς συμβαίνει στον οπτικό μας εγκέφαλο όταν κοιτάζουμε ένα έργο τέχνης;

Ποια εγκεφαλικά κέντρα ή ποιες συνελεύσεις νευρώνων ενεργοποιούνται για να μας προσφέρουν ό,τι, πολύ αόριστα, περιγράφουμε ως «αισθητική απόλαυση»;

Τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί εντυπωσιακή πρόοδος στις γνώσεις μας σχετικά με το πώς ακριβώς ο εγκέφαλός μας δημιουργεί και απολαμβάνει τα έργα της ζωγραφικής ή της γλυπτικής.

Σε αυτό το πολύ σημαντικό βιβλίο η Μάργκαρετ Λίβινγκστοουν, πρωτοπόρος ερευνήτρια των πολύπλοκων σχέσεων της όρασης με τις εικαστικές ή, ακριβέστερα, τις οπτικές τέχνες, παρουσιάζει με τρόπο εύληπτο και γοητευτικό τις βασικές ανακαλύψεις των νευροεπιστημών οι οποίες, σταδιακά, κατάφεραν να διαφωτίσουν τις αόρατες και, μέχρι πρόσφατα, αινιγματικές συνδέσεις της οπτικής αντίληψης με την καλλιτεχνική απόλαυση και δημιουργία.

Προλογίζοντας αυτό το εντυπωσιακό βιβλίο, ο βραβευμένος με Νόμπελ Ιατρικής Ντέιβιντ Χιούμπελ -ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές της φυσιολογίας της όρασης και, επί σειρά ετών, στενός συνεργάτης της συγγραφέως στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ- υποστηρίζει ότι η διαφοροποίηση της τέχνης από την επιστήμη είναι το προϊόν ενός αφύσικου διαχωρισμού των επιστημών από τις τέχνες καθώς και της αυθαίρετης διαίρεσης της ανθρώπινης γνώσης σε επιμέρους ακαδημαϊκούς τομείς.

Γράφοντας αυτό το βιβλίο η συγγραφέας έθεσε έναν διπλό στόχο: αφενός να υπερβεί τέτοια αυθαίρετα ακαδημαϊκά στεγανά, αφετέρου να αναδείξει τις νέες δυνατότητες για επανενοποίηση της τέχνης με την επιστήμη.

Το να αποφασίσει, πάντως, μία επιφανής ερευνήτρια του οπτικού εγκεφάλου να γράψει ένα βιβλίο για τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις των οπτικών τεχνών αποτελεί, ακόμη και σήμερα, ένα αρκετά παράτολμο πνευματικό εγχείρημα. Και αυτό γιατί οι νευροεπιστήμες μόλις πρόσφατα άρχισαν να κατανοούν τις εγκεφαλικές δομές και τις επιμέρους λειτουργίες που εμπλέκονται στις πολυποίκιλες καλλιτεχνικές απολαύσεις.

Παρ’ όλα αυτά, στις σελίδες αυτού του βιβλίου, η Μάργκαρετ Λίβινγκστοουν κατάφερε να συνοψίσει με τρόπο εύληπτο και αισθητικά άψογο τα βασικά επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της νευροεπιστημονικής προσέγγισης της ζωγραφικής τέχνης.

DENIS DUTTON: Το καλλιτεχνικό ένστικτο, Ομορφιά, απόλαυση και η εξέλιξη του ανθρώπου


μτφρ. Δημ. Τομαράς, επιμ. Αζ. Καραμανλίδης και Αλ. Μάμαλης, εκδ. «Κάτοπτρο», σελ. 416

To «Καλλιτεχνικό ένστικτο» είναι ένα ενδιαφέρον και ιδιαίτερα προκλητικό βιβλίο το οποίο επιχειρεί να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ της αισθητικής των καλών τεχνών και της εξελικτικής επιστήμης.

Το βασικό ερώτημα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει αυτό το βιβλίο είναι: γιατί όλοι οι ανθρώπινοι πολιτισμοί -από τους πλέον πρωτόγονους μέχρι τους πιο ανεπτυγμένους- διαθέτουν κάποια μορφή τέχνης;

Πώς εξηγείται, άραγε, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν τη σχεδόν ακαταμάχητη ανάγκη να εκφραστούν μέσω κάποιας μορφής τέχνης;

«Αποτελούν οι τέχνες, στις διάφορες μορφές τους, προσαρμογές αυτές καθ’ αυτές ή εννοούνται καλύτερα ως σύγχρονα παραπροϊόντα άλλων προσαρμογών;» όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατυπώνει το πρόβλημα που επιθυμεί να εξετάσει σ’ αυτό το βιβλίο του.

Η «αιρετική» απάντηση που διατυπώνει ο Denis Dutton είναι ότι τόσο οι αισθητικές μας ανάγκες όσο και οι διαφορετικοί τρόποι έκφρασής τους προκύπτουν και, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζονται από την εξέλιξη του είδους μας.

Αποτελούν, δηλαδή, την έκφραση ενός πανανθρώπινου «καλλιτεχνικού ενστίκτου», το οποίο εμφανίστηκε πολύ πρώιμα και εξελίχθηκε επειδή μέσω των έμφυτων ικανοτήτων του είδους μας για καλλιτεχνική έκφραση εξυπηρετούνται οι αναπαραγωγικές και προσαρμοστικές μας ανάγκες.

Συνεπώς, οι τέχνες δεν μπορούν να θεωρούνται απλώς «κοινωνικές κατασκευές», οι οποίες εξαρτώνται αποκλειστικά από τυχαίους πολιτισμικούς-ιστορικούς παράγοντες.

Σε αυτό το βιβλίο, λοιπόν, διατυπώνεται ρητά η προκλητική άποψη ότι τόσο η τέχνη όσο και η αισθητική μας υπάρχουν και εξελίχθηκαν επειδή ικανοποιούν μια θεμελιώδη βιολογική μας ανάγκη!

Ενώ η Νευροαισθητική επικεντρώνεται στην έρευνα των εγκεφαλικών και νοητικών προϋποθέσεων της τέχνης, η βιοαισθητική πάει ένα βήμα παραπέρα: αναζητά τα αμιγώς εξελικτικά αίτια που εξηγούν την καθολική και διαχρονική παρουσία των τεχνών στο ανθρώπινο είδος.

Βέβαια αυτή η «φυσικαλιστική», δηλαδή αποκλειστικά βιολογική ερμηνεία της τέχνης δεν είναι μια καινοφανής ιδέα.

Πρωτότυπη, αντίθετα, είναι προσπάθεια του συγγραφέα να θεμελιώσει τη βιοαισθητική πάνω στον δαρβινικό μηχανισμό της εξέλιξης μέσω «φυλετικής επιλογής».

Αυτός ο εξελικτικός μηχανισμός, ισχυρίζεται ο Denis Dutton, εξηγεί επαρκώς το γιατί η αγάπη μας για την τέχνη είναι έμφυτη, καθώς και το δυσεξήγητο διαφορετικά γεγονός ότι πολλές αισθητικές προτιμήσεις μας είναι καθολικές.

Ετσι, βασιζόμενος σε αυστηρά ορθολογικά επιχειρήματα και σε αμιγώς επιστημονικά δεδομένα, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η αισθητική και η κριτική της τέχνης οφείλουν πλέον να θεμελιωθούν πάνω στην κατανόηση της ανθρώπινης εξέλιξης.

Κατανοούμε, λοιπόν, το γιατί μόλις κυκλοφόρησε το «Καλλιτεχνικό ένστικτο» προκάλεσε έντονες συζητήσεις στους επιστημονικούς κύκλους, αλλά και σφοδρές αντιπαραθέσεις στον κόσμο της τέχνης.

Πρόκειται ασφαλώς για μια ιδιαίτερα προκλητική ερευνητική υπόθεση η οποία, αν επιβεβαιωθεί, θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και αξιολογούμε την πραγματική σημασία κάθε μορφής τέχνης: από τη ζωγραφική και τη γλυπτική μέχρι τη μουσική και τη λογοτεχνία, από το θέατρο και τον χορό έως την αρχιτεκτονική.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Denis Dutton (1944-2010) ήταν ένας αισθητικός φιλόσοφος, συγγραφέας πολλών αξιόλογων έργων και διάσημος ως ο γκουρού της χρήσης των ψηφιακών μέσων στη σύγχρονη τέχνη. Ηταν ο ιδρυτής και ο αρχισυντάκτης της εξαιρετικά δημοφιλούς ιστοσελίδας Arts & Letters Daily, την οποία η εφημερίδα Guardian χαρακτήρισε ως την «καλύτερη ιστοσελίδα στον κόσμο».

Υπήρξε επίσης ιδρυτής του επιστημονικού περιοδικού «Philosophy and Literature», στο οποίο διατηρούσε την αρχισυνταξία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...