Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Δυο μόλις δευτερόλεπτα

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης


Αγνοώ την ακριβή ημερομηνία, πρέπει όμως να ’ταν πέντε-έξι χρόνια πριν. Το ίδιο το συμβάν, παρ’ ότι τραγικό, δεν παρουσίαζε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Να θυμίσω μόνο ότι τέτοιου είδους πτώσεις είχαν την περίοδο εκείνη εξελιχτεί σε εθνικό σπορ με παγκόσμιες μάλιστα διακρίσεις. Τις περισσότερες δε φορές η ειδησεογραφική τους κάλυψη δεν ξεπερνούσε την έκταση και τον χρόνο μας διεκπεραιωτικής αναφοράς με τη συνήθη εναρκτήρια φράση «Δυστυχώς, ακόμη ένας/μία συνάνθρωπός μας…».

Αλλά για κάποιον απροσδιόριστο λόγο το συγκεκριμένο περιστατικό επέπρωτο να χαραχτεί στο μυαλό μου σαν γρατσουνιά στον σκληρό δίσκο υπολογιστή που επιβαρύνει τη λειτουργία του κάθε φορά που υπερφορτώνεται το σύστημα με προγράμματα και εντολές ή σαν διογκούμενος εγκεφαλικός όγκος που διαταράσσει με ένα σύνολο ψευδαισθήσεων την επικοινωνία με την πραγματικότητα, ειδικά τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας. Ότι για παράδειγμα εγώ δεν είμαι εγώ, αλλά ότι εγώ είμαι αυτός.

Έχω έναν πατέρα ανάπηρο, τρία μικρότερα αδέλφια και μια μάνα που όσες σκάλες και αν πλύνει είναι αδύνατο να τα βγάλει πέρα. Ο πατέρας μου θέλει φάρμακα, τα αδέλφια μου θέλουν παπούτσια και εγώ θέλω χαρτζιλίκι για τα ραντεβού μου με τη Γεωργία. Δεν διστάζω μάλιστα να ομολογήσω ότι δυο τρεις φορές αναγκάστηκα να ανοίξω το πορτοφόλι της μάνας μου και μια άλλη φορά πήγα και εξαργύρωσα το βαφτιστικό βραχιόλι της αδελφής μου στο κοντινό ενεχυροδανειστήριο. Ντρέπομαι που θα το πω αλλά στον καβγά που ακολούθησε γι’ αυτό το κωλοβραχιόλι ήταν η πρώτη φορά που έκανα να σηκώσω το χέρι μου. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με συγκράτησε αλλά όσο το σκέφτομαι νομίζω ότι δεν θα άντεχα να ’χω μετά και το παράπονο της μάνας μου να με στοιχειώνει.

Πάντως, την επόμενη μέρα έκοψα το σχολείο, σταμάτησα να βγαίνω με τη Γεωργία, έπιασα δουλειά στο μηχανουργείο, άρχισα να φέρνω χρήματα στο σπίτι. Τρεις μήνες τώρα καταπίνω τις εφηβικές μου κόνξες, κάνω πως δεν βλέπω όταν με προσπερνούν παλιοί συμμαθητές, σφίγγω τις γροθιές μου στις τσέπες της λερωμένης φόρμας εργασίας, έχω συνηθίσει να περπατάω με σκυμμένο το κεφάλι, τρώω συνέχεια φάπες από τους μάστορες και το αφεντικό στη δουλειά και μεγαλώνω. Μεγαλώνω, σκεπτόμενος ότι όσες φάπες και αν φάω στη δουλειά είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα. Ο πατέρας μου θέλει φάρμακα, η μητέρα μου θέλει πλέον κι αυτή φάρμακα, τα αδέλφια μου θέλουν παπούτσια και εγώ θέλω, μα πόσο θέλω, μα πόσο θέλω, μα πόσο θέλω να ζήσω.

Και το χειρότερο είναι ότι δεν κουβαλάω κανένα φωτοστέφανο, δεν έχω πραγματοποιήσει κανέναν άθλο και δεν κομίζω κάποια ελπίδα. Θέλω να πω ότι είμαι πολύ συνηθισμένος και πολύ μελοδραματικός για τα κοινωνικά και αισθητικά ενδιαφέροντά σας. Ακόμη και αυτή η πτώση μου από τον πέμπτο όροφο κάπου στην Πετρούπολη, δυο γειτονιές μακριά από το σπίτι μου αμφιβάλλω αν θα ήταν ποτέ ικανή να κεντρίσει την προσοχή σας, ώστε να γίνω κάποτε θέμα συζήτησης, πολιτικό επιχείρημα για τις συνέπειες της κρίσης ή, ποιος ξέρει, ήρωας σε ένα διήγημα, αν δεν φρόντιζα λίγο πιο πριν να βγάλω τα παπούτσια μου. Ωραία, αθλητικά, σχεδόν καινούρια, νούμερο 41, για να τα φορέσει κάποιο από τα αδέλφια μου, όταν φτάσει στα δικά μου χρόνια. Ίσως να εννοήσετε ακριβώς εδώ μια ύψιστη έκφραση απελπισίας ή ακόμη να αναγνωρίσετε μια τελευταία χειρονομία αλληλεγγύης προς την οικογένειά μου. Αλλά για να ’μαι ειλικρινής, χέστηκα για το τι θα βρείτε και για το τι θα αναγνωρίσετε. Δεν έχει πλέον καμία σημασία για μένα.

Ξυπόλυτος κουνάω ήδη τα πόδια μου από το μπαλκόνι του πέμπτου, κοιτάω γύρω μου με παράπονο, αποχαιρετώ τη ζωή που δεν έζησα και ετοιμάζομαι για τα δύο δευτερόλεπτα ελευθερίας που μου αναλογούν.

Πηγή: artinews.gr



Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...