Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Η κανονιστική απείθεια…

Ευαγγελία Τυμπλαλέξη


«Για να ξέρεις να γράφεις, πρέπει να έχεις διαβάσει και για να ξέρεις να διαβάζεις, πρέπει να έχεις ζήσει.»

Σε κάποιον τοίχο αναρτήθηκε η ρήση του Guy Louis Debord και πολύ ευχαριστώ την κυρία, η οποία εμβόλισε την πένα μου.

Πεθαίνουν άνθρωποι στη μέγγενη του προσφυγικού-μεταναστευτικού, βάφοντας με το αίμα τους τα νερά των θαλασσών - τις σελίδες της Ιστορίας - τις συνειδήσεις φασιστικών συμπεριφορών.

Σκέφτηκα όλες αυτές τις διατριβές που βλέπουν το φως της δημοσιότητας καθημερινά για τα προβλήματα των Θνητών. Αρκεί να τις μελετήσεις για να διαπιστώσεις την άγνοια επί του αντικειμένου - την επιφανειακή προσέγγιση μέσα από βιβλιογραφικές θεωρίες - τον περιορισμό τους στα σχεδιαγράμματα και κατ’ επέκταση το ανεφάρμοστό τους.

Σκέφτομαι πάντα τις χιλιάδες αναρτήσεις με επίκληση στο συναίσθημα αλλά διάχυτες από υποκριτικό ενδιαφέρον - επίπλαστη μεγαλοστομία από ανθρώπους που δεν έχουν ως επί το πλείστον καθημερινή τριβή με ανάλογα προβλήματα.

Σκέφτομαι τα μυθιστορήματα με την αναγωγή τους στο ιστορικό πλαίσιο σύγκρισης ή στη λογοτεχνίζουσα κακομοιριά, η οποία δεν ακολουθεί καμία νοησιαρχική κατεύθυνση. Λαϊκισμοί απ’ την ασφάλεια του καναπέ ή του σαλονιού, ως είθισται. Και τον όρο «λαϊκισμό» δεν τον χρησιμοποιώ υποτιμητικά για τον απλό πολίτη αλλά για την προσπάθεια των «κατ’ επίφαση απλών», των οποίων πράξεις και αναρτήσεις διέπονται από καθαρή σκοπιμότητα αυτό-προβολής ως ευαίσθητοι και θήρευσης πόντων στο γόητρο που καλλιεργούν ως ανθρωπιστές.

Πως να κατανοήσεις τον Μετανάστη, όση καλή θέληση και να ‘χεις, πως να τον κατανοήσεις!

Οι γονείς μου ήταν οικονομικοί μετανάστες στη Γερμανία κατά τις δεκαετίες ‘70 και αρχές ’80.

Πολλές φορές, όταν ήταν στο νοσοκομείο και της έκανα συντροφιά, η μάνα μου διηγιόταν, με τις αναμνήσεις της ακατέργαστες…

«Καλός φαινόταν ο γαμπρός αλλά δεν τον γνώριζα! Και η συμφωνία ήταν να φύγουμε για δουλειά στο Μόναχο. Που να πάω; Σκεφτόμουν βαθιά μέσα μου. Πέρα απ’ τον κάμπο της Κωπαΐδας δεν γνώριζα. Με όλους τους συμβολισμούς της λατρευτικής έντασης το χάραμα, καθώς πηγαίναμε στα χωράφια. Όλοι οι τόποι καλοί είναι του Κόσμου, αλλά αυτόν ήξερα.

Είπα το ναι.

Μήπως μπορούσα να κάνω κι αλλιώς.

Οι άνθρωποι που μ’ είχαν υιοθετήσει είχαν χάσει όλη την περιουσία τους.

Είχα μεγαλώσει κιόλας. Ποιος θα μ’ έπαιρνε.

Βγάλαμε τα χαρτιά στο Γερμανικό Προξενείο στην Αθήνα άμεσα. Πρώτος έφυγε εκείνος. Μετά από δύο εβδομάδες θα αναχωρούσα κι εγώ.

Έβαλα λίγες αλλαξιές ρούχα στη βαλίτσα και πήγα με το λεωφορείο ως τον Πειραιά. Κόσμος με μπόγους μιλιούνια! Άνθρωποι μονάχοι που χαιρετούσαν την ένοχη σύγχυση όσων άφηναν πίσω, οι οποίοι συνήθως θα περίμεναν χρήματα για να ζήσουν κι αυτοί.

Επιβιβαστήκαμε σ’ ένα σαπιοκάραβο, άρχιζε ένα ταξίδι για το άγνωστο που δεν ξέραμε αν ήταν καλύτερο ή χειρότερο. Μας είχαν υποσχεθεί βέβαια πως θα παίρναμε χρήματα καλά στο εργοστάσιο της Siemens. Όλο το βράδυ κάναμε εμετό στο κατάστρωμα, θες οι αναταράξεις του Νερού, θες η τρικυμία της ψυχής. Παντού άκουγες προσευχές, μόνο που δεν ξέραμε αν μας άκουγαν κι εκείνες. Φτάσαμε εξουθενωμένοι στο ιταλιάνικο λιμάνι, να μπούμε στο βαγόνι του τραίνου.

Σφιγγόταν η καρδιά μου. Ελάχιστες φορές είχα δει αυτόν τον γαμπρό, η τελετή έγινε γρήγορα και δεν λέω καλός φαινόταν αλλά που ξέρεις, μήπως αργούν να ασφαλτοστρωθούν όσα περιμένει ο άνθρωπος! Σφιγγόταν η καρδιά μου. Πως θα μας φέρονταν οι άνθρωποι εκεί. Δεν λέω, εμείς πηγαίναμε στον τόπο τους, μα μήπως μας ρώτησε και κανείς. Ο πατέρας σου με περίμενε, ψηλός κι αμίλητος, με κάτι τριμμένα ρούχα και φανερά κουρασμένος. Του χαμογέλασα, να αισιοδοξήσουμε κάπως. Θα μέναμε στους κοιτώνες του εργοστασίου, χωριστά, ο πατέρας σου με άλλους άνδρες κι εγώ με άλλες γυναίκες. Δεν είχαμε δεκάρα τσακιστή κι αποφασίσαμε ν’ αγοράσουμε από ένα κουτάλι για να μπορούμε να τρώμε την στερεά αλλά και την υγρή τροφή, διότι με το πιρούνι ήταν αδύνατον. Η δουλειά δύσκολη, έπρεπε να φτιάχνουμε μικροτσίπ για τις ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Δουλεύαμε στο μικροσκόπιο κι αν κάναμε λάθος ένα κομμάτι μας το αφαιρούσαν απ’ την πληρωμή, επειδή έπρεπε να καταλάβουμε πως χρωστούσαμε στη Γερμανία την ευαισθησία της να μας μαζέψει και να μας ταΐζει κι οφείλαμε να σεβαστούμε την περιουσία της, καθώς επαναλάμβαναν οι Προϊστάμενοι.

Ερωτευόμασταν στα παγκάκια τα βράδια, δεν είχαμε άλλον χρόνο ούτε μέρος για να συναντηθούμε, να φανταστείς στο παγκάκι έμεινα έγκυος σ’ εσένα. Οι περαστικοί μας έβριζαν πολλές φορές. Είχαμε συνηθίσει, δεν δίναμε σημασία. Αυτοί άλλωστε ήταν στη βολή τους. Να μην περιμένεις ποτέ να καταλάβει πλήρως ο Άνθρωπος ό,τι δεν έχει πάθει. Κι ύστερα έκοψε το χέρι του ο πατέρας σου στην πρέσα του εργοστασίου. Έπαθα κλονισμό. Ταλαιπωρήθηκα στη γέννα. Δεν είχα και κανέναν κοντά. Δεν γνώριζα τη γλώσσα. Με κοιτούσαν Γιατροί και νοσοκόμες. Τι να τους πω! Θα ήξεραν βέβαια πως μία Γυναίκα πονάει κατά τον τοκετό. Σε λίγες ημέρες επέστρεψα στη δουλειά. Ευτυχώς είχαν βρεφονηπιακό σταθμό μέσα στο εργοστάσιο και σ’ άφηνα…»

Οι αφηγήσεις της αποτυπώνουν την καθημερινότητα ενός απλού εργάτη και δεν υπάρχει καμία διαφορά για την αντιμετώπιση που αυτός δέχεται ανάλογα με την εθνικότητα ή την εποχή όσο κι αν έχουμε απόσταση τόσων δεκαετιών. Όπως οι γονείς μου ήταν οι «βρωμοέλληνες που μύριζαν τα φαγητά τους», ομοιοτρόπως είναι σήμερα οι «βρωμοπακιστανοί που μυρίζουν τα φαγητά τους». Κι αναρωτιέμαι γιατί το μίσος του ανθρώπου δεν τον αφήνει να δει πως η Ιστορία απεικονίζεται στη λειτουργία ενός μεγάλου εργοστασίου, με την παραγωγή του να εναλλάσσει τις μεθόδους παραγωγικότητας.

Τα παιδιά που γεννιούνται από γονείς κάποιας εθνικότητας αλλά σε άλλη χώρα φέρουν το στίγμα διττής ερμηνείας: αυτό του εδάφους και αυτό της καταγωγής. Στη Γερμανία ήμασταν τα «Ελληνάκια» κι όταν ερχόμασταν τα καλοκαίρια στην Ελλάδα ήμασταν τα «χλωμά Γερμανάκια». Πολλές φορές αισθάνομαι ν’ ακροβατώ σε διελκυστίνδα και να μην χωράω πουθενά. Αυτό δεν εξηγείται, ούτε μπορεί να γίνει ακριβώς κατανοητό. Στην ουσία αγαπάς κι απεχθάνεσαι και τα δύο σημεία αναφοράς ταυτοχρόνως, επειδή έχεις ιζήματα απ’ τη χαρακτηροδομή και των δύο Πολιτισμών, οι οποίοι σε ανέθρεψαν - σε διεκδικούν - σε διώχνουν.

Όπως κλείνονται βιαίως οι πρόσφυγες-μετανάστες σήμερα στα γκέτο υποδοχής, έτσι κλειστήκαμε κι εμείς πριν χρόνια για τους ίδιους λόγους, επειδή ανήκουμε στη βάση της κοινωνικής-οικονομικής πυραμίδας. Όπως εγκλωβίζονται αυτοί οι άνθρωποι στη γραφειοκρατική γκιλοτίνα, το ίδιο κι εμείς. Όταν έστειλα πρόσφατα στο Γερμανικό Προξενείο αίτημα πρόσβασης στα αρχεία τους, ώστε να επισκεφτώ τους χώρους όπου γεννήθηκα-έζησα τα μικρά χρόνια της ζωής μου και να ενημερωθώ για τις συνθήκες μέσα στις οποίες διέμειναν κι εργάστηκαν οι Γονείς μου, έλαβα απορριπτική απάντηση με το πρόσχημα πως το προξενείο διευθετεί μόνο επικυρώσεις εγγράφων. Δεν επιθυμώ να κάνω εκδρομή στη χώρα τουριστικού ενδιαφέροντος αλλά χρειάζομαι την αρωγή των υπευθύνων, ώστε να ανιχνεύσω κομμάτια του προσωπικού μου παζλ. Όπως ενδεχομένως εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον πλανήτη που διώκονται - μεταναστεύουν - προσφεύγουν. Βέβαια όσοι Έλληνες έχουν χρήματα κι έστειλαν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά-γερμανικά Σχολεία στο Ελληνικό έδαφος, τα οποία πέρασαν και με συνοπτικές διαδικασίες στα Γερμανικά Πανεπιστήμια, πηγαινοέρχονται απρόσκοπτα. Και οι γονείς νομίζουν πως η Γερμανία είναι ο κήπος της Εδέμ, επειδή βλέπουν μόνο τα αναμφίβολα όμορφα πάρκα της. Υπάρχει τεκμηριωμένη αμφισβήτηση λοιπόν πως εγείρεται πάντα θέμα ταξικό και σε όλες τις εκφάνσεις του Βίου;

Τρομοκρατία ονομάζεται η «ικανότητα» του χειρισμού του φόβου και στον όρο ενέχεται μόνο η προοπτική του ολέθρου αλλά και της τελμάτωσης της σκέψης. «Η Τρομοκρατία δεν υπάρχει, ή ακριβέστερα δεν αποτελεί έννοια που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις κοινωνικές επιστήμες και τη στρατηγική» υποστηρίζει ο Didier«L’ impossiblecartographieduterrorisme». Η προσέγγιση του ερείδεται στην ιδέα πως ο όρος και μόνο εμπεριέχει μία πολεμική, αφού η κοινή λογική τον αποτιμά ως μορφή βίας, η οποία πλήττει αθώα θύματα, αλλά στην ουσία πρόκειται για κατασκευασμένο φαινόμενο, που αφορμάται από πιθανά αθώα θύματα για να νομιμοποιήσει την καταστολή πολιτικών εναλλαγών-διαφοροποιήσεων. Η τρομοκρατία δεν στοχεύει μόνο σε κατακερματισμό του κοινωνικού συνόλου αλλά και σε ανάφλεξη ψυχολογικής ακαθοριστίας. Η εισροή προσφύγων αντικατοπτρίζει έναν παρόμοιο συνδυασμό αποδυνάμωσης, ο οποίος προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα φόβου - σύγχυσης - θυμού, διότι πυροδοτεί τη στιγμιαία αναστάτωση αποσυντονίζοντας την παγιωμένη νηνεμία της εκάστοτε γυάλας, μέσα στην οποία μπορεί να ζούμε.

Και για επιστρέψω στην ρήση του Guy Louis Debord, απ’ όπου ξεκίνησα.

Ζω σημαίνει βιώνω την απόλυτη απόρριψη μέσα στο Κοινωνικό-Πολιτικό-Οικονομικό πλαίσιο αδικίας που μας περιβάλλει με χίλιους τρόπους. Δεν είμαι η «συννεφένια γκόμενα» κατά τα λεγόμενα της Γώγου, που φορώ τα ροζ γυαλιά μου και νομίζω πως θλίβομαι μέσα στο μαονένιο γραφείο μου. Ζω σημαίνει τσαλακώνομαι και μέσα απ’ τον πόνο μαθαίνω να διεκδικώ την Κοινωνική Δικαιοσύνη, και όπου διεκδίκηση βέβαια δεν εννοώ την ανταλλαγή των likes στην εικονική τραγικότητα.

Ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω πως γίνεται να πρεσβεύει ένας άνθρωπος κάτι, το οποίο δεν δύναται να υποστηρίξει με τη στάση ζωής του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προδοσία απ’ την Ιδεολογική, για τον απλό λόγο πως η Ιδέα εξάπτει το θυμικό και εγείρει θέμα τεραστίων διαστάσεως Ηθικής αλλά και εξουσίας πάνω του δια του θαυμασμού ή δια του επιστημονικού θεσφάτου.

Και αυτό είναι το κυριότερο αίτιο που βοηθά στην αύξηση των ναζιστικού-φασιστικού τύπου συμπεριφορών και δεν μπορεί να «γυρίσει αλλιώς ο τροχός», ώστε ο Άνθρωπος να σπάσει τα δεσμά της Σκλαβιάς του, αφού αφ’ ενός η Ιδέα αναλώνεται σε τερτίπια εντυπωσιασμού με τον επινοητή-θεμελιωτή της να μην την υποστυλώνει με την έμπρακτη παρουσία του και αφ’ ετέρου ο ακόλουθος της Ιδέας κατατρύχεται από συμπλέγματα κριτικής ικανότητας μπρος στην αγεφύρωτη απόκλιση Ιδέας-Επινοητή και κατ’ εφαπτομένη κλυδωνισμούς ψυχολογικού υπαρξισμού, οι οποίοι δεν μπορούν να εκτονωθούν, αφού στην θλιβερή πραγματικότητά του ακολουθεί κατά γράμμα τον ορθολογισμό.

Ο Άνθρωπος χάνει τη συλλογική Μνήμη, όχι την Ιστορία των εθνικών συμφερόντων του αλλά τον λόγο έλευσής του ως διανοητής και διανοούμενος του Σύμπαντος.

Τι σημαίνει Διανοούμενος;;

Θα εκκινήσει η εκτύλιξη του συνειρμού μου με την ετυμολογία της λέξεως. Εκ του ρήματος διανοέω - διανοώ και κατ’ επέκταση του ουσιαστικού νους. Η Ελευθερία ποδηγετείται αφ’ ης στιγμής το άτομο αποδέχεται την ύπαρξη πιστοποίησης. Η Κοινωνία ενεπλάκη εδώ και πολύ καιρό σ’ ένα ειδεχθές πείραμα, το οποίο απολήγει σήμερα στον ευνουχισμό του ατόμου, αφού η διανόηση έγινε συνώνυμη της επαγγελματοποιημένης - πιστοποιημένης γνώσης και προωθείται σαν καταναλωτικό προϊόν. Brands - names λοιπόν και στη σκέψη!!! Ο άνθρωπος δεν ακούει - διαβάζει τις αράδες - ρήσεις υπό τα όμματα - ώτα αλλά σαγηνεύεται απ’ την εμβληματική φιγούρα που ομιλεί - γράφει - ζωγραφίζει και κατά συνέπεια ακολουθεί αγεληδόν. Μιμητισμός - ξενομανία - έλλειψη κριτικής ικανότητας καθιστούν δεκάδες προϊόντα υποκουλτούρας σε μαζικά viral=τυποποιημένα αναγνώσματα. Η Διανόηση αποχωρίζεται βάναυσα απ’ τα αρχικά της συμφραζόμενα, εφ’ όσον καλείται να αποδείξει τις περγαμηνές του ενεργούμενού της επικυρώνοντας τις ναρκισσιστικές άμυνές της - την ανορθολογική ιεραρχία - την ορθολογική οχληρότητα.

Πως να εξεγερθεί ο Άνθρωπος απέναντι στις αδικίες και στα καπιταλιστικά συμφέροντα, όταν έρχεται αντιμέτωπος με την υποκριτική στάση των εμπνευστών τεράστιας εμβέλειας συγγραμμάτων και κατ’ επέκταση απογοητεύεται και κλείνεται στην εσωστρέφειά του;;

Μπορείς να εμπνευστείς από έναν Τσε - έναν Μπουκόφσκι - έναν Ρίτσο, επειδή η πορεία τους δηλώνει την πλήρη σύγκλιση με τις ρήσεις.

Δεν μπορείς ωστόσο να καταφέρεις την «αυτοθέσμιση» της Κοινωνίας, επειδή ο ίδιος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, του οποίου το έργο έχω μελετήσει και σε άλλα σημεία συμφωνώ - σε άλλα διαφωνώ, εργάστηκε επί ολόκληρες δεκαετίες στον ΟΟΣΑ στηρίζοντας τις πρακτικές εκμετάλλευσης δια των διεκπεραιώσεών τους. Επειδή ο ίδιος υπέγραψε τη δήλωση μετανοίας, όταν συνελήφθη ως κομμουνιστής και βέβαια καλώς απεμπόλησε τις ιδέες του κομμουνισμού, αφού το έργο του εδράζεται στον Αναρχισμό αλλά η δήλωση επί Μεταξά δεν αναγνώριζε την Αναρχία αλλά αντανακλούσε υπαγωγή σε ακροδεξιές αντιλήψεις.

Είσαι έτοιμος να γκρεμίσεις τα προσωπικά σου Τείχη με την ποίηση του Καβάφη αλλά βρίσκεσαι σε αδιέξοδο όταν μαθαίνεις πως υπηρέτησε τη γραφειοκρατία του Δημοσίου επί χρόνια ολόκληρα. Επειδή εν τέλει ο στίχος δεν ωθεί προς την κατακρήμνιση των τειχών αλλά απλώς διαπιστώνει τις διεργασίες μοιρολατρικά.

Για τον Guy Louis Debord μπορεί ο αναγνώστης εύκολα να ανιχνεύσει τις ταλαιπωρίες του στο διαδίκτυο.

Κατά τα λοιπά ακόμη οι Θνητοί στον Κόσμο βγάζουν τα μαχαίρια τους για τα κόμματα, ως «σταθερή παρουσία του Ίμερου»! Όταν θα καταλάβει ο Άνθρωπος πως σκοπός της έλευσής του δεν είναι η γεώτρηση για να βρει το «δικό» του Νερό, τότε και μόνο τότε ίσως ν’ αλλάξει ο ρους προς το καλύτερο…



Ευαγγελία Τυμπλαλέξη: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...