Θάνος Ντζουμάνης
Η κυρία Πολύτιμη κοιτάει τον έλεγχο, σηκώνει το βλέμμα και λέει στη μάνα σου, μπροστά σου: «Πρώτος μαθητής. Αλλά πολύ ανήσυχος». Δύο λέξεις. Τη μία την κράτησε η μάνα σου, την άλλη εσύ. Την έχεις ακόμα. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, κάθε φορά που σηκώνεσαι από το τραπέζι πριν από τους άλλους, ακούς την ίδια φωνή, με την κιμωλία στα δάχτυλα.
Η κυρία Πολύτιμη κοιτάει τον έλεγχο, σηκώνει το βλέμμα και λέει στη μάνα σου, μπροστά σου: «Πρώτος μαθητής. Αλλά πολύ ανήσυχος». Δύο λέξεις. Τη μία την κράτησε η μάνα σου, την άλλη εσύ. Την έχεις ακόμα. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, κάθε φορά που σηκώνεσαι από το τραπέζι πριν από τους άλλους, ακούς την ίδια φωνή, με την κιμωλία στα δάχτυλα.
Έτσι μοιράζονταν τότε οι λέξεις. Μία ο καθένας, στο μπαλκόνι, στην αυλή, στο τραπέζι της Κυριακής. Ο ξάδερφος «το μυαλό», ο άλλος «ο ατίθασος», η θεία «η νευρική», ο θείος «ο βολεμένος». Λίγες, χοντροκομμένες λέξεις, από ανθρώπους που δεν είχαν διαβάσει τίποτα σχετικό. Στα μούτρα σου, συνήθως. Πονούσαν, αλλά ήξερες ποιος σε λέει τι, και μπορούσες, αν είχες κότσια, να απαντήσεις.
Οι λέξεις κολλάνε. Όχι σαν ετικέτα, που τη βγάζεις. Σαν βεντούζα. Δεν τη νιώθεις την ώρα που μπαίνει. Τη νιώθεις όταν πας να κουνηθείς.
Τώρα έχουμε περισσότερες λέξεις, και καλύτερες. Από το podcast στην κίνηση της Μεσογείων, από τη φίλη που κάνει θεραπεία, από το βιντεάκι των είκοσι δευτερολέπτων που εξηγεί γιατί ο πατέρας μας δεν μας αγκάλιαζε. Ακούγονται σαν διάγνωση. Και λέγονται πιο σιγά. Αμέσως μόλις βγεις από το δωμάτιο.
Κυριακή βράδυ. Εκείνος στον καναπέ, η Εθνική κερδίζει μέσα στη Γερμανία κι ο Καρέτσας αφήνει έναν Γερμανό να ψάχνει ακόμα την μπάλα. Εκείνη στην κουζίνα, με το κινητό στο ένα χέρι και τη Δευτέρα στο μυαλό. Έχει ο ένας μια λέξη για τον άλλον. Τη δική του τη λέει στον κουμπάρο, μετά το γκολ. Τη δική της τη λέει στην αδερφή της, ανάμεσα σε δύο μηνύματα.
Είναι και οι δύο σωστές. Είκοσι χρόνια σωστές. Και στέκονται, ο καθένας από τη μεριά του, σε μια ιστορία που δεν άλλαξε ούτε πρόταση, γιατί καμία από τις δύο λέξεις δεν ήταν ερώτηση.
Το παιδί σου πήρε τη δική του στην κούνια. «Το αθόρυβο». Τη λένε ακόμα οι θείες, ενώ εκείνο σκαρφαλώνει στο τραπέζι με τα παπούτσια. Το δεύτερο, ημερών ακόμα, την πήρε στο μαιευτήριο, πριν καλά καλά ανοίξει τα μάτια. Τόσο νωρίς έρχονται πια οι λέξεις. Πριν προλάβει κανείς να απαντήσει.
Στο σπίτι έχεις κι άλλη μία. «Ο αυστηρός». Τη λέει ο μικρός στη μάνα του, στο αυτί, όταν θέλει το tablet. Δεν είσαι αυστηρός, είσαι η πόρτα που βολεύει να μείνει κλειστή, για να ανοίξει η άλλη. Κι εσύ το αφήνεις, γιατί ο αυστηρός έχει λιγότερη δουλειά από αυτόν που λέει ναι.
Στη δουλειά η λέξη έρχεται σε κελί. Αξιολόγηση, Μάρτιος, «δεν ξεχωρίζει». Από εκείνο το πρωί μπαίνεις εννιά παρά πέντε και φεύγεις πέντε και πέντε, και λες «μια δουλειά είναι». Το λες τόσες φορές που έγινε κι αυτό λέξη. Τη λένε για σένα στην κουζίνα του γραφείου, μόλις βγεις για καφέ.
Και η πιο βολική απ’ όλες, η δική μας για εμάς. Τη γράφουμε στο βιογραφικό. Introvert, overthinker, ο τύπος που δεν αντέχει τοξικούς ανθρώπους. Μια λέξη για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε γιατί δεν πήγαμε, γιατί δεν τηλεφωνήσαμε, γιατί δεν μείναμε.
Δεν λέω ότι οι λέξεις φταίνε. Χωρίς αυτές δεν στέκεσαι. Είναι η κουπαστή που πιάνεις όταν γέρνει η μέρα. «Έτσι είναι αυτός», και πάει η μέρα παρακάτω. «Έτσι είμαι εγώ», και πάει η ζωή παρακάτω. Βολεύουν. Αυτό είναι το πρόβλημά τους. Βολεύουν τόσο, που δεν χρειάζεται ποτέ να κοιτάξεις τι έχει πίσω από τη λέξη. Κι ένας άνθρωπος που δεν τον κοιτάει κανείς, μετά από χρόνια, γίνεται η λέξη του. Για να μη στεναχωρήσει κανέναν.
Κι έτσι φτάνεις στα σαράντα δύο με δύο λέξεις στην πλάτη. Μία που σου έβαλαν και δεν τη διάλεξες. Μία που έβαλες εσύ και τη λες προσωπικότητα. Ανάμεσά τους, το μικρό σου όνομα, που δεν το φωνάζει πια κανείς από το μπαλκόνι.
Κυριακή βράδυ λοιπόν, μετά το ματς. Παίρνεις τη μάνα σου στο χωριό. Το μωρό κλαίει από πίσω και λες γελώντας: «Δεν κάθεται με τίποτα. Σαν τον πατέρα του. Ανήσυχος, το ’πε και η κυρία Πολύτιμη». Παύση στη γραμμή.
«Ποια Πολύτιμη ή δασκάλα; Αυτή το έλεγε για όλα τα αγόρια, μπας και σας μαζέψουμε εμείς και γίνετε άνθρωποι».
Στέκεσαι στο μπαλκόνι με το τηλέφωνο στο χέρι.
Τριάντα τέσσερα χρόνια. Διάλεξες δουλειά που δεν κάθεται. Τρία πράγματα μαζί, κανένα μέχρι το τέλος. Σηκώνεσαι πρώτος από κάθε τραπέζι. Άφησες στη γυναίκα σου ό,τι στέκει ακίνητο, τους λογαριασμούς, τα ραντεβού, τα χαρτιά των παιδιών, «γιατί εσύ δεν κάθεσαι». Το είπες σε συνεντεύξεις σαν προσόν και σε πρώτα ραντεβού σαν γοητεία. Το έγραψες, με άλλη λέξη, στο LinkedIn. Έχτισες μια πλευρά της ιστορίας πάνω σε δύο λέξεις που είπε μια δασκάλα ένα μεσημέρι του ‘92, για να πάει η δική της μέρα παρακάτω.
Δεν ήταν για σένα. Ήταν για εκείνη.
Ξέρεις πώς σε λένε όταν βγαίνεις από το δωμάτιο;
Σε λένε αυτό που βολεύει όποιον μένει μέσα.
Κι εσύ, τριάντα τέσσερα χρόνια τώρα, βγαίνεις πάντα πρώτος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου