Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Πράντζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Πράντζος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Η χρονιά που κρύφτηκε ο ήλιος

Νίκος Πράντζος


Πως εμπνεύστηκε ο Λόρδος Μπάυρον το «Σκοτάδι» και η Μαίρη Σέλλεϋ τον «Φρανκεστάιν»


Το 1816 οι πληθυσμοί της Δυτικής Ευρώπης και της Βορειοανατολικής Αμερικής βρέθηκαν αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καιρικές συνθήκες. Ο ήλιος έμεινε για μήνες κρυμμένος πίσω από πυκνά πέπλα καταχνιάς, καθηλώνοντας τις θερμοκρασίες αρκετούς βαθμούς κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα. Συνεχείς βροχοπτώσεις και παγετοί κατέστρεψαν τις σοδειές, προξενώντας πείνα, επιδημίες και εξεγέρσεις. Η αιτία της κατάστασης αυτής έγινε κατανοητή πολλές δεκαετίες αργότερα: ήταν η έκρηξη του ηφαιστείου Τάμπορα στην άλλη άκρη της Γης, ένα χρόνο πριν. Όμως το φαινόμενο επηρέασε και την τέχνη και τη λογοτεχνία της εποχής, αφήνοντάς μας κάποια πολύ γνωστά αριστουργήματα.

Στις 10 Απριλίου του 1815, το νησί της Σουμπάβα στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία) τραντάχτηκε από την ισχυρότερη ηφαιστειακή έκρηξη που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στα χρονικά. Η έκρηξη του όρους Τάμπορα απελευθέρωσε ενέργεια 50.000 φορές περισσότερη από την ατομική βόμβα της Χιροσίμα και τέσσερις φορές περισσότερη από την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα που εξερράγη σε ένα άλλο νησί της Ινδονησίας εβδομήντα χρόνια αργότερα.

Στην κλίμακα ηφαιστειακής εκρηκτικότητας που είναι βαθμονομημένη από το 0 ως το 8 η έκρηξη του Τάμπορα έφτανε το 7 και του Κρακατόα το 6. Ωστόσο, τα νέα του Κρακατόα έκαναν αμέσως το γύρο της Γης με τον τηλέγραφο, που ήταν σε χρήση από τη δεκαετία του 1830, ενώ τα νέα του Τάμπορα έκαναν μήνες να φτάσουν στην Ευρώπη με τα ιστιοφόρα της εποχής, κάτι που εξηγεί γιατί το Κρακατόα έγινε διάσημο ενώ το Τάμπορα παραμένει σχετικά άγνωστο.

Οι εκρήξεις ακούστηκαν σαν κανονιές σε αποστάσεις μεγαλύτερες από 2500 χιλιόμετρα. Εκατό κυβικά χιλιόμετρα από στάχτη, σκόνη, βράχια και υπέρθερμα αέρια με συνολική μάζα εκατό δισεκατομμυρίων τόνων τινάχτηκαν μέχρι σαράντα τρία χιλιόμετρα ψηλά στη στρατόσφαιρα. Μια περιοχή με ακτίνα 600 χιλιομέτρων γύρω από το ηφαίστειο και επιφάνεια ενός εκατομμυρίου τετραγωνικών χιλιομέτρων, διπλάσια σε έκταση από τη Γαλλία, βυθίστηκε για δυο μερόνυχτα σε απόλυτο σκοτάδι.

Ο μισός πληθυσμός της Σουμπάβα και χιλιάδες κάτοικοι από τα γειτονικά νησιά Μπαλί και Λόμποκ, σχεδόν 100.000 χιλιάδες άτομα συνολικά, χάθηκαν από την έκρηξη, Οι περισσότεροι θάφτηκαν κάτω από ένα στρώμα τέφρας, ένας σημαντικός αριθμός πνίγηκε από το τσουνάμι ύψους τεσσάρων μέτρων που κατέκλυσε τις ακτές των γειτονικών νησιών και πολλοί χάθηκαν από το διοξείδιο του θείου που μόλυνε τον αέρα και τα νερά της περιοχής, καίγοντας τα πνευμόνια τους και δηλητηριάζοντάς τους.

Κάπου ογδόντα εκατομμύρια τόνοι από το αέριο διοξείδιο του θείου εκτοξεύτηκαν στη στρατόσφαιρα, το στρώμα της ατμόσφαιρας που βρίσκεται σε απόσταση 10 έως 50 χιλιόμετρα από το έδαφος. Μέσα σε δυο εβδομάδες, οι άνεμοι είχαν διασκορπίσει το αέριο αυτό σε ολόκληρη την τροπική ζώνη γύρω από τον Ισημερινό. Μια σειρά από χημικές αντιδράσεις με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας το μετέτρεψαν σε θειικό οξύ, οι μικροσκοπικές σταγόνες του οποίου διαχύθηκαν μέσα σε ένα χρόνο μέχρι τις πολικές περιοχές. Καλύπτοντας όλη σχεδόν τη γήινη επιφάνεια, τα σωματίδια αυτά μπλόκαραν το φως του ήλιου και κυρίως τα μικρότερα μήκη κύματος, αυτά του γαλάζιου φωτός, για δυο σχεδόν χρόνια.

Με λιγότερη ηλιακή ενέργεια να φτάνει στο έδαφος, η μέση θερμοκρασία της Γης μειώθηκε το 1816 κατά μισό βαθμό και κατά ενάμιση περίπου βαθμό στο Βόρειο ημισφαίριο. Η χρονιά αυτή ήταν μια από τις πιο κρύες στα τελευταία τετρακόσια χρόνια. Υπήρχαν ωστόσο μεγάλες διαφορές από περιοχή σε περιοχή: η μείωση της θερμοκρασίας ήταν ασήμαντη στη Νoτιoανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία και πολύ μεγαλύτερη στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής και την Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Τα αποτελέσματα υπήρξαν δραματικά για τους κατοίκους των περιοχών αυτών, αλλά κανείς δε σκέφτηκε τότε να τα αποδώσει στην έκρηξη του ηφαιστείου.

Στην Ασία, οι έντονες βροχοπτώσεις και το κρύο κατέστρεψαν τη συγκομιδή ρυζιού στη νότια Κίνα και εξόντωσαν χιλιάδες ζώα, προκαλώντας το θάνατο 90.000 ανθρώπων, κυρίως από την πείνα. Χιόνι έπεσε στο νησί της Ταιβάν, που έχει τροπικό κλίμα. Στην Ινδία, οι μουσώνες με τις ευεργετικές βροχές τους άργησαν πολύ να εμφανιστούν τη χρονιά εκείνη. Με τους κατοίκους να πίνουν βρόμικο νερό και να τρώνε ό,τι έβρισκαν στα έλη, μια μαζική επιδημία χολέρας ξεκίνησε από τον ποταμό Γάγγη στη Βεγγάλη και έφτασε μέχρι τη Μόσχα.

Η θερμοκρασία στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής το καλοκαίρι είναι γύρω στους 20 βαθμούς τη μέρα και σπάνια πέφτει κάτω από τους 5 βαθμούς τη νύχτα. Ωστόσο, το 1816 η άνοιξη δεν ήρθε κι αντί για καλοκαίρι εμφανίστηκε και πάλι ο χειμώνας. Το έδαφος σε πολλές περιοχές ήταν παγωμένο τον Ιούνιο, χιόνισε συχνά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, ποτάμια και λίμνες πάγωσαν, ενώ ο ουρανός ήταν μόνιμα συννεφιασμένος.

Το μεγαλύτερο μέρος της συγκομιδής σιταριού και καλαμποκιού χάθηκε, αφού τα φυτά ήταν παγωμένα, συχνά μέχρι τη ρίζα, με αποτέλεσμα οι τιμές τους στην αγορά να αυξηθούν μέχρι κι οχτώ φορές. Αδυνατώντας να θρέψουν τις οικογένειές τους, χιλιάδες αγρότες της Νέας Αγγλίας (της ανατολικής ακτής της Βόρειας Αμερικής) άρχισαν να μεταναστεύουν προς τη Δύση, όπου λίγο αργότερα θα μετέτρεπαν τις απέραντες παρθένες εκτάσεις γύρω από τον Μισισιπή σε σιτοβολώνα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρόμοιες καταστάσεις γνώρισε και η Δυτική Ευρώπη, που μόλις έβγαινε από την τρομερή δεκαετία των Ναπολεόντειων πολέμων. Η καταστροφή της αγροτικής παραγωγής και η αύξηση των τιμών έφεραν πείνα και αρρώστιες σε πολλές περιοχές, με μια επιδημία τύφου να θερίζει 100.000 άτομα στην Ιρλανδία. Ήταν η χειρότερη περίοδος πείνας που γνώρισε η ευρωπαϊκή ήπειρος τον 19ο αιώνα.

Οι κάτοικοι σε απόγνωση έφτασαν να τρώνε ζωοτροφές και πτώματα ζώων. Εξεγέρσεις και λεηλασίες σημειώθηκαν στην Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους και να μεταναστεύσουν. Η θνησιμότητα στην Κεντρική Ευρώπη το 1816 ήταν 50% μεγαλύτερη ακόμη κι από το 1815, που ήταν χρονιά πολεμικών συγκρούσεων.

Η Ελβετία υπέφερε περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα κι αναγκάστηκε να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την επικράτειά της. Ανάμεσα στον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1816, 130 μέρες βροχής φούσκωσαν τα νερά της λίμνης Λεμάν και πλημμύρισαν τη Γενεύη. Εξαιτίας του κρύου τα χιόνια δεν έλειωσαν για τρία χρόνια στη σειρά. Στην άκρη του παγετώνα Gietro στις Άλπεις σχηματίστηκε ένα τεράστιο φράγμα από πάγο, που κατέρρευσε απότομα το 1818 προκαλώντας τεράστιες καταστροφές.

Το βάρος της θεομηνίας που έπληξε την Ευρώπη το σήκωσαν κύρια οι φτωχοί, αγράμματοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, που ελάχιστα ντοκουμέντα άφησαν για τα βιώματα τους. Οι εκπρόσωποι της μεσαίας και της ανώτερης τάξης ελάχιστα επλήγησαν από την οικονομική και κοινωνική αναστάτωση της εποχής, άφησαν ωστόσο πάμπολλα κείμενα και περιγραφές. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μπορέσει κανείς, μέσα από την ανάγνωσή τους, να καταλάβει τις πραγματικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις φτωχότερες τάξεις.

Το Μάιο εκείνης της χρονιάς που την ονόμασαν «η χρονιά χωρίς καλοκαίρι», μια παρέα νεαρών Άγγλων περιηγητών έφτασε στη λίμνη της Γενεύης. Ο διάσημος ρομαντικός ποιητής Πέρσυ Σέλλεϋ, 23 χρόνων, από αριστοκρατική οικογένεια αλλά πάμφτωχος, είχε αφήσει στην Αγγλία την έγκυο γυναίκα του και συνοδευόταν από την επίσης έγκυο ερωμένη του, τη 18χρονη Μαίρη Γκόντγουιν και την ετεροθαλή αδελφή της Κλαίρ Κλαιρμόντ, με την οποία είχε επίσης σχέση. Ο εξίσου διάσημος ρομαντικός ποιητής Τζώρτζ Γκόρντον Μπάυρον, 26 χρόνων, ήταν τότε στο απόγειο της καριέρας του. Λόρδος με περιουσία αλλά καταχρεωμένος, είχε αφήσει στο Λονδίνο τη γυναίκα του με την έξι μηνών κόρη τους για να αποφύγει τους δανειστές του αλλά και τις φήμες για τη σχέση του με την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Είχε κι αυτός στο παρελθόν σχέση με την Κλαιρμόντ και συνοδευόταν από τον προσωπικό του γιατρό, τον 20χρονο Τζων Γουίλλιαμ Πολιντόρι. Αν και δεν το ήξερε τότε, ο Μπάυρον δεν επρόκειτο ποτέ του να ξαναδεί την Αγγλία και θα πέθαινε λίγα χρόνια αργότερα από τις κακουχίες στην πολιορκία του Μεσολογγίου.

Ο άθλιος καιρός χάλασε τις διακοπές των περιηγητών, υποχρεώνοντάς τους να περνούν τις μέρες τους με το φώς των κεριών δίπλα στο τζάκι μέσα στο κατακαλόκαιρο, συζητώντας και διαβάζοντας γοτθικές ιστορίες τρόμου. Επηρεασμένος από τις συνθήκες αυτές, κι από την ολική έκλειψη ηλίου της 9 Ιουνίου 1816, ο Μπάυρον έγραψε τον Ιούλιο και Αύγουστο το «Σκοτάδι» (Darkness), ένα από τα πιο σκοτεινά και καταθλιπτικά ποιήματα όλων των εποχών, στο οποίο περιγράφει με τα ζοφερότερα χρώματα το τέλος της Γης, της ανθρωπότητας και του Σύμπαντος.

Στους ογδόντα στίχους του ποιήματος, βλέπει σαν σε όνειρο όχι μόνο τη Γη αλλά και τ’ αστέρια και το Σύμπαν να βυθίζονται στη νύχτα και το κρύο, και τους ανθρώπους να προσπαθούν αλλόφρονες να επιζήσουν καίγοντας οτιδήποτε βρίσκουν γύρω τους. Σε μια ατμόσφαιρα βιβλικής τιμωρίας που δεν διακρίνει ανάμεσα σε καλούς ή κακούς, δίκαιους ή άδικους, οι άνθρωποι αλληλοσπαράζονται, φυτά και ζώα πεθαίνουν και τελικά ολόκληρη η πλάση σβήνει μέσα σε ανείπωτη αγωνία. Παραθέτουμε εδώ κάποιους χαρακτηριστικούς στίχους από την πρόσφατη μετάφραση της Ελσης Σαράτση:

«… Είδα ένα όνειρο, που δεν ήταν όνειρο όλο, ο λαμπερός ο ήλιος είχε σβήσει και τα αστέρια πλανιόταν στα χαμένα στο αιώνιο στερέωμα, ολοσκότεινα, χωρίς αχτίδες και η παγωμένη Γη ταλαντεύονταν μαύρη και τυφλή στον αφέγγαρο ουρανό. Και ήρθε και πέρασε η αυγή – και ήρθε ξανά αλλά δεν έφερε τη μέρα


Ο κόσμος άδειασε, ο πολυάνθρωπος κι ο κρατερός ο κόσμος έγινε άμορφος πηλός, άχρονος, χέρσος, άδεντρος, άψυχος, άζωος – πηλός θανάτου – χάος φρυγμένης λάσπης.


Τα πλοία καιόντουσαν στην άβυσσο χωρίς φουσκονεριά – τα κύματα νεκρά. Οι παλίρροιες στον τάφο τους θαμμένες, η Σελήνη, η κυρά τους, είχε ξεψυχήσει από πριν. Οι άνεμοι είχαν μαραθεί στον ακίνητο αέρα, κι είχαν χαθεί τα σύννεφα.

Το Σκοτάδι την ανάγκη τους δεν είχε πια – το Σκοτάδι ήταν ο Κόσμος»…

Μια νύχτα του Ιούνη, ο Μπάυρον πρότεινε στην παρέα να γράψουν ο καθένας τους μια ιστορία τρόμου. Ο Πέρσυ Σέλλεϋ έγραψε πέντε ιστορίες φαντασμάτων που δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατο του, ενώ ο Μπάυρον άρχισε ένα διήγημα που το χρησιμοποίησε στη συνέχεια ο Πολιντόρι για να γράψει το «Βαμπίρ», την πρώτη ιστορία με βρυκόλακες, που δημοσιεύτηκε το 1819. Κάπου ογδόντα χρόνια αργότερα, ο Μπραμ Στόουκερ θα εμπνεόταν από την ιστορία αυτή για να γράψει τον περίφημο «Δράκουλα».

Η Μαίρη Γκόντγουιν (κατοπινή κυρία Σέλλεϋ) εμπνεύστηκε την ιστορία ενός νεαρού φοιτητή ιατρικής, του Βίκτορα Φρανκεστάιν που καταφέρνει με τις γνώσεις του να φτιάξει από κομμάτια πτωμάτων ένα ζωντανό πλάσμα 2.40 μέτρα ψηλό και με απίστευτη δύναμη αλλά τρομακτικό σε εμφάνιση. Το πλάσμα, νοιώθοντας την απόρριψη όλων εξαιτίας της ασχήμιας του, ζητάει από τον δημιουργό του να του κατασκευάσει μια σύντροφο, αλλά ο Φρανκεστάιν, αν και το υπόσχεται, δεν κρατάει τη συμφωνία του φοβούμενος ότι θα μπορούσε έτσι να προκύψει μια ολόκληρη ράτσα από τέτοια τέρατα.

Για να εκδικηθεί το δημιουργό του, το τέρας σκοτώνει διαδοχικά τον αδελφό του Φρανκεστάιν, τον καλλίτερο φίλο του και την αρραβωνιαστικιά του (την παραμονή του γάμου τους) οδηγώντας στο θάνατο από θλίψη και τον πατέρα του. Τρελαμένος από πόνο και οργή, ο Φρανκεστάιν κυνηγά το πλάσμα που δημιούργησε μέχρι τις εσχατιές της Αρκτικής, όπου περιθάλπεται από το πλήρωμα ενός πλοίου παγιδευμένου στους πάγους και διηγείται την ιστορία του στον καπετάνιο Γουώλτον λίγο πριν ξεψυχήσει από τις κακουχίες. Τότε εμφανίζεται και το γιγαντόσωμο τέρας για να κλάψει τον δημιουργό του και να πει στον Γουώλτον πόσο έχει μετανιώσει για τα εγκλήματα του κι ότι έχει αποφασίσει να εξαφανιστεί για πάντα από τον κόσμο. Η ιστορία κλείνει με τον καπετάνιο να παρακολουθεί το τέρας καθώς χάνεται αργά στην πολική καταχνιά πάνω σ’ ένα παγόβουνο.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1818, όταν οι Σέλλεϋ επέστρεψαν στο Λονδίνο, με τον τίτλο Φρανκεστάιν, ένας σύγχρονος Προμηθέας. Στη λατινική εκδοχή της ελληνικής μυθολογίας από τον Οβίδιο, ο Τιτάνας Προμηθέας κατά παραγγελία του Δία φτιάχνει το ανθρώπινο είδος από λάσπη και νερό και τιμωρείται σκληρά από τον Δία όταν δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Με αντίστοιχο τρόπο, ο Βίκτωρ Φρανκεστάιν τιμωρείται, είτε για την ύβρι που συνιστά η πράξη της δημιουργίας ζωής από τον άνθρωπο, είτε για την κατοπινή του ανευθυνότητα προς το πλάσμα του.

Η σχέση του Δημιουργού με το δημιούργημά του διαπερνά ολόκληρη τη χριστιανική και μεταφυσική φιλοσοφία και αποδίδεται περίφημα στο κορυφαίο ποίημα του μεγάλου άγγλου ποιητή του 17ου αιώνα Τζων Μίλτον Ο Χαμενός Παράδεισος. Εξορισμένος από τον Παράδεισο μετά το προπατορικό αμάρτημα και την

Πτώση, ο Αδάμ απευθύνεται με πίκρα και παράπονο στον Θεό, με τους συγκλονιστικούς στίχους του Μίλτον που η Μαίρη Σέλλεϋ διάλεξε να βάλει στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

«… Σου ζήτησα εγώ, Δημιουργέ, από τον πηλό να με φτιάξεις άνθρωπο; Μήπως σου ζήτησα εγώ, από τα σκοτάδια να με βγάλεις στο φως; »

Η πρώτη έκδοση δημοσιεύτηκε ανώνυμα, αλλά η ενθουσιώδης υποδοχή από το κοινό (όχι όμως κι από τους κριτικούς) οδήγησε σύντομα σε επανέκδοση με το όνομα της συγγραφέως. Ο Φρανκεστάιν θεωρείται σήμερα ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της φανταστικής λογοτεχνίας και, σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, σαν το πρώτο έργο της σύγχρονης επιστημονικής φαντασίας. Στην επιτυχία του συντέλεσε και η ομώνυμη ταινία του 1931 με τον Μπόρις Καρλόφ στο ρόλο του τέρατος.

Πέρα από τη λογοτεχνία, και η ζωγραφική φαίνεται να επηρεάστηκε από την έκρηξη του Τάμπορα. Τα μικροσωματίδια που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα για χρόνια μετά την έκρηξη διαχέοντας τα μεγαλύτερα μήκη κύματος του ηλιακού φωτός (κόκκινο και πορτοκαλί) δημιουργούσαν εκπληκτικής ωραιότητας ηλιοβασιλέματα. Θεωρείται ότι ο διάσημος άγγλος ζωγράφος Γουίλιαμ Τάρνερ εμπνεύστηκε ορισμένους πολύ γνωστούς πίνακες του όπου ο ουρανός εμφανίζεται με ιδιαίτερα έντονα χρώματα (όπως το Τσίστσεστερ Κανάλ) από τη θέα τέτοιων τοπίων. Ποιός αλήθεια θα μπορούσε να φανταστεί την πολυεπίπεδη αναστάτωση που θα προξενούσε εκείνη η «Χρονιά χωρίς καλοκαίρι»; *Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βόλου Θεσσαλία στις 14 και 21 Αυγούστου 2016

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βόλου Θεσσαλία στις 14 και 21 Αυγούστου 2016

Πηγή: artinews.gr



Νίκος Πράντζος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Ιούλιος Βερν: το έργο και τα μηνύματα ενός οραματιστή

Νίκος Πράντζος


Γεννημένος το 1828, ο Ιούλιος Βερν πέρασε τα παιδικά του χρόνια ονειρευόμενος ταξίδια μακρινά, καθώς έβλεπε τα ιστιοφόρα να πηγαινοέρχονται στο λιμάνι της Νάντης. Στα έντεκα χρόνια του μπαρκάρησε σε ένα καράβι για τις Ινδίες, αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε πριν το σκάφος ξανοιχτεί στον ωκεανό. Μέτριος μαθητής, σπούδασε νομικά στη Νάντη και το Παρίσι, αλλά σύντομα ανακάλυψε την έλξη του για τη λογοτεχνία και το θέατρο. Στα είκοσι δύο του ανέβασε το πρώτο θεατρικό του έργο, αλλά η ενασχόληση αυτή του απέφερε ελάχιστα και δεν του επέτρεπε να ζήσει χωρίς την οικονομική ενίσχυση του πατέρα του.

Σημαντικό ρόλο στην πορεία του Βερν έπαιξε η γνωριμία του με τον εξερευνητή Ζακ Αραγκό, καθώς και με το έργο του μεγάλου αμερικανού συγγραφέα Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ο Αραγκό, παρότι τυφλός, ταξίδευε σε μακρινά μέρη και δημοσίευε συναρπαστικά κείμενα των περιηγήσεών του, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεωγραφικά στοιχεία. Στο έργο του Πόε, ο Βερν θαυμάζει τη δεξιοτεχνία της πλοκής και την ατμόσφαιρα μυστηρίου και φαντασίας που το διατρέχει. Είναι ο μόνος συγγραφέας για τον οποίο ο Βερν θα δημοσιεύσει μια λογοτεχνική ανάλυση, ενώ στο διήγημα του Η Σφίγγα των πάγων (1895) θα φανταστεί και μια λογική συνέχεια στη μυστηριώδη κατάληξη του μοναδικού μυθιστορήματος που έγραψε ο Πόε, Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πυμ.

Προς το παρόν - βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 1860 - ο Βερν γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον προσωρινό τίτλο Ένα ταξίδι στον αέρα, επηρεασμένος κι από τις διηγήσεις του φίλου του φωτογράφου Ναντάρ (ψευδώνυμο του Φελιξ Τουρνασσόν) που ήταν ο πρώτος που πήρε αεροφωτογραφίες από αερόστατο. Το φθινόπωρο του 1862, το υποβάλλει στον εκδότη Πιερ Ζυλ Ετζέλ (Pierre-Jules Hetzel), στον οποίο τον παρουσίασε ο γιός του Αλέξανδρου Δουμά που ήταν κοινός τους φίλος. Η συνάντηση Βερν και Ετζέλ απόδείχτηκε καταλυτική και για τους δύο. Εξαιτίας των δημοκρατικών του φρονημάτων ο Ετζέλ είχε εξοριστεί στις Βρυξέλλες, όπου είχε δημοσιεύσει δυο εμπρηστικά κείμενα του Βίκτωρα Ουγκώ κατά του μοναρχικού καθεστώτος του Ναπόλέοντα του 3ου.

Επιστρέφοντας στο Παρίσι με την αμνηστία του 1860, συνεργάστηκε στην ίδρυση του Ομίλου για την Εκπαίδευση και την Ψυχαγωγία. Πίστευε ότι η υπόθεση της δημοκρατίας θα μπορούσε να προωθηθεί και μέσα από την επιμόρφωση της νεολαίας (το άνοιγμα των οριζόντων της στις επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής), για να την απόσπάσει από την απόπνικτικά αυστηρή εκπαίδευση της Καθολικής εκκλησίας που υποστήριζε τους φιλομοναρχικούς. Ο Ετζέλ αντιλαμβάνεται το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει ο Βερν στην υπόθεση αυτή. Εκδίδει αμέσως το βιβλίο του, με τον τίτλο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο και του προτείνει δεκάχρονο συμβόλαιο, με την υποχρέωση να παραδίδει δυο μυθιστορήματα το χρόνο. Ο Βερν το απόδέχεται και η συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο του Ετζέλ θα κρατήσει σαράντα χρόνια. Ήταν μια σχέση εποικοδομητική αλλά και συγκρουσιακή, γιατί ο Ετζέλ -που ήταν δεκαέξι χρόνια μεγαλύτερος από τον Βερν - είχε λόγο σε όλα: τον τίτλο, την υπόθεση, τους χαρακτήρες και το τελείωμα του έργου. Ήδη με το ξεκίνημα της συνεργασίας τους, απόρρίπτει το τρίτο χειρόγραφο που του προτείνει ο Βερν, με εκφράσεις ιδιαίτερα σκληρές: «Έχετε βουτήξει στη μετριότητα με αυτό το κείμενο, δεν υπάρχει αληθινή πρωτοτυπία, δεν υπάρχει απλότητα ούτε πνεύμα, τίποτα που να κρατήσει το βιβλίο έστω και έξι μήνες στα βιβλιοπωλεία, [...], είναι εντελώς απότυχημένο».

Είναι αλήθεια ότι στο Παρίσι, στον 20ο αιώνα, ο Βερν εμφανίζεται απρόσμενα απαισιόδοξος όσον αφορά το μέλλον μιας τεχνολογικά εξελιγμένης κοινωνίας. Πως θα μπορούσε ο Ετζέλ να δεχτεί μια τέτοια άποψη; Το κείμενο του Βερν θα παραμείνει στο συρτάρι του για πάνω από εκατό χρόνια, για να ανακαλυφθεί το 1989 από τον δισέγγονό του και να εκδοθεί επιτέλους το 1994, όπως θα δούμε προς το τέλος αυτού του σημειώματος. Στους έξι πρώτους τόμους που δημοσιεύει ο Βερν, εξερευνά τους έξι κύριους «άξονες» του σύμπαντός του: τον αέρα στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο (1862), τους πόλους της Γης στις Περιπέτειες του πλοιάρχου Χατεράς (1863), το εσωτερικό της Γης στο Ταξίδι στο κέντρο της Γης (1864), το ταξίδι στη Σελήνη στο Από τη Γη στη Σελήνη (1865), το γύρο του κόσμου στα Παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ (1865 με 1867), τη θάλασσα με το 20 000 λεύγες κάτω από τις θάλασσες (1866 με 1869).

Στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο, ο δόκτωρ Φέργκιουσον με τον φίλο του Κέννεντυ και τον υπηρέτη του Τζόε διασχίζουν την Αφρική από τα ανατολικά στα δυτικά με ένα αερόστατο φουσκωμένο με υδρογόνο, του οποίου το ύψος ρυθμίζεται με ένα πρωτοποριακό σύστημα θέρμανσης, τροφοδοτούμενο με ηλεκτρικές μπαταρίες. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μάθει σχεδόν ότι ήταν γνωστό την εποχή εκείνη για την γεωγραφία, την πανίδα και τη χλωρίδα της Αφρικής, για την ιστορία των εξερευνήσεων της Μαύρης Ηπείρου και την αναζήτηση των πηγών του Νείλου, και παίρνει ένα καλό μάθημα αεροπλοήγησης. Στις Περιπέτειες του πλοιάρχου Χατεράς, ο ομώνυμος ήρωας φιλοδοξεί να είναι ο πρώτος που θα φτάσει στο Βόρειο πόλο, προς δόξα της πατρίδας του της Βρετανίας. Εγκαταλειμένος από το πλήρωμά του, αγωνίζεται να επιβιώσει με τους λίγους πιστούς που τον ακολουθούν μέσα στα χιόνια, τους πάγους και το κρύο. Ο Βερν φανταζόταν τον ήρωά του να πεθαίνει μέσα σε ένα ηφαίστειο, αλλά ο Ετζέλ τον προτίμησε τελικά ζωντανό και τρελαμένο να επιστρέφει στην Αγγλία. Με παραστατικό τρόπο περιγράφονται οι δραματικές προσπάθειες εξερεύνησης των αρκτικών περιοχών της Γης, που ήταν τότε εντελώς άγνωστες πάνω από τον 80ο παράλληλο.

Στο Ταξίδι στο κέντρο της Γης, ο καθηγητής Λίντεμπροκ απόκρυπτογραφεί ένα παλιό κείμενο που αναφέρεται στην ύπαρξη ενός περάσματος στο εσωτερικό της Γης, μέσα από το σβησμένο ηφαίστειο Σνέφφελς στην Ισλανδία. Με τον ανηψιό του Άξελ και τον οδηγό τους Χανς εισδύουν στα έγκατα της Γης, ανακαλύπτουν ένα απίστευτο κόσμο με άγνωστη χλωρίδα και πανίδα και ταξιδεύουν με τη σχεδία τους σε μια υπόγεια θάλασσα, κινδυνεύοντας από προϊστορικά τέρατα. Καθώς φτάνουν στις πύλες της κόλασης, στο διάπυρο μάγμα που βρίσκεται κάτω από το στερεό φλοιό της Γης, η έκρηξη του ηφαιστείου Στρόμπολι στη Σικελία παρασύρει τη σχεδία τους προς την επιφάνεια. Με αυτό το ελάχιστα πειστικό εύρημα, επιστρέφουν σώοι και αβλαβείς στην πολιτισμένο κόσμο για να διηγηθούν τις περιπέτειές τους.

Στο Από τη Γη στη Σελήνη, τα μέλη του Πυροβολικού συλλόγου της Βαλτιμόρης απόφασίζουν να αξιοποιήσουν τις τεχνικές τους γνώσεις - απόκτημένες στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου - στέλνοντας ένα βλήμα στην επιφάνεια της Σελήνης, σε απόσταση 380 000 χλμ. από τη Γη. Ένας παράτολμος Γάλλος, ο Μισέλ Αρντάν (αναγραμματισμός του Ναντάρ) προτείνει να μπει στο βλήμα παίρνοντας μαζί του τον πρόεδρο του συλλόγου Μπαρμπικαν και τον αντιπρόεδρο Νίκολ για να δουν από κοντά το δορυφόρο της Γης και να εξακριβώσουν αν πράγματι κατοικείται. Το βλήμα εκτοξεύεται με επιτυχία από ένα τεράστιο κανόνι μήκους 300 μέτρων, την Κολομβιάδα, που κατασκευάζεται στη Φλόριδα (απ' όπου εκτοξεύτηκαν και οι αμερικανοί αστροναύτες του προγράμματος Απόλλων για τη Σελήνη). Ωστόσο, καμία επικοινωνία δεν υπάρχει ανάμεσα στη Γη και τους διαστημοναύτες του Βερν, των οποίων η τύχη αγνοείται. Στο δεύτερο τόμο (Γύρω από τη Σελήνη, 1869) ο αναγνώστης μαθαίνει από πρώτο χέρι τη ζωή των ηρώων μέσα στο κατάλληλα διαρρυθμισμένο εσωτερικό του βλήματος και παίρνει μερικά υψηλού επιπέδου μαθήματα φυσικής, κοσμογραφίας και Σεληνογραφίας. Ο Βερν δεν παίρνει θέση για το αν υπάρχουν Σεληνίτες και καταφέρνει να φέρει πίσω τους τρεις φίλους στη Γη, κάτι που δεν προβλέπονταν αρχικά.

Στα Παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ, ο λόρδος Γκλέναρβαν και το πλήρωμα του ιστιοφόρου του βρίσκουν στο στομάχι ενός καρχαρία μια μποτίλια με το μισοσβησμένο μήνυμα του πλοιάρχου Γκραντ, όπου η μόνη ξεκάθαρη πληροφορία είναι ότι έχει ναυαγήσει με τους συντρόφους του κάπου στις 37 μοίρες νότιου γεωγραφικού πλάτους και περιμένουν απελπισμένοι βοήθεια. Ο Γκλέναρβαν και οι φίλοι του παίρνουν μαζί τους τα παιδιά του Γκράντ, τη Μαίρη και το Ρόμπερτ, καθώς και το γάλλο γεωγράφο Παγκανέλ και αρχίζουν μια τρελή κούρσα γύρω από τον 37ο νότιο παράλληλο. Μέσα από απίστευτες περιπέτειες με τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους, διασχίζουν διαδοχικά τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, όπου αιχμαλωτίζονται και στη συνέχεια δραπετεύουν από τους κανίβαλους Μαορί, για να βρουν τελικά τον Γκραντ σε ένα μικρό, άγνωστο νησί του Ειρηνικού. Στην πορεία, ο αναγνώστης μαθαίνει από το στόμα του Παγκανέλ ολόκληρη την ιστορία των εξερευνήσεων του νότιου Ειρηνικού από τον πλοίαρχο Κούκ και τους άλλους μεγάλους θαλασσοπόρους του 18ου αιώνα.

Στο 20.000 λεύγες κάτω από τις θάλασσες πρωταγωνιστεί ο εμβληματικότερος ήρωας του Βερν, ο πλοίαρχος Νέμο, και το γνωστότερο από τα μηχανήματα που επινόησε ο συγγραφέας, το υποβρύχιο Ναυτίλος. Καθώς το πλοίο τους βουλιάζει από την επίθεση του Ναυτίλου, ο γάλλος καθηγητής Αρονάξ, ο υπηρέτης του Σύμβουλος και ο καναδός φαλαινοθήρας Νεντ Λαντ αιχμαλωτίζονται από τους ανθρώπους του Νέμο και υποχρεώνονται να τον ακολουθήσουν στον περίπλου του γύρω από τον κόσμο. Από τη «χρυσή φυλακή» τους μέσα στο εκπληκτικό μηχάνημα που κινείται με ηλεκτρισμό, οι τρεις αιχμάλωτοι παρακολουθούν έκθαμβοι εικόνες από τον υποβρύχιο κόσμο, παλεύουν με γιγάντια καλαμάρια των βυθών, αλλά και ανακαλύπτουν την ανεξήγητα εγκληματική σκληρότητα του Νέμο για τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων που βυθίζει με το Ναυτίλο. Ο μυστηριώδης πλοίαρχος, που το όνομα του σημαίνει «κανένας» στα λατινικά (φόρος τιμής του Βερν στον Ομηρικό Οδυσσέα) θα μπορούσε σήμερα να χαρακτηριστεί αναρχικός ή τρομοκράτης, κάτι που δημιούργησε σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στο Βερν και τον Ετζέλ. Η ιστορία του γίνεται κατανοητή μόνο στο τέλος ενός άλλου κορυφαίου μυθιστορήματος του Βερν με τίτλο Το μυστηριώδες νησί.

Ο Βερν θα γράψει συνολικά κάπου ογδόντα μυθιστορήματα και μια εικοσαριά νουβέλες. Η συντριπτική πλειοψηφία των μυθιστορημάτων ανήκει στον κύκλο των «Θαυμαστών ταξιδιών» (Voyages Extraordinaires) και πραγματεύεται, σε διάφορες παραλλαγές, τα θέματα στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω. Μια δεκαριά από τα έργα της ύστερης περιόδου, πολλά από τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατο του Βερν στα 1905, έχουν γραφτεί (ή ξαναγραφτεί, με βάση τις σημειώσεις του συγγραφέα) από το μοναδικό γιο του, τον Μισέλ Βερν. Ο Βερν είναι γνήσιο τέκνο της επιστημονικής και τεχνολογικής επανάστασης που έφερε ο 19ος αιώνας. Στο χώρο της φυσικής η επιστημονική πρόοδος χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της θερμοδυναμικής, της επιστήμης που μελετά τις μετατροπές των διαφόρων μορφών ενέργειας (θερμότητας, φωτός, δυναμικής και κινητικής ενέργειας) από τους Καρνό, Τζάουλ, Μέγιερ, κλπ., καθώς και από την ανάπτυξη της ηλεκρομαγνητικής θεωρίας από τους Φαρανταίυ και Μάξγουελ. Στο χώρο της τεχνολογίας έχουμε την ανάπτυξη των ατμομηχανών, την επινόηση των μηχανών εσωτερικής καύσης, τον μετασχηματιστή και τη γεννήτρια, τον ηλεκτρικό λαμπτήρα από τον Τόμας Έντισον, το τηλέφωνο από τον Αλέξανδρο Γκράχαμ Μπελ, κλπ.

Παράλληλα, η βιομηχανική επανάσταση φέρνει την ανάπτυξη της αστικής τάξης και δημιουργεί έτσι ένα κοινό με ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο που διψάει να μάθει για τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής μέσα από εκλαϊκευτικά έντυπα. Ο Βερν είναι «ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη εποχή». Δεν είναι ο μόνος που ασχολείται με τα θέματα αυτά, έχει όμως σημαντικά ατού. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση, φροντίζει να έχει πάντα την κάλυψη ειδικών και εμπειρογνωμόνων για τα επιστημονικά και τεχνικά θέματα που πραγματεύεται. Ο αδελφός του, Πωλ Βερν, αξιωματικός του Ναυτικού, τον συμβουλεύει για οτιδήποτε σχετίζεται με πλοία και υποβρύχια, ιδιαίτερα για το Ναυτίλο. Ο εξάδελφος του Ανρύ Γκαρσέ, καθηγητής μαθηματικών, τον βοηθά στα μαθηματικά και την αστρονομία των δυο μυθιστορημάτων για τη Σελήνη. Ο μηχανικός Αλμπέρ Μπαντουρώ, της Πολυτεχνικής σχολής, καταστρώνει και λύνει τις περίπλοκες εξισώσεις που περιγράφουν την μετατόπιση του άξονα περιστροφής της Γης, του τιτάνιου έργου που αναλαμβάνουν τα μέλη του Πυροβολικού συλλόγου της Βαλτιμόρης είκοσι χρόνια μετά την επιστροφή του βλήματος από τη Σελήνη, στο έργο Άνω Κάτω (1888).

Έχοντας εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό την επιστημονική κάλυψη των έργων του (αν και όχι απόλυτα: αρκετά λάθη έχουν βρεθεί σε διάφορα βιβλία του), ο Βερν αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του να επινοήσει μερικές από τις γνωστότερες μηχανικές κατασκευές της λογοτεχνίας: το Ναυτίλο του πλοιάρχου Νέμο πρώτα από όλα, αλλά και το υποβρύχιο Τούγκ του πειρατή Κερ Καράτζ στο μυθιστόρημα Μπροστά στη σημαία (1894), το ελικόπτερο Άλμπατρος του Ροβήρου του κατακτητή στο ομώνυμο μυθιστόρημα (1885), το αυτοκίνητο- υποβρύχιο-αεροπλάνο Τρόμος, με το οποίο ο τρελαμένος Ροβήρος επανέρχεται στον Κυρίαρχο του κόσμου (1902), τον ατμοκίνητο σιδερένιο ελέφαντα με τον οποίο ο συνταγματάρχης Μούνρο και οι φίλοι του ταξιδεύουν στην Ινδία στο Ατμοκίνητο σπίτι (1879), το μηχανοκίνητο Ελικοφόρο νησί (1893) κλπ.

Στα αντίστοιχα μυθιστορήματα, ο Βερν παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο μερικές από τις σημαντικότερες τεχνολογικές διαμάχες της εποχής: τη διαμάχη που αφορούσε την κατάκτηση του διαστήματος, ανάμεσα στους οπαδούς του βλήματος και σε αυτούς του πυραύλου, και τη διαμάχη σχετικά με την κατάκτηση του αέρα, ανάμεσα στους οπαδούς του ελαφρότερου από τον αέρα μέσου (αερόστατο, αερόπλοιο) και του βαρύτερου από τον αέρα (αεροπλάνο, ελικόπτερο). Στα περισσότερα έργα του, ο Βερν χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό (τη θαυματουργή «νεράιδα» του 19ου αιώνα) σε μεγάλη κλίμακα, είτε για την κίνηση των οχημάτων (Ναυτίλος, Αλμπατρος), είτε για τον ηλεκτροφωτισμό των πόλεων (της Φρανσβίλ στο έργο Τα 500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ (1878) ή των δυο πλωτών πόλεων στο Ελικοφόρο νησί). Εμφανίζεται έτσι στην αιχμή της τεχνολογικής προόδου. Ωστόσο, οι μόνες πηγές ηλεκτρικού ρεύματος που περιγράφει είναι οι ηλεκτρικές μπαταρίες, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι και οι ισχυρότερες μπαταρίες που μπορούμε να φανταστούμε αδυνατούν να κρατήσουν στον αέρα ένα ελικόπτερο σαν το Άλμπατρος. Χωρίς άλλες λεπτομέρειες προτείνει μπαταρίες ικανές να απορροφούν ενέργεια από το θάλασσα για το Ναυτίλο ή από τον αέρα για το Άλμπατρος...

Περισσότερο όμως κι από την τεχνολογία της εποχής του, το αληθινό πάθος του Βερν είναι η γεωγραφία και τα ταξίδια. Ο ίδιος έχει κάποιες ταξιδιωτικές εμπειρίες: το 1859 επισκέφθηκε την Αγγλία και τη Σκωτία, το 1861 τη Δανία και τη Νορβηγία, το 1867 τη Νέα Υόρκη και τους καταρράκτες του Νιαγάρα, έχοντας διασχίσει τον Ατλαντικό με το ατμόπλοιο Μεγάλος Ανατολικός (τις εντυπώσεις από το ταξίδι αυτό τις χρησιμοποίησε στο έργο του Η Πλωτή πολιτεία(1869)). Με το σκάφος του Άγιος Μιχαήλ ΙΙΙ, πραγματικό καράβι μήκους 33 μέτρων και με πλήρωμα 10 αντρών, έκανε τέσσερεις κρουαζιέρες στη Μεσόγειο, τη Βόρεια θάλασσα και τη Βαλτική. Αλλά τα περισσότερα ταξίδια του τα πραγματοποίησε πάνω στους χάρτες και με τη βοήθεια γεωγραφικών συγγραμμάτων. Όπως εξηγεί στην αλληλογραφία με φίλους και θαυμαστές του, κύριος στόχος του είναι η διδασκαλία της γεωγραφίας, η περιγραφή της Γης. «Για κάθε χώρα, χρειάστηκε να επινοήσω ένα καινούριο μύθο, οι χαρακτήρες είναι δευτερεύοντες... Στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο, ήθελα να περιγράψω την Αφρική. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να μεταφέρω τους ταξιδιώτες μου στην Αφρική παρά με το αερόστατο, κι έτσι το εισήγαγα στην ιστορία.»

Τα μυθιστορήματα του Βερν διακρίνονται από τη μεθοδικά στημένη πλοκή και από τις απρόσμενες ανατροπές καταστάσεων, κάτι στο οποίο τον βοήθησε η σύντομη θητεία του σα συγγραφέας θεατρικών έργων. Άλλωστε, τα περισσότερα χρήματά του τα κέρδισε όχι από τα βιβλία του, αλλά από τη θεατρική προσαρμογή κάποιων από αυτά και κύρια του Γύρου του κόσμου σε 80 μέρες (1874) και του Μιχαήλ Στρογγώφ (1880), που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Οι ήρωες των έργων του, κύρια Άγγλοι ή Αμερικανοί, είναι εντελώς προβλέψιμοι, ολοκληρωτικά αφιερωμένοι στην επιτυχία των στόχων τους και δε χαρακτηρίζονται από εσωτερικές αντιφάσεις. Ο κυριότερος, ίσως, εκπρόσωπός τους, είναι ο αμερικανός μηχανικός Κύρος Σμιθ. Στο Μυστηριώδες νησί (1873), ο Σμιθ καταφέρνει να δραπετεύσει (με αερόστατο!) με τέσσερις συντρόφους του από τη φυλακή των Νοτίων στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου. Ναυαγούν σε ένα έρημο νησί του Ειρηνικού, αλλά αντίθετα με το Ροβινσώνα Κρούσο (που κατάφερε να ανακτήσει πάμπολλα αντικείμενα από το ναυαγισμένο πλοίο του), δεν έχουν στη διάθεσή τους το παραμικρό εργαλείο. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τις γνώσεις και την εξυπνάδα τους καταφέρνουν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να στήσουν μια πραγματική μικρή αποικία, περνώντας μέσα σε μερικά χρόνια από όλα τα στάδια του πολιτισμού.

Προς το τέλος του έργου, κάποια μυστηριώδη γεγονότα που τους συνέβαιναν αυτό το διάστημα εξηγούνται όταν ανακαλύπτουν ότι το νησί τους είχε ένα πολύ παλιότερο κάτοικο: τον πλοίαρχο Νέμο, που τον βρίσκουν μόνο και ετοιμοθάνατο στο μισοκατεστραμμένο Ναυτίλο και που όλος ο κόσμος τον θεωρούσε νεκρό, έπειτα από τον βομβαρδισμό του μυστικού κρησφύγετού του από το αγγλικό ναυτικό, κάπου είκοσι χρόνια πριν. Εκεί ο αναγνώστης μαθαίνει για πρώτη φορά την ταυτότητα του ινδού πρίγκηπα Νέμο και την αιτία του μίσους για του Άγγλους αποικιοκράτες, που είχαν εξοντώσει ολόκληρη την οικογένειά του (ο Βερν δεν αναφέρει τίποτα σχετικό στο 20.000 λεύγες κάτω από τις θάλασσες). Η στιγμή της συνάντησης του Σμιθ, του μηχανικού που με τις εφευρέσεις και τις ικανότητές του επέτρεψε στους συντρόφους του να ζήσουν, και του Νέμο, του επαναστάτη που με την εφεύρεσή του σκορπούσε το θάνατο, αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές στο έργο του Βερν. Διφορούμενος όσο και τραγικός ήρωας, ο Νέμο αναρωτιέται αν έκανε καλά η όχι. Κι ο Βερν αποφεύγει να πάρει θέση, απαντώντας με το στόμα του Σμιθ: «Καπετάνιε, τα λάθη σας είναι από αυτά που άλλοι θαυμάζουν και άλλοι επικρίνουν, αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα δικάσει και η ανθρώπινη λογική πρέπει να συγχωρέσει... Η Ιστορία αγαπά την ηρωική τρέλα, ακόμη κι όταν καταδικάζει τα αποτελέσματά της». Κατά περίεργο τρόπο, ο πιστός καθολικός Βερν είχε βάλει σαν τελευταία λέξη στο στόμα του Νέμο τη λέξη «Ανεξαρτησία!», αλλά ο Ετζέλ, αν και άθεος, τον υποχρέωσε να το αλλάξει σε «Θεός και πατρίδα!» για εμπορικούς λόγους...

Η επίδραση του έργου του Βερν υπήρξε τεράστια. Οι «πατέρες» της αστροναυτικής, ο Ρώσος Κονσταντίν Τσιολκοφσκι και ο Γερμανός Χέρμαν Ομπερθ, ο κατακτητής του Νότιου Πόλου αμερικανός πλοίαρχος Τζεημς Μπερντ, ο γάλλος πλοίαρχος Ζακ Υβ Κουστώ, εξερευνητής των ωκεανών, ο σοβιετικός κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα, και πολλοί άλλοι, αναγνώρισαν τη σημασία των βιβλίων και των ιδεών του Βερν στα δικά τους επιτεύγματα. Τα βιβλία του μεταφράζονται συνεχώς και είναι σήμερα ο πιο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας στον κόσμο, μετά τη βρετανίδα Αγκάθα Κρίστι. Ωστόσο ο Βερν δεν αντιμετώπιζε με απλοϊκή αφέλεια την τεχνολογική πρόοδο. Είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονεί για την κοινωνία. Στο διήγημα του Το Παρίσι στον 20ο αιώνα, που γράφτηκε όταν ήταν 22 χρόνων και εκδόθηκε ενενήντα χρόνια μετά το θάνατο του (αφού ο Ετζέλ το είχε απορρίψει) περιγράφει το Παρίσι του 1960 σαν μια πόλη όπου κυριαρχεί η μόλυνση και το κυνήγι του κέρδους, όπου η οικονομία και το εμπόριο επικρατούν σε βάρος των κλασικών σπουδών, των γραμμάτων και της μουσικής, όπου τα αγγλικά έχουν επικρατήσει σε βάρος των γαλλικών. Ανίκανος να επιβιώσει με τη μουσική του, ο ήρωάς του καταφεύγει στο νεκροταφείο του Περ Λασαίζ και λιποθυμάει πάνω σε ένα τάφο, αφού καταραστεί την απάνθρωπη πόλη.

Τι μένει από το έργο του Βερν σήμερα, που χιλιάδες αεροπλάνα πολύ μεγαλύτερα και γρηγορότερα από αυτά που φαντάστηκε διασχίζουν καθημερινά τον αέρα, που πυρηνοκίνητα υποβρύχια ικανά να καταστρέψουν ολόκληρες χώρες κρύβονται για μήνες στα βάθη των ωκεανών χωρίς να χρειάζεται να αναδυθούν, που εικόνες και πληροφορίες από οποιοδήποτε σημείο της Γης μεταφέρονται αστραπιαία σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ο άνθρωπος περπάτησε στο φεγγάρι και οι διαστημοσυσκευές του εξερευνούν συστηματικά τα πέρατα του ηλιακού συστήματος; Μένει αυτή η προαιώνια λαχτάρα του ανθρώπου να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο που τον περιβάλλει, και η πίστη ότι μπορεί να τον αλλάξει στηριγμένος στις δυνάμεις του, στη συσσωρευμένη ανθρώπινη γνώση. Το πρώτο αντιστοιχεί στο αριστοτελικό «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» (όλοι οι άνθρωποι, από τη φύση τους, θέλουν να μαθαίνουν). Το δεύτερο είναι απλά το προμηθεϊκό όραμα, η βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δεν είναι καταδικασμένος να υφίσταται για πάντα τη σκληρή, μονότονη πραγματικότητα, αλλά μπορεί να την ανατρέψει, περνώντας έτσι σε ένα ανώτερο στάδιο της εξέλιξής του. «Δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια, υπάρχει μόνο η ανθρώπινη θέληση, περισσότερο ή λιγότερο δυνατή» έλεγε ο Βερν μέ το στόμα του πλοιάρχου Χατεράς.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βόλου Θεσσαλία στις 27 Ιουλίου 2014

Πηγή: artinews.gr



Νίκος Πράντζος: Σχετικά με τον Συντάκτη




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

«Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα»

Νίκος Πράντζος


Η «ΠΟΡΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ» ΚΑΙ ΤΟ «ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ»


Η ιστορία, λένε, επαναλαμβάνεται είτε σαν τραγωδία είτε σαν φάρσα. Δεν ξέρω τι από τα δυο συμβαίνει σήμερα, αλλά το σίγουρο είναι ότι παρόμοιες καταστάσεις με τη σημερινή οικονομική και, κυρίως, κοινωνική κρίση, έζησε η χώρα μας και στο παρελθόν. Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς τη στάση των πνευματικών ανθρώπων του τότε απέναντι στα φαινόμενα αποσύνθεσης της χώρας και να βγάλει, ίσως, μερικά διδάγματα για το σήμερα.

Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, το διεθνές εμπόριο και οι αγορές συναλλάγματος και κεφαλαίων γνώρισαν μια πρωτοφανή ανάπτυξη. Τις συνθήκες αυτές εκμεταλλεύτηκε ο πρώτος πραγματικός εκσυγχρονιστής της Ελλάδας, ο Χαρίλαος Τρικούπης, για να προωθήσει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις (στις υποδομές, τους σιδηρόδρομους κλπ.) που άλλαξαν το πρόσωπο της χώρας και που στηρίχτηκαν κυρίως στον εξωτερικό δανεισμό. Ακολούθησε μια δεκαετής περίοδος σχετικής ευμάρειας, που όμως ακουμπούσε σε σαθρές βάσεις. Παράλληλα, ένα κλίμα κομματικής ρουσφετοκρατίας – με αθρόους διορισμούς στο δημόσιο από την κυβέρνηση του αντιπάλου του Τρικούπη, Θ. Δηλιγιάννη - και πατριωτικής πλειοδοσίας οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των κρατικών δαπανών (στρατιωτικές προμήθειες, μισθοί, συντάξεις).

Σύντομα το υπερχρεωμένο ελληνικό κράτος αναγκαζόταν να συνάπτει καινούρια δάνεια για να πληρώνει τους τόκους των παλιών. Η κατάληξη της ιστορίας ήταν προδιαγραμμένη: όταν ήρθε η ύφεση στην Ευρώπη, η κάνουλα των δανείων στέρεψε και η κυβέρνηση του Τρικούπη αναγκάστηκε να κηρύξει πτώχευση το 1893. Ο Τρικούπης δεν βγήκε καν βουλευτής στις εκλογές του 1895 και πέθανε ένα χρόνο μετά. Πέρα από την κοινωνική δυσαρέσκεια, έχασε γιατί είχε απέναντι του αδίστακτους αντιπάλους: το Παλάτι, που αναμειγνυόταν προκλητικά στην πολιτική (παίζοντας ύπουλο ρόλο στη χρεωκοπία του 1893) και την αντιπολίτευση που δεν δίστασε να παίξει το χαρτί της πατριδοκαπηλίας, αφιονίζοντας τα πλήθη με τη «Μεγάλη Ιδέα». Πρόκειται για το αλυτρωτικό όραμα της προσάρτησης εδαφών με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία.

Οι άσχημες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του τέλους του 19ου αιώνα αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ενός επικίνδυνου σωβινισμού σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης. Κάτω από την πίεση των δημαγωγών της «Εθνικής Εταιρείας» (μιας μυστικής οργάνωσης που στόχευε στην απελευθέρωση των «αλύτρωτων αδελφών μας») η κυβέρνηση του Θ. Δηλιγιάννη σύρθηκε σε πόλεμο το 1897 με την Τουρκία. Χωρίς την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων, η χρεωκοπημένη οικονομικά Ελλάδα οδηγήθηκε σε ταπεινωτική ήττα, αφού έπειτα από δέκα μόλις μέρες μαχών ο τουρκικός στρατός ανακατέλαβε σημαντικές πόλεις της Θεσσαλίας (που είχε προσαρτηθεί στην Ελλάδα το 1881). Οι οικονομικοί όροι της συνθήκης ειρήνης ήταν δυσβάσταχτοι για τη χώρα μας, που έπρεπε να πληρώσει το τεράστιο ποσό των 4 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Αναγκαστικά στράφηκε και πάλι σε δάνειο από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που της επέβαλαν τον ταπεινωτικό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, με τον οποίο εισέπρατταν απευθείας το μεγαλύτερο μέρος από τα έσοδα του Δημοσίου: τις εισπράξεις από τα μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, τσιγαρόχαρτου, τον φόρο κατανάλωσης καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και τους δασμούς του τελωνείου Πειραιώς. Σε συνθήκες προϊούσας εξαθλίωσης, ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού αναγκάστηκε να μεταναστεύσει, κυρίως στην Αμερική.

Στην αυγή του 20ου αιώνα η Ελλάδα ήταν μια χώρα χρεωκοπημένη, ταπεινωμένη, ρημαγμένη οικονομικά και κοινωνικά. Μετά βίας στεκόταν στα πόδια της χάρη στη «βοήθεια» (με το αζημίωτο φυσικά) των ξένων, στους οποίους είχε ουσιαστικά εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία. Ένα διεφθαρμένο Παλάτι, ανίκανοι και φαύλοι πολιτικοί ηγέτες κι ένας εκμαυλισμένος λαός - που πολιτικάντηδες δημαγωγοί τον έσερναν από τη μύτη σε σωβινιστικά παιχνίδια - έφτιαχναν ένα ζοφερό σκηνικό. Η απόγνωση πολλών – και όχι μόνο διανοούμενων – για την κατάντια της χώρας αποδίδεται με δραματική ένταση από το μεγάλο μας ποιητή Κωστή Παλαμά το 1908 στο ποίημα του «Γύριζε» (δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Η Πολιτεία και η Μοναξιά» το 1912):

«Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,

ο ψεύτης είδωλο ειν᾿ εδώ, τό προσκυνά η πλεμπάγια,

η Αλήθεια τόπο νά σταθή μιά σπιθαμή δέ θάβρη.

Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει

το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·

κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,

στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους

κι απὸ τοὺς χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.

Χαρά στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς αρλεκίνους!

Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Δὲν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Όσσα,

ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,

κούφιοι καὶ οκνοὶ καταφρονούν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,

τών Ευρωπαίων περίγελα καὶ των αρχαίων παλιάτσοι.

Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,

καὶ Μαμμωνάδες βάρβαροι, καὶ χαύνοι λεβαντίνοι.

λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οι σκύλοι

κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, καὶ πόρνη η Ρωμιοσύνη!»

Χρησιμοποιώντας σα μαστίγιο τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, ο Παλαμάς εξαπολύει με στίχους απίστευτης βιαιότητας ένα αμείλικτο κατηγορώ ενάντια σ’ όλους όσους συντέλεσαν στο κατάντημα της χώρας. Το ανελέητο σφυροκόπημα του στοχεύει και τον λαό («σκλάβος», «ραγιάδες», «περίγελα», «παλιάτσοι», που «προσκυνούν σαν είδωλα τους ψεύτες») και τους ανάξιους ηγέτες του: «η Πολιτεία λωλάθηκε», «ντερβίσηδες και μανταρίνοι» που «πατούν την Πολιτεία», «λύκοι οι πιστικοί» που έπρεπε να φυλάγουν τη χώρα (ομολογώ ότι δεν καταλαβαίνω το «χαλκοπράσινους», μου φαίνεται σατανική η σύμπτωση με σύγχρονες καταστάσεις). Τα βέλη του φαίνεται να χτυπάνε και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής («η Αλήθεια τόπο να σταθεί δε θα ‘βρει») όπου η κατάσταση δεν θα ήταν πολύ καλύτερη από τη σημερινή. Άλλη μια συγκλονιστική ομοιότητα ανάμεσα στο τότε (με το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο) και το τώρα (με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) αποτελούν οι «ραγιάδες, σκυφτοί για το χαράτσι», που δέχτηκαν να σκύβουν και να δουλεύουν με άθλιους όρους για να ξεπληρώσουν τους δανειστές που άλλοι τους φόρτωσαν στην πλάτη.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Παλαμάς στο ρόλο των δημαγωγών, στοχεύοντας τον μεγαλύτερο λαϊκιστή της εποχής του, τον Θ. Δηλιγιάννη, μέσα από το πρόσωπο του Κλέωνα, του αρχιδημαγωγού που σατιρίζει ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς» και που κυβέρνησε την αρχαία Αθήνα στον Πελοπονησιακό πόλεμο. Η κορύφωση όμως του ποιήματος βρίσκεται στο τέλος, όπου ο Παλαμάς κατορθώνει να περιγράψει με απίστευτα οικονομικό τρόπο, μέσα σε δυο μόνο λέξεις, τη συνολική κατάσταση της χώρας και του λαού της: «πόρνη Ρωμιοσύνη».

Δυο χρόνια μετά, στα 1910, ο Παλαμάς δημοσιεύει την περίφημη ποιητική του συλλογή «Η φλογέρα του βασιλιά» που είχε αρχίσει να τη δουλεύει πολύ καιρό πριν, λίγο μετά τα γεγονότα του 1897. Στο πρώτο μέρος του έργου, που τοποθετείται στην υστεροβυζαντινή εποχή, αναφέρεται και πάλι στην αποσύνθεση της χώρας, αν και με στίχους λιγότερο βίαιους από πριν:

«Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα.

Στην εκκλησία, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ' αργαστήρι

παντού, στο κάστρο, στην καρδιά, τ' αποκαΐδια, οι στάχτες.

Πάει κι ο ψωμάς, πάει κι ο χαλκιάς, πάει κ' η γυναίκα, πάνε

τα παλικάρια, οι λειτουργοί, και του ρυθμού οι τεχνίτες,

του Λόγου και οι προφήτες.

Τα χέρια είναι παράλυτα, και τα σφυριά σπασμένα

και δε σφυροκοπά κανείς τ' άρματα και τ' αλέτρια

κι' η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείσει

δεν βρίσκει την πυρά ζεστή ψωμί για να το κάνει.

Κι' από κατάκρυα χόβολη μεστή η γωνιά, κι' ακόμα

κι απ’ τη γωνία του σπιτιού, πιο κρύα η καρδιά είναι.

Kακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα... κρίμα!

Σκοτεινό ερείπιο κι' η εκκλησιά και δίχως πολεμίστρες

το κάστρο, και χορτάριασε κι' έγινε βοσκοτόπι.

Κι' ο μέγας Έρωτας μακριά, και είν' άβουλος ο άντρας

κι' άπραχτος, και στο πλάι του χαμοσυρτή η γυναίκα,

κυρά τους έχουν την σκλαβιά και δούλο τους το ψέμα.

Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα.»

Δύσκολο να αποδώσει κανείς με δυνατότερες εικόνες και σε τόσο λίγες γραμμές την εικόνα του ξεπεσμού και της αποσύνθεσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Ο καταιγιστικός βομβαρδισμός των στίχων με το συνδετικό «και» καθιστά την απαγγελία τους πυρετική, σχεδόν παραληρηματική. Όμως, πιο πολύ κι από την υλική και οικονομική καταστροφή, είναι ξεκάθαρο για τον Παλαμά ότι η βασική αιτία βρίσκεται στην ηθική σήψη, την κατάπτωση των ατόμων, που επιφέρει και την παρακμή συνολικά της κοινωνίας: «Κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου. Κρίμα... κρίμα!». Κι είναι αυτή η κατάντια που κρατάει μακριά τον «μέγα Έρωτα» της δημιουργίας, που κάνει άντρες και γυναίκες να χαμοσέρνονται σκλαβωμένοι στα πάθη τους και βουτηγμένοι στην ψευτιά.

Ποιά ελπίδα και ποιές προοπτικές να έχει μια χώρα, όταν όλες οι «φωτιές» μες στις οποίες θα μπορούσαν να σφυρηλατηθούν τα εργαλεία της προόδου έχουν σβήσει; Αυτός ακριβώς ο στίχος του Παλαμά («Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα») σκιαγραφεί με μοναδικό τρόπο το κύριο, πιστεύω, πρόβλημα της χώρας μας σήμερα: την απουσία προοπτικής, την έλλειψη δημιουργικής πνοής για το αύριο, που θα μπορούσε να κρατήσει ζεστή την ελπίδα στην καρδιά του κόσμου. Το μοναδικό κίνητρο που του δίνεται για να αντέξει τις θυσίες που του επιβλήθηκαν ερήμην του είναι «κουράγιο, σε τρία τέρμινα, όσοι από μας επιζήσουν, θα μπορούμε να δανειζόμαστε από τις αγορές σχεδόν όπως και πριν». Ωραία παρηγοριά στον άρρωστο και μεγάλο «κατόρθωμα», όπως τουλάχιστον μας το παρουσιάζουν οι ηγέτες μας και τα «παπαγαλάκια» τους. Κανένα όμως αναπτυξιακό όραμα δεν φαίνεται στον ορίζοντα για να απαλύνει έστω και λίγο το βαρύ κλίμα που έχει δημιουργηθεί από τις περικοπές μισθών, τα φοροεισπρακτικά μέτρα, τις απολύσεις και την ανεργία. Στο μεταξύ, ο κυριότερος παράγοντας ανάπτυξης μιας χώρας με το δικό μας επίπεδο, η «γκρίζα ουσία» της (το επιστημονικό της δυναμικό) βρίσκεται παραμελημένο, τα δε Πανεπιστήμια και τεχνολογικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν ένα αβέβαιο αύριο. Η νεολαία, που ενσαρκώνει την ελπίδα για το μέλλον, αντικρύζει τον ορίζοντα της κλειστό, καθώς έπειτα από χρόνια σχιζοφρενικής εκπαίδευσης (και μηδαμινής παιδείας), βλέπει να της προσφέρονται εργασιακές συνθήκες παρόμοιες μ’ αυτές του 19ου αιώνα.

Πηνελόπη Δέλτα: Παραμύθι χωρίς όνομα


Σβησμένες όλες οι φωτιές... Την ίδια ακριβώς χρονιά με τη «Φλογέρα του βασιλιά», στα 1910, δημοσιεύεται το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, ένα από τα αγαπημένα διηγήματα των παιδικών μου χρόνων. Όπως ο Παλαμάς, και η Π. Δέλτα έχει απόλυτη επίγνωση της τραγικής κατάστασης του Ελληνισμού και προσπαθεί να ξυπνήσει το κοινό της μέσα από ένα από τα ωραιότερα και διδακτικότερα παραμύθια που διάβασα ποτέ μου. Η ανικανότητα του βασιλιά Αστόχαστου τον έχει κάνει έρμαιο μιας κλίκας παλατιανών και έχει οδηγήσει τη χώρα των Μοιρολατρών στην καταστροφή και την ερήμωση. Όταν τα πράγματα σφίγγουν, όταν όλοι οι βασιλικοί θησαυροί έχουν ξεπουληθεί ή κλαπεί από τους αυλικούς και το Παλάτι κινδυνεύει να μείνει χωρίς τροφή, το Βασιλόπουλο αναγκάζεται να βγει στη χώρα και να διαπιστώσει με τα μάτια του την έκταση της καταστροφής: ερημωμένα χωράφια, ανεργία για τους πολλούς, μετανάστευση για αρκετούς, φόβος για τους κλέφτες που λυμαίνονται τη χώρα. Οι λίγοι ικανοί και αυτοαπασχολούμενοι που επιβιώνουν ακόμη κουτσά-στραβά, φοβούνται και να μιλήσουν για μη βρουν τον μπελά τους από τους διεφθαρμένους δικαστές και αξιωματούχους του Παλατιού. Αλλά, λίγο-λίγο, το Βασιλόπουλο καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους κι αρχίζει να λύνεται η γλώσσα τους: «-Για τον στρατηγό Μασκαρόπουλο ρωτάς; Έκανε εκείνο που κάνουν όλοι στο παλάτι. Είχε στα χέρια του στις αποθήκες του στρατού και τις άδειασε. Σαν πούλησε τα όπλα, τις σκηνές και τις φορεσιές, έκανε περιουσία κι έφυγε στα ξένα, χωρίς καν να το νοιώσει ο Αφέντης. Και οι πέτρες τα ξέρουν αυτά που σου λέω. - Τι να σου κάνει κι ο Βασιλιάς, είπε το Βασιλόπουλο, σαν δεν έχει παρά κλέφτες και κατεργάρηδες γύρω του; - Ας φρόντιζε να γνωρίσει τους υπαλλήλους του πριν τους εμπιστευθεί τα συμφέροντα του κράτους, είπε με θυμό ο πρωτομάστορας. Και σαν έβγαιναν μπερμπάντηδες, ας τους τιμωρούσε. Μα πότε νοιάστηκε; Έπειτα, μας τρώγει κι εμάς η πονοψυχιά. Πως να τιμωρήσεις κλέφτη ή προδότη ή όποιον άλλο ασυνείδητο ; «Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο» σου λένε, «γιατί να καταστραφεί; Τόσοι άλλοι κάνουν χειρότερα!». Και πάει λέγοντας... Και μόνο οι τίμιοι δεν βρίσκουν εδώ ψωμί.»

Φαίνεται ξεκάθαρα από το παραμύθι (που μόνο παραμύθι δεν είναι) πως η λεηλασία του κράτους από τους αξιωματούχους του δεν είναι καινούριο φαινόμενο. «Κάθε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα η καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική», διαβάζουμε σε βιβλία και ταινίες. Πραγματικά, τι σχέση να έχει με το στρατηγό Μασκαρόπουλο εκείνος ο πρώην υπουργός της Άμυνας που βρέθηκε πρόσφατα με ακριβό σπίτι σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας; Απλή σύμπτωση (και όχι μόνο ως προς την κατάληξη του ονόματος)… Τουλάχιστον ο Μασκαρόπουλος του παραμυθιού το’ σκασε στα ξένα, συναισθανόμενος ότι δεν τον παίρνει να παραμείνει στη χώρα του έπειτα απ’ όσα έκανε. Ενώ στη σημερινή εποχή, «η θρασύτητα του κομματικού αμοραλισμού δεν έχει όρια, είναι αχαλίνωτη», όπως παρατηρεί σε άρθρο του στην Καθημερινή της 17-10-2010 ο κ. Χ. Γιανναράς: το αποδείχνει η φράση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, η «ερμηνεία» του για την οικονομική χρεοκοπία της χώρας: «Που πήγαν τα λεφτά; Μα, τα φάγαμε όλοι μαζί (κυβερνώντες και κυβερνώμενοι), σας διορίζαμε για χρόνια»!

Ποιος σουρεαλιστής ποιητής και ποιος λογοτέχνης να φανταστεί τέτοια παχυδερμία, ακόμη και στους χειρότερους εφιάλτες του; Καθώς ο γειτονικός βασιλιάς ετοιμάζεται να επιτεθεί, το Βασιλόπουλο συνειδητοποιεί με απόγνωση ότι η χώρα του βρίσκεται σε κατάρρευση κι ότι ο στρατός της έχει λιποτακτήσει: «-Ο Βασιλιάς επλήρωνε στρατό, είπε με πίκρα, και οι στρατιώτες γίνονταν μάγειροι ή κλέφτες και φονιάδες. Και τα φλουριά πήγαιναν στην τσέπη των κατεργάρηδων, και οι αρχιστράτηγοι πουλούσαν τα όπλα, και οι στόλαρχοι ρήμαζαν το ναύσταθμο και έσπαγαν τα καράβια για να κλέψουν λίγο σίδερο...’Αραγε, αξίζει να εργαστώ για τέτοιους ανθρώπους, να πονώ για τέτοιο τόπο ; » Εδώ η Π. Δέλτα βάζει στο στόμα του Βασιλόπουλου το κεντρικό ερώτημα, το μοναδικό που πρέπει να ρωτήσει κανείς όταν το μαχαίρι φτάσει στο κόκαλο, όταν είναι προφανές ότι ερωτήματα όπως «ποιος φταίει;» και «πού πήγαν τα λεφτά;» δεν πρόκειται να απαντηθούν ποτέ ικανοποιητικά. Και δίνει τη μοναδική απάντηση που επιβάλλεται σ’ αυτή την περίπτωση, με το στόμα της αγαπημένης φίλης του Βασιλόπουλου: «--- Ναι», απάντησε η Γνώση, «Περιφρονείς αυτούς τους ανθρώπους, που είναι λαός σου, γιατί είναι κλέφτες ή δειλοί, ή γιατί δεν έχουν τη δύναμη να παλέψουν ενάντια στη δυστυχία και τη γενική αποχαύνωση. Θέλεις λοιπόν και συ να γίνεις ένα μαζί τους, να παρατήσεις την πάλη από τις πρώτες δυσκολίες, ν’ αφήσεις τη θέση σου και να δειλιάσεις μπροστά στον κόπο και την ευθύνη; Ο λαός σου είναι σαν όλους τους λαούς, ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος. Μα έχει ανάγκη από βοήθεια και διοίκηση… Στη θέση όπου μας έβαλε η μοίρα, εκεί πρέπει να μείνουμε. Και σένα, σ’ έβαλε η μοίρα αρχηγό. Μόνο αν κάνεις το καθήκον σου, θα γίνεις ανώτερος από εκείνους που περιφρονείς».

Όπως όλα τα παραμύθια, το «Παραμύθι χωρίς όνομα» έχει αίσιο τέλος και συνιστώ ανεπιφύλακτα το διάβασμά του. Μπορεί να μην πιστεύουμε σήμερα σε παραμύθια, βασιλόπουλα και δράκους, όμως σε κάτι πρέπει να πιστεύουμε αν θέλουμε να φτιάξουμε τη ζωή μας σαν λαός. Το να κάνει ο καθένας το καθήκον του (και τη δουλειά του σωστά) είναι το πρώτο βήμα, αλλά δεν φτάνει. Θα χρειαστεί να ξαναανακαλύψουμε το «εμείς», την ομορφιά της συλλογικότητας. Δεν θα’ ναι εύκολο, γιατί χρόνια πλύσης εγκεφάλου (για το ποιοι είναι «επιτυχημένοι») καθώς και οι αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες, έχουν ευνουχίσει σε μεγάλο βαθμό τη συλλογικότητα μέσα μας και φουντώσει τον ατομικισμό. Είναι όμως η μόνη μας ελπίδα αν θέλουμε να πάψουν κάποτε να είναι «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη Χώρα».

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βόλου ΘΕΣΣΑΛΙΑ στις 23.10.2010

**Ο Νίκος Πράντζος είναι αστροφυσικός, κάτοχος Doctorat d' Etat στην πυρηνική αστροφυσική του Πανεπιστημίου Paris 7. Είναι διευθυντής έρευνας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας(CNRS), και στέλεχος στο Ινστιτούτο Αστροφυσικής του Παρισιού. Διδάσκει στο μεταπτυχιακό Τμήμα Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Paris 6. Για την ερευνητική του δραστηριότητα του απονεμήθηκε το βραβείο της γαλλικής Αστρονομικής Ένωσης το 1994. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία εκλαΐκευσης της αστρονομίας στα γαλλικά, που έχουν μεταφραστεί αγγλικά, στα κινεζικά, στα πορτογαλικά, στα τουρκικά και στα κροατικά. Η γαλλική έκδοση του βιβλίου "Η περιπέτεια του μέλλοντος" τιμήθηκε με το βραβείο "Jean Rostand" το 1999.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Λίγα λουλούδια για τον Άλγκερνον

Νίκος Πράντζος


Το περασμένο καλοκαίρι, ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του πατρικού μου σπιτιού στο Βόλο, έπεσα πάνω σ’ ένα διήγημα που είχα πρωτοδιαβάσει κάπου τριάντα χρόνια πριν. Το είχα τότε κατατάξει στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ξαναδιαβάζοντάς το όμως, συνειδητοποίησα ότι το βιβλίο έχει προεκτάσεις που ξεπερνούν τα όρια αυτού του χώρου καθώς και τις προθέσεις του συγγραφέα του: οι καταστάσεις που περιγράφει, όχι μόνο δεν είναι σήμερα φανταστικές, αλλά αποτελούν καθημερινή (και επώδυνη) πραγματικότητα για πολύ κόσμο. Γραμμένο από τον Ντάνιελ Κέηζ το 1966, το Λουλούδια για τον Άλγκερνον παρουσιάζει την ιστορία του Τσάρλυ Γκόρντον, ενός τριαντάρη με χαμηλότατη νοημοσύνη, που δουλεύει βοηθός σε αρτοπωλείο και παρακολουθεί μαθήματα σε ένα κολλέγιο για καθυστερημένους ενήλικες.

Με παρότρυνση της συνομήλικης καθηγήτριάς του Αλις, ο Τσάρλυ συμμετέχει εθελοντικά σε ένα πρωτοποριακό πείραμα αύξησης της νοημοσύνης. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, το διήγημα είναι το ημερολόγιο που κρατά ο Τσάρλυ για να περιγράφει την εξέλιξη του πειράματος. Οι πρώτες σελίδες είναι ένα χάος ασυνταξίας και ανορθογραφίας, απεικόνιση του μορφωτικού επιπέδου του πρωταγωνιστή.

Στο πανεπιστημιακό εργαστήριο ο Τσάρλυ γνωρίζει τον Άλγκερνον, το ποντικάκι-πειραματόζωο που υποβλήθηκε ήδη στο πείραμα και παρουσίασε μια εκπληκτική αύξηση της νοημοσύνης του. Από τη σταδιακή βελτίωση του κειμένου γίνεται φανερό πως το πείραμα πέτυχε και στην περίπτωση του Τσάρλυ. Η αντίληψη του αναπτύσσεται ραγδαία, διαβάζει με μια ματιά ολόκληρη σελίδα, μαθαίνει μια ντουζίνα ξένες γλώσσες, γράφει κονσέρτα για πιάνο και αποδεικνύει στους υπεύθυνους του εργαστηρίου πως η βασική υπόθεση του πειράματος τους είναι λαθεμένη.

Τα κείμενά του είναι πια άψογα και χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη κομψότητα και επιτήδευση. Ο Τσάρλυ ανακαλύπτει τα καλά της φυσιολογικής ζωής, στα οποία περιλαμβάνεται η κοινωνική αναγνώριση, καθώς και η συναισθηματική σχέση του με την Άλις. Ανακαλύπτει όμως και τα άσχημα, καθώς αντιλαμβάνεται ότι οι παλιοί «φίλοι» του στην πραγματικότητα διασκέδαζαν με τη χαζομάρα του και τώρα ενοχλούνται από την ευφυία του. Και ενώ η επιτυχία του πειράματος φαίνεται εξασφαλισμένη, ο Άλγκερνον παρουσιάζει σημάδια ανησυχίας, αρνείται να φάει και να συμμετάσχει στα εκπαιδευτικά παιχνίδια, οι ικανότητές του εξασθενούν, κι ένα πρωΐ τον βρίσκουν νεκρό στο κλουβί του. Η νεκροψία δείχνει ότι η ενίσχυση των νευρώνων του εγκεφάλου του ήταν προσωρινή, και οι επιστήμονες φοβούνται πως παρόμοια κατάληξη θα έχει και ο Τσάρλυ.

Επιστρατεύοντας τις (σχεδόν υπερφυσικές) διανοητικές του ικανότητες, ο Τσάρλυ ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τρόπο για να σταματήσει την επερχόμενη καταστροφή. Όταν καταλαβαίνει ότι η προσπάθεια του είναι μάταιη, απομακρύνει την Άλις και πέφτει σε κατάθλιψη. Τα κείμενά του καθρεφτίζουν τη βασανιστική κάθοδο του στα σκοτάδια της πνευματικής καθυστέρησης. Η απόγνωσή του, καθώς βλέπει τους ορίζοντες που είχαν ανοίξει γύρω του να ξανακλείνουν αμετάκλητα, φέρνει στο νου τον στίχο του A. E. Housman: «Τι μπορώ να κάνω ή να γράψω για να εμποδίσω το πέσιμο της νύχτας;».

Ο Τσάρλυ ξαναπιάνει τη δουλειά του στο αρτοπωλείο και βυθίζεται και πάλι στο διανοητικό του τέλμα, ξεχνώντας όλα όσα του συνέβησαν. Η τελευταία φράση του ημερολογίου του, απευθυνόμενη στον αναγνώστη, είναι: «Παρακαλο, βαλται μερηκα λουλουδια στων ταφο του Αλγκερνον».

Θυμάμαι καλά τι είχα νιώσει στην πρώτη ανάγνωση του διηγήματος: Έξαψη, στην ιδέα πως η ανθρώπινη ευφυΐα μπορεί να ενισχυθεί. Και ανατριχίλα, στην ιδέα πως μπορεί κάποιος να χάσει τις διανοητικές του ικανότητες, κάτι που μου φαινόταν χειρότερο από οποιοδήποτε ακρωτηριασμό ή τύφλωση. Πίστευα, ωστόσο, ότι το δεύτερο ενδεχόμενο ήταν εξωπραγματικό (πλην ατυχήματος) και πως μόνο το πρώτο θα μπορούσε κάποτε να πραγματοποιηθεί. Όμως τα χρόνια πέρασαν, φέρνοντας καταστάσεις που ήταν αδύνατο τότε να φανταστούμε.

Με την αύξηση του μέσου όρου ζωής, ένα σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό ηλικιωμένων βυθίζεται στα σκοτάδια της διανοητικής (και, συχνά, σωματικής) ανεπάρκειας. Η νόσος του Αλτσχάϊμερ και οι άλλες ασθένειες εκφυλισμού των εγκεφαλικών κυττάρων αποτελούν ήδη τη μάστιγα του 21ου αιώνα, σκορπίζοντας την απόγνωση στους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Όπως και πολλοί άλλοι, γνώρισα και εγώ τέτοιες οδυνηρές καταστάσεις πρόσφατα, με άτομα του στενού συγγενικού και φιλικού μου περιβάλλοντος. Και είναι αυτή η εμπειρία που με έκανε να διαβάσω με άλλο μάτι την ιστορία του Τσάρλυ το περασμένο καλοκαίρι.

*ΝΙΚΟΣ ΠΡΑΝΤΖΟΣ, Παρίσι, 8-11-2007

**Δημοσιευτηκε το Νοέμβριο του 2007 στο περιοδικό του Βόλου Σελίδες

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Ιούλιος Βερν: το έργο και τα μηνύματα ενός οραματιστή

Νίκος Πράντζος


Γεννημένος το 1828, ο Ιουλιος Βερν πέρασε τα παιδικά του χρόνια ονειρευόμενος ταξίδια μακρινά, καθώς έβλεπε τα ιστιοφόρα να πηγαινοέρχονται στο λιμάνι της Νάντης. Στα έντεκα χρόνια του μπαρκάρησε σε ένα καράβι για τις Ινδίες, αλλά ο πατέρας του τον πρόλαβε πριν το σκάφος ξανοιχτεί στον ωκεανό. Μέτριος μαθητής, σπούδασε νομικά στη Νάντη και το Παρίσι, αλλά σύντομα ανακάλυψε την έλξη του για τη λογοτεχνία και το θέατρο. Στα είκοσι δύο του ανέβασε το πρώτο θεατρικό του έργο, αλλά η ενασχόληση αυτή του απέφερε ελάχιστα και δεν του επέτρεπε να ζήσει χωρίς την οικονομική ενίσχυση του πατέρα του.

Σημαντικό ρόλο στην πορεία του Βερν έπαιξε η γνωριμία του με τον εξερευνητή Ζακ Αραγκό, καθώς και με το έργο του μεγάλου αμερικανού συγγραφέα Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Ο Αραγκό, παρότι τυφλός, ταξίδευε σε μακρυνά μέρη και δημοσίευε συναρπαστικά κείμενα των περιηγήσεών του, με ιδιαίτερη έμφαση στα γεωγραφικά στοιχεία. Στο έργο του Πόε, ο Βερν θαυμάζει τη δεξιοτεχνία της πλοκής και την ατμόσφαιρα μυστηρίου και φαντασίας που το διατρέχει. Είναι ο μόνος συγγραφέας για τον οποίο ο Βερν θα δημοσιεύσει μια λογοτεχνική ανάλυση, ενώ στο διήγημα του Η Σφίγγα των πάγων (1895) θα φανταστεί και μια λογική συνέχεια στη μυστηριώδη κατάληξη του μοναδικού μυθιστορήματος που έγραψε ο Πόε, Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πυμ.

Προς το παρόν - βρισκόμαστε σις αρχές της δεκαετίας του 1860 - ο Βερν γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον προσωρινό τίτλο Ένα ταξίδι στον αέρα, επηρεασμένος κι από τις διηγήσεις του φίλου του φωτογράφου Ναντάρ (ψευδώνυμο του Φελιξ Τουρνασσόν) που ήταν ο πρώτος που πήρε αεροφωτογραφίες από αερόστατο. Το φθινόπωρο του 1862, το υποβάλλει στον εκδότη Πιερ Ζυλ Ετζέλ (Pierre-Jules Hetzel), στον οποίο τον παρουσίασε ο γιός του Αλέξανδρου Δουμά που ήταν κοινός τους φίλος. Η συνάντηση Βερν και Ετζέλ αποδείχτηκε καταλυτική και για τους δύο. Εξαιτίας των δημοκρατικών του φρονημάτων ο Ετζέλ είχε εξοριστεί στις Βρυξέλλες, όπου είχε δημοσιεύσει δυο εμπρηστικά κείμενα του Βίκτωρα Ουγκώ κατά του μοναρχικού καθεστώτος του Ναπολέοντα του 3ου.

Επιστρέφοντας στο Παρίσι με την αμνηστία του 1860, συνεργάστηκε στην ίδρυση του Ομίλου για την Εκπαίδευση και την Ψυχαγωγία. Πίστευε ότι η υπόθεση της δημοκρατίας θα μπορούσε να προωθηθεί και μέσα απο την επιμόρφωση της νεολαίας (το άνοιγμα των οριζόντων της στις επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής), για να την αποσπάσει απο την αποπνικτικά αυστηρή εκπαίδευση της Καθολικής εκκλησίας που υποστήριζε τους φιλομοναρχικούς. Ο Ετζέλ αντιλαμβάνεται το ρόλο που θα μπορούσε να παίξει ο Βερν στην υπόθεση αυτή. Εκδίδει αμέσως το βιβλίο του, με τον τίτλο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο και του προτείνει δεκάχρονο συμβόλαιο, με την υποχρέωση να παραδίδει δυο μυθιστορήματα το χρόνο. Ο Βερν το αποδέχεται και η συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο του Ετζέλ θα κρατήσει σαράντα χρόνια. Ηταν μια σχέση εποικοδομητική αλλά και συγκρουσιακή, γιατί ο Ετζέλ -που ήταν δεκαέξι χρόνια μεγαλύτερος απο τον Βερν - είχε λόγο σε όλα: τον τίτλο, την υπόθεση, τους χαρακτήρες και το τελείωμα του έργου. Ήδη με το ξεκίνημα της συνεργασίας τους, απορρίπτει το τρίτο χειρόγραφο που του προτείνει ο Βερν, με εκφράσεις ιδιαίτερα σκληρές: «Έχετε βουτήξει στη μετριότητα με αυτό το κείμενο, δεν υπάρχει αληθινή πρωτοτυπία, δεν υπάρχει απλότητα ούτε πνεύμα, τίποτα που να κρατήσει το βιβλίο έστω και έξι μήνες στα βιβλιοπωλεία, [...], είναι εντελώς αποτυχημένο».

Είναι αλήθεια ότι στο Παρίσι, στον 20ο αιώνα, ο Βερν εμφανίζεται απρόσμενα απαισιόδοξος όσον αφορά το μέλλον μιας τεχνολογικά εξελιγμένης κοινωνίας. Πως θα μπορούσε ο Ετζέλ να δεχτεί μια τέτοια άποψη; Το κείμενο του Βερν θα παραμείνει στο συρτάρι του για πάνω από εκατό χρόνια, για να ανακαλυφθεί το 1989 απο τον δισέγγονό του και να εκδοθεί επιτέλους το 1994, όπως θα δούμε προς το τέλος αυτού του σημειώματος. Στους έξι πρώτους τόμους που δημοσιεύει ο Βερν, εξερευνά τους έξι κύριους «άξονες» του σύμπαντός του: τον αέρα στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο (1862), τους πόλους της Γης στις Περιπέτειες του πλοιάρχου Χατεράς (1863), το εσωτερικό της Γης στο Ταξίδι στο κέντρο της Γης (1864), το ταξίδι στη Σελήνη στο Από τη Γη στη Σελήνη (1865), το γύρο του κόσμου στα Παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ (1865 με 1867), τη θάλασσα με το 20 000 λεύγες κάτω απο τις θάλασσες (1866 με 1869).

Στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο, ο δόκτωρ Φέργκιουσον με τον φίλο του Κέννεντυ και τον υπηρέτη του Τζόε διασχίζουν την Αφρική απο τα ανατολικά στα δυτικά με ένα αερόστατο φουσκωμένο με υδρογόνο, του οποίου το ύψος ρυθμίζεται με ένα πρωτοποριακό σύστημα θέρμανσης, τροφοδοτούμενο με ηλεκτρικές μπαταρίες. Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μάθει σχεδόν ότι ήταν γνωστό την εποχή εκείνη για την γεωγραφία, την πανίδα και τη χλωρίδα της Αφρικής, για την ιστορία των εξερευνήσεων της Μαύρης Ηπείρου και την αναζήτηση των πηγών του Νείλου, και παίρνει ένα καλό μάθημα αεροπλοήγησης. Στις Περιπέτειες του πλοιάρχου Χατεράς, ο ομώνυμος ήρωας φιλοδοξεί να είναι ο πρώτος που θα φτάσει στο Βόρειο πόλο, προς δόξα της πατρίδας του της Βρετανίας. Εγκαταλειμένος απο το πλήρωμά του, αγωνίζεται να επιβιώσει με τους λίγους πιστούς που τον ακολουθούν μέσα στα χιόνια, τους πάγους και το κρύο. Ο Βερν φανταζόταν τον ήρωά του να πεθαίνει μέσα σε ένα ηφαίστειο, αλλά ο Ετζέλ τον προτίμησε τελικά ζωντανό και τρελαμένο να επιστρέφει στην Αγγλία. Με παραστατικό τρόπο περιγράφονται οι δραματικές προσπάθειες εξερεύνησης των αρκτικών περιοχών της Γης, που ήταν τότε εντελώς άγνωστες πάνω απο τον 80ο παράλληλο.

Στο Ταξίδι στο κέντρο της Γης, ο καθηγητής Λίντεμπροκ αποκρυπτογραφεί ένα παλιό κείμενο που αναφέρεται στην ύπαρξη ενός περάσματος στο εσωτερικό της Γης, μέσα απο το σβησμένο ηφαίστειο Σνέφφελς στην Ισλανδία. Με τον ανηψιό του Άξελ και τον οδηγό τους Χανς εισδύουν στα έγκατα της Γης, ανακαλύπτουν ένα απίστευτο κόσμο με άγνωστη χλωρίδα και πανίδα και ταξιδεύουν με τη σχεδία τους σε μιά υπόγεια θάλασσα, κινδυνεύοντας απο προϊστορικά τέρατα. Καθώς φτάνουν στις πύλες της κόλασης, στο διάπυρο μάγμα που βρίσκεται κάτω απο το στερεό φλοιό της Γης, η έκρηξη του ηφαιστείου Στρόμπολι στη Σικελία παρασύρει τη σχεδία τους προς την επιφάνεια. Με αυτό το ελάχιστα πειστικό εύρημα, επιστρέφουν σώοι και αβλαβείς στην πολιτισμένο κόσμο για να διηγηθούν τις περιπέτειές τους.

Στο Από τη Γη στη Σελήνη, τα μέλη του Πυροβολικού συλλόγου της Βαλτιμόρης αποφασίζουν να αξιοποιήσουν τις τεχνικές τους γνώσεις - αποκτημένες στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου - στέλνοντας ένα βλήμα στην επιφάνεια της Σελήνης, σε απόσταση 380 000 χλμ. απο τη Γη. Ένας παράτολμος Γάλλος, ο Μισέλ Αρντάν (αναγραμματισμός του Ναντάρ) προτείνει να μπει στο βλήμα παίρνοντας μαζί του τον πρόεδρο του συλλόγου Μπαρμπικαν και τον αντιπρόεδρο Νίκολ για να δουν από κοντά το δορυφόρο της Γης και να εξακριβώσουν αν πράγματι κατοικείται. Το βλήμα εκτοξεύεται με επιτυχία από ένα τεράστιο κανόνι μήκους 300 μέτρων, την Κολομβιάδα, που κατασκευάζεται στη Φλόριδα (απ' όπου εκτοξεύτηκαν και οι αμερικανοί αστροναύτες του προγράμματος Απόλλων για τη Σελήνη). Ωστόσο, καμία επικοινωνία δεν υπάρχει ανάμεσα στη Γη και τους διαστημοναύτες του Βερν, των οποίων η τύχη αγνοείται. Στο δεύτερο τόμο (Γύρω απο τη Σελήνη, 1869) ο αναγνώστης μαθαίνει από πρώτο χέρι τη ζωή των ηρώων μέσα στο κατάλληλα διαρρυθμισμένο εσωτερικό του βλήματος και παίρνει μερικά υψηλού επιπέδου μαθήματα φυσικής, κοσμογραφίας και Σεληνογραφίας. Ο Βερν δεν παίρνει θέση για το αν υπάρχουν Σεληνίτες και καταφέρνει να φέρει πίσω τους τρεις φίλους στη Γη, κάτι που δεν προβλέπονταν αρχικά.

Στα Παιδιά του πλοιάρχου Γκραντ, ο λόρδος Γκλέναρβαν και το πλήρωμα του ιστιοφόρου του βρίσκουν στο στομάχι ενός καρχαρία μια μποτίλια με το μισοσβησμένο μήνυμα του πλοιάρχου Γκραντ, όπου η μόνη ξεκάθαρη πληροφορία είναι οτι έχει ναυαγήσει με τους συντρόφους του κάπου στις 37 μοίρες νότιου γεωγραφικού πλάτους και περιμένουν απελπισμένοι βοήθεια. Ο Γκλέναρβαν και οι φίλοι του παίρνουν μαζί τους τα παιδιά του Γκράντ, τη Μαίρη και το Ρόμπερτ, καθώς και το γάλλο γεωγράφο Παγκανέλ και αρχίζουν μια τρελλή κουρσα γύρω απο τον 37ο νότιο παράλληλο. Μέσα από απίστευτες περιπέτειες με τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους, διασχίζουν διαδοχικά τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, όπου αιχμαλωτίζονται και στη συνέχεια δραπετεύουν από τους κανίβαλους Μαορί, για να βρούν τελικά τον Γκραντ σε ένα μικρό, άγνωστο νησί του Ειρηνικού. Στην πορεία, ο αναγνώστης μαθαίνει απο το στόμα του Παγκανέλ ολόκληρη την ιστορία των εξερευνήσεων του νότιου Ειρηνικού απο τον πλοίαρχο Κούκ και τους άλλους μεγάλους θαλασσοπόρους του 18ου αιώνα.

Στο 20.000 λεύγες κάτω απο τις θάλασσες πρωταγωνιστεί ο εμβληματικότερος ήρωας του Βερν, ο πλοίαρχος Νέμο, και το γνωστότερο απο τα μηχανήματα που επινόησε ο συγγραφέας, το υποβρύχιο Ναυτίλος. Καθώς το πλοίο τους βουλιάζει από την επίθεση του Ναυτίλου, ο γάλλος καθηγητής Αρονάξ, ο υπηρέτης του Σύμβουλος και ο καναδός φαλαινοθήρας Νεντ Λαντ αιχμαλωτίζονται απο τους ανθρώπους του Νέμο και υποχρεώνονται να τον ακολουθήσουν στον περίπλου του γύρω από τον κόσμο. Από τη «χρυσή φυλακή» τους μέσα στο εκπληκτικό μηχάνημα που κινείται με ηλεκτρισμό, οι τρεις αιχμάλωτοι παρακολουθούν έκθαμβοι εικόνες απο τον υποβρύχιο κόσμο, παλεύουν με γιγάντια καλαμάρια των βυθών, αλλά και ανακαλύπτουν την ανεξήγητα εγκληματική σκληρότητα του Νέμο για τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων που βυθίζει με το Ναυτίλο. Ο μυστηριώδης πλοίαρχος, που το όνομα του σημαίνει «κανένας» στα λατινικά (φόρος τιμής του Βερν στον Ομηρικό Οδυσσέα) θα μπορούσε σήμερα να χαρακτηριστεί αναρχικός ή τρομοκράτης, κάτι που δημιούργησε σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στο Βερν και τον Ετζέλ. Η ιστορία του γίνεται κατανοητή μόνο στο τέλος ενός άλλου κορυφαίου μυθιστορήματος του Βερν με τίτλο Το μυστηριώδες νησί.

Ο Βερν θα γράψει συνολικά κάπου ογδόντα μυθιστορήματα και μια εικοσαριά νουβέλες. Η συντριπτική πλειοψηφία των μυθιστορημάτων ανήκει στον κύκλο των «Θαυμαστών ταξιδιών» (Voyages Extraordinaires) και πραγματεύεται, σε διάφορες παραλλαγές, τα θέματα στα οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω. Μια δεκαριά απο τα έργα της ύστερης περιόδου, πολλά από τα οποία εκδόθηκαν μετά το θάνατο του Βερν στα 1905, έχουν γραφτεί (ή ξαναγραφτεί, με βάση τις σημειώσεις του συγγραφέα) από το μοναδικό γιο του, τον Μισέλ Βερν. Ο Βερν είναι γνήσιο τέκνο της επιστημονικής και τεχνολογικής επανάστασης που έφερε ο 19ος αιώνας. Στο χώρο της φυσικής η επιστημονική πρόοδος χαρακτηρίζεται απο την ανάπτυξη της θερμοδυναμικής, της επιστήμης που μελετά τις μετατροπές των διαφόρων μορφών ενέργειας (θερμότητας, φωτός, δυναμικής και κινητικής ενέργειας) απο τους Καρνό, Τζάουλ, Μέγιερ, κλπ., καθώς και απο την ανάπτυξη της ηλεκρομαγνητικής θεωρίας απο τους Φαρανταίυ και Μάξγουελ. Στο χώρο της τεχνολογίας έχουμε την ανάπτυξη των ατμομηχανών, την επινόηση των μηχανών εσωτερικής καύσης, τον μετασχηματιστή και τη γεννήτρια, τον ηλεκτρικό λαμπτήρα απο τον Τόμας Έντισον, το τηλέφωνο από τον Αλέξανδρο Γκράχαμ Μπελ, κλπ.

Παράλληλα, η βιομηχανική επανάσταση φέρνει την ανάπτυξη της αστικής τάξης και δημιουργεί έτσι ένα κοινό με ανεβασμένο μορφωτικό επίπεδο που διψάει να μάθει για τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής μέσα απο εκλαϊκευτικά έντυπα. Ο Βερν είναι «ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη εποχή». Δεν είναι ο μόνος που ασχολείται με τα θέματα αυτά, έχει όμως σημαντικά ατού. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση, φροντίζει να έχει πάντα την κάλυψη ειδικών και εμπειρογνωμόνων για τα επιστημονικά και τεχνικά θέματα που πραγματεύεται. Ο αδελφός του, Πωλ Βερν, αξιωματικός του Ναυτικού, τον συμβουλεύει για οτιδήποτε σχετίζεται με πλοία και υποβρύχια, ιδιαίτερα για το Ναυτίλο. Ο εξάδελφος του Ανρύ Γκαρσέ, καθηγητής μαθηματικών, τον βοηθά στα μαθηματικά και την αστρονομία των δυο μυθιστορημάτων για τη Σελήνη. Ο μηχανικός Αλμπέρ Μπαντουρώ, της Πολυτεχνικής σχολής, καταστρώνει και λύνει τις περίπλοκες εξισώσεις που περιγράφουν την μετατόπιση του άξονα περιστροφής της Γης, του τιτάνιου έργου που αναλαμβάνουν τα μέλη του Πυροβολικού συλλόγου της Βαλτιμόρης είκοσι χρόνια μετά την επιστροφή του βλήματος από τη Σελήνη, στο έργο Άνω Κάτω (1888). Έχοντας εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό την επιστημονική κάλυψη των έργων του (αν και όχι απόλυτα: αρκετά λάθη έχουν βρεθεί σε διάφορα βιβλία του), ο Βερν αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του να επινοήσει μερικές απο τις γνωστότερες μηχανικές κατασκευές της λογοτεχνίας: το Ναυτίλο του πλοιάρχου Νέμο πρώτα απο όλα, αλλά και το υποβρύχιο Τούγκ του πειρατή Κερ Καράτζ στο μυθιστόρημα Μπροστά στη σημαία (1894), το ελικόπτερο Άλμπατρος του Ροβήρου του κατακτητή στο ομώνυμο μυθιστόρημα (1885), το αυτοκίνητο- υποβρύχιο-αεροπλάνο Τρόμος, με το οποίο ο τρελαμένος Ροβήρος επανέρχεται στον Κυρίαρχο του κόσμου (1902), τον ατμοκίνητο σιδερένιο ελέφαντα με τον οποίο ο συνταγματάρχης Μούνρο και οι φίλοι του ταξιδεύουν στην Ινδία στο Ατμοκίνητο σπίτι (1879), το μηχανοκίνητο Ελικοφόρο νησί (1893) κλπ. Στα αντίστοιχα μυθιστορήματα, ο Βερν παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο μερικές από τις σημαντικότερες τεχνολογικές διαμάχες της εποχής: τη διαμάχη που αφορούσε την κατάκτηση του διαστήματος, ανάμεσα στους οπαδούς του βλήματος και σε αυτούς του πυραύλου, και τη διαμάχη σχετικά με την κατάκτηση του αέρα, ανάμεσα στους οπαδούς του ελαφρότερου απο τον αέρα μέσου (αερόστατο, αερόπλοιο) και του βαρύτερου απο τον αέρα (αεροπλάνο, ελικόπτερο). Στα περισσότερα έργα του, ο Βερν χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό (τη θαυματουργή «νεράιδα» του 19ου αιώνα) σε μεγάλη κλίμακα, είτε για την κίνηση των οχημάτων (Ναυτίλος, Αλμπατρος), είτε για τον ηλεκτροφωτισμό των πόλεων (της Φρανσβίλ στο έργο Τα 500 εκατομμύρια της Μπεγκούμ (1878) ή των δυο πλωτών πόλεων στο Ελικοφόρο νησί). Εμφανίζεται έτσι στην αιχμή της τεχνολογικής προόδου. Ωστόσο, οι μόνες πηγές ηλεκτρικού ρεύματος που περιγράφει είναι οι ηλεκτρικές μπαταρίες, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι και οι ισχυρότερες μπαταρίες που μπορούμε να φανταστούμε αδυνατούν να κρατήσουν στον αέρα ένα ελικόπτερο σαν το Άλμπατρος. Χωρίς άλλες λεπτομέρειες προτείνει μπαταρίες ικανές να απορροφούν ενέργεια απο το θάλασσα για το Ναυτίλο ή απο τον αέρα για το Άλμπατρος...

Περισσότερο όμως κι από την τεχνολογία της εποχής του, το αληθινό πάθος του Βερν είναι η γεωγραφία και τα ταξίδια. Ο ίδιος έχει κάποιες ταξιδιωτικές εμπειρίες: το 1859 επισκέφθηκε την Αγγλία και τη Σκωτία, το 1861 τη Δανία και τη Νορβηγία, το 1867 τη Νέα Υόρκη και τους καταρράκτες του Νιαγάρα, έχοντας διασχίσει τον Ατλαντικό με το ατμόπλοιο Μεγάλος Ανατολικός (τις εντυπώσεις απο το ταξίδι αυτό τις χρησιμοποίησε στο έργο του Η Πλωτή πολιτεία(1869)). Με το σκαφος του Αγιος Μιχαήλ ΙΙΙ, πραγματικό καράβι μήκους 33 μέτρων και με πλήρωμα 10 αντρών, έκανε τέσσερεις κρουαζιέρες στη Μεσόγειο, τη Βόρεια θάλασσα και τη Βαλτική. Αλλά τα περισσότερα ταξίδια του τα πραγματοποίησε πάνω στους χάρτες και με τη βοήθεια γεωγραφικών συγγραμάτων. Όπως εξηγεί στην αλληλογραφία με φίλους και θαυμαστές του, κύριος στόχος του είναι η διδασκαλία της γεωγραφίας, η περιγραφή της Γης. «Για κάθε χώρα, χρειάστηκε να επινοήσω ένα καινούριο μύθο, οι χαρακτήρες είναι δευτερεύοντες... Στο Πέντε εβδομάδες με αερόστατο, ήθελα να περιγράψω την Αφρική. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να μεταφέρω τους ταξιδιώτες μου στην Αφρική παρά με το αερόστατο, κι έτσι το εισήγαγα στην ιστορία.»

Τα μυθιστορήματα του Βερν διακρίνονται απο τη μεθοδικά στημένη πλοκή και απο τις απρόσμενες ανατροπές καταστάσεων, κάτι στο οποίο τον βοήθησε η σύντομη θητεία του σα συγγραφέας θεατρικών έργων. Άλλωστε, τα περισσότερα χρήματά του τα κέρδισε όχι από τα βιβλία του, αλλά από τη θεατρική προσαρμογή κάποιων από αυτά και κύρια του Γύρου του κόσμου σε 80 μέρες (1874) και του Μιχαήλ Στρογγώφ (1880), που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Οι ήρωες των έργων του, κύρια Άγγλοι ή Αμερικανοί, είναι εντελώς προβλέψιμοι, ολοκληρωτικά αφιερωμένοι στην επιτυχία των στόχων τους και δε χαρακτηρίζονται από εσωτερικές αντιφάσεις. Ο κυριότερος, ίσως, εκπρόσωπός τους, είναι ο αμερικανός μηχανικός Κύρος Σμιθ. Στο Μυστηριώδες νησί (1873), ο Σμιθ καταφέρνει να δραπετεύσει (με αερόστατο!) με τέσσερις συντρόφους του απο τη φυλακή των Νοτίων στη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου. Ναυαγούν σε ένα έρημο νησί του Ειρηνικού, αλλά αντίθετα με το Ροβινσώνα Κρούσο (που κατάφερε να ανακτήσει πάμπολλα αντικείμενα απο το ναυγισμένο πλοίο του), δεν έχουν στη διάθεσή τους το παραμικρό εργαλείο. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τις γνώσεις και την εξυπνάδα τους καταφέρνουν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να στήσουν μια πραγματική μικρή αποικία, περνώντας μέσα σε μερικά χρόνια από όλα τα στάδια του πολιτισμού. Προς το τέλος του έργου, κάποια μυστηριώδη γεγονότα που τους συνέβαιναν αυτό το διάστημα εξηγούνται όταν ανακαλύπτουν ότι το νησί τους είχε ένα πολύ παλιότερο κάτοικο: τον πλοίαρχο Νέμο, που τον βρίσκουν μόνο και ετοιμοθάνατο στο μισοκατεστραμμένο Ναυτίλο και που όλος ο κόσμος τον θεωρούσε νεκρό, έπειτα από τον βομβαρδισμό του μυστικού κρησφύγετού του από το αγγλικό ναυτικό, κάπου είκοσι χρόνια πριν. Εκεί ο αναγνώστης μαθαίνει για πρώτη φορά την ταυτότητα του ινδού πρίγκηπα Νέμο και την αιτία του μίσους για του Άγγλους αποικιοκράτες, που είχαν εξοντώσει ολόκληρη την οικογένειά του (ο Βερν δεν αναφέρει τίποτα σχετικό στο 20.000 λεύγες κάτω απο τις θάλασσες). Η στιγμή της συνάντησης του Σμιθ, του μηχανικού που με τις εφευρέσεις και τις ικανότητές του επέτρεψε στους συντρόφους του να ζήσουν, και του Νέμο, του επαναστάτη που με την εφεύρεσή του σκορπούσε το θάνατο, αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές στο έργο του Βερν. Διφορούμενος όσο και τραγικός ήρωας, ο Νέμο αναρωτιέται αν έκανε καλά η όχι. Κι ο Βερν αποφεύγει να πάρει θέση, απαντώντας με το στόμα του Σμιθ: «Καπετάνιε, τα λάθη σας είναι από αυτά που άλλοι θαυμάζουν και άλλοι επικρίνουν, αλλά μόνον ο Θεός μπορεί να τα δικάσει και η ανθρώπινη λογική πρέπει να συγχωρέσει... Η Ιστορία αγαπά την ηρωική τρέλλα, ακόμη κι όταν καταδικάζει τα αποτελέσματά της». Κατά περίεργο τρόπο, ο πιστός καθολικός Βερν είχε βάλει σαν τελευταία λέξη στο στόμα του Νέμο τη λέξη «Ανεξαρτησία!», αλλά ο Ετζέλ, αν και άθεος, τον υποχρέωσε να το αλλάξει σε «Θεός και πατρίδα!» για εμπορικούς λόγους...

Η επίδραση του έργου του Βερν υπήρξε τεράστια. Οι «πατέρες» της αστροναυτικής, ο Ρώσος Κονσταντίν Τσιολκοφσκι και ο Γερμανός Χέρμαν Ομπερθ, ο κατακτητής του Νότιου Πόλου αμερικανός πλοίαρχος Τζεημς Μπερντ, ο γάλλος πλοίαρχος Ζακ Υβ Κουστώ, εξερευνητής των ωκεανών, ο σοβιετικός κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα, και πολλοί άλλοι, αναγνώρισαν τη σημασία των βιβλίων και των ιδεών του Βερν στα δικά τους επιτεύγματα. Τα βιβλία του μεταφράζονται συνεχώς και είναι σήμερα ο πιο πολυμεταφρασμένος συγγραφέας στον κόσμο, μετά τη βρετανίδα Αγκάθα Κρίστι. Ωστόσο ο Βερν δεν αντιμετώπιζε με απλοϊκή αφέλεια την τεχνολογική πρόοδο. Είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που εγκυμονεί για την κοινωνία. Στο διήγημα του Το Παρίσι στον 20ο αιώνα, που γράφτηκε όταν ήταν 22 χρόνων και εκδόθηκε ενενήντα χρόνια μετά το θάνατο του (αφού ο Ετζέλ το είχε απορρίψει) περιγράφει το Παρίσι του 1960 σαν μια πόλη όπου κυριαρχεί η μόλυνση και το κυνήγι του κέρδους, όπου η οικονομία και το εμπόριο επικρατούν σε βάρος των κλασικών σπουδών, των γραμμάτων και της μουσικής, όπου τα αγγλικά έχουν επικρατήσει σε βάρος των γαλλικών. Ανίκανος να επιβιώσει με τη μουσική του, ο ήρωάς του καταφεύγει στο νεκροταφείο του Περ Λασαίζ και λιποθυμάει πάνω σε ένα τάφο, αφού καταραστεί την απάνθρωπη πόλη.

Τι μένει απο το έργο του Βερν σήμερα, που χιλιάδες αεροπλάνα πολύ μεγαλύτερα και γρηγορότερα από αυτά που φαντάστηκε διασχίζουν καθημερινά τον αέρα, που πυρηνοκίνητα υποβρύχια ικανά να καταστρέψουν ολόκληρες χώρες κρύβονται για μήνες στα βάθη των ωκεανών χωρίς να χρειάζεται να αναδυθούν, που εικόνες και πληροφορίες από οποιοδήποτε σημείο της Γης μεταφέρονται αστραπιαία σε ολόκληρο τον πλανήτη, που ο άνθρωπος περπάτησε στο φεγγάρι και οι διαστημοσυσκευές του εξερευνούν συστηματικά τα πέρατα του ηλιακού συστήματος; Μένει αυτή η προαιώνια λαχτάρα του ανθρώπου να γνωρίσει καλύτερα τον κόσμο που τον περιβάλλει, και η πίστη ότι μπορεί να τον αλλάξει στηριγμένος στις δυνάμεις του, στη συσσωρευμένη ανθρώπινη γνώση. Το πρώτο αντιστοιχεί στο αριστοτελικό «πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» (όλοι οι άνθρωποι, από τη φύση τους, θέλουν να μαθαίνουν). Το δεύτερο είναι απλά το προμηθεϊκό όραμα, η βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δεν είναι καταδικασμένος να υφίσταται για πάντα τη σκληρή, μονότονη πραγματικότητα, αλλά μπορεί να την ανατρέψει, περνώντας έτσι σε ένα ανώτερο στάδιο της εξέλιξής του. «Δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια, υπάρχει μόνο η ανθρώπινη θέληση, περισσότερο ή λιγότερο δυνατή» έλεγε ο Βερν μέ το στόμα του πλοιάρχου Χατεράς.

*Νίκος Πράντζος, Βόλος, Ιούλιος 2014 **Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Βόλου Θεσσαλία στις 27 Ιουλίου 2014

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Η Οδύσσεια του Διαστήματος

Νίκος Πράντζος


Σαράντα χρόνια κλείνουν φέτος απο τις 21 Ιουλίου 1969 (σ.σ. το άρθρο έχει γραφεί το 2009), που ο Αμερικανός αστροναύτης Νηλ Αρμστρονγκ πραγματοποιούσε πάνω στη Σελήνη «ένα μικρό βήμα γι αυτόν, ένα γιγάντιο άλμα για την ανθρωπότητα». Το επίτευγμα αυτό του πληρώματος του διαστημοπλοίου Απόλλων 8 αποτελεί την κορύφωση της διαστημικής εποποιίας, που άρχισε με την εκτόξευση του Σπούτνικ απο του Σοβιετικούς το 1957. Ορισμένα από τα διαστημικά όνειρα της περιόδου εκείνης έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, τα πιο πολλά όμως εξακολουθούν να παραμένουν απρόσιτα ακόμη και σήμερα. Με αφορμή τη χρονιά που διανύουμε, αξίζει τον κόπο να δούμε την εξέλιξη της διαστημικής ουτοπίας από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας.

Θα πρέπει από την αρχή να τονιστεί ότι το όνειρο ενός «διαστημικού μέλλοντος» είναι αποκλειστικό προϊόν του 20ου αιώνα. Η ιδέα αυτή μπορεί να φανεί περίεργη, παίρνοντας υπόψη ότι περιγραφές διαστημικών ταξιδιών εμφανίζονται αρκετά νωρίς στην ιστορία της λογοτεχνίας. Από την αρχαιότητα ως την Αναγέννηση δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που στέλνουν τους ήρωες των έργων τους στη Σελήνη και σε άλλα ουράνια σώματα, όπως ο Λουκιανός στον «Ικαρομένιππο», ο Αριόστο στον «Μαινόμενο Ορλάνδο», ο Κέπλερ στο «Όνειρο», κλπ. Όμως το ουσιαστικό «κίνητρο» αυτών των φανταστικών ταξιδιών δεν είναι η εξερεύνηση του αγνώστου αλλά η κοινωνική κριτική. Όπως οι ουτοπιστές φιλόσοφοι (Τομάσσο Καμπανέλλα με την «Πολιτεία του Ήλιου», Τόμας Μουρ με την «Ουτοπία», κλπ.) έτσι και οι πρώτοι «βάρδοι» των διαστημικών ταξιδιών θέλουν να προτείνουν μια μορφή ιδανικής κοινωνίας, απαλλαγμένης από την αδικία και τη μιζέρια. Απλά οι μεν τοποθετούν την ουτοπική τους κοινωνία στον ουρανό ενώ οι δε καταφέρνουν να βρουν κάποιο ανεξερεύνητο μέρος στην επιφάνεια της Γης για να εγκαταστήσουν τις ιδανικές τους πολιτείες. Κυρίαρχη θέση ανάμεσα στους ουτοπιστές κατέχει ο Άγγλος Francis Bacon (Φραγκίσκος Βάκων). Στο βιβλίο του «Καινούρια Ατλαντίδα» που γράφτηκε το 1627, ο ήρωας διασχίζει τον ωκεανό και ανακαλύπτει έκθαμβος τα τεχνολογικά επιτεύγματα της χώρας Μπενσαλέμ, υποβρύχια, αεροπλάνα και διαστημόπλοια. Η κοινωνία είναι οργανωμένη γύρω από το εμπόριο, την επιστήμη και την τεχνολογία και όλοι οι κάτοικοί της επωφελούνται από την πρόοδο σε αυτούς τους τομείς.

Η ιδέα ότι η επιστήμη μπορεί να αποφέρει υλικά οφέλη αν απαλλαγεί από την τροχοπέδη του θρησκευτικού δογματισμού ανήκει στον Bacon. Μπορεί να φαίνεται προφανής σήμερα, αλλά για τον 17ο αιώνα ήταν σίγουρα επαναστατική. Η περίφημη φράση του Bacon «Γνώση = Δύναμη» αποδίδει περίφημα την ουσία του τεχνολογικού πολιτισμού μας. Το έργο του Bacon άσκησε τεράστια επίδραση στο Δυτικό κόσμο, αλλά τα αποτελέσματά της άργησαν να εκδηλωθούν γιατί η εξέλιξη της κοινωνίας ήταν ακόμη πολύ αργή. Για πολλές γενιές μετά την Αναγέννηση, οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να ζουν και να εργάζονται με τρόπο που ελάχιστα διέφερε από τον αντίστοιχο των προγόνων τους. Ήταν πολύ δύσκολο στις συνθήκες αυτές να ονειρευτεί κανείς ένα μέλλον διαφορετικό από το παρόν, και ακόμη δυσκολότερο ένα μέλλον «διαστημικό». Μόλις στον 19ο αιώνα, χάρη στη βιομηχανική επανάσταση, μπόρεσαν οι άνθρωποι να δουν τον κόσμο γύρω τους να αλλάζει αισθητά στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. 1 Από τη στιγμή αυτή γίνεται δυνατή η προβολή στο μέλλον και ο οραματισμός ενός κόσμου αλλαγμένου από τον άνθρωπο χάρη στις εφαρμογές της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Ο Αλμπέρ Ρομπιντά και ο Ιούλιος Βερν στη Γαλλία, ο Χέρμπερτ Τζωρτζ Γουέλς στην Αγγλία και πολλοί άλλοι, είναι τα «παιδιά» αυτού του αιώνα της ατμομηχανής και του ηλεκτρισμού. Ειδικά ο Βερν και ο Γουελς ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα τα διαστημικά όνειρα του παρελθόντος, μέσα σε ένα πλαίσιο πιο «μοντέρνο» και συμβατό με την τεχνολογική ανάπτυξη της εποχής. Παρά τις προσπάθειές τους όμως, οι πρόδρομοι αυτοί της επιστημονικής φαντασίας δεν καταφέρνουν να προτείνουν πειστικές λύσεις για τη μεταφορά του ανθρώπου στο διάστημα. Στο βιβλίο του «Από τη Γη στη Σελήνη» ο Βερν προτείνει την εκτόξευση του πληρώματος με ένα τεράστιο κανόνι, την περίφημη «Κολομβιάδα» (κάτι που στην πραγματικότητα θα σκότωνε ακαριαία τους επιβάτες από την τρομακτική επιτάχυνση και την υπερθέρμανση απο την τριβή με την ατμόσφαιρα), ενώ στο έργο του «Οι Πρώτοι Άνθρωποι στη Σελήνη» ο Γουελς επινοεί ένα υλικό με απίθανες αντι-βαρυτικές ιδιότητες, τον «καβορίτη». Για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα χρειαζόταν ένας άλλος δρόμος.

Ο πρώτος που τελικά βρίσκει τα «κλειδιά» που θα ανοίξουν τις πύλες του διαστήματος στον άνθρωπο είναι ο Ρώσος Κωνσταντίνος Τσιολκόφσκι, δάσκαλος στο μικρό χωριό Καλούγκα, κοντά στη Μόσχα. Ο Τσιολκόφσκι καταλαβαίνει ότι το μόνο μέσο που επιτρέπει τη μετακίνηση στο διαστημικό κενό είναι ο πύραυλος, που βασίζεται στην αρχή «δράση = αντίδραση» του Νεύτωνα, και το 1895 διατυπώνει την περίφημη εξίσωση της πυραυλικής κίνησης. Εισηγείται ακόμη την ιδέα υγρών καυσίμων για τους πυραύλους, ειδικών στολών για την αντιμετώπιση των αντίξοων συνθηκών του διαστήματος (κενό, ψύχος), καθώς και την ιδέα πολυώροφων πυραύλων. Όμως ο Τσιολκόφσκι είναι κύρια ένας οραματιστής: τα διαστημικά ταξίδια είναι για αυτόν το μέσο και όχι ο σκοπός. Σε μια σειρά έργων του, με αποκορύφωμα το «Όνειρα του Ουρανού και της Γης» (γραμμένο το 1907), οραματίζεται την κατασκευή διαστημικών αποικιών σε τροχιά γύρω από τη Γη, την χρήση της ηλιακής ενέργειας για την πυραυλική προώθηση και για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μας γενικότερα, την εκμετάλλευση των υλικών των αστεροειδών κλπ. Η έξοδος του ανθρώπου στο διάστημα είναι κατά τη γνώμη του αναπόφευκτη και θα αποτελέσει την απαρχή μιας νέας εποχής για το ανθρώπινο είδος. Την πίστη του αυτή αποδίδει η πασίγνωστη φράση του «η Γη είναι το λίκνο της ανθρωπότητας, αλλά κανείς δεν περνάει όλη του τη ζωή στο λίκνο του». Χάρη στους προμηθεϊκούς οραματισμούς του, που συμφωνούν με την ιδέα του «νέου ανθρώπου» της μπολσεβίκικης επανάστασης, ο Τσιολκόφσκι εκλέγεται μέλος της σοβιετικής ακαδημίας επιστημών το 1918 και γνωρίζει δόξες και τιμές ως το θάνατό του το 1935. Θεωρείται γενικά σαν ο θεμελιωτής της επιστήμης της αστροναυτικής.

Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου η διαστημική ουτοπία καλλιεργείται από δυο επιφανείς εκπροσώπους της επιστημονικής και μαρξιστικής διανόησης στη Βρετανία, τον φυσικό Τζών Μπέρναλ και τον βιολόγο Τζών Μπέρτον Σάντερσον Χαλνταίην. Πιστεύοντας ότι οι φυσικές επιστήμες, συνδυασμένες με μια «επιστημονική» θεωρία της κοινωνίας (τον μαρξισμό), πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξουν τον κόσμο, οι δυο διανοητές προτείνουν τα δικά τους οράματα για το απώτερο μέλλον της ανθρωπότητας, στα οποία κυρίαρχο ρόλο παίζει το διάστημα. Στο περίφημο βιβλίο του «Ο Κόσμος, η Σάρκα και ο Διάβολος» (1927) ο Μπέρναλ οραματίζεται την μελλοντική εξάπλωση του είδους μας στο Γαλαξία μέσα σε τεράστια διαστημόπλοια, πραγματικές μικρογραφίες του «διαστημόπλοιου Γη», που θα μεταφέρουν δεκάδες χιλιάδες επιβάτες το καθένα. Στο διήγημα του «Η Τελική Κρίση» ο Χαλνταίην προβλέπει τον εποικισμό της Αφροδίτης από ανθρώπους με γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, προσαρμοσμένους στις εχθρικές συνθήκες του αδελφού-πλανήτη μας. Όχι μόνο οι φυσιολογικές αλλά και οι διανοητικές και οι ψυχολογικές ιδιότητες των εποίκων τροποποιούνται, έτσι ώστε η κοινωνία της Αφροδίτης να μοιάζει περισσότερο με μια κοινωνία δυο μυρμηγκιών όπου το συμφέρον του ατόμου υποτάσσεται «αβίαστα» στο υπέρτερο συμφέρον του είδους. Οι ιδέες του Τσιολκόφσκι, του Μπέρναλ, του Χαλνταίην και του Γουέλς (που ήταν επίσης διακεκριμένη μορφή του σοσιαλιστικού κινήματος) επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τους οραματισμούς για το διαστημικό μέλλον της ανθρωπότητας.

Σε πρακτικό επίπεδο όμως, κινητήριος μοχλός προόδου υπήρξε ο πόλεμος, «πατήρ πάντων» κατά τον Ηράκλειτο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ο 30χρονος Βέρνερ φον Μπράουν, στηριγμένος στα σχέδια του συμπατριώτη του Χέρμαν Όμπερθ (γνώστη και θαυμαστή του έργου του Τσιολκόφσκι) κατασκευάζει για τη χιτλερική Γερμανία τους πυραύλους V2 στη μυστική βάση του Πεενεμούντε. Μερικές χιλιάδες V2 πέφτουν στη Βρετανία και τρομοκρατούν τους κατοίκους της αλλά ευτυχώς δεν καταφέρνουν να αναστρέψουν τη ροή του 2ου Παγκοσμίου πολέμου. Με τη λήξη του πολέμου, ο φον Μπράουν και οι περισσότεροι συνεργάτες του μεταφέρονται στις Η.Π.Α. και οι υπόλοιποι στη Σοβιετική Ένωση, για να συμβάλουν στην ανάπτυξη των πυραυλικών συστημάτων των δυο υπερδυνάμεων. Μέσα στα πλαίσια του Ψυχρού πολέμου οι πύραυλοι χρησιμεύουν ταυτόχρονα σαν απειλητικά υπερόπλα (ικανά να εκτοξεύσουν πυρηνικές βόμβες στο έδαφος του αντιπάλου) και σαν σύμβολα τεχνολογικής υπεροχής στον ανταγωνισμό για την κατάκτηση του διαστήματος. Στον αγώνα αυτό οι Σοβιετικοί κάνουν την καλλίτερη εκκίνηση, χάρη στις ικανότητες του θρυλικού Σεργκέϊ Κορολιώφ (το όνομα του οποίου κρατήθηκε μυστικό από ολόκληρο τον κόσμο μέχρι το θάνατο του το 1966). Καταφέρνουν έτσι να στείλουν τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο (Σπούτνικ, 1957) και τον πρώτο άνθρωπο (Γκαγκάριν, 1961) σε τροχιά γύρω από τη Γη.

Όμως οι Αμερικανοί δεν αργούν να αντιδράσουν και ο πρόεδρος Τζών Φ. Κέννεντυ αναγγέλλει το 1961 το περίφημο πρόγραμμα Απόλλων, ο στόχος του οποίου επιτυγχάνεται οχτώ χρόνια αργότερα: στις 21 Ιουλίου 1969 ο Νηλ Αρμστρονγκ πραγματοποιεί τα όνειρα του Λουκιανού, του Αριόστο και τόσων άλλων, αφήνοντας το αποτύπωμα του πάνω στη Σελήνη (και στην ιστορία). Οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 αποτελούν τη χρυσή εποχή των διαστημικών οραματισμών. Μέσα σε μια δεκαετία ο άνθρωπος καταφέρνει να δαμάσει την πυρηνική ενέργεια και να κατασκευάσει πυραύλους και ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η τεχνολογική αυτή «έκρηξη» τροφοδοτεί τις μεγαλύτερες ελπίδες, τα πιο τρελά όνειρα για ένα λαμπρό μέλλον της ανθρωπότητας στο διάστημα. Η καλλίτερη περιγραφή αυτού του μέλλοντος βρίσκεται αναμφισβήτητα στη «μυθική» ταινία επιστημονικής φαντασίας «2001, η Οδύσσεια του Διαστήματος», που γυρίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στο αριστούργημα αυτό του σκηνοθέτη Στάνλευ Κιούμπρικ και του συγγραφέα Άρθουρ Κλαρκ περιγράφονται με εικόνες απαράμιλλης ομορφιάς και επιστημονικής ακρίβειας όλα τα θαυμαστά διαστημικά επιτεύγματα που οι ονειροπόλοι της δεκαετίας του ’60 περίμεναν από τον 21ο αιώνα: επανδρωμένοι διαστημικοί σταθμοί σε τροχιά γύρω από τη Γη, βάσεις στη Σελήνη, διαπλανητικά ταξίδια με πανίσχυρα διαστημόπλοια προωθούμενα με πυρηνική ενέργεια, «έξυπνοι» ηλεκτρονικοί υπερυπολογιστές, κλπ. Όμως, στα 48 χρόνια που πέρασαν από την πρεμιέρα της ταινίας, τον Ιούνη του 1968, ελάχιστη πρόοδος σημειώθηκε σε όλους αυτούς τους τομείς.

Είναι αλήθεια ότι εκατοντάδες τεχνητοί δορυφόροι περιστρέφονται σήμερα γύρω από τον πλανήτη μας, επιτελώντας ένα πλήθος λειτουργιών. Η παρατήρηση της Γης (τηλεπισκόπηση) επιτρέπει την πρόβλεψη του καιρού, τον εντοπισμό πρώτων υλών (π.χ. κοιτασμάτων πετρελαίου ή μετάλλων), την παρακολούθηση της πορείας φυσικών και ανθρωπογενών φαινομένων (κυκλώνες, πυρκαγιές, εντατική υλοτόμηση τροπικών δασών, ερημοποίηση, τρύπα του όζοντος, τήξη πολικών πάγων κλπ.) . Η μεταβίβαση ραδιοκυμάτων από και προς κάθε σημείο της Γης επιτρέπει την άμεση σύνδεση του συνόλου του παγκόσμιου πληθυσμού 3 (τηλεόραση, τηλεπικοινωνίες) και τον ακριβή εντοπισμό οποιουδήποτε οχήματος (με σημαντικές επιπτώσεις στις αεροπορικές, θαλάσσιες και χερσαίες συγκοινωνίες). Τέλος, είναι γνωστός ο ρόλος των κατασκοπευτικών δορυφόρων στο διεθνές στρατηγικό και γεωπολιτικό «παιχνίδι». Είναι αδύνατο να φανταστούμε το σημερινό, τεχνολογικό πολιτισμό μας χωρίς την ύπαρξη των εκατοντάδων επιγόνων του Σπούτνικ. Κι ωστόσο, τα «μάτια» των δορυφόρων αυτών είναι συνεχώς στραμμένα προς το «εσωτερικό διάστημα», τον πλανήτη μας, και όχι προς το εξωτερικό διάστημα που ονειρεύονταν ο Τσιολκόφσκι και ο φον Μπράουν. Είναι πολύ λίγες οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τη μεταφορά αστροναυτών στο κοντινό διάστημα (με το Διαστημικό λεωφορείο, προς το Διεθνή διαστημικό σταθμό), και έχουμε ουσιαστικά παραιτηθεί από τα σχέδια επιστροφής στη Σελήνη ή ταξιδιού στον Άρη.

Το μεγάλο εμπόδιο στο λαμπρό διαστημικό μέλλον που φανταζόμαστε στη δεκαετία του 1960 είναι η αδυσώπητη βαρυτική έλξη της Γης. Για να την υπερνικήσουν οι πύραυλοι (και το Διαστημικό λεωφορείο της ΝΑΣΑ) χρειάζονται χιλιάδες τόνους χημικών καυσίμων, με αποτέλεσμα το κόστος μεταφοράς ενός κιλού ωφέλιμου φορτίου σε τροχιά γύρω από τη Γη να ανέρχεται σε είκοσι χιλιάδες δολάρια. Με άλλα λόγια, μας χρειάζεται ένα μεταφορικό μέσο πολύ φτηνότερο και λιγότερο επικίνδυνο από τους κλασικούς πυραύλους μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να βγούμε στην άμεση διαστημική «γειτονιά» μας. Έτσι, το 1960 ο σοβιετικός μηχανικός Γιούρι Αρτσουτάνοφ προτείνει τη χρήση ενός γιγάντιου καλωδίου μήκους 36 000 χιλιομέτρων για τη σύνδεση ενός σημείου του ισημερινού της Γης με ένα «γεωστατικό» δορυφόρο (που γυρίζει γύρω από τη Γη σε 24 ώρες και σε ύψος 36 000 χιλιομέτρων, μένοντας συνεχώς πάνω από τον ίδιο τόπο). Γλιστρώντας κατά μήκος αυτού του διαστημικού ασανσέρ με υπερηχητική ταχύτητα, εκατοντάδες θαλαμίσκοι θα μετέφεραν σε μερικές ώρες ανθρώπους και φορτία σε γεωστατική τροχιά χρησιμοποιώντας ηλιακή ενέργεια για την κίνησή τους.

Μοναδικό πρόβλημα αυτής της ιδέας είναι ότι το καλώδιο θα έπρεπε να κατασκευαστεί από υλικά εκπληκτικής ελαφρότητας και αντοχής, που προς το παρόν δεν υπάρχουν. Το πιο δημοφιλές και τεκμηριωμένο σχέδιο της δεκαετίας του 1960 αφορά την κατασκευή διαστημικών αποικιών σε τροχιά γύρω από τη Γη. Ο αμερικανός φυσικός Τζέραλντ Ο’Νήλ και οι φοιτητές του τού πανεπιστημίου του Πρίνστον παρουσιάζουν το 1968 λεπτομερή σχέδια αυτών των αποικιών: δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα μπορούν όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να ζουν μόνιμα μέσα σε τεράστιες κυλινδρικές κατασκευές μήκους πολλών χιλιομέτρων, εφοδιασμένες με τεχνητές βιόσφαιρες (κλειστά, αυτόνομα συστήματα που περιλαμβάνουν ατμόσφαιρα, χλωρίδα, πανίδα και τεχνητή βαρύτητα). Αυτές οι «διαστημικές νησίδες» θα επέτρεπαν στους κατοίκους τους να ζουν σε αυτάρκεια και με τους δικούς τους νόμους, μακριά από την εξουσία των καθεστώτων της Γης και τη μόλυνση των γήινων πόλεων. Κατά κάποιο τρόπο, αποτελούν την απάντηση της φυσικής του 20ου αιώνα στις προτάσεις ουτοπικών κοινωνιών των στοχαστών του παρελθόντος.

Ο υπεραισιόδοξος Ο’Νήλ εκτιμά ότι η κατασκευή της πρώτης αποικίας θα μπορούσε να ολοκληρωθεί στη δεκαετία του 1980 και ότι το κόστος της δεν θα υπερέβαινε αυτό του προγράμματος Απόλλων, που άγγιξε τα 100 δις. δολλάρια. Όμως, μόλις το 1998 και για ένα παρόμοιο κόστος η ΝΑΣΑ αρχίζει την κατασκευή του Διεθνούς διαστημικού σταθμού, που συνεχίζεται ακόμη και που θα μπορεί να φιλοξενεί για μικρά σχετικά διαστήματα έξη αστροναύτες το πολύ, σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας… Αλλά γιατί να πάει να ζήσει κανείς έγκλειστος σε τεχνητούς διαστημικούς παράδεισους τη στιγμή που μπορεί να εγκατασταθεί στην επιφάνεια ενός πλανήτη; Είναι αλήθεια ότι η Σελήνη, ο Άρης και η Αφροδίτη είναι σχεδόν το ίδιο αφιλόξενοι με τον άδειο διαστημικό χώρο, αλλά θα μπορούσαμε ίσως να τροποποιήσουμε τις συνθήκες στην επιφάνειά τους ώστε 4 να την καταστήσουμε κατοικήσιμη από τον άνθρωπο. Πρόκειται για την ιδέα της γεωποίησης (terraforming), λέξη που επινοήθηκε από τον αμερικανό συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Τζακ Γουίλιαμσον το 1942. Ο Άρης είναι αυτός που κάνει τους επιστήμονες να ονειρεύονται, γιατί είναι το μόνο αντικείμενο του Ηλιακού συστήματος που φαίνεται ότι μπορεί πράγματι να γεωποιηθεί.

Για να το πετύχουμε, «αρκεί» σε μια πρώτη φάση να πυκνώσουμε και να θερμάνουμε την τωρινή κρύα και αραιή ατμόσφαιρά του με δισεκατομμύρια τόνους αερίων που προκαλούν το γνωστό «φαινόμενο θερμοκηπίου» (όπως το διοξείδιο του άνθρακα, που υπάρχει άφθονο στους παγωμένους πόλους του κόκκινου πλανήτη). Στη συνέχεια, θα πρέπει να εμπλουτίσουμε την ατμόσφαιρα με οξυγόνο εισάγοντας τεράστιες ποσότητες από ανθεκτικά, πρωτόγονα φυτά που δεσμεύουν το διοξείδιο του άνθρακα και εκλύουν οξυγόνο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά μακροπρόθεσμο σχέδιο, γιατί η εκτέλεσή του θα χρειαστεί τουλάχιστο μερικές χιλιετίες, σύμφωνα με τις πιο τεκμηριωμένες εκτιμήσεις. Θα είχαμε όμως στη διάθεσή μας μια δεύτερη Γη, σημαντικό όφελος στην περίπτωση που η πρώτη καταστρέφονταν από αίτια φυσικά (σύγκρουση με μεγάλο αστεροειδή) ή τεχνητά (πυρηνικό ή βιολογικό ολοκαύτωμα)…

Αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια μας κάνουν να ονειρευόμαστε, όμως οι ενδεχόμενοι επενδυτές, από τον ιδιωτικό ή το δημόσιο τομέα, έχουν ανάγκη από σχέδια που να αποφέρουν ουσιαστικό κέρδος σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Το 1968 ο βαρόνος Χίλτον, ιδρυτής της γνωστής αλυσίδας ξενοδοχείων, ονειρεύεται την κατασκευή διαστημικών ξενοδοχείων σε τροχιά γύρω από τη Γη. Σπορ σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας και περίπατοι στο διάστημα θα είναι μερικές από τις ατραξιόν που θα προτείνονται στους πελάτες. Ο αμερικανός μηχανικός Ντάντριτζ Κόουλ ξαναπιάνει το 1964 μια παλιά ιδέα του Τσιολκόφσκι και προτείνει την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου των αστεροειδών, αυτών των γιγάντιων βράχων που περιφέρονται στο Ηλιακό μας σύστημα. Τα πτητικά υλικά τους (υδρογόνο, άζωτο, οξυγόνο) θα χρησίμευαν σαν χημικά καύσιμα στους πυραύλους μας και στις τεχνητές βιόσφαιρες των διαστημικών αποικιών μας, ενώ τα βαριά μέταλλα (σίδηρος, νικέλιο, κοβάλτιο, αλουμίνιο, τιτάνιο, κλπ.) θα χρησίμευαν για την βιομηχανία της Γης και για τις διάφορες διαστημικές κατασκευές. Η εμπορική αξία ενός μέσου μεγέθους αστεροειδούς, διαμέτρου ενός χιλιομέτρου, εκτιμάται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Για την αποτελεσματική εκμετάλλευσή τους θα χρειαζόταν να μετακινήσουμε τα αντικείμενα αυτά σε περίγεια τροχιά, κάτι που θα δημιουργούσε και θέσεις εργασίας σε καινούρια επαγγέλματα, όπως αυτό του «αστρο-μεταλλωρύχου» η του «καου-μπόυ του διαστήματος»…

Ακόμη περισσότερο και από τον ορυκτό πλούτο, η ενέργεια αποτελεί το σημαντικότερο αγαθό της κοσμικής γειτονιάς μας. Ένα σπάνιο ελαφρό στοιχείο, το ήλιο-3, ανύπαρκτο στη Γη, υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα στην επιφάνεια της Σελήνης και θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν καύσιμο στους αντιδραστήρες θερμοπυρηνικής σύντηξης (που αναμένεται ότι θα κατασκευαστούν στις επόμενες δεκαετίες), προμηθεύοντας μας «καθαρή» ενέργεια για πολλούς αιώνες. Όμως η σημαντικότερη πηγή ενέργειας στο Ηλιακό μας σύστημα είναι το ίδιο το άστρο της ζωής, ο Ήλιος μας. Μόλις το ένα δισεκατομμυριοστό της κολοσσιαίας ενέργειας που εκλύει προσπίπτει στην επιφάνεια της Γης και των άλλων πλανητών, ενώ το υπόλοιπο χάνεται στα βάθη του διαστήματος. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η τρομακτική «σπατάλη», ο βρετανός Φρήμαν Ντάισον του Πανεπιστημίου του Πρίνστον (ένας από τους κορυφαίους φυσικούς του 20ου αιώνα) προτείνει το 1960 την κατασκευή ενός γιγάντιου συστήματος από ηλιακά πανώ γύρω από τον Ήλιο, έτσι ώστε να ανακτάται το σύνολο της εκπεμπόμενης ενέργειας.

Η σφαίρα του Ντάισον, όπως είναι γνωστή, θα επέτρεπε σε έναν πολιτισμό εκατομμύρια φορές πιο σπάταλο ενεργειακά από τον δικό μας να επιζήσει ως το θάνατο του Ήλιου, πέντε δισεκατομμύρια χρόνια στο μέλλον. Πρόκειται αναμφισβήτητα για το μεγαλύτερο «έργο υποδομής» που θα μπορούσαμε να φανταστούμε μέσα στο Ηλιακό μας 5 σύστημα, αλλά η κατασκευή του με τα μέσα που μπορούμε σήμερα να φανταστούμε θα απαιτούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια… Στη δεκαετία του 1960 ο πολιτισμός μας είδε να ανοίγεται μπροστά του ένας πρωτόγνωρος ορίζοντας στον ουρανό. Τα χρόνια εκείνα, μια σειρά από τεχνολογικά επιτεύγματα νομιμοποίησε στη φαντασία του κοινού και των επιστημόνων το όραμα μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από τις γήινες αλυσίδες της. Όσοι είχαν την τύχη να ζήσουν εκείνη την εποχή (κυρίως σαν έφηβοι) θυμούνται με νοσταλγία την έκσταση μπροστά στα μεγάλα «άλματα» που φαίνονταν να μας περιμένουν, μια έκσταση που δυστυχώς δεν γνώρισαν οι επόμενες γενιές.

Οι δεκαοκτώ συνολικά αστροναύτες του προγράμματος Απόλλων που ταξίδεψαν ως τη Σελήνη, απομακρύνθηκαν απο τη Γη κάπου 400 000 χιλιόμετρα. Όμως, από το 1972 (που ο τελευταίος απο αυτούς επέστρεψε από τη Σελήνη), κανένα ανθρώπινο όν δεν απομακρύνθηκε περισσότερο από τετρακόσια περίπου χιλιόμετρα από τον πλανήτη μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η χρονιά αυτή συμπίπτει με την πρώτη μεγάλη πετρελαϊκή κρίση, που σηματοδοτεί την έναρξη μιας παρατεταμένης περιόδου οικονομικής ύφεσης για την ανθρωπότητα. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης μας (δημογραφικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά, πολιτικο- κοινωνικά, κλπ) αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για την ανάπτυξη διαστημικών «ονείρων». Αλυσοδεμένο στη σκληρή καθημερινή πραγματικότητα, το ανθρώπινο είδος θα πρέπει να κάνει υπομονή στο λίκνο του. Άλλωστε, τα άστρα μπορούν ακόμη να μας περιμένουν, για εκατομμύρια χρόνια…

*Η κατάκτηση του διαστήματος: σαράντα χρόνια ουτοπίας Δημοσιεύτηκε τον Ιούλη του 2009 στην εφημερίδα του Βόλου Θεσσαλία

**Ο Νίκος Πράντζος είναι αστροφυσικός, κάτοχος Doctorat d' Etat στην πυρηνική αστροφυσική του Πανεπιστημίου Paris 7. Είναι διευθυντής έρευνας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών της Γαλλίας(CNRS), και στέλεχος στο Ινστιτούτο Αστροφυσικής του Παρισιού. Διδάσκει στο μεταπτυχιακό Τμήμα Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Paris 6.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »