Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΥΠΑΛΗΛΟΣ

Της Μαρίας Στρίγκου

Το άλλο λάμδα το ‘φαγε η κρίση. Που αργά αλλά σταθερά ροκανίζει την καθημερινότητά μας! Υπάλληλος των 270 ευρώ το μήνα. Μόνο ένα λάμδα μπορεί να πληρώσει έτσι κι αλλιώς.

Γρήγορο περπάτημα στην Πανόρμου. Πρωί Παρασκευής. Μαγαζιά κλειστά με τη γνωστή ταμπέλα «ενοικιάζεται». Άλλα με πηχιαίες επιγραφές «κλείνουμε». Πελάτες ανύπαρκτοι. Περιπατητές αρκετοί. Άλλος μιλάει μόνος του. Άλλος βρίζει μόνος του. Ένας – αμήχανος ίσως – ξύνει τα συρρικνωμένα αρχίδια του. Μπορεί και να τα ψάχνει. Δεν κατάλαβα καλά.

Οι νεολαίοι, σαγιονάρα, βερμούδα, φανελάκι, φραπεδιά, συνωστίζονται μπροστά στο περίπτερο που αναρτά σε ταμπλώ όλες τις αθλητικές εφημερίδες. Γαμάει η ομάδα και φέτος!

Είδα κι έναν ηλικιωμένο, με στολή παλαιού συνταξιούχου, γκρι πουκάμισο και παντελόνι με τσάκιση να πίνει Red Bull. Περιμένοντας να πληρώσει λογαριασμό κινητού. Τα φτερά προαιρετικά ως προς τη χρήση. Αλλά επιθυμητά.

Πίσω, στο ευαγές που εργάζομαι, άνθρωποι με την απόγνωση στα μάτια. Εργαζόμενοι με τη ρετσινιά του τεμπέλη δημόσιου υπαλλήλου. Που θα ξανά αξιολογηθούν από μία ιδιωτική εταιρεία. Που θαρρεί πως ο καρκίνος είναι reality. Και που θα μείνουν στο δρόμο. Σύντομα.

Μετράνε το μισθουλάκι και δεν τους βγαίνουν τα κουκιά. Και παθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλον, καρκίνους, εμφράγματα και εγκεφαλικά.

Τυχεροί δημόσιοι υπάλληλοι! Βολεμένοι!

Ας έρθει όποιος του βαστάει λοιπόν να δουλέψει εδώ! Για ελάτε μεγαλόστομοι! Κι είναι κι οι άρρωστοι. Που το ταμείο δεν καλύπτει όλη τους τη θεραπεία. Που το φάρμακο της σωτηρίας ή έστω της αναβολής δεν υπάρχει.

Έχει έλλειψη στην αγορά. Που φάρμακα και φαγητό μαζί δεν…

Η σύνταξη κομμένη και μισερή. Τόση ενήλικη ντροπή και τόση απαξίωση τι θα την κάνουμε φίλοι μου; Πώς θα την παλέψουμε; Και τόση κοροϊδία μέσα στα μούτρα μας; Ως πότε θα μιλάμε για καλοκαιρινά μπάνια και έρωτες του καλοκαιριού ενώ Αυτοί εκεί πάνω θα ληστεύουν τις ζωές μας;

Ο Σεπτέμβρης δεν θα φέρει μονάχα πρωτοβρόχια φέτος. Θα φέρει καταστροφές. Μα εμείς θα χαριεντιζόμαστε πάνω απ’ τα κουφάρια μας συγκρίνοντας το μαύρισμα του καλοκαιριού που φεύγει και τους έρωτες που μας σημάδεψαν πάνω στην άμμο.

Και θα πεθαίνουμε. Σα χώρα! Και σαν άνθρωποι. Που ήμασταν κάποτε…