Η ιδέα ότι η γνώση και η προσπάθεια μπορούν να αλλάξουν τη μοίρα ενός ανθρώπου υπήρξε για δεκαετίες ο πυρήνας της εκπαίδευσης. Μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στο σχολείο και την κοινωνία: διάβασε, προσπάθησε, προχώρα – και θα τα καταφέρεις. Μια υπόσχεση που δόθηκε σε γενιές παιδιών και έγινε σχεδόν αυτονόητη.
Κι όμως, τα τελευταία χρόνια, αυτή η υπόσχεση αρχίζει να ξεθωριάζει. Όχι με θόρυβο. Όχι με μια απότομη διάψευση. Αλλά σταδιακά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν μια ιδέα που φθείρεται από την καθημερινότητα.
Γιατί η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Αλλά ας δούμε το σοβαρό αυτό ζήτημα αναλυτικά και με μα σειρά
Όταν οι «άκρες» νικούν την προσπάθεια
Υπάρχει μια παλιά ιστορία για έναν βασιλιά που ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσός. Στην εκπαίδευση, όμως, το «άγγιγμα του Μίδα» δεν είναι παραμύθι. Είναι μια σιωπηλή, επίμονη πραγματικότητα. Δεν αφορά όλους – αφορά εκείνους που γεννιούνται με ένα αόρατο προνόμιο: τη "σωστή" οικογένεια, τις "σωστές" γνωριμίες, την "κατάλληλη" πολιτική ή κοινωνικο-οικονομική ταυτότητα.
Για τους υπόλοιπους, το πτυχίο παραμένει αυτό που θα έπρεπε να είναι: αποτέλεσμα κόπου, επιμονής, αϋπνίας, απογοητεύσεων και μικρών νικών. Για κάποιους άλλους, όμως, μετατρέπεται σε κάτι διαφορετικό. Σε ένα διαβατήριο ήδη σφραγισμένο. Σε μια υπόσχεση επιτυχίας που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί.
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα δει ότι η εκπαίδευση δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια γραμμή εκκίνησης. Άλλοι μεγαλώνουν σε σπίτια γεμάτα βιβλία, με γονείς που ξέρουν να ανοίγουν πόρτες, να «συστήνουν», να καθοδηγούν. Άλλοι, πάλι, παλεύουν να καταλάβουν μόνοι τους πώς λειτουργεί ένα σύστημα που δεν τους εξηγήθηκε ποτέ.
Και εκεί, ακριβώς, αρχίζει να διαμορφώνεται η διαφορά.
Το πτυχίο, θεωρητικά, είναι το μεγάλο ισοσταθμιστικό εργαλείο. Η κοινωνική υπόσχεση ότι όποιος προσπαθήσει, θα ανταμειφθεί. Όμως στην πράξη, αυτή η υπόσχεση συχνά μοιάζει να ξεθωριάζει. Γιατί το χαρτί από μόνο του δεν αρκεί. Χρειάζεται «κάτι ακόμη». Ένα τηλέφωνο. Μια γνωριμία. Μια ένταξη σε δίκτυα που δεν είναι ορατά σε όλους.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νέοι άνθρωποι, ακόμη και με υψηλές επιδόσεις, νιώθουν ότι κάτι δεν «κουμπώνει». Ότι υπάρχει ένα αόρατο ταβάνι που δεν σπάει με κόπο, αλλά με πρόσβαση. Ότι η αξιοκρατία, αν και διακηρύσσεται, εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Και εδώ γεννιέται ένα βαθύ, υπαρξιακό ερώτημα: Αξίζει τελικά η προσπάθεια;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Γιατί, ναι, η προσπάθεια αξίζει – αλλά δεν αρκεί πάντα. Και αυτή η διαπίστωση πονά. Πονά ιδιαίτερα τους νέους που μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι το σχολείο και το πανεπιστήμιο είναι δρόμοι προς μια καλύτερη ζωή.
Το πτυχίο και η πραγματικότητα: Δύο κόσμοι που δεν συναντιούνται πάντα
Στην πραγματικότητα, το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί συχνά σαν καθρέφτης της κοινωνίας. Αν η κοινωνία είναι άνιση, το ίδιο θα είναι και το αποτέλεσμα. Οι τίτλοι σπουδών δεν ακυρώνονται – αλλά φορτίζονται διαφορετικά, ανάλογα με το ποιος τους κρατά.
Ένας απόφοιτος με «βαρύ» επώνυμο ή ισχυρό δίκτυο γνωριμιών θα δει το πτυχίο του να αποκτά σχεδόν μαγικές ιδιότητες. Να ανοίγει δρόμους, να γίνεται αντικείμενο αναγνώρισης πριν ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη. Αντίθετα, ένας εξίσου ικανός –ή και ικανότερος– νέος, χωρίς αυτές τις προσβάσεις, καλείται να αποδείξει ξανά και ξανά την αξία του.
Είναι σαν να μπαίνουν στο ίδιο γήπεδο με διαφορετικούς κανόνες.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Μια πιο φωτεινή, πιο πεισματάρα. Είναι οι άνθρωποι που, παρά τα εμπόδια, επιμένουν. Που δεν εγκαταλείπουν. Που βρίσκουν τρόπους να προχωρήσουν, ακόμη και όταν το σύστημα δεν τους ευνοεί.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν το «άγγιγμα του Μίδα». Έχουν κάτι πιο βαθύ: την αντοχή. Και αυτή, όσο κι αν δεν φαίνεται άμεσα, είναι μια δύναμη που χτίζει αργά, αλλά ουσιαστικά.
Ίσως τελικά το μεγάλο στοίχημα δεν είναι να αρνηθούμε την ύπαρξη των ανισοτήτων – αλλά να τις αναγνωρίσουμε και να τις αντιμετωπίσουμε. Να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που δεν θα χαρίζει χρυσό σε λίγους, αλλά θα δίνει πραγματικές ευκαιρίες σε όλους.
Γιατί η παιδεία δεν μπορεί να είναι προνόμιο. Πρέπει να είναι δικαίωμα. Και το πτυχίο δεν πρέπει να γίνεται «χρυσό» επειδή το άγγιξε κάποιος με ισχυρές διασυνδέσεις, αλλά επειδή αντιπροσωπεύει πραγματική γνώση, προσπάθεια και αξία.
Αλλιώς, το παραμύθι του Μίδα θα συνεχίσει να γράφεται – όχι ως θαύμα, αλλά ως υπενθύμιση μιας κοινωνίας που ακόμη παλεύει να γίνει δίκαιη.
Και ίσως, στο τέλος, το πιο σημαντικό ερώτημα να μην είναι ποιος έχει το «άγγιγμα του Μίδα», αλλά ποιος έχει το θάρρος να αλλάξει το παιχνίδι.
Αυτός ο άθλιος τύπος, αυτό το χυδαίο λουμπεναριό, του οποίου η χυδαιότητα και η αθλιότητα ξεχειλίζουν σε κάθε συλλαβή που ξεστομίσει, συνεχίζει να προσβάλει τους νεκρούς των Τεμπών και να προκαλεί τους συγγενείς τους με νέα του ανάρτηση, στη οποία μάλιστα αποκαλεί “δημοσιογραφικά σκουπίδια” όσους του άσκησαν κριτική για την “απαίτησή” του να σβηστούν τα ονόματα των θυμάτων από το Σύνταγμα.
Πριν από λίγες ημέρες διερωτήθηκε «από πού κι ως πού» γράφτηκαν μπροστά από τη Βουλή τα ονόματα των νεκρών, κάλεσε ανοιχτά και δημόσια τον κ. Μητσοτάκη να πάρει «μία μπουλντόζα και μια καθαρίστρια» και να τα σβήσει, τον κατηγόρησε ότι «κακώς το επέτρεψε» και δήλωσε ότι η εικόνα «πολύ τον ενοχλεί».
Επειδή, όμως, ο ηθικός παχυδερμισμός δεν επιδέχεται ίασης, αυτός ο τύπος συνεχίζει με νέα ανάρτηση και λέει ότι οφείλει να αποκαταστήσει την… αλήθεια (!) “γιατί υπάρχουν κάποιοι εμμονικοί άνθρωποι στον χώρο της δημοσιογραφίας, τα λεγόμενα δημοσιογραφικά σκουπίδια που είναι ειδήμονες στο να παραπληροφορούν τον κόσμο και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια”.
Και συνεχίζει…” μου είναι αδιανόητο μετά από τρία χρόνια να συνεχίζει να υπάρχει αυτή η εικόνα απέναντι σε εκατομμύρια επισκέπτες, που επισκέπτονται την πατρίδα μας”.
Ολόκληρη η ανάρτηση:
“Επειδή οφείλω να αποκαταστήσω την αλήθεια γιατί υπάρχουν κάποιοι εμμονικοί άνθρωποι στον χώρο της δημοσιογραφίας, τα λεγόμενα δημοσιογραφικά σκουπίδια που είναι ειδήμονες στο να παραπληροφορούν τον κόσμο και να διαστρεβλώνουν την αλήθεια.
Η δήλωσή μου σε ό,τι αφορά το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ξεκάθαρη. Ότι ο χώρος αυτός είναι μνημείο ηρώων και όχι χώρος πολιτικής αντιπαράθεσης για πολιτικές σκοπιμότητες και για κάποιους να το εκμεταλλεύονται αυτό. Τελεία και παύλα. Και σήμερα συνεχίζω να πιστεύω αυτό.
Είναι λυπηρό, όλοι κλάψαμε, όλοι στεναχωρεθήκαμε. Αλλά μου είναι αδιανόητο μετά από τρία χρόνια να συνεχίζει να υπάρχει αυτή η εικόνα απέναντι σε εκατομμύρια επισκέπτες, που επισκέπτονται την πατρίδα μας. Αυτό ήθελα να διευκρινίσω και τίποτα άλλο. Για να αποκατασταθεί η αλήθεια.”
Προς αποκατάστασης, λοιπόν, της αλήθειας… η αλήθεια είναι πως ο Μπέος το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι αηδία!
Πάνε 34 χρόνια από τον Μάη του 1992, που ο Νίκος Γκάτσος, ένας μεγάλος ποιητής και διανοούμενος, ένας ογκόλιθος του ελληνικού τραγουδιού και όχι μόνο, «έφυγε» από κοντά μας. Αυτά τα 34 χρόνια, όμως, συνεχίζουμε να τον ανακαλύπτουμε και να συνομιλούμε μαζί του, περισσότερο απ' όλα ίσως μέσα από την ποίηση των τραγουδιών του.
Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1911 στην Ασέα Αρκαδίας, όπου και τέλειωσε το Δημοτικό, μεγαλώνοντας με την μητέρα του, αφού πριν συμπληρώσει τα πέντε του χρόνια έχασε τον πατέρα του, που πέθανε σε ένα πλοίο για την Αμερική και η σορός του πετάχτηκε στα νερά του Ατλαντικού. Το 1923 μεταβαίνει στην Τρίπολη για το Γυμνάσιο και εκεί ανακαλύπτει το θέατρο, τον κινηματογράφο, αλλά και τη λογοτεχνία στο βιβλιοπωλείο της πόλης, ενώ μαθαίνει Αγγλικά και Γαλλικά με μεθόδους αυτοδιδασκαλίας. Το 1930 εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην Αθήνα και εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών χωρίς ποτέ να ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Ωστόσο, εκείνη τη δεκαετία κάνει την πρώτη του εμφάνιση στα λογοτεχνικά δρώμενα, γνωρίζεται με τον λογοτέχνη και μελετητή Ανδρέα Καραντώνη και λίγο αργότερα με τον Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο γίνονται φίλοι, μοιράζονται κοινές λογοτεχνικές απόψεις και «ιδρύουν» ουσιαστικά τα φιλολογικά καφενεία της γενιάς τους, με πιο γνωστό στα τέλη της δεκαετίας το πατάρι του «Λουμίδη».
Η «Αμοργός» και το θέατρο
Την επόμενη δεκαετία ο Γκάτσος καθιερώνεται στα λογοτεχνικά πράγματα, αφού το 1943 εξέδωσε την «Αμοργό», το ποίημα που έμελε να σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, ενώ από το 1945 αρχίζει τις μεταφράσεις θεατρικών έργων, αρχικά του Λόρκα, αφού πρώτα είχε βαλθεί να μάθει μόνος του Ισπανικά, ορμώμενος και συγκλονισμένος από την είδηση της εκτέλεσης του ποιητή το 1936 από τους φασίστες του Φράνκο. Ο Γκάτσος ουσιαστικά είναι αυτός που έκανε γνωστό τον Λόρκα στους Ελληνες και μάλιστα για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, του απονεμήθηκε αργότερα ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης (1991). Το 1948 ο Κάρολος Κουν ανεβάζει με πρωτοφανή επιτυχία τον «Ματωμένο γάμο» στη μετάφραση του Γκάτσου, αναθέτοντας τη μουσική στον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος εγκαινιάζει έτσι τη μακρόχρονη συνεργασία του και βαθιά φιλία του με τον Γκάτσο. Παράλληλα, για τον Γκάτσο ανοίγει ένας νέος ορίζοντας στις θεατρικές μεταφράσεις, καθώς η ικανότητά του να χειρίζεται τον λόγο με ακρίβεια, έκανε το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό Θέατρο και το Λαϊκό Θέατρο να του εμπιστευτούν τις μεταφράσεις πολλών θεατρικών έργων που παραμένουν μέχρι και σήμερα «κλασικές».
Αξίζει βέβαια να σταθούμε ξεχωριστά στην «Αμοργό», το ποίημα που τον καθιέρωσε και συμπληρώθηκε, στις επόμενες εκδόσεις της μέσα στη δεκαετία του '40, με τα ποιήματα «Ελεγείο» και «Ο Ιππότης κι ο Θάνατος». Γράφει συγκεκριμένα ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»: «Ο υπερρεαλισμός, που με τα τελευταία ποιήματα του Ελύτη φαινόταν να έχει ξεπεραστεί, κάνει το 1943 μιαν αργοπορημένη και απροσδόκητη εμφάνιση στο ποίημα ενός λίγο νεώτερου, την "Αμοργό" του Νίκου Γκάτσου. Είναι το μοναδικό του ποίημα, όταν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ξάφνιασε με το καινούριο που έφερνε και άσκησε αναμφισβήτητη επίδραση στους νεώτερους. (...) Το καινούριο που έφερνε η νέα αυτή απόπειρα, ήταν η αποδέσμευση ενός πλήθους από αναμνήσεις στίχων και εκφράσεων δημοτικού τραγουδιού που ανάβρυζαν τώρα συνδυασμένες με άλλες εμπειρίες σε μια καινούρια δροσιά και παρθενικότητα και με ένα ρυθμό που σε παρέσυρε με την ένταση και τη γνησιότητά του. Σαν να άνοιγαν ρεύματα που οι νέοι ποιητές τα είχαν αποκλείσει και πότιζαν τώρα ευεργετικά τη νέα ποίηση».
Μέσα στα χρόνια της Κατοχής, τότε που «τρέμουν τα βουνά» και «θυμώνουν τα έλατα όταν η νύχτα ροκανάει τις πρόκες των κεραμιδιών να μπουν οι καλικάντζαροι»..., η «Αμοργός» σαλπίζει στίχους και συμβολισμούς Ελλάδας, αφύπνισης, αντίστασης.
«Εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει/
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις/
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει/
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου/
Ανθη πουλιά ελάφια/
Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη (...) Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι/
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο/
Λίγο στάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη»...
Ποίηση στο τραγούδι
Αυτήν την ποίηση ο Γκάτσος την μεταφέρει στο τραγούδι. Και είναι ο πρώτος που το κάνει, αρχής γενομένης το 1948, που γράφει το «Χάρτινο το φεγγαράκι» (κυκλοφορεί σε δίσκο δέκα χρόνια αργότερα). Οπως αναφέρει η σύντροφός του, Αγαθή Δημητρούκα, επίσης στιχουργός και συγγραφέας, ο Γκάτσος «άνοιξε με την ποίησή του τον δρόμο για το ποιητικό τραγούδι στην Ελλάδα», καθώς μέχρι τότε τα τραγούδια που γράφονταν από επώνυμους δημιουργούς, ήταν αισθηματικά και μονοδιάστατα, δεν είχαν ούτε στο ελάχιστο το βάθος των νοημάτων, το εύρος των συμβολισμών ή τον όγκο των εικόνων που χαρακτηρίζουν την ποίηση. Κι αντίστοιχα ο φίλος του Μάνος Χατζιδάκις έλεγε: «Πολλοί συγκαταλέγουν τον Γκάτσο ανάμεσα σε όλους εκείνους που γράφουν στίχους. Ομως αυτός δεν έχει σχέση με τους άλλους. Ο ένας ξεκινάει από την ποίηση, οι άλλοι ξεκινάνε από τους στίχους και προσπαθούν να πλησιάσουν την ποίηση, αλλά παραμένουν στιχουργοί. Ενώ ο Γκάτσος, παρόλο που στιχουργεί για να κάνει ένα τραγούδι, παραμένει πάντα ποιητής. Και στις μεγαλύτερές του στιγμές στο τραγούδι, φτιάχνει αριστουργήματα».
Ο Γκάτσος συνομιλεί και υιοθετεί τον υπερρεαλισμό (ο Ελύτης μάλιστα τον θεωρούσε εξαιρετικά κατατοπισμένο και μυημένο σ' αυτόν) όπως αυτός αναπτύχθηκε από τους Ελληνες ποιητές της εποχής του, δηλαδή αξιοποιώντας το στοιχείο του ονείρου όχι για να δημιουργήσουν παράλληλους κόσμους - καταφύγια για τους ίδιους, αλλά να κάνουν τον υπόλοιπο κόσμο να δει την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια τους και, σε ένα επόμενο στάδιο, σύμφωνα με τις υπερρεαλιστικές διακηρύξεις, να αλλάξουν τον κόσμο. Βέβαια, στην υπερρεαλιστική ποίηση εκείνης της εποχής στην Ελλάδα, που προοριζόταν για δημοσίευση και αναγνώριση, δεν μπορούμε εύκολα να βρούμε ευθείες επαναστατικές διακηρύξεις (με εξαίρεση το «Προϊστορία ή καταγωγή» του Εμπειρίκου). Από το 1929 ισχύει το «Ιδιώνυμο», έπειτα έχουμε τη δικτατορία του Μεταξά (1936), τον πόλεμο και τη γερμανική κατοχή που ακολούθησαν, καθώς και την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα στα εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια, όπου κάθε υποψία για δημόσια διάδοση επαναστατικών ιδεών τιμωρούνταν με φυλάκιση και εξορία.
Ετσι είναι το στοιχείο του ονείρου που εμφανίζεται ως συνώνυμο της ελπίδας, ως όχημα του εκάστοτε ποιητικού υποκειμένου προς ένα καλύτερο μέλλον, έναν πιο δίκαιο κόσμο. Σε καμία περίπτωση όμως ο Γκάτσος δεν δημιουργεί ιδεατούς κόσμους. Αντίθετα, ξέρει καλά πόση «δουλειά και χαμαλίκι και βρώμα κι απλυσιά» κυριαρχεί στον κόσμο, πόσα βάσανα έχει η ζωή, μια διαπίστωση που όλο επανέρχεται στους στίχους του. Τραγουδάει, λοιπόν, τα βάσανα του λαού, αλλά και την ελπίδα του, κυνηγώντας πάντα τον ήλιο, το φως.
Συνεργάζεται σταθερά με τον Μάνο Χατζιδάκι, κάνει μεγάλες επιτυχίες και με τον Μίκη Θεοδωράκη, συναντιέται μουσικά επίσης με τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη κ.ά. κάνοντας τραγούδια που αγαπιούνται και βρίσκονται σε όλα τα στόματα, γιατί ο κόσμος, οι ακροατές εντοπίζουν σε αυτά τον εαυτό τους, την ιστορία τους, τους πόνους και τις ελπίδες τους.
Πολλά από τα τραγούδια του κόβονται ή αλλάζονται από τη λογοκρισία. Π.χ. το «Πάει ο καιρός» απαγορεύτηκε από τη χούντα και κυκλοφόρησε με άλλους στίχους το 1971, ή ακόμα πιο χαρακτηριστικά το «Στο Λαύριο γίνεται χορός» κυκλοφόρησε αρχικά με τροποποιημένους στίχους το 1965, απαγορεύτηκε από τη χούντα και κυκλοφόρησε αργότερα με τους αρχικούς του στίχους. Λέγεται μάλιστα ότι αυτό το τραγούδι γράφτηκε στο κτίριο «Ευτέρπη» στο Λαύριο, που τις δεκαετίες του '50 και του '60 χρησιμοποιούνταν για χορούς και συναυλίες, νωρίτερα όμως, για τρία χρόνια από το 1947 στεγάστηκε εκεί στρατοδικείο, όπου δικάζονταν εκατοντάδες κομμουνιστές και στέλνονταν στη Μακρόνησο, στοιχείο όπου προφανώς παραπέμπει ο Γκάτσος με τους αρχικούς του στίχους: «Ψυχή στο βράχο καρφωμένη με εφτά καρφιά μπόρα σκληρή σε περιμένει και μια συννεφιά»...
Μετά την πτώση της χούντας, ο πολιτικός λόγος του Γκάτσου δεν είναι πια σπάνιος ή συγκαλυμμένος, αλλά παίρνει όλο και περισσότερο θέση με τη μεριά αυτών που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Ορόσημο είναι ο δίσκος «Νυν και Αεί», σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, λίγο αργότερα η «Αθανασία» του Μάνου Χατζιδάκι κ.ά. Εξάλλου, τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα οι περισσότεροι δίσκοι με πολιτικό τραγούδι, καθώς ο πολιτικός στίχος πλέον είναι έως και «επιβεβλημένος» από το κοινό της εποχής και κατ' επέκταση από τις δισκογραφικές εταιρείες που πιάνουν το κλίμα. Οντας σε ώριμη ηλικία, ο Γκάτσος μιλάει πλέον ελεύθερα και εκφράζει την ιδεολογική του συμπόρευση με τους ανθρώπους που όλα τα προηγούμενα χρόνια αγωνίστηκαν για να αλλάξουν τον κόσμο. Ταυτόχρονα παίρνει θέση σε σύγχρονά του θέματα και προβλήματα της εποχής του (π.χ. «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», «Τρεις Αμερικάνοι» κ.ά.). Μιλάει στους αδύναμους, στους εκμεταλλευόμενους, αυτούς που έβαλαν «την έγνοια προσκεφάλι» καλώντας τους «πάνω στου κόσμου την πληγή ήρθ' ο καιρός ήρθ' ο καιρός να ξαναχτίσετε τη γη».
Ιστορικά, αποτίει φόρο τιμής στους αγωνιστές και τους εκτελεσμένους της Αντίστασης, μιλάει για τη γερμανική κατοχή, τους εξόριστους κ.λπ. Η Κοκκινιά, η Καισαριανή κ.ά. χαρακτηριστικά τοπωνύμια των ναζιστικών εκτελέσεων και μαρτυρικοί τόποι, εμφανίζονται στους στίχους του ως τόποι συλλογικής μνήμης και χρησιμοποιούνται ως σύμβολα κάθε πράξης αντίστασης που κατέληξε σε θυσία. Θυσία που καρπίζει για το μέλλον...
«Εμείς που μείναμε στο χώμα το σκληρό για τους νεκρούς θ' ανάψουμε λιβάνι (...) στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό (...) θα βγούμε μια βραδιά στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι (...) θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι και κούνια για τ' αγέννητα παιδιά». Και όπως ξεκαθαρίζει, αυτό το μέλλον δεν θα έρθει με υποσχέσεις ότι «θα αλλάξουν οι καιροί», αλλά με συθέμελη σύγκρουση, γιατί «με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»...
Με αφορμή την εύρεση του θαλάσσιου drone στη Λευκάδα, μια «ανώτατη διπλωματική πηγή» έλεγε σύμφωνα με το «Βήμα» ότι «ζούμε έναν πόλεμο χωρίς σύνορα.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο θέατρο πολέμου, μιλάμε για διεύρυνση των επιχειρήσεων».
Αλήθεια, όμως, τι βάζει την Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον «πόλεμο χωρίς σύνορα»;
Είναι ή δεν είναι η εμπλοκή στα ευρωατλαντικά σχέδια, από την Ουκρανία και τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, την Ερυθρά και τον Περσικό Κόλπο;
Είναι ή δεν είναι η μάχη για τον έλεγχο των εμπορικών και ενεργειακών δρόμων που μετατρέπει στεριά και θάλασσα σε απέραντο ναρκοπέδιο;
Είναι ή δεν είναι τα συμφέροντα της αστικής τάξης το «φύλλο πορείας» που στέλνει τις Ενοπλες Δυνάμεις στον «πόλεμο χωρίς σύνορα»;
Είναι ή δεν είναι οι επικίνδυνες πολεμικές συμφωνίες, όπως αυτές με την Ουκρανία, που μετατρέπουν σε «κανονικότητα» το σουλάτσο πολεμικών μηχανών στις ελληνικές θάλασσες, με τον υπουργό Αμυνας να διαβεβαιώνει ότι «ξέρουμε τι είναι»;
Αλήθεια, μετά απ' όλα αυτά, τι έγιναν οι διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι «τα μέτωπα του πολέμου είναι μακριά»;
Οταν στριμώχνονται από τα αδιέξοδα της πολιτικής τους, οι διάφοροι κυβερνητικοί «Κλουζώ» επενδύουν στη μεγάλη εικόνα του πολέμου και των ανταγωνισμών, που πράγματι δεν έχουν σύνορα.
Είναι βαθιά γελασμένοι αν νομίζουν ότι έτσι θα ξεφύγουν από τις εγκληματικές ευθύνες τους για τους τεράστιους κινδύνους στους οποίους εκθέτουν τον λαό.
Μαθήματα ...πατριωτισμού παραδίδει η κυβέρνηση, αποσπώντας πανάξια το χειροκρότημα από την «πατρίδα» στην οποία απευθύνεται: Των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που η εμπλοκή στα πολεμικά σχέδια των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ και στους ανταγωνισμούς με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι τρόπος ύπαρξης για την κερδοφορία τους την εποχή που ο κόσμος φλέγεται από τις συγκρούσεις για το ξαναμοίρασμα πηγών, αγωγών, δρόμων, αγορών και σφαιρών επιρροής.
Σ' αυτήν την «πατρίδα» απευθυνόταν ο υπουργός Αμυνας από το προσυνέδριο της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη, όταν δήλωνε «υπερήφανος» στην ομιλία του επειδή οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις συμμετέχουν σε 7 ευρωατλαντικές αποστολές έξω από τα σύνορα. Τις απαρίθμησε μάλιστα για να εμπεδώσουν όλοι τη «σταθερότητα» και την «ασφάλεια» που απολαμβάνει η χώρα από τις ...«ειρηνευτικές αποστολές» στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, στο Κόσοβο, στη Σαουδική Αραβία, την αντιπυραυλική κάλυψη της Βουλγαρίας.
Ανέφερε επίσης την πολεμική αποστολή στην Κύπρο, και βέβαια τις ναυτικές επιχειρήσεις βόρεια της Λιβύης και στην Ερυθρά. «Συνολικά διεξάγουμε, είτε μόνοι μας είτε με άλλους, 7 επιχειρήσεις έξω από τα σύνορά μας! Ουδέποτε στην Ιστορία του ο Ελληνισμός μπόρεσε να το κάνει αυτό, και είμαστε περήφανοι, είμαστε βαθιά περήφανοι γι' αυτό», αναφώνησε ο υπουργός Αμυνας, παραληρώντας για την «εξωστρέφεια» των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Αυτό που δεν είπε είναι ότι η πατρίδα του λαού, των εκατομμυρίων ανθρώπων του μόχθου, δεν έχει τίποτα να κερδίσει από αυτές τις αποστολές. Αλλωστε, η Ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα που δείχνουν πως τέτοιες στιγμές ...υπερηφάνειας για την αστική τάξη, τα κόμματα και τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της κατέληξαν σε όλεθρο, καταστροφή και δυστυχία για τους εργαζόμενους και τον λαό.
Βαλκάνια - Ερυθρά - Μέση Ανατολή - Ανατολική Μεσόγειος... Στα πιο «καυτά» σημεία, εκεί που η αστική τάξη θέλει να κατοχυρώσει και να επεκτείνει τον ζωτικό της χώρο στους ανταγωνισμούς που οξύνονται, η κυβέρνηση δηλώνει «παρούσα» και στρατιωτικά, διεκδικώντας μεγαλύτερο μερτικό από την ιμπεριαλιστική λεία. Αυτός είναι ο «πατριωτισμός» των καπιταλιστών, των κυβερνήσεων και των κομμάτων τους...
Τα ίδια είχε πει νωρίτερα ο Κυρ. Μητσοτάκης στην ομιλία του: «Πατριωτισμός δεν είναι οι κραυγές, τα βαρύγδουπα συνθήματα στα τηλεοπτικά παράθυρα, (είναι) τα Rafale (...) τα αναβαθμισμένα F-16, τα πρώτα F-35, 5ης γενιάς, τα οποία περιμένουμε σε δύο χρόνια από τώρα (...) η φρεγάτα "Κίμων", το πιο σύγχρονο πλοίο αυτή τη στιγμή στη Μεσόγειο, η πρώτη από τις τέσσερις συνολικά Belharra που θα διαθέτει το Πολεμικό Ναυτικό σε 18 μήνες από τώρα (...) "κόσμημα" του Πολεμικού μας Ναυτικού (...) (είναι) η "Ασπίδα του Αχιλλέα"».
Με άλλα λόγια, όπως εξήγησε ο πρωθυπουργός, «πατριωτισμός» είναι «ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εξοπλιστικό πρόγραμμα ύψους σχεδόν 28 δισεκατομμυρίων ευρώ» που τρέχει η κυβέρνηση, με συμμαχίες και συμπράξεις με τα μονοπώλια της ΕΕ, των ΗΠΑ και του Ισραήλ, επιταχύνοντας την προετοιμασία της χώρας για ενεργότερη συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με καταμερισμό στον επιθετικό σχεδιασμό της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική του πτέρυγα, με «ορίζοντα» τον Ινδικό Ωκεανό.
Αν κάτι επιβεβαιώνεται ξανά και ξανά είναι η προσπάθεια της αστικής τάξης να αποσπάσει τη συναίνεση ή την ανοχή του λαού στα καταστροφικά της σχέδια, που περνάνε μέσα από τα ναρκοπέδια των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων.
Βαφτίζουν «πατριωτισμό» την υποταγή σε νέες θυσίες που απαιτούν κράτος και κεφάλαιο για να χρηματοδοτούν την πολεμική οικονομία. Τον συμβιβασμό με τις πολεμικές ανατιμήσεις και τα «στοχευμένα» ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι της κερδοφορίας. Τη νομιμοποίηση της μεγαλύτερης εμπλοκής στον πόλεμο, που δεν έχει πορεία επιστροφής. «Πατριωτική» στάση είναι «τα κεφάλια μέσα», τώρα που διακυβεύονται πολλά για το κεφάλαιο, όχι με συμβιβασμούς και εύθραυστες συμφωνίες που εξαντλήθηκαν, αλλά με την ισχύ των όπλων...
Αληθινός πατριωτισμός είναι όμως το ακριβώς αντίθετο. Είναι σ' αυτές τις συνθήκες να σηκώνει ο λαός το μπόι του ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στην ελληνική εμπλοκή. Να στέκεται απέναντι στις πολεμικές δαπάνες και να διεκδικεί να μην πληρώσει αυτός τα σπασμένα.
Γνήσιος πατριωτισμός είναι η διεθνιστική αλληλεγγύη σε κάθε λαό που βρίσκεται στη δίνη του πολέμου, στους γείτονες λαούς που δίνουν κι αυτοί τον αγώνα ενάντια στον κοινό αντίπαλο. Πατριωτισμός είναι η πάλη ενάντια στις πραγματικές αιτίες και στους ενόχους του πολέμου και της εμπλοκής, ενάντια στον σάπιο καπιταλισμό, που είναι ικανός για το μεγαλύτερο έγκλημα προκειμένου να λαδώσει τη μηχανή του κέρδους...
Ζούμε σε εποχή που οι «σωτήρες» ξεφυτρώνουν πιο γρήγορα κι από stories στο κινητό. Μιλούν για «αλλαγές», «μεταρρυθμίσεις», «νέες αρχές», σαν να ανακάλυψαν τώρα τον τροχό και την ανάγκη να γυρίζει. Πίσω από τα μεγάλα λόγια και τις σκηνοθετημένες δηλώσεις κρύβεται η γνώριμη παλιά ιστορία, της ανακύκλωσης του ίδιου έργου με διαφορετικούς πρωταγωνιστές κάθε φορά. Οι κορόνες για τα σκάνδαλα και η δήθεν αγανάκτηση μπροστά στις κάμερες ξεκουφαίνουν - όχι για να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά για να μοιραστούν οι ρόλοι της παράστασης.
Από τη μία οι «αθώοι και τίμιοι» που παλεύουν για τη διαφάνεια και από την άλλη οι «ένοχοι και κακοί» που προσωρινά εκτίθενται, μέχρι να έρθει η σειρά των πρώτων. Ενα παιχνίδι εντυπώσεων, όπου η ουσία χάνεται κάτω από τόνους κραυγών και ψευτοαντιπαραθέσεων. Τα δίπολα στήνονται με ακρίβεια χειρουργού: «Πρόοδος ή οπισθοδρόμηση», «σταθερότητα ή χάος», «ευθύνη ή λαϊκισμός». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την ίδια επιλογή σε διαφορετική συσκευασία.
Οσο για τη λέξη «σταθερότητα», αυτή έχει καταντήσει το πιο πολυχρησιμοποιημένο άλλοθι. Κυβέρνηση και συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση την επικαλούνται, σαν να πρόκειται για ιερό δόγμα. Σταθερότητα στην οικονομία, σταθερότητα στους θεσμούς, σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις. Μόνο που στη γλώσσα τους, σταθερότητα σημαίνει ακινησία. Μια ακινησία που πληρώνεται ακριβά από εκείνους που δεν συμμετέχουν στα τραπέζια των αποφάσεων. Γιατί όσο οι «νέοι Μεσσίες» σχεδιάζουν το μέλλον, οι πολλοί καλούνται να χρηματοδοτήσουν το παρόν τους, με αυξήσεις, φόρους, περικοπές και ανασφάλεια.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, οι σωτήρες που λέγαμε εμφανίζονται ως φορείς ελπίδας. Παλεύουν να εκφραστούν σε μια γλώσσα πιο σύγχρονη, πιο «φιλική», πιο κοντά στην καθημερινότητα. Αρέσκονται σε λέξεις όπως «καινοτομία και πρόοδος», «βιωσιμότητα και ασφάλεια», «συμπερίληψη και ευαισθησία».
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι η ευκολία με την οποία κατασκευάζονται οι εχθροί, αφού κάθε αφήγημα χρειάζεται τον αντίπαλό του. Κάποιον δηλαδή που υπονομεύει, που απειλεί, που φταίει. Ετσι, η συζήτηση μετατοπίζεται. Δεν μιλάμε πια για τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων, αλλά για το ποιος διαχειρίζεται καλύτερα την εικόνα του. Πόσο περισσότερους παραπλανά και αποπροσανατολίζει, πόσο πιο γρήγορα οι ευθύνες διαχέονται και οι αιτίες θολώνουν.
Οι νέοι «σωτήρες» θεωρούν ότι έχουν μάθει καλά το παιχνίδι της επικοινωνίας, ότι ξέρουν πότε να μιλήσουν, πότε να σωπάσουν, πότε να συγκρουστούν και πότε να συναινέσουν. Διαχειρίζονται την εικόνα τους με την ίδια προσοχή που μια εταιρεία διαχειρίζεται το brand της. Και έτσι η πολιτική μετατρέπεται σε προϊόν. Ενα προϊόν που πρέπει να πουληθεί, να πλασαριστεί, να καταναλωθεί.
Και ο πολίτης; Πελάτης. Οχι συμμέτοχος, όχι δημιουργός, αλλά αποδέκτης ενός κακόγουστου θεάματος, όπως αυτό στη Βουλή, όπου δήθεν οι τόνοι ανεβαίνουν, τα χέρια χτυπούν τα έδρανα απειλητικά, οι ύβρεις εκτοξεύονται, τα ουρλιαχτά τρυπάνε τα αυτιά και οι δήθεν «συγκρούσεις» των θερμόαιμων μολύνουν τα βράδια, την έννοια της ενημέρωσης.
Θεατρινισμοί με τους «σφαγμένους» να αγκαλιάζονται
Ετσι, παρατηρούμε το πιο κακοπαιγμένο δράμα. Λόγια βαριά, καταγγελίες, αποχωρήσεις και γυρολόγοι που πηδάνε - σαν αφιονισμένα καγκουρό - από κόμμα σε κόμμα. Από άσυλο σε άσυλο.
Κι όμως, μόλις τελειώσουν Επιτροπές και Ολομέλειες και σβήσουν τα φώτα, η ένταση εξατμίζεται. Οι ίδιοι που λίγο πριν «σφάζονταν», βρίσκουν κοινό τόπο σε κρίσιμα νομοσχέδια, σε αποφάσεις που περνούν αθόρυβα και βαραίνουν την κοινωνία. Ενα πολιτικό θέατρο που εξαντλείται στην εικόνα, αφήνοντας την ουσία ανέγγιχτη.
Και μετά έρχονται οι συμβολισμοί. Τα γαρύφαλλα στην Καισαριανή, οι φωτογραφίες με φόντο την Ιστορία, οι δηλώσεις για «σεβασμό» και «μνήμη». Από ανθρώπους και χώρους που δεν δίστασαν να βάλουν την υπογραφή τους σε μνημόνια, σε πολιτικές που συνέθλιψαν ζωές, που μετέτρεψαν την αξιοπρέπεια σε αριθμούς. Που αλλάζουν ιδεολογίες σαν τα πουκάμισα, ανάλογα με το ...αντίτιμο. Η Ιστορία όμως δεν είναι σκηνικό για δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι φόντο για πολιτική ανακύκλωση. Κι όταν χρησιμοποιείται έτσι, εκείνη ευτελίζεται και οι γυρολόγοι γελοιοποιούνται.
Στο μεταξύ, τα πραγματικά προβλήματα δεν περιμένουν. Οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται, η ανασφάλεια μεγαλώνει. Κι όμως, η συζήτηση επιμένει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος μπορεί να εγγυηθεί καλύτερα τη «σταθερότητα». Λες και δεν έχει σημασία προς ποια κατεύθυνση κινείται μια κοινωνία, αρκεί να μην... ταράζεται.
Οι θεσμοί, που υποτίθεται ότι προστατεύουν τη δημοκρατία, γίνονται συχνά μέρος του ίδιου παιχνιδιού. Ατέρμονες συζητήσεις για το αν πρέπει να είναι πιο «ευέλικτοι» ή πιο «αυστηροί», πιο «κεντρικοί» ή πιο «αποκεντρωμένοι». Η ουσία, όμως, ανέγγιχτη: Ποιος έχει τον έλεγχο και προς όφελος ποιου; Γιατί όποια κι αν είναι η μορφή, το περιεχόμενο καθορίζεται αλλιώς. Από αλλού. Από άλλους. Και μέσα σε όλα αυτά, η κοινωνία καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε εκδοχές του ίδιου μοντέλου.
Να πιστέψει ξανά σε πρόσωπα που υπόσχονται ότι αυτήν τη φορά θα είναι διαφορετικά.
Να ελπίσει ότι οι «νέοι» δεν θα γίνουν σαν τους «παλιούς» (μια ελπίδα που ανακυκλώνεται, όπως ακριβώς και τα πρόσωπα).
Ισως ένα από τα πιο ανατριχιαστικά στοιχεία της εποχής είναι αυτή η αντίφαση, ότι ποτέ δεν μιλήσαμε τόσο πολύ για αλλαγή και ποτέ δεν είδαμε τόση λίγη. Οι λέξεις περισσεύουν, οι πράξεις σπανίζουν. Οι εξαγγελίες πληθαίνουν, τα αποτελέσματα καθυστερούν. Και οι «μεσσίες» και «σωτήρες» συνεχίζουν να εναλλάσσονται, κρατώντας ζωντανό το ίδιο έργο.
Οι επαγγελματίες της ελπίδας
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι ποιος απ' όλους αυτούς θα σώσει την κατάσταση... Είναι αν κάποιοι θα συνεχίσουν να τους ψάχνουν. Αν θα δεχτούν ότι η πολιτική δεν είναι θέαμα, αλλά συμμετοχή. Οτι δεν είναι υπόθεση λίγων, αλλά ευθύνη πολλών. Και ότι τα «οράματα» δεν κρίνονται από τα λόγια, αλλά από το ποιον υπηρετούν. Τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν οι «σωτήρες». Το πρόβλημα είναι ότι περισσεύουν. Περισσεύουν οι πρόθυμοι διαχειριστές, οι ευέλικτοι μεταρρυθμιστές, οι επαγγελματίες της ελπίδας που αλλάζουν λέξεις αλλά όχι κατεύθυνση, προϊσταμένους και συμφέροντα. Και όσο η συζήτηση εγκλωβίζεται στο ποιος θα κρατήσει καλύτερα το τιμόνι και όχι στο προς τα πού πάει αυτό το καράβι και ποιοι πληρώνουν ακριβά το εισιτήριο, τα παγόβουνα θα πολλαπλασιάζονται.
Μέσα λοιπόν σε αυτό το τοπίο στην ομίχλη, όπου οι συγκρούσεις είναι προσχηματικές και οι συμβολισμοί εργαλειακοί, ξεχωρίζουν εκείνοι που δεν έμαθαν να αλλάζουν ρόλους ανάλογα με το κοινό που παρακολουθεί.
Αυτοί που δεν άλλαξαν γραμμή για να χωρέσουν στα δελτία των 8 και να τα εξυπηρετήσουν. Που δεν έμαθαν να μιλούν με μισόλογα, ούτε να βαφτίζουν την εκμετάλλευση «ανάπτυξη».
Οι κομμουνιστές - είτε συμφωνεί κανείς μαζί τους είτε όχι - δεν εμφανίζονται περιστασιακά σε «ιερούς τόπους» για να φωτογραφηθούν με γαρύφαλλα και ...μελαγχολία στο βλέμμα, ούτε μεταμορφώνονται σε «αντισυστημικούς» όταν τους βολεύει.
Δεν υπέγραψαν μνημόνια για να τα καταγγείλουν αργότερα με στόμφο, ούτε συμμετείχαν στο θέατρο της εναλλαγής.
Δεν εμφανίστηκαν τώρα, δεν ανακάλυψαν ξαφνικά τις «ανισότητες», δεν θυμήθηκαν τον λαό προεκλογικά. Στέκονται διαχρονικά απέναντι στο ίδιο σύστημα το οποίο οι άλλοι απλώς διαχειρίζονται με διαφορετικό προσωπείο.
Δεν υπόσχονται εύκολες λύσεις, ούτε χαϊδεύουν αυτιά.
Δεν έχουν χορηγούς, δεν μιλούν για «ανώδυνες μεταβάσεις» και «ισορροπίες», που στην πράξη σημαίνουν υποχωρήσεις.
Μιλούν για σύγκρουση, για ανατροπή, για έναν άλλο δρόμο, που δεν χωρά στις φόρμες της αγοράς. Και γι' αυτό ενοχλούν. Γιατί δεν μπορούν να τους ενσωματώσουν, ούτε να γίνουν συμπλήρωμα και δεκανίκι σε κυβερνητικά σχήματα.
Θέαμα ή ουσία;
Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν ρευστά, που οι θέσεις, οι σύμμαχοι και οι απόψεις αλλάζουν σαν τις τιμές στα σούπερ μάρκετ, η σταθερότητα της στάσης των κομμουνιστών (όχι η «σταθερότητα» που αναμασούν οι άλλοι) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ως σημείο αναφοράς. Ως υπενθύμιση ότι υπάρχει και πολιτική χωρίς εκπτώσεις, χωρίς μεταμφιέσεις, χωρίς τη δέσμευση να βολεύει τους λίγους.
Η έντιμη στάση τους μπορεί να είναι αιχμηρή, συχνά ενοχλητική, αλλά παραμένει σταθερή. Σε μια πολιτική σκηνή όπου οι ρόλοι αλλάζουν και οι γραμμές θολώνουν, αυτή η συνέπεια δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν είναι μόνο λόγια και εικόνες, αλλά και αγώνας και επιλογές με κόστος. Και, τελικά, ο καθένας καλείται να διαλέξει. Θα αρκεστεί στο θέαμα ή θα αναζητήσει την ουσία πίσω από αυτό;
Τι σου κάνει ένα άσκοπο σκρολάρισμα στις 2 τα ξημερώματα… Εκεί που λες «ας δω ένα βίντεο ακόμα πριν κοιμηθώ» και ξαφνικά βρίσκεσαι να κοιτάς έναν πατέρα να κλαίει μπροστά στους γιους του και να προσπαθείς να καταπιείς έναν κόμπο στον λαιμό.
Ξεκίνησε σαν ένα αθώο παιχνίδι αλλά κατέληξε διαφορετικά. Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω όσο πιο καλά γίνεται. Λέγεται «Take on step forward». Είναι ενας πατέρας με τα παιδιά του και κάποιος πίσω από την κάμερα τους ζητά να κάνουν ένα βήμα μπροστά όποιος άκουγε από τον πατέρα του εξής…ότι ήταν περήφανος για τον ίδιο, αν είχε υπάρξει εκεί για αυτούς. Αν τους πήγε σχολείο. Αν τους είπε «σ’ αγαπώ». Αν τους έκανε να νιώσουν περήφανοι για τον εαυτό τους. Και όσο τα παιδιά προχωρούσαν μπροστά, ο πατέρας έμενε πίσω . Επειδή ο ίδιος δεν τα είχε ζήσει όλα αυτά σαν παιδί. Μέχρι που λύγισε. Και ξέρεις κάτι; Δεν νομίζω ότι έκλαιγε μόνο για όσα έκανε ή δεν έκανε ως πατέρας. Έκλαιγε και για το παιδί που ήταν κάποτε ο ίδιος.
Πολλοί άντρες μεγάλωσαν σε σπίτια όπου η αγάπη υπήρχε, αλλά δεν λεγόταν. Υπήρχε στο «έφαγες;», στο «πρόσεχε», στο «διάβασες;» στο να δουλεύει κάποιος μέχρι εξάντλησης για να μη λείψει τίποτα από το σπίτι. Αλλά όχι στην αγκαλιά. Όχι στο «είμαι περήφανος για σένα». Όχι στο «σ’ αγαπώ». Και κάπως έτσι, γενιές ανθρώπων έμαθαν να αγαπούν χωρίς να ξέρουν πώς να το δείχνουν.
Στην ψυχοθεραπεία βλέπεις συχνά αυτό το τραύμα. Άντρες που δεν έμαθαν ποτέ να μιλούν για το συναίσθημα γιατί κάθε ευαλωτότητα κάποτε αντιμετωπίστηκε σαν αδυναμία. Πατέρες που έδωσαν τα πάντα οικονομικά αλλά δεν ήξεραν πώς να δώσουν συναισθηματική ασφάλεια γιατί κανείς δεν τους την έδωσε πρώτα. Το να καταλάβεις τον πόνο των γονιών σου δεν σημαίνει ότι παύει να πονά ο δικός σου. Αλλά πολλές φορές αυτή η κατανόηση είναι η αρχή για να σταματήσει ο κύκλος. Γιατί κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή. Κάποιος πρέπει να μάθει να λέει «σ’ αγαπώ» χωρίς να νιώθει άβολα. Κάποιος πρέπει να αγκαλιάσει το παιδί του χωρίς να φοβάται ότι θα το «κακομάθει» ή θα τον κάνει μαλθακό. Κάποιος πρέπει να μάθει ότι η δύναμη δεν είναι να μη λυγίζεις ποτέ. Είναι να μπορείς να λυγίσεις μπροστά σε αυτούς που αγαπάς χωρίς να ντρέπεσαι. Η μεγαλύτερη θεραπεία ίσως τελικά να μην είναι να μεγαλώσεις χωρίς τραύματα. Ίσως είναι να σταματήσεις να τα κληροδοτείς.
Με αφορμή τη μέρα της Μητέρας «….Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου…» Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον
«…Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιέ μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε. Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι, ― όλοι στητοί και δυνατοί και σαν κ’ εσένα ωραίοι. Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο, ― το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο. Και γώ η φτωχή και γώ η λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ όλους, με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους Και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια που μούκαναν της όψης σου το κρούσταλλο συντρίμμια. Κι ακολουθάς και συ νεκρός, κι ο κόμπος του λυγμού μας δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας. Κι ως τόθελες (ως τόλεγες τα βράδια με το λύχνο) ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω. Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθεια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιον αντικρύζω. Γιέ μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου, σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου, εσύ, πουλί μου»
“Κάθε άνθρωπος που αγαπά την ελευθερία, χρωστάει στον Κόκκινο Στρατό περισσότερα από ό,τι μπορεί ποτέ να πληρώσει…” (Ερνεστ Χεμινγουέι).
Ήταν Γενάρης του 1927 όταν ο υψηλός προσκεκλημένος έφτανε στη Ρώμη και απευθυνόταν στον Μουσολίνι με τα παρακάτω λόγια:
«…Το κίνημά σας πρόσφερε υπηρεσία σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο μεγάλος φόβος που διακατείχε τον δημοκρατικό ηγέτη ή ηγέτη της εργατικής τάξης ήταν η πιθανότητα να υπονομευτεί ή να υπερθεματιστεί από κάποιον πιο ακραίο από αυτόν. Φαίνεται ότι μια συνεχής μετακίνηση προς τα αριστερά, ένα είδος αναπόφευκτης διολίσθησης στην άβυσσο, ήταν το χαρακτηριστικό όλων των επαναστάσεων.
Η Ιταλία έδειξε ότι υπάρχει ένας τρόπος να παλέψεις τις ανατρεπτικές δυνάμεις, ένας τρόπος που μπορεί να κινητοποιήσει την πλειοψηφία του κόσμου, η οποία κατάλληλα καθοδηγούμενη, μπορεί να εκτιμήσει και να θελήσει να υπερασπίσει την τιμή και τη σταθερότητα των πολιτισμένων κοινωνιών.
Η Ιταλία παρείχε το απαραίτητο αντίδοτο στο ρώσικο δηλητήριο. Από δω και στο εξής, κανένα μεγάλο έθνος δεν θα μείνει χωρίς το έσχατο μέσο προστασίας απέναντι στην ανάπτυξη καρκινωμάτων…
Αν ήμουν Ιταλός θα ήμουν με όλη την καρδιά μαζί σας, από την αρχή μέχρι το τέλος, στη θριαμβευτική σας μάχη ενάντια στις βάρβαρες ορέξεις και τα πάθη του Λενινισμού.
Το κίνημα σας έχει προσφέρει μια υπηρεσία σε όλο τον κόσμο. Έχει δώσει σε όλο τον κόσμο το απαραίτητο αντίδοτο στο Ρωσικό δηλητήριο…» (Tom Behan, “Arditi del Popolo: Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης”, εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο).
Ο ένθερμος οπαδός του Μουσολίνι, αυτός ο λάτρης του φασισμού, ο άνθρωπος που «με όλη του την καρδιά» τασσόταν στο πλευρό των μελανοχιτώνων έναντι των κομμουνιστών και της Σοβιετικής Ένωσης, δεν ήταν άλλος από τον Μέγα Θησαυροφύλακα. Ήταν ο υπουργός Οικονομικών εκείνη την εποχή της Βρετανίας. Ο… Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Ένα χρόνο μετά την κατάληψη από τους Ναζί της εξουσίας στη Γερμανία, τον Γενάρη του 1934, ένα χρόνο μετά την κατάληψη από τους Ναζί της εξουσίας στη Γερμανία, το καλοζωισμένο ακροατήριο χειροκροτούσε με ανυπόκριτο ενθουσιασμό τα παρακάτω λόγια:
«Ο Εθνικοσοσιαλισμός απελευθέρωσε τον Γερμανό εργάτη από τη μέγγενη ενός δόγματος (σσ: του κομμουνισμού δόγματος) που ήταν βασικά εχθρικό τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο.
Ο Αδόλφος Χίτλερ επέστρεψε τον εργάτη στο έθνος του. Τον μετέτρεψε σε πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας και συνεπώς σε σύντροφό μας» (Πρακτικά Δικών Νυρεμβέργης, Ντοκουμέντο D-392)
Ο λάτρης του ναζισμού, εκείνος που στις 26 Γενάρη 1934 ενώπιον των ενθουσιασμένων συναδέλφων του εξυμνούσε τον Χίτλερ, που αναγόρευε τον ναζισμό σε προστάτη του έθνους γιατί μετέτρεψε τον εργάτη σε «σύντροφό μας», που επιδαψίλευε δάφνες στον Χίτλερ διότι «απελευθέρωσε» τον εργάτη από την «μέγγενη» του κομμουνιστικού δόγματος και τον μετέτρεψε σε «πειθαρχημένο στρατιώτη της εργασίας», δεν ήταν άλλος από τον μεγιστάνα Κρουπ. Τον πρόεδρο του Συνδέσμου της Γερμανικής Βιομηχανίας…
Κάπως έτσι, παρά τις εκκλήσεις της Σοβιετικής Ένωσης προς Άγγλους, Γάλλους και Αμερικάνους να πολεμηθεί ο ναζισμός, παρά τις προειδοποιήσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τον φασισμό, φτάσαμε στη συμφωνία του Μονάχου το 1938, όταν (έναν ολόκληρο χρόνο πριν από τη συμφωνία μη επίθεσης μεταξύ Ρίμπεντροπ – Μολότοφ) η Αγγλία και η Γαλλία τα έκαναν πραγματικά «πλακάκια» με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι.
Κι από εκεί σε εκείνον τον αποκαλούμενο ως «παράξενο πόλεμο» όπου οι δυτικοί «σύμμαχοι» – επιλέγοντας την τακτική της «συμμαχικής» υπονόμευσης της Σοβιετικής Ένωσης που προετοιμαζόταν ενάντια στην επερχόμενη ναζιστική εισβολή – δεν έριξαν μισή τουφεκιά ενάντια στον Άξονα για έξι ολόκληρους μήνες από την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Σήμερα, τα πραγματικά γεγονότα και τα ουσιαστικά συμπεράσματα από την ανείπωτη τραγωδία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρούνται να συσκοτιστούν και να παραποιηθούν.
Φροντίζει το εργαστήριο της καπιταλιστικής παραχάραξης. Ένα εργαστήριο που παράγει:
Τους γυμνοσάλιαγκες της άθλιας θεωρίας των «δυο άκρων».
Τους εντεταλμένους της ελεεινής επιχείρησης «εξίσωσης» κομμουνισμού – φασισμού.
Τα βαποράκια που ψάχνουν μερικά δευτερόλεπτα δημόσιου βήματος αναμηρυκάζοντας τα γελοία σχήματα περί «Χίτλερ – Στάλιν».
Τους ευρω-φωστήρες περί «ολοκληρωτισμών».
Αλλά τι γνήσιοι «ευρωπαϊστές» θα ήταν όλοι αυτοί αν δεν λάνσαραν τα από δεκαπενταετίας αντικομμουνιστικά «μνημόνια» της ΕΕ, η οποία συναγελάζεται με ναζί στην Ουκρανία, με φασίστες στις Βαλτικές χώρες, θρέφει στους κόλπους της Ορμπαν, δημιουργεί τους υπονόμους από τους οποίους ποτίζονται οι Λεπέν και οι Μελόνι, και έχει χρηματοδοτήσει με εκατομμύρια ευρώ τις φασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις της Ευρώπης…
Η εξουσία των κεφαλαιοκρατών έχει κάθε λόγο να αναποδογυρίζει την ιστορία και την πραγματικότητα. Και ο βασικός είναι αυτός:
«Ο φασισμός είναι μια ιστορική φάση όπου μπήκε τώρα ο καπιταλισμός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και παλιό μαζί.
Ο καπιταλισμός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια μονάχα σαν φασισμός κι ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός στην πιο ωμή και καταπιεστική του μορφή, σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός» (Μπ.Μπρεχτ).
Σήμερα, όμως, ξημέρωσε ξανά η μέρα που θα τους στοιχειώνει πάντα. Σήμερα είναι η μέρα που η Ιστορία σφραγίστηκε από το κόκκινο του αίματος. Από το χρώμα του δίκιου και της αλήθειας.
Σαν σήμερα ήταν που η Ιστορία γράφτηκε από το κόκκινο της σημαίας με το σφυροδρέπανο. Με αυτό το «μελάνι» γράφτηκε η Ιστορία στην αναμέτρηση του ανθρώπου με το τέρας και με το έγκλημα. Με την απανθρωπιά και την κτηνωδία.
Ήταν 9η Μάη 1945. Ήταν η ημέρα που η σημαία που ήδη κυμάτιζε στο Ράιχσταγκ, η σημαία του στρατού των εργατών, των αγροτών, των κολασμένων της γης, επέφερε το οριστικό πλήγμα στο φίδι του ναζισμού.
Πριν από 81 χρόνια, σαν σήμερα, στις 9 Μάη 1945. Ηδη μια μέρα πριν, ενώπιον του στρατάρχη Γκιόργκι Κονσταντίνοβιτς Ζούκοφ, η ναζιστική Γερμανία υπέγραφε την άνευ όρων συνθηκολόγησή της.
Η νίκη του Ανθρώπου εναντίον του φασισμού, η Αντιφασιστική Νίκη των Λαών ήταν γεγονός. Αυτό το πανανθρώπινο επίτευγμα σφραγίστηκε με το ίδιο εκείνο κόκκινο χρώμα που δέσποζε στα οδοφράγματα της Παρισινής Κομμούνας. Με το χρώμα το βγαλμένο από το ηφαίστειο της ελπίδας που εξερράγη τον Οκτώβρη του 1917 στην Πετρούπολη.
Σε αυτή η Νίκη – σταθμό, που κατορθώθηκε με τις ανείπωτες θυσίες εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, χωρίς προηγούμενο υπήρξε η συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης και του Κόκκινου Στρατού.
Σ’ ένα μέτωπο, το μήκος του οποίου κυμαινόταν από 3.000 έως 6.200 χιλιόμετρα, ο Κόκκινος Στρατός έδωσε ενάντια στον ναζισμό αδιάλειπτα μάχες για 1.418 μερόνυχτα.
Κάθε λεπτό του πολέμου, η Σοβιετική Ένωση θρηνούσε κατά μέσο όρο 9 νεκρούς. Κάθε ώρα 540 νεκρούς. Κάθε μέρα 13.000 νεκρούς.
Σε έναν πόλεμο που η Βρετανία θρήνησε 375.000 νεκρούς και οι ΗΠΑ περίπου 400.000, η ΕΣΣΔ προσέφερε πάνω από 20 εκατομμύρια παιδιά της.
Πάνω από 10 εκατομμύρια οι ανάπηροι και οι τραυματίες με τον ανθό του σοβιετικού λαού να φράζει με τα στήθια του το Στάλινγκραντ, το Λένινγκραντ, τη Μόσχα, το Κουρσκ, τη Σεβαστούπολη.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στοίχισε στην ΕΣΣΔ σε υλικές ζημιές το κολοσσιαίο ποσό των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεγαλύτερο απ’ αυτό που κατέβαλαν ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία μαζί.
Πάνω από 1.700 πόλεις, πάνω από 70.000 χωριά, πάνω από 30.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις, πάνω από 100.000 συνεταιριστικές μονάδες, αμέτρητες χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, βιβλιοθήκες έγιναν στάχτη στο έδαφος της ΕΣΣΔ από τους ναζί.
Έτσι γράφτηκε η Ιστορία μέχρι τις 9 Μάη. Αυτά πρόσφεραν οι κομμουνιστές στον πόλεμο κατά του φασισμού. Αυτή είναι η «σχέση» του σοσιαλισμού και των κομμουνιστών με το φασισμό: «Σχέσεις» που το έχουμε τονίσει και θα το επαναλάβουμε: Τις χωρίζει αίμα! Το περισσότερο αίμα που χύθηκε ποτέ στην ανθρωπότητα!
Η Ιστορία γράφτηκε:
Την πιο σκληρή, την πιο ανιδιοτελή, την πιο καθοριστική μάχη για τη νίκη κατά του φασισμού την έδωσε στην ανθρωπότητα το πρώτο εργατικό κράτος στην Ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.
Όσοι μιλούν για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από τη σκοπιά του παραχαράκτη και του πλαστογράφου, είναι καταδικασμένοι να κουβαλάνε το «μπόι» που έχει το ψέμα τους.
Η Ιστορία γράφτηκε: Παρόντες, πρωτομάρτυρες, αιμοδότες, στρατιώτες στην πιο σκληρή, την πιο ανιδιοτελή, την πιο καθοριστική μάχη για τη νίκη κατά του φασισμού, από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια, από τις ερήμους της Μέσης Ανατολής μέχρι τις γραμμές των οριζόντων σε Βορρά και Νότο, από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο, ήταν οι κομμουνιστές.
Πόσο γελοίοι είναι οι πλαστογράφοι, αν νομίζουν ότι αυτή η εποποιία μπορεί να λασπολογηθεί ή να λησμονηθεί…
Είναι εδώ, στην Ελλάδα των 700.000 θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, που η 9η Μαΐου δεν θα πάψει ποτέ να περνάει μέσα:
Από την αθάνατη ψυχή των 200 της Καισαριανής, της Ηλέκτρας, του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη, του Χαρίλαου, του Αρη, του αντάρτη που έστειλε περήφανο χαιρετισμό από τον Γοργοπόταμο στην Αλαμάνα.
Από την αδούλωτη Κοκκινιά και την Καλογρέζα, από τη Βιάννο, τον Χορτιάτη και το Κούρνοβο που έγιναν ένα με το Μανιάκι και το Μεσσολόγγι.
Από τα άπαρτα βουνά που οι Αρματολοί και οι Κλέφτες στήσανε χορό με τους μαχητές του ΕΛΑΣ, με τους αδούλωτους της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης της δεκαετίας του ‘40.
Από τα θυσιαστήρια του πατριωτισμού και της λευτεριάς που η Γκουέρνικα και το Δίστομο, τα Καλάβρυτα και η Ακροναυπλία, η Μακρόνησος, το Στάλινγκραντ και η Αθήνα του Μεγάλου Δεκέμβρη, γίνανε κραυγή στα χέρια του Πικάσο, του Φαρσακίδη και του Λουντέμη, γίνανε τραγούδι στα χείλη του Ρίτσου και του Μπρεχτ, του Νερούδα και του Λειβαδίτη, του Μίκη και του Σοστακόβιτς.
Όταν ο στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού κάρφωνε τη σημαία της Επανάστασης στην καρδιά του ναζισμού, στο Ράιχσταγκ, σφράγιζε για πάντα και με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την Ιστορία.
Η σημαία η βαμμένη με το αίμα των εκατομμυρίων που έδωσαν τη ζωή τους και έχτισαν με τα κορμιά τους το μέτωπο που συνέτριψε τις ορδές του Χίτλερ και τους κάθε λογής «κουίσλινγκ», δε λασπώνεται. Και δεν υποστέλλεται.
Αυτή την αλήθεια δεν θα καταφέρουν ποτέ να τη «σβήσουν» από την Ιστορία εκείνοι που βουτάνε την «πένα» τους στην «κοιλιά» του Γκαίμπελς για να ξαναγράψουν και να ξεγράψουν την Ιστορία. Για τους «δεξιούς» και τους «αριστερούς», για τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες υπηρέτες των «Κρουπ» και των «Ροκφέλερ», για τους «δημοκράτες» της άθλιας θεωρίας των «δυο άκρων» που με όχημα την ΕΕ προσπαθούν να συσχετίσουν (!) το ναζισμό και το φασισμό με τον κομμουνισμό, που θέλουν να εμφανίζουν τους 200 της Καισαριανής «ίδιους» με τους εκτελεστές τους (!), η ιστορική αλήθεια είναι αμείλικτη.
Απέναντι στη φρίκη του ολοκαυτώματος, στην απανθρωπιά του ρατσισμού, στο ναζιστικό εσμό που γεννιέται και εκτρέφεται στα ταξικά χαμαιτυπεία των μονοπωλίων, θα υπάρχει αυτή η ημερομηνία, θα υπάρχει αυτή η φωτογραφία – παράσημο της Ανθρωπότητας στον αγώνα ενάντια στην κτηνωδία, που θα θυμίζει στους αιώνες:
Οι κομμουνιστές δεν συνθηκολόγησαν ποτέ με τα φίδια.
Ας μην έχουν καμία αμφιβολία: Η 9η Μάη 1945 είναι η ημερομηνία που – όσο υπάρχουν άνθρωποι – θα αποτελεί την διαρκή υπόμνηση:
Οι κουκουλοφόροι του δωσιλογισμού, οι «κράτα Ρόμελ» του μαυραγοριτισμού, οι «Χίτες» του χτες και οι εγκληματικές συμμορίες του σήμερα, ο υπόκοσμος, οι ταγματασφαλίτες, οι Μεταξάδες και οι Ρουφογάληδες του συστήματος που γέννησε το ναζισμό, θα επιστρέφουν πάντα εκεί που ανήκουν: Στα καταγώγια των (…αρίων) υπανθρώπων.
Στο ψέμα, στην πλαστογραφία και την παραχάραξη, θα ορθώνεται πάντα το σύμβολο της νίκης των λαών απέναντι στο κτήνος του φασισμού.
Απέναντι στη φρίκη του ολοκαυτώματος, στην απανθρωπιά του ρατσισμού, στο ναζιστικό εσμό που γεννιέται και εκτρέφεται στα χαμαιτυπεία της ταξικής βαρβαρότητας των «Ζήμενς», των «Φορντ» και των «Ντόιτσε Μπανκ», υπάρχει αυτή η ημερομηνία, υπάρχει αυτή η φωτογραφία – παράσημο της Ανθρωπότητας στον αγώνα ενάντια στην κτηνωδία. Που σφράγισε για πάντα, με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την Ιστορία. Και που θα το θυμίζει στους αιώνες:
Η Ιστορία γράφεται κάθε μέρα. Και γράφεται χωρίς «ρεαλιστικές» κυβιστήσεις. Χωρίς απαράδεκτους συμβιβασμούς. Χωρίς υπόκλιση στις αυταπάτες. Χωρίς «διαπραγματεύσεις», χωρίς «επαναδιαπραγματεύσεις» και χωρίς κανένα συμβιβασμό με την άθλια πλευρά της ιστορίας εκείνων που το σύστημά τους επωάζει τα φίδια στον κόρφο του.
Ενα θαλάσσιο drone φορτωμένο με εκρηκτικά εντοπίζεται κάπου στη Λευκάδα. Η κυβέρνηση; Σφυρίζει αδιάφορα... Το Λιμενικό παραπέμπει στο ΓΕΕΘΑ και το ΓΕΕΘΑ στο Λιμενικό... Πάλι καλά που δεν παραπέμπουν (αμφότεροι) στους ψαράδες που το βρήκαν.
Περίεργα πράγματα... Πριν από μερικές εβδομάδες που ξεκινούσε ο πόλεμος στο Ιράν και το ΚΚΕ κατήγγειλε ότι οι αμερικανοΝΑΤΟικές βάσεις είναι μαγνήτες κινδύνων, οι κυβερνητικοί «κύκλοι» μιλούσαν για fake news και διαβεβαίωναν ότι τα συστήματά τους βλέπουν έως και τα... ψαροπούλια πάνω από τη Μεσόγειο.
* * *
Γενικώς, σαν πολύ επιλεκτική να είναι η «όραση» των ευρωατλαντικών «αετομάτηδων». Για παράδειγμα, πριν από λίγες μέρες, ούτε που είδαν κοτζάμ ισραηλινά πολεμικά πλοία στα νότια της ...Πελοποννήσου, να ξυλοφορτώνουν τα πληρώματα του στόλου αλληλεγγύης που κατευθύνονταν προς τη Γάζα.
Πιο πριν, δεν έβλεπαν καν «πώς η Ελλάδα εμπλέκεται στον πόλεμο». Τώρα καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια για τις δηλώσεις της αναπληρώτριας γγ του ΝΑΤΟ ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται σε όσους «προσέφεραν στήριξη στον ισχυρότερο σύμμαχο, με επιμελητεία, βάσεις και μέσα υποστήριξης».
Ο δε Δένδιας λέει «τι 'ναι ο κάβουρας και τι 'ναι το ζουμί του»: Διακόσια μίλια πιο κει είμαστε, ένα τσιγάρο δρόμος για τα Στενά του Ορμούζ, είπε.
Υπάρχει βέβαια και η ...σκληρή σύγκρουση με ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και λοιπούς για το θέμα: Θέλουν επίσημη σημαία στο κατάρτι και όχι την «πειρατική» του Τραμπ που «πάει από φιάσκο σε φιάσκο».
Μέσα σ' όλα αυτά, το κελεπούρι η Γκιλφόιλ ράβει συνολάκι για ξενάγηση στην Ακρόπολη για τις 4 Ιούλη. Γιατί άμα δεν γιορτάσεις με τον φίλο σου τις «κοινές αξίες» των πολέμων, των επεμβάσεων και της εκμετάλλευσης, τότε με ποιον;
Μέχρι τότε, πάντως, θα πέσει πολλή «αντικειμενική ενημέρωση» αν κρίνουμε από την επίσκεψη Γκιλφόιλ στην ΕΡΤ. Αλήθεια, τι συζήτησαν ακόμα να μάθουμε...
* * *
Θέλουν κράτος ισχυρό και φέρνουν τη συνταγματική αναθεώρηση για να «αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του λαού στην πολιτική τάξη της χώρας», όπως λένε.
Μετάφραση: Θέλουν τη συνταγματική ...άπλα τους, για να μετατρέπουν τα πάντα σε πεδίο επιχειρηματικής δράσης για τα κέρδη των ομίλων και να θωρακίζουν ακόμα περισσότερο τις κρατικές λειτουργίες απέναντι στον «εχθρό λαό», σε συνθήκες όξυνσης του πολέμου.
Μήπως αυτήν τη σταθερότητα δεν θέλει και η σοσιαλδημοκρατία; Γι' αυτό λυσσάει με την αποκατάσταση του «κράτους δικαίου» και την εναρμόνιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, δηλαδή το ίδιο το ευρωενωσιακό δίκαιο και το δόγμα «ουδείς εξαιρείται των παρακολουθήσεων»...
* * *
Θέλουν και «θωρακισμένη» οικονομία. Γι' αυτό αρμέγουν τον λαό με άγρια φοροληστεία που σπάει όλα τα κοντέρ (28 δισ. σε μια τριετία ήταν μόνο τα πρωτογενή πλεονάσματα!), μοιράζουν «απλόχερα» στους ομίλους δισ. ευρώ από την πίτα της πολεμικής οικονομίας και από τα κρατικάδάνεια που φορτώνονται στις πλάτες του λαού, «φοβερίζουν» τους εργαζόμενους πως όταν ζητάνε αυξήσεις στους μισθούς και μέτρα στήριξης, «ταΐζουν» το τέρας του πληθωρισμού που τους καταπίνει.
Μήπως τέτοια θωρακισμένη οικονομία δεν θέλει και η σοσιαλδημοκρατία; Εξ ου και οι προτάσεις - κοροϊδία για 4ήμερη εργασία, που πάει πακέτο με νέα εργαλεία «διευθέτησης» του εργάσιμου χρόνου; Την «ευρωπαϊκή κανονικότητα» των 13ωρων, τα 10ωρων, των 4ήμερων - 5ήμερων με διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου έχουν όλοι τους κατά νου...
Να γιατί μαζί με την κυβέρνηση της ΝΔ πρέπει να ξεκουμπιστεί όλη η αντιλαϊκή πολιτική που στηρίζουν και οι υπόλοιποι. Ο λαός δεν έχει ούτε λεπτό για χάσιμο σε αυταπάτες. Η οργάνωση της πάλης, με τη σημαία των δικών του συμφερόντων και αναγκών, απέναντι στο κεφάλαιο, το κράτος και τα κόμματά του, είναι το δικό του καθήκον πρώτης γραμμής.
* * *
Μιας που είπαμε για «θωρακισμένη οικονομία»... Η «Ryanair» ανακοίνωσε ότι κλείνει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη και μειώνει τη χωρητικότητα στην Αθήνα εξαιτίας των «υπερβολικά μη ανταγωνιστικών χρεώσεων που επιβάλλονται από το γερμανικής διαχείρισης μονοπώλιο της Fraport Greece και το Αεροδρόμιο Αθηνών».
Αλήθεια, πού πήγαν τα παχιά λόγια για τη «νέα εποχή», για «πολλές και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας», για τα «οφέλη των τοπικών κοινωνιών» και όλα τα υπόλοιπα, για τα οποία μιλούσαν κυβερνήσεις και κόμματα, όταν ψήφιζαν τις απελευθερώσεις των αερομεταφορών και τις ιδιωτικοποιήσεις των αεροδρομίων;
Πού πήγαν οι διθύραμβοι για το «τουριστικό θαύμα» και για «εξωστρέφεια» του τουρισμού, για την «Ελλάδα - κόμβο» και «γέφυρα»;
Κανονικό ...τζακ ποτ για το κεφάλαιο! Μπροστά στον κίνδυνο να πέσει φέτος ο τουρισμός λόγω του πολέμου, η «Ryanair» παίζει τα ρέστα της για φτηνότερες υπηρεσίες από τη «Fraport» και ο λογαριασμός καταλήγει (όπως πάντα) στους εργαζόμενους.
Σ' αυτούς δηλαδή που δουλεύουν έτσι κι αλλιώς με «τρεις κι εξήντα», για να μπορούν η «Ryanair» και η «Fraport» να κρατούν ικανοποιημένους τους μετόχους τους με τους δείκτες της κερδοφορίας!
Αλλη μια επιβεβαίωση ότι ο λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από τους στόχους του κεφαλαίου. Οτι για να κερδίσει εκείνος, πρέπει να χάσει το κεφάλαιο, περνώντας στην αντεπίθεση και βάζοντας πλώρη για να πάρει αυτός στα χέρια του και τα αεροδρόμια, και τα αεροπλάνα, και όλο τον υπόλοιπο πλούτο που παράγει.
***
9 του Μάη σήμερα, μέρα της μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών.
Μέρα - σύμβολο για την εργατική τάξη όλου του κόσμου, πηγή διδαγμάτων για την ακατάβλητη δύναμη των λαών όταν αποφασίζουν να βγουν στο προσκήνιο της Ιστορίας. Δεν σβήνει όσο βρώμικο μελάνι κι αν ρίξουν τα ευρωατλαντικά επιτελεία με τα κατασκευάσματα της εξίσωσης κομμουνισμού - φασισμού.
Λόγω της ημέρας και με αφορμή το εμετικό πανό που παρουσίασε η νεολαία των Γερμανών ΓΣΕΕδων την Πρωτομαγιά (διαβεβαίωνε τα αφεντικά ότι τώρα που τα δύσκολα είναι μπροστά, δεν θα αφήσουν«Καμία σπιθαμή στα φαντάσματα του παρελθόντος», εικονίζοντας τους Λένιν, Στάλιν και Μάο), θυμηθήκαμε μια άλλη διαβεβαίωση που γραφόταν κάποτε στους δρόμους του Βερολίνου.
Την κατέγραφαν οι πολεμικοί ανταποκριτές της «Πράβντα» στις 26/4/1945. Ακολουθώντας τον Κόκκινο Στρατό που έμπαινε απελευθερωτής στο Βερολίνο, έγραφαν το εξής: «Ενα φασιστικό σύνθημα - "Το 1918 δεν θα επαναληφθεί" - είναι ζωγραφισμένο με λάδι σε ένα κτίριο του Βερολίνου. Η επιγραφή έχει διαγραφεί και τα εξής είναι γραμμένα με κιμωλία από πάνω: "Είμαι στο Βερολίνο. Σιντόροφ"».
Γιατί όσους λογαριασμούς κι αν κάνουν οι καπιταλιστές, λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο...