Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Κατερίνα Γώγου: Η μοναξιά…

Κατερίνα Γώγου



Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσο βλέμμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – ‘Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη — Καλαμαριά
Κάτω απ’ όλους τούς καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είν’ η Κοτζιά –
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατέλειωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι ατά χέρια μας
πού πάνω απ’ τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει

Πηγή: whenpoetryspeaks.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σπ. Χαλβατζή; Οι απείθαρχοι



Καθημερινά ένας τεράστιος αριθμός πληροφοριών διαμορφώνει τις σκέψεις μας, τις απόψεις μας, τις επιλογές μας, τον τρόπο ζωής μας. Ενώ το διάβασμα και η μελέτη έχουν περιοριστεί επικίνδυνα, κάθε λογής προπαγανδιστές, απολογητές του καπιταλισμού ακόμη και με πανεπιστημιακούς τίτλους διαδίδουν ψέματα, λένε μισές αλήθειες, διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία κόβοντας και ράβοντάς την στα μέτρα τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες πώς μπορούμε να καταλάβουμε το σήμερα αν δεν γνωρίζουμε την αλήθεια για το χθες;

Διαβάζοντας το βιβλίο του Σπύρου Χαλβατζή “Οι απείθαρχοι” αισθανόμαστε ότι παρελαύνουν μπροστά μας τεκμήρια των γνωστών στίχων του Γιάννη Ρίτσου “εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα”. Είναι αυτά τα μικρά ονόματα όμως που σηκώνουν στις πλάτες τους το μέλλον αυτού του κόσμου. Αυτοί που αλλάζουν τη ροή της ιστορίας χωρίς τυμπανοκρουσίες και θριαμβολογίες με πράξεις και έργα που τα θεωρούν απλά κι αυτονόητα, τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από το σωστό, το τίμιο, το δίκιο. Αυτοί που δεν το βάζουν κάτω και με ψηλά το κεφάλι αντιστέκονται και τελικά κερδίζουν “μια οργιά ουρανό” για τις αξίες της ζωής, για την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου είδους. Οι ήρωες του βιβλίου ξεπηδούν μέσα από λαϊκές γιορτές, πανηγύρια, φυλακές, μεταγωγές, εξορίες,. Από την κυρά Κατίγκω μέχρι τον “Γίγαντα της Μαδαγασκάρης”, από τη μάνα, τον πατέρα, το συνάδελφο, το σύντροφο μέχρι τον χαφιέ, τον ασφαλίτη, τον βασανιστή. Όλοι επώνυμοι, έτσι που να τεκμηριώνουν τα γεγονότα και να σφραγίζουν την αλήθεια. Κι όπου είναι αναγκαίο με ντοκουμέντα της εποχής.

Ίσως αυτός ο τρόπος καταγραφής των γεγονότων από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα να είναι και ο πιο ξεκάθαρος, ο πιο ανεπιτήδευτος τρόπος για να καταλάβει κανείς τί έχει συμβεί. Λόγια απλά, που σε κάνουν να θέλεις να διαβάσεις το βιβλίο μονορούφι. Κι αυτά τα απλά λόγια σε βοηθούν να συσχετίζεις τις δυσκολίες των αγώνων του χθες με αυτούς του σήμερα. Να παίρνεις μαθήματα αντίστασης στους κατασταλτικούς μηχανισμούς και να ατσαλώνεις την πίστη ότι όσο πάνοπλος, όσο ανίκητος κι αν μοστράρει ο ταξικός εχθρός στο τέλος θα ηττηθεί.

Ζώσα μνήμη των τελευταίων 70 χρόνων μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον Σπύρο Χαλβατζή διαβάζοντας τις αφηγήσεις του. Κι από αυτές να αντλούμε δύναμη για τους αγώνες που εγκυμονούν οι καιροί μας.


Πηγή: dioti.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Η αηδία που προκάλεσε ο Ζαχαρός μέσα σε μια «ατάκα» του για τα Τέμπη και το Πολυτεχνείο (ΒΙΝΤΕΟ)

Από Ημεροδρόμο


Λέγεται Ζαχαρός και δίνει «παραστάσεις» ως δημοσιογράφος σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ΟΝΕ.

Αυτός ο τύπος, λοιπόν, κατάφερε μέσα μια φράση να αμφισβητήσει νεκρούς στο έγκλημα στα Τέμπη και να ανασύρει όλη την αθλιότητα των “δεν υπήρχαν νεκροί” στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στο στούντιο ήταν καλεσμένος ο δικηγόρος Θ. Στάικος, ο οποίος εκπροσωπεί την οικογένεια Βούλγαρη στη δίκη για τα Τέμπη. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης είπε: «Θα σας πω ένα όνομα: Εριέττα Μόλχο. Δεν βρέθηκε ποτέ». Σε αυτό το σημείο ο Ζαχαρός, χωρίς ίχνος ντροπής, παρενέβη:

«Πώς γίνεται; Μήπως δεν ήταν στο τρένο; Θα σας θυμίσω ότι παλαιότερα έχουμε ακούσει για αγνοούμενους, στην εισβολή του τανκς στο Πολυτεχνείο, που δεν υπήρχαν».

Ιδού και το βίντεο. Σας προειδοποιούμε ότι είναι πολύ πιθανό να σας πιάσει αηδία:

Oι γονείς της 23χρονης Εριέττας, που επέβαινε στο επιβατικό τρένο που συγκρούστηκε με την εμπορική αμαξοστοιχία, το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, βρέθηκαν στο δικαστήριο της Λάρισας για τα Τέμπη τον περασμένο Απρίλιο. Η μητέρα και ο πατέρας της νεαρής φοιτήτριας, της οποίας δεν βρέθηκε ούτε μια τρίχα της πάνω στο τρένο, δήλωσαν παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στην προδικασία.

Πάνω σε αυτό το συγκλονιστικό δράμα, το οποίο δεν ήξερε (;), ο Ζαχαρός είχε διάθεση για «ειρωνείες», συνδυάζοντας, παράλληλα, και τις χουντικές «θεωρίες» για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου! Στη «συγγνώμη» που ζήτησε, μετά τον σάλο που προκάλεσε η δήλωση του, ισχυρίστηκε πως πρόθεση του ήταν να ασκήσει «ειρωνική κριτική σε όσους υιοθετούν διάφορες θεωρίες γύρω από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών»!

Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε σε ανάρτηση του:

«Θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρος: η συγκεκριμένη διατύπωση ήταν δικό μου λάθος και δεν εξέφραζε σε καμία περίπτωση ούτε ειρωνεία προς την αδικοχαμένη Εριέττα Μόλχο ούτε, πολύ περισσότερο, υιοθέτηση οποιασδήποτε θεωρίας συνωμοσίας. Η πρόθεσή μου ήταν να ασκήσω ειρωνική κριτική σε όσους υιοθετούν διάφορες θεωρίες γύρω από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, όπως έχω κάνει και στο παρελθόν μέσα από την εκπομπή. Όμως η συγκεκριμένη διατύπωση ήταν απολύτως λανθασμένη και ο τρόπος με τον οποίο επέλεξα να εκφράσω αυτή την άποψη ήταν επίσης λάθος. Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη για όσα είπα. Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη από όλους όσοι προσβλήθηκαν ή πληγώθηκαν από τη συγκεκριμένη αναφορά και, πάνω απ’ όλα, από την οικογένεια της Εριέττας Μόλχο και τους συγγενείς όλων των θυμάτων των Τεμπών».



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Χρόνια πολλά στη ΝΔ! Κλείνει τα 52!



52 υπενθυμίσεις λοιπόν:
 
1. Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος
2. Φωτιές στην Ηλεία, 67 νεκροί
3. Ιάκωβος Κουμής & Σταματίνα Κανελλοπούλου
4. Τέμπη/ 57 νεκροί, δολοφονία, μπάζωμα, συγκάλυψη, σκύλευση νεκρών
5. Ναυάγιο της Πύλου, 600 νεκροί/ συστηματικοί πνιγμοί προσφύγων
6. ΟΠΕΚΠΕ
7. Υποκλοπές Μαυρίκη
8. Υποκλοπές Predator
9. Υποκλοπές Vodafone και δολοφονία Τσαλικίδη
10. Βατοπέδι
11. Κουμπάροι
12. Siemens
13. Λίστα Πέτσα
14. Σκόιλ Ελικικού
15. Λιγνάδης, Μίχος, Γεωργιάδης, Δράκος
16. Υπόθεση Πάτση κι Ασημακοπούλου
17. Νίκος Τεμπονέρας
18. Μαχαιρώματα στην ΑΣΟΕΕ μαζί με χρυσαυγίτες
19. Δολοφονία Παύλου Φύσσα και Λουκμάν Σαχζάτ
20. ΑΓΕΤ Ηρακλής
21. Σκάνδαλο δομημένων ομολόγων
22. Συνομιλίες Μπαλτάκου με Ναζί/ συγκάλυψη στα ναζιστικά εγκλήματα μέχρι τη δολοφονία Φύσσα
23. Υπογραφή 2 μνημονίων
24. Χρεοκοπία της χώρας/ εκτόξευση χρέους
25. Ιδιωτικοποίηση πανεπιστημίων
26. Σχέση με γενοκτόνους του Ισραήλ/ στρατιωτική σύμπραξη και κάλυψη εγκλημάτων πολέμου
27. Στρατιωτική βοήθεια στη φονταμενταλιστική Σ. Αραβία που γενοκτόνησε την Υεμένη
28. Δεύτερος Αττίλας/ Φάκελος Κύπρου/ «Η Κύπρος κείται μακράν»
29. Σκάνδαλο Energa
30. Κύπριος φοιτητής στη ζαρντινιέρα
31. Ξύλο στην πανδημία/ παράλογα σαδιστικά μέτρα/ ο ανέμελος
32. Οι πνιγμένοι του Παλαμά
33. Οι νεκροί του COVID στα ράντζα/ αγνόηση ερευνών/ μη υποστήριξη δημόσιας υγείας
34. Σαμπάνης, Φραγκούλης, Μιχαλόπουλος
35. Οι αυτιστικοί δολοφονημένοι Αντώνης και Θοδωρής
36. Novartis
37. Λίστα Λαγκάρντ
38. Αθώωση Χριστοφοράκου/ παραγραφή εγκλημάτων της Siemens
39. Μαύρο στην ΕΡΤ
40. Αμνήστευση χουντικών και ποινές χάδια σε βασανιστές της Χούντας
41. Βασίλης Μάγγος
42. Κώστας Μανιουδάκης
43. Καρτέλ/ ακρίβεια/ απευθείας αναθέσεις/ χρηματιστήριο ενέργειας
44. Ρουσφέτια και βύσματα
45. Δολοφονία και συγκάλυψη του Ebuka Mamasubek στο ΑΤ Ομονοίας και του Μοχάμεντ Καμράν Ασίκ στο ΑΤ Αγίου Παντελεήμονα
46. Βασανιστήρια στον ΑΜΕΑ Χρήστο Χρονόπουλο
47. Μισό δισεκατομμύριο χρέη
48. Ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών/ ασυδοσία στις προμήθειες
49. Θαλασσοδάνεια
50. Λαυρεντιάδης
51. Ψωμιάδης, Παπαγεωργόπουλος
52. Υπουργοποίηση αρχηγού χουντικού «κόμματος», αντισημιτών, νεοφασιστών, ακροδεξιών

Προσθέστε τις δικές σας ευχές

Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ Ο άνθρωπος με τις τρύπιες τσέπες και τη γεμάτη καρδιά



Ενας από τους δημοφιλέστερους κωμικούς του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, με περισσότερες από 70 ταινίες, αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις, περιοδείες, τεράστιες επιτυχίες, αλλά και απίστευτες καταστροφές, ο αξέχαστος Κώστας Χατζηχρήστος μπήκε στο θέατρο ...κυνηγημένος. Κυριολεκτικά. Το 1943, μέσα στην Κατοχή, βρέθηκε στη Λάρισα και με τους Γερμανούς στα ίχνη του. Αναζήτησε τότε καταφύγιο εκεί όπου αργότερα θα περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του. Σ' ένα θέατρο. Μόνο που αντί να χωθεί σε κάποια σκοτεινή γωνιά ή πίσω από μια κουίντα, βρέθηκε πάνω στη σκηνή. Αποφάσισε πως θα 'πρεπε να αρχίσει να αυτοσχεδιάζει και, χωρίς καλά - καλά να το καταλάβει, έκανε το ακροατήριο να ξεσπάσει σε γέλια. Ετσι, η φυγή για να σωθεί μετατράπηκε σε κάτι σαν ανεπίσημη πρεμιέρα μιας τεράστιας καριέρας. Η ζωή, προτού ακόμη τον κάνει διάσημο κωμικό, του είχε γράψει ήδη ένα σενάριο που δύσκολα θα φανταζόταν και ο πιο ευφάνταστος σεναριογράφος. Τα πρώτα χρόνια, βέβαια, δεν είχαν τίποτε από την αναγνώριση, τη δόξα και τη λατρεία που θα ακολουθούσαν.


Ηταν χρόνια δύσκολα και βασανισμένα. Με τον Νίκο Ρίζο, έναν από τους πιο αγαπημένους φίλους του, μοιράστηκαν φτώχεια, όνειρα και ένα μικρό δωμάτιο. Ο Ρίζος πρόσεχε σχολαστικά τα λιγοστά του χρήματα και για μεγαλύτερη ασφάλεια τα έκρυβε μέσα στη φόδρα του σακακιού του. Ο Χατζηχρήστος όμως, που γνώριζε το μυστικό θησαυροφυλάκιο, όταν έμενε άφραγκος περίμενε να κοιμηθεί ο φίλος του, άνοιγε προσεκτικά τη φόδρα και «δανειζόταν» ό,τι χρειαζόταν. Είχε πάντως τον δικό του ιδιότυπο κώδικα τιμής, αφού μόλις πληρωνόταν επέστρεφε τα χρήματα εκεί όπου τα είχε βρει. Ο Ρίζος, εν αγνοία του, είχε μετατραπεί σε νυχτερινή τράπεζα, χωρίς ωράριο και - ευτυχώς - χωρίς τόκο. Εκείνα τα χρόνια όμως ήταν πολύ πιο σκοτεινά από αυτές τις ιστορίες. Στη διάρκεια του Εμφυλίου ο Χατζηχρήστος βρέθηκε ξανά στη Λάρισα, αυτήν τη φορά στον θίασο του Λουκά Μυλωνά. Στο πιάνο της παράστασης βρισκόταν ο σπουδαίος Λυκούργος Μαρκέας. Μια βραδιά, το θέατρο κινδύνεψε να γίνει τόπος εκτέλεσης.

Ο Χατζηχρήστος βρισκόταν πάνω στη σκηνή, όταν ο Μαρκέας αντιλήφθηκε ότι ένοπλοι των ΕΑΟ (Ελληνικών Αντικομμουνιστικών Ομάδων) έρχονταν προς το θέατρο αναζητώντας τον. Δεν μπορούσε φυσικά να διακόψει την παράσταση και να του ανακοινώσει μπροστά στους θεατές ότι κινδύνευε. Βρήκε λοιπόν έναν τρόπο σχεδόν θεατρικό και πέρασε την προειδοποίηση μέσα από τη μουσική ...τραγουδώντας του να εξαφανιστεί. Ο Χατζηχρήστος κατάλαβε αμέσως. Εγκατέλειψε - με τρόπο - το νούμερό του, πέρασε στα παρασκήνια και διέφυγε από την πίσω πλευρά του θεάτρου. Λίγα λεπτά αργότερα, οι ένοπλοι είχαν ήδη εισβάλει στον χώρο. Εκείνος όμως είχε προλάβει να χαθεί. Χρόνια μετά, διηγιόταν γελώντας το περιστατικό, με εκείνον τον μοναδικό τρόπο που είχε να μετατρέπει ακόμη και μια ανάμνηση τρόμου σε αφήγηση με κωμικό ρυθμό. Και, βέβαια, δεν ξεχνούσε ποτέ ότι στον Μαρκέα χρωστούσε κυριολεκτικά τη ζωή του.

Το κωμικό και το τραγικό στον ίδιο άνθρωπο


Η ιστορία αυτή έχει και μια ειρωνική λεπτομέρεια, που μόνο η πραγματικότητα μπορεί να επινοήσει. Ο Χατζηχρήστος, άνθρωπος της Αριστεράς, θα μπορούσε εύκολα να θεωρήσει ότι η επίθεση είχε αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα. Ο ίδιος όμως αργότερα έδωσε μια πολύ πιο πεζή - και απροσδόκητη - εξήγηση. Δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως κάποιο σημαντικό στέλεχος του ΕΛΑΣ, ούτε επιχείρησε να κατασκευάσει εκ των υστέρων έναν ηρωικό μύθο γύρω από το όνομά του. Οπως αφηγήθηκε, πίσω από την καταδίωξη βρισκόταν μια προσωπική ιστορία, μια παλιά ερωτική σχέση που είχε τελειώσει άσχημα. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η γυναίκα ζήτησε τη βοήθεια γνωστού της, που συνδεόταν με τις ΕΑΟ, και η προσωπική εκδίκηση, συν τις πολιτικές επιλογές του ηθοποιού, συν το εκρηκτικό κλίμα της εποχής, πήρε διαστάσεις πραγματικής απειλής για τη ζωή του. Και ενώ λίγο έλειψε να δολοφονηθεί, αρνιόταν να φορέσει στον εαυτό του φωτοστέφανο, προτιμώντας να τσαλακώσει τον μύθο του και τελικά να γελάσει πρώτος με την απίστευτη περιπέτειά του. Γιατί στη ζωή του Χατζηχρήστου το τραγικό και το κωμικό κατοικούσαν συχνά στο ίδιο δωμάτιο.

Αλλά ίσως το πιο ενδιαφέρον έργο αυτού του μεγάλου θεατρίνου παίχτηκε μακριά από τους προβολείς. Ο Χατζηχρήστος είχε μια παράξενη σχέση με το χρήμα, το θεωρούσε κάτι σαν περαστικό επισκέπτη. Ερχόταν κι έφευγε, μόνο που συνήθως έφευγε προς την τσέπη κάποιου άλλου. Χρόνια αργότερα, όταν τον ρώτησαν για τα πάθη του, έδωσε μια απάντηση που σχεδόν συνοψίζει τη βιογραφία του: Το πάθος που δεν κατάφερε ποτέ να κόψει ήταν το «εγώ πληρώνω». Και πρόσθετε πως τόσο στα πλούτη όσο και στις φτώχειες του, έβαζε πάντα το χέρι στην τσέπη για όλους δίπλα του.


Οι συνάδελφοί του που τον έζησαν στα καμαρίνια, στις περιοδείες, στα ξενύχτια και στις εποχές που το θέατρο όχι μόνο δεν είχε λάμψη αλλά ήταν κάτι σαν επικίνδυνη αποστολή, έχουν να πουν μόνο καλά γι' αυτόν. Ο Νίκος Ρίζος, φίλος του από τα δύσκολα χρόνια, θυμόταν κάτι μαγικό από την παλιά Αθήνα των θεάτρων. Ο Χατζηχρήστος και ο Βασίλης Αυλωνίτης ήξεραν ακριβώς ποια ώρα έβγαινε ο ένας και ο άλλος στη σκηνή των γειτονικών θεάτρων όπου έπαιζαν. Ο Χατζηχρήστος λοιπόν εγκατέλειπε για λίγο το δικό του θέατρο, έτρεχε γρήγορα, ανέβαινε ξαφνικά στη σκηνή του Αυλωνίτη και οι δυο τους αυτοσχεδίαζαν επί μισή ώρα. Την επομένη γινόταν το αντίθετο, ο Αυλωνίτης έτρεχε στο θέατρο του Χατζηχρήστου και έπαιζαν για λίγο μαζί, ενθουσιάζοντας τους θεατές. Μιλώντας για εκείνη τη φουρνιά, ο Ρίζος κατέληγε: «Ηταν μια άλλη γενιά ηθοποιών, σήμερα δεν τους "πιάνει" κανείς από εμάς». Η Σπεράντζα Βρανά μιλώντας γι' αυτόν είχε φωτίσει μια διαφορετική πλευρά του: Την πληθωρικότητα με την οποία αγαπούσε. Οπως έλεγε, «όταν ο Χατζηχρήστος ερωτευόταν, αφοσιωνόταν ολόψυχα και μπορούσε να εκφράσει αυτό που ένιωθε με μια γλυκιά κουβέντα, μια ξαφνική αγκαλιά ή ένα δώρο που ο άλλος δεν είχε καν φανταστεί. Οταν αγαπούσε, δεν ήξερε από οικονομία αισθημάτων». Η Αλίκη Γεωργούλη περιέγραψε πώς κάποτε το αυτοκίνητο του ερωτευμένου Κώστα ήταν γεμάτο λουλούδια, σχεδόν ένα ολόκληρο ανθοπωλείο πάνω σε τέσσερις ρόδες. «Ηταν ωραίος άνθρωπος ο Χατζηχρήστος. Καλοπροαίρετος. Αυθόρμητος. Γενναιόδωρος». Η Ρίκα Διαλυνά τον σκιαγράφησε με πολλή αγάπη: «Ο Κώστας ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος και ηθοποιός. Οσοι συνεργάστηκαν μαζί του, τον λάτρεψαν κυριολεκτικά. Τους ζούσε όλους, κι ας μην είχε ο ίδιος ούτε φράγκο στην τσέπη. Και το σημαντικότερο; Δεν άφησε ποτέ κανέναν απλήρωτο». Η Βάσια Τριφύλλη είπε για εκείνον: «Είχε τρύπια χέρια. Δεν μπορούσε να καθίσει να φάει μόνος. Μετά την παράσταση μάζευε γύρω του κόσμο - δέκα, δεκαπέντε ανθρώπους - και τους πήγαινε στο τραπέζι. Και το να επιχειρήσει κάποιος άλλος να πληρώσει ήταν σχεδόν αιτία διακοπής σχέσεων». Ο Κώστας Καραγιάννης το εξηγούσε διαφορετικά: «Δεν αγαπούσε τα χρήματα για τα χρήματα. Τα ξόδευε. Δύσκολα θα έβρισκες καλλιτέχνη ή φτωχό άνθρωπο που να είχε βρεθεί κοντά του και να μην είχε κάποια στιγμή δεχθεί τη βοήθειά του». Και έτσι σχηματίζεται από τις μαρτυρίες των άλλων ένα πορτρέτο πολύ διαφορετικό από εκείνο που χωράει στις κινηματογραφικές αφίσες. Ο Χατζηχρήστος δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος κωμικός. Ηταν ο άνθρωπος που όταν είχε πολλά τα σκόρπιζε, και όταν είχε λίγα τα μοιραζόταν. Ισως τελικά η πιο σπουδαία κριτική για έναν καλλιτέχνη να μην είναι πόσο γέλιο προκάλεσε πάνω στη σκηνή, αλλά πόσοι άνθρωποι, όταν έσβησαν τα φώτα της, είχαν έναν λόγο να τον θυμούνται με αγάπη.

Ο Λουντέμης, ο ΕΛΑΣ και η Ντιριντάουα

Το 1956, όταν ο Μενέλαος Λουντέμης βρισκόταν αντιμέτωπος με τη γνωστή δίωξη για το έργο του, ο Χατζηχρήστος, λόγω της σχέσης του με την Αλίκη Γεωργούλη, προσπάθησε κι αυτός να βοηθήσει τον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα. Εμφανίστηκε λοιπόν στη φυλακή, φορτωμένος με ένα στρώμα και μια κούτα τρόφιμα, προσπαθώντας να τα περάσει στον κρατούμενο. Και τελικά τα κατάφερε, τους έπεισε και τα πέρασε. Μετά απ' αυτό, δεν έκανε καμία ανακοίνωση αλληλεγγύης. Δεν φωτογραφήθηκε. Ούτε έκανε δηλώσεις γι' αυτήν την πρωτοβουλία. Απλώς κουβάλησε στην πλάτη του ένα στρώμα και τρόφιμα. Και αυτή του η κίνηση έδειξε πως υπάρχουν φορές που η ιδεολογία ενός ανθρώπου μπορεί να χωρέσει και σε μία μόνο εικόνα, σε μία μόνο κίνηση.


Ο ίδιος είχε γνωρίσει άλλωστε από νωρίς μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από εκείνη των μεταγενέστερων κινηματογραφικών του επιτυχιών. Είχε πολεμήσει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Είχε περάσει από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σε συνέντευξή του θυμόταν ακόμα τη δολοφονία του αδελφού του, που ήταν στον ΕΛΑΣ, λίγο πριν από την απελευθέρωση της Δράμας.

Κι ύστερα, υπήρξε στη ζωή του και εκείνη η γυναίκα. Η σπουδαία Καίτη Ντιριντάουα. Δεν ήταν «η όμορφη πρωταγωνίστρια» που παντρεύτηκε έναν διάσημο κωμικό. Πίσω από το εξωτικό καλλιτεχνικό όνομα βρισκόταν η Αικατερίνη Οικονόμου, μια γενναία γυναίκα της Αντίστασης. Θρυλική αγωνίστρια του ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε φυλάκιση από τους Γερμανούς και μεταπολεμικά γνώρισε τις διώξεις και τις εξορίες. Μακρόνησος, Χίος, Τρίκερι. Η ηθοποιός και χορεύτρια με τα μεγάλα τσακίρικα μάτια από τη Θεσσαλονίκη είχε δηλώσει ότι «αγάπησα τον αγώνα περισσότερο απ' το θέατρο», γι' αυτό και παρά τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, την παρανομία, τις εξορίες και τις κακουχίες που άφησαν βαρύ αποτύπωμα στην υγεία της, συνέχισε να αγωνίζεται μέσα από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ Θεάτρου. Με τον Χατζηχρήστο συνεργάστηκαν στο θέατρο, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν το 1959 και απέκτησαν μια κόρη. Ο γάμος τους κράτησε έως το 1975. Η κοινή ζωή τους ασφαλώς δεν ήταν ειδυλλιακή, ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις αδυναμίες και τις απιστίες του. Αλλά για αρκετά χρόνια συναντήθηκαν στο θέατρο δύο άνθρωποι με παράλληλες λαϊκές διαδρομές: Εκείνη με την Αντίσταση, τις διώξεις και τις εξορίες, εκείνος με τον πόλεμο, την Αριστερά και μια σχεδόν παθολογική ανάγκη να μοιράζεται ό,τι είχε. Μια γενναιοδωρία που είχε κάτι το παιδικό.

Από τη δόξα και τη λατρεία στη μοναξιά

Ο Χατζηχρήστος δεν γνώριζε το «λίγο». Ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Κάποτε, το 1963-64, έφερε στο «Παρκ» μια γιγαντιαία παραγωγή, με περισσότερους από 100 ηθοποιούς και χορευτές, Ελληνες και Γάλλους. Το υπερθέαμα κατέληξε σε οικονομική καταστροφή. Χρόνια μετά, εξηγούσε πως τα περισσότερα χρήματά του χάθηκαν σε θεατρικές και κινηματογραφικές δουλειές, αλλά και πως ποτέ δεν φοβήθηκε το ρίσκο. Και, με εκείνη την αυτοσαρκαστική ειλικρίνεια που τον χαρακτήριζε, παραδεχόταν ότι όσα ξόδεψε δεν τα ξόδεψε ποτέ μόνος του, υπήρχαν πάντοτε φίλοι, συνεργάτες και γνωστοί γύρω του.


Ακόμη και η τέχνη του γεννήθηκε πολλές φορές από το ίδιο ένστικτο, να σώσει τον άλλον, τη στιγμή, την παράσταση. Οταν κάποτε σε μια σκηνή του «Μπακαλόγατου» - από αβλεψία - έλειψαν από το σκηνικό οι φακές, αντί να παγώσει και να τα χάσει, αυτοσχεδίασε μια ξεκαρδιστική ιστορία. Είπε στους θεατές πως ήρθαν κάποια ...μαμούνια που τάχα πήραν τις φακές στον ώμο τους και έφυγαν. Το λάθος έγινε ατάκα και η στιγμιαία αμηχανία έγινε γέλιο και χειροκρότημα. Αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη τέχνη του Χατζηχρήστου: Μετέτρεπε τη στραβή στιγμή σε ζωή. Και η ζωή τού έδωσε πολλές στραβές στιγμές.

Εχασε χρήματα, θέατρο, ανθρώπους. Γνώρισε τη μεγάλη δημοσιότητα, τη δόξα, την αγάπη του κοινού, και αργότερα τη μοναξιά και την αγνωμοσύνη. Πέρασε περιόδους μεγάλης οικονομικής δυσκολίας και μόνο ελάχιστοι άνθρωποι, που τον αγάπησαν πραγματικά, στάθηκαν δίπλα του. Ισως γιατί η αλληλεγγύη μερικές φορές έχει μνήμη. Εκείνος που επί δεκαετίες πλήρωνε τραπέζια, βοηθούσε συναδέλφους, κουβαλούσε τρόφιμα και χάριζε πράγματα, στα δύσκολα βρήκε μόνο κάποιους λίγους ανθρώπους που δεν τον ξέχασαν. Μάλλον γι' αυτό, ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Χατζηχρήστος δεν είναι μόνο ο Θύμιος, ο Ζήκος ή ο αξέχαστος Ηλίας του 16ου. Είναι και εκείνος ο άνθρωπος με το στρώμα στην πλάτη έξω από τη φυλακή του Λουντέμη. Είναι ο στρατιώτης που αρνιόταν να πυροβολήσει αμούστακα παιδιά. Εκείνος που έβγαζε κόσμο για φαγητό και το θεωρούσε περίπου προσωπική προσβολή να πληρώσει άλλος. Ενας άνθρωπος ατελής, πληθωρικός, αντιφατικός, σπάταλος σε χρήματα, έρωτες, γέλιο και προσφορά.

Και ίσως αυτή να είναι η ωραιότερη απάντηση στο ερώτημα που βασάνιζε τον ίδιο τα τελευταία χρόνια: «Χαρτιά δεν ξέρω. Από ιππόδρομο δεν έχω ιδέα. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα;». Και σχεδόν απαντούσε μόνος του: «Από τα χέρια μου πέρασαν πολλά χρήματα. Επρεπε να κρατώ πισινή». Δεν κράτησε. Τα λεφτά πήγαν σε παραστάσεις, σε αποτυχίες, σε φίλους, σε συναδέλφους, σε τραπεζώματα, σε λουλούδια, σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη.

Δηλαδή, με έναν τρόπο δεν πήγαν χαμένα. Πήγαν στους άλλους. Γιατί ο Χατζηχρήστος αγάπησε τους ανθρώπους και το θέατρο περισσότερο από την ασφάλεια.

«Εφυγε» στις 3 Οκτωβρίου 2001, στα 80 του χρόνια.

Της
Σεμίνας Διγενή



Πηγή:rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Σχολεία - Κάτι τα συνδέει όλα αυτά: Η βία, η διαπόμπευση και η επικίνδυνη κανονικοποίηση του «να πάρουμε τον νόμο στα χέρια μας»



Μια εκπαιδευτικός νοσηλεύεται σε σοβαρή κατάσταση μετά τον ξυλοδαρμό που καταγγέλλει ότι δέχθηκε από γονείς, έπειτα από επεισόδιο στο οποίο είχε προηγουμένως καταγραφεί να φωνάζει με έντονο τρόπο σε μικρά παιδιά. Η υπόθεση διερευνάται διοικητικά και ποινικά, ενώ οι αρμόδιες αρχές έχουν τονίσει ότι πρέπει να εξεταστούν τόσο η συμπεριφορά της εκπαιδευτικού όσο και η βίαιη επίθεση που ακολούθησε.

Μία ημέρα αργότερα, σε τηλεοπτική συζήτηση για το ίδιο περιστατικό, ο απόστρατος αστυνομικός Σταύρος Μπαλάσκας αντέδρασε με τη γνωστή πλέον φράση ότι, αν επρόκειτο για το δικό του παιδί, θα πήγαινε την εκπαιδευτικό «μαλλί τσιμέντο», προκαλώντας έντονη αντιπαράθεση στον αέρα.

Και λίγες ημέρες νωρίτερα, Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του 1ου Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων είχε ευχαριστήσει δημόσια τον Ηλία Κασιδιάρη για χορηγία προς το σχολείο, μια κίνηση που προκάλεσε αντιδράσεις και δημόσια συζήτηση.

Τα τρία περιστατικά δεν είναι ταυτόσημα. Δεν έχουν το ίδιο νομικό βάρος, ούτε την ίδια ηθική ή πολιτική διάσταση.

Και όμως, κάτι τα συνδέει.

Όχι η παιδαγωγική. Όχι το αν μια εκπαιδευτικός φώναξε ή δεν φώναξε. Όχι το αν ένας σύλλογος γονέων είχε οικονομική ανάγκη. Όχι το αν κάποιος τηλεσχολιαστής «παρασύρθηκε» από την ένταση.

Αυτό που τα συνδέει είναι η μετατόπιση του ορίου του αποδεκτού.

Η ιδέα ότι η βία μπορεί να γίνει απάντηση στη βία. Ότι η δημόσια διαπόμπευση μπορεί να παρουσιαστεί ως δικαιοσύνη. Ότι η «αγανάκτηση» νομιμοποιεί τη σωματική τιμωρία. Ότι η ανάγκη ενός σχολείου μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από το ποιος προσφέρει τη χορηγία και τι συμβολίζει δημόσια το πρόσωπό του.

Άλλο η ευθύνη, άλλο η αυτοδικία

Αν μια εκπαιδευτικός συμπεριφέρθηκε απαράδεκτα σε παιδιά, αυτό πρέπει να διερευνηθεί.

Αν προκύψουν πειθαρχικές ή άλλες ευθύνες, πρέπει να αποδοθούν.

Αυτό όμως δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να τη χτυπήσει.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Αν χαθεί, τότε κάθε σοβαρή συζήτηση για τα δικαιώματα των παιδιών, την ευθύνη των εκπαιδευτικών και την ποιότητα του σχολείου καταρρέει μέσα σε μια λογική αυτοδικίας.

Ο ξυλοδαρμός δεν γίνεται παιδαγωγική απάντηση επειδή προηγήθηκε μια λεκτική εκτροπή.

Και η φράση «εγώ θα την πήγαινα μαλλί τσιμέντο» δεν αποτελεί απλώς μια υπερβολή της στιγμής όταν εκφέρεται δημόσια από άνθρωπο που έχει υπηρετήσει σε σώμα ασφαλείας και απευθύνεται σε ένα ευρύ τηλεοπτικό κοινό. Ακριβώς επειδή η κοινωνία ακούει τέτοιες φράσεις ξανά και ξανά, το όριο μεταξύ αγανάκτησης και βίας αρχίζει να θολώνει.

Όταν το «δίκιο» γίνεται άδεια για τα πάντα

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η λογική αυτή δεν εμφανίζεται πια μόνο στα περιθώρια.

Εμφανίζεται σε τηλεοπτικά στούντιο, στις αυλές των σχολείων, στις δημόσιες αναρτήσεις συλλόγων, στον τρόπο με τον οποίο άνθρωποι και ομάδες συνηθίζουν να χωρίζονται γρήγορα σε «δικούς μας» και «εχθρούς».

Αν ο άλλος θεωρηθεί απόλυτα ένοχος, τότε επιτρέπονται όλα.

Η προσβολή.

Η απειλή.

Η διαπόμπευση.

Το χτύπημα.

Ακόμη και η δημόσια εξοικείωση με πρόσωπα και συμβολισμούς που η ίδια η δημοκρατική και δικαστική τάξη έχει ήδη κρίνει με ιδιαίτερα βαρύ τρόπο.

Και κάπου εκεί αρχίζει να χάνεται το πιο βασικό: η έννοια του ορίου.

Το σχολείο δεν μπορεί να γίνει καθρέφτης αυτής της βίας

Το σχολείο υποτίθεται ότι διδάσκει ακριβώς το αντίθετο.

Ότι η σύγκρουση δεν λύνεται με γροθιές.

Ότι ακόμη και όταν κάποιος κάνει λάθος, υπάρχουν διαδικασίες, κανόνες και θεσμοί.

Ότι ο θυμός δεν καταργεί την αξιοπρέπεια του άλλου.

Ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο δικαίωμα να φωνάζεις, αλλά και υποχρέωση να δέχεσαι ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αυτοανακηρύσσεται δικαστής και τιμωρός.

Αυτό είναι το νήμα που ενώνει τα περιστατικά.

Όχι επειδή είναι ίδια.

Αλλά επειδή σε όλα εμφανίζεται, με διαφορετικό τρόπο, μια κοινωνία που κινδυνεύει να συνηθίσει στην ιδέα ότι ο εξευτελισμός, η απειλή και η βία μπορούν να αποτελούν θεμιτή απάντηση όταν κάποιος θεωρεί ότι έχει δίκιο.

Και αυτή είναι ίσως μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση από το αν μια εκπαιδευτικός φώναξε σε μια τάξη.


Πηγή: alfavita




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Ξέρεις πώς σε λένε όταν βγαίνεις από το δωμάτιο;

Θάνος Ντζουμάνης

Η κυρία Πολύτιμη κοιτάει τον έλεγχο, σηκώνει το βλέμμα και λέει στη μάνα σου, μπροστά σου: «Πρώτος μαθητής. Αλλά πολύ ανήσυχος». Δύο λέξεις. Τη μία την κράτησε η μάνα σου, την άλλη εσύ. Την έχεις ακόμα. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, κάθε φορά που σηκώνεσαι από το τραπέζι πριν από τους άλλους, ακούς την ίδια φωνή, με την κιμωλία στα δάχτυλα.

Έτσι μοιράζονταν τότε οι λέξεις. Μία ο καθένας, στο μπαλκόνι, στην αυλή, στο τραπέζι της Κυριακής. Ο ξάδερφος «το μυαλό», ο άλλος «ο ατίθασος», η θεία «η νευρική», ο θείος «ο βολεμένος». Λίγες, χοντροκομμένες λέξεις, από ανθρώπους που δεν είχαν διαβάσει τίποτα σχετικό. Στα μούτρα σου, συνήθως. Πονούσαν, αλλά ήξερες ποιος σε λέει τι, και μπορούσες, αν είχες κότσια, να απαντήσεις.

Οι λέξεις κολλάνε. Όχι σαν ετικέτα, που τη βγάζεις. Σαν βεντούζα. Δεν τη νιώθεις την ώρα που μπαίνει. Τη νιώθεις όταν πας να κουνηθείς.

Τώρα έχουμε περισσότερες λέξεις, και καλύτερες. Από το podcast στην κίνηση της Μεσογείων, από τη φίλη που κάνει θεραπεία, από το βιντεάκι των είκοσι δευτερολέπτων που εξηγεί γιατί ο πατέρας μας δεν μας αγκάλιαζε. Ακούγονται σαν διάγνωση. Και λέγονται πιο σιγά. Αμέσως μόλις βγεις από το δωμάτιο.

Κυριακή βράδυ. Εκείνος στον καναπέ, η Εθνική κερδίζει μέσα στη Γερμανία κι ο Καρέτσας αφήνει έναν Γερμανό να ψάχνει ακόμα την μπάλα. Εκείνη στην κουζίνα, με το κινητό στο ένα χέρι και τη Δευτέρα στο μυαλό. Έχει ο ένας μια λέξη για τον άλλον. Τη δική του τη λέει στον κουμπάρο, μετά το γκολ. Τη δική της τη λέει στην αδερφή της, ανάμεσα σε δύο μηνύματα.
 
Είναι και οι δύο σωστές. Είκοσι χρόνια σωστές. Και στέκονται, ο καθένας από τη μεριά του, σε μια ιστορία που δεν άλλαξε ούτε πρόταση, γιατί καμία από τις δύο λέξεις δεν ήταν ερώτηση.

Το παιδί σου πήρε τη δική του στην κούνια. «Το αθόρυβο». Τη λένε ακόμα οι θείες, ενώ εκείνο σκαρφαλώνει στο τραπέζι με τα παπούτσια. Το δεύτερο, ημερών ακόμα, την πήρε στο μαιευτήριο, πριν καλά καλά ανοίξει τα μάτια. Τόσο νωρίς έρχονται πια οι λέξεις. Πριν προλάβει κανείς να απαντήσει.

Στο σπίτι έχεις κι άλλη μία. «Ο αυστηρός». Τη λέει ο μικρός στη μάνα του, στο αυτί, όταν θέλει το tablet. Δεν είσαι αυστηρός, είσαι η πόρτα που βολεύει να μείνει κλειστή, για να ανοίξει η άλλη. Κι εσύ το αφήνεις, γιατί ο αυστηρός έχει λιγότερη δουλειά από αυτόν που λέει ναι.

Στη δουλειά η λέξη έρχεται σε κελί. Αξιολόγηση, Μάρτιος, «δεν ξεχωρίζει». Από εκείνο το πρωί μπαίνεις εννιά παρά πέντε και φεύγεις πέντε και πέντε, και λες «μια δουλειά είναι». Το λες τόσες φορές που έγινε κι αυτό λέξη. Τη λένε για σένα στην κουζίνα του γραφείου, μόλις βγεις για καφέ.

Και η πιο βολική απ’ όλες, η δική μας για εμάς. Τη γράφουμε στο βιογραφικό. Introvert, overthinker, ο τύπος που δεν αντέχει τοξικούς ανθρώπους. Μια λέξη για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε γιατί δεν πήγαμε, γιατί δεν τηλεφωνήσαμε, γιατί δεν μείναμε.

Δεν λέω ότι οι λέξεις φταίνε. Χωρίς αυτές δεν στέκεσαι. Είναι η κουπαστή που πιάνεις όταν γέρνει η μέρα. «Έτσι είναι αυτός», και πάει η μέρα παρακάτω. «Έτσι είμαι εγώ», και πάει η ζωή παρακάτω. Βολεύουν. Αυτό είναι το πρόβλημά τους. Βολεύουν τόσο, που δεν χρειάζεται ποτέ να κοιτάξεις τι έχει πίσω από τη λέξη. Κι ένας άνθρωπος που δεν τον κοιτάει κανείς, μετά από χρόνια, γίνεται η λέξη του. Για να μη στεναχωρήσει κανέναν.

Κι έτσι φτάνεις στα σαράντα δύο με δύο λέξεις στην πλάτη. Μία που σου έβαλαν και δεν τη διάλεξες. Μία που έβαλες εσύ και τη λες προσωπικότητα. Ανάμεσά τους, το μικρό σου όνομα, που δεν το φωνάζει πια κανείς από το μπαλκόνι.

Κυριακή βράδυ λοιπόν, μετά το ματς. Παίρνεις τη μάνα σου στο χωριό. Το μωρό κλαίει από πίσω και λες γελώντας: «Δεν κάθεται με τίποτα. Σαν τον πατέρα του. Ανήσυχος, το ’πε και η κυρία Πολύτιμη». Παύση στη γραμμή.

«Ποια Πολύτιμη ή δασκάλα; Αυτή το έλεγε για όλα τα αγόρια, μπας και σας μαζέψουμε εμείς και γίνετε άνθρωποι».
Στέκεσαι στο μπαλκόνι με το τηλέφωνο στο χέρι.

Τριάντα τέσσερα χρόνια. Διάλεξες δουλειά που δεν κάθεται. Τρία πράγματα μαζί, κανένα μέχρι το τέλος. Σηκώνεσαι πρώτος από κάθε τραπέζι. Άφησες στη γυναίκα σου ό,τι στέκει ακίνητο, τους λογαριασμούς, τα ραντεβού, τα χαρτιά των παιδιών, «γιατί εσύ δεν κάθεσαι». Το είπες σε συνεντεύξεις σαν προσόν και σε πρώτα ραντεβού σαν γοητεία. Το έγραψες, με άλλη λέξη, στο LinkedIn. Έχτισες μια πλευρά της ιστορίας πάνω σε δύο λέξεις που είπε μια δασκάλα ένα μεσημέρι του ‘92, για να πάει η δική της μέρα παρακάτω.

Δεν ήταν για σένα. Ήταν για εκείνη.

Ξέρεις πώς σε λένε όταν βγαίνεις από το δωμάτιο;
 
Σε λένε αυτό που βολεύει όποιον μένει μέσα.

Κι εσύ, τριάντα τέσσερα χρόνια τώρα, βγαίνεις πάντα πρώτος.


Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τζάμπα



Τα μέτρα για την ενίσχυση της «γυναικείας απασχόλησης» διαφημίζει η κυβέρνηση, με τα προγράμματα της ΔΥΠΑ για 15.000 επιδοτούμενες νέες θέσεις εργασίας, από τις οποίες το 1/3 είναι μερικής απασχόλησης. 

Στα «ψιλά» περνάει ότι οι «ευκαιρίες» αυτές διαρκούν μόλις 12 μήνες, μέχρι οι γυναίκες να βρεθούν ξανά ξεκρέμαστες. 

Κάπως έτσι η κυβέρνηση μαγειρεύει τα νούμερα και τους δείκτες της ανεργίας, με τις γυναίκες να περιπλανώνται ανάμεσα σε δουλειές με μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για τα βασικά, στην ανεργία με τα κουτσουρεμένα επιδόματα και τους εκβιασμούς του κράτους, πως αν δεν δεχτούν οποιαδήποτε εργασία, θα χάσουν το επίδομα. 

Τα προγράμματα είναι προσφορά τζάμπα εργασίας από το κράτος στην εργοδοσία... 

Οπως επιβεβαίωσε η αρμόδια υπουργός, «αν μία επιχείρηση προσλάβει γυναίκα άνεργη, μπορεί να επιδοτηθεί με έως 70% του μισθού και των εισφορών». 

Τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία ή «κακό χειρισμό» της κυβέρνησης.

 Αντίθετα, είναι υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ για τη γυναικεία απασχόληση, την οποία εφαρμόζουν σοσιαλδημοκρατικές και φιλελεύθερες κυβερνήσεις. 

Ζεστό χρήμα για τους εργοδότες, ανασφάλεια και ένταση της εκμετάλλευσης για τις χιλιάδες γυναίκες.


Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Μαγνήτης



Εργοστάσια στην Ευρώπη που παράγουν όπλα για την Ουκρανία είναι «νόμιμοι στρατιωτικοί στόχοι» για τη Ρωσία, δήλωσε η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα. 
Και μπορεί η ερώτηση που της έγινε να αφορούσε την Πολωνία, η «εμβέλεια» όμως της απάντησης πιάνει και την Ελλάδα, που εμπλέκεται άμεσα στη στήριξη στο καθεστώς Ζελένσκι, ενώ κι εδώ υπάρχουν εγκαταστάσεις που στέλνουν πυρομαχικά στην Ουκρανία (βλ. σύμπραξη ΕΑΣ και Czechoslovak Group). 
Ανάλογες δηλώσεις έχουν κάνει στο παρελθόν και άλλοι Ρώσοι αξιωματούχοι, όπως ο Μεντβέντεφ, ο οποίος χαρακτήρισε «νόμιμο στόχο της Ρωσίας τις υποδομές των χωρών του ΝΑΤΟ, λιμένες και αεροδρόμια που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά πολεμικού υλικού στην Ουκρανία και την εξόρμηση εναέριων μέσων...». 
Πηγαίνοντας προς τον Νότο - για να μη χαλάσουμε το χατίρι του Ν. Δένδια που επισήμανε πρόσφατα πως «οι απειλές δεν είναι μόνο από τον Βορρά» - δημοσιεύματα θέλουν τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη και άλλες ΝΑΤΟικές στρατιωτικές υποδομές να αποτελούν στόχο αντιποίνων του Ιράν, επειδή υποστηρίζουν τις επιθέσεις ΗΠΑ - Ισραήλ. 
Ολα αυτά βέβαια δεν γίνονται σε «κενό αέρος»... 
Είναι έκφραση της επιθετικότητας της ελληνικής αστικής τάξης, που αναλαμβάνει ενεργότερο ρόλο στα σχέδια ΝΑΤΟ - ΗΠΑ - ΕΕ, μετατρέποντας τη χώρα σε κόμβο εμπλοκής και ταυτόχρονα σε τεράστιο μαγνήτη κινδύνων για τον λαό.

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Οχτακόσια μάτια… γεμάτα δάκρυα

Τάσος Σεβαστιάδης


Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, είτε το θέλησε είτε όχι, προκάλεσε έναν τρομερό σεισμό με τη δήλωσή του: τετρακόσια παιδιά, που έτριβαν τη μούρη τους πάνω στα βιβλία, που ξενυχτούσαν και πάλευαν με αγωνία για να περάσουν στα πανεπιστήμια και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, δεν έκαναν τελικά την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας.

Δεν ξέρω αν αυτή η δήλωση άγγιξε τη συνείδηση κάποιων από τη «λαοθάλασσα» που πλημμύρισε τη συναυλία μιας γνωστής αοιδού. Τα μέσα της διαστρέβλωσης συνειδήσεων θέλουν να την παρουσιάζουν τάχα ως κάτι αντίστοιχο με τις μεγάλες λαϊκές συναυλίες και τους κορυφαίους καλλιτέχνες του λαού μας — τον Μητροπάνο, τον Νταλάρα, την Αλεξίου και τόσους άλλους. Μα, αν θέλετε τη γνώμη μου, εκείνη η «λαοθάλασσα» δεν είχε πολύ αλάτι. Ήταν μια θάλασσα στείρα, χωρίς το βάθος και το αποτύπωμα εκείνων των στιγμών που κάποτε τραγουδούσε μαζί ένας ολόκληρος λαός.

Όμως το ζητούμενο δεν είναι η συναυλία. Το ζητούμενο είναι τα όνειρα των νέων ανθρώπων. Ανάμεσα στα τετρακόσια παιδιά, εννέα είχαν περάσει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών.

Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη απογοήτευση από αυτή; Αυτά τα παιδιά μπήκαν με τη θέλησή τους στη δοκιμασία ενός από τους σκληρότερους αγώνες της ζωής τους. Διάβασαν ατελείωτες ώρες, ξενύχτησαν, στερήθηκαν, αγωνίστηκαν, στάθηκαν όρθια απέναντι στην αγωνία των εξετάσεων και, τελικά, τα κατάφεραν. Στάθηκαν παλικάρια.

Και ύστερα, όταν άνοιξε μπροστά τους η πόρτα του πανεπιστημίου, βρέθηκε μπροστά τους ένας άλλος τοίχος. Ένα απρόσωπο και ανάλγητο κράτος, που τόσα χρόνια έχει φορτώσει στις πλάτες του λαού δυσκολίες, στερήσεις και απογοητεύσεις, έρχεται τώρα να πει «όχι» σε αυτά τα παιδιά — στους αυριανούς επιστήμονες, στους αυριανούς γιατρούς, στους ανθρώπους που ονειρεύτηκαν να προσφέρουν και να δημιουργήσουν.

Και τότε δεν γκρεμίζεται απλώς μια εγγραφή σε ένα πανεπιστήμιο. Γκρεμίζεται ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος που κάθε παιδί είχε χτίσει μέσα του με κόπο, ελπίδα και όνειρα. Γκρεμίζονται νύχτες ατελείωτες πάνω από ένα βιβλίο, η αγωνία μιας μάνας, η προσμονή ενός πατέρα, οι θυσίες μιας οικογένειας. Γκρεμίζεται εκείνη η μικρή, προσωπική πατρίδα που κάθε νέος χτίζει μέσα στην ψυχή του και την ονομάζει «μέλλον».

Δεν με νοιάζει το κράτος τους. Έτσι κι αλλιώς, ένα κράτος που δεν στέκεται δίπλα στα παιδιά του, που αφήνει τα όνειρά τους να συντρίβονται πάνω στην αδιαφορία και την αδικία, δύσκολα μπορεί να απαιτεί από αυτά πίστη και εμπιστοσύνη.

Θα ήθελα, όμως, να είχα τη δύναμη να σταθώ απέναντι σε αυτή τη νεολαία. Να κοιτάξω στα μάτια αυτά τα παιδιά — αυτά τα οχτακόσια μάτια, γεμάτα δάκρυα — και να τους πω κάτι απλό:

Μην το βάλετε κάτω.

Μην αφήσετε κανέναν να σας πείσει πως το όνειρό σας τελείωσε επειδή κάποιοι σας έκλεισαν μια πόρτα.

Χτίστε ξανά.

Χτίστε, όπως έχτισαν οι πρόγονοί μας τις Θερμοπύλες της αξιοπρέπειας και τα νέα Χάνια της Γραβιάς, εκεί όπου ο άνθρωπος, όταν όλα μοιάζουν χαμένα, βρίσκει μέσα του τη δύναμη να αντισταθεί.

Και κάντε το δικό σας χρέος απέναντι στο αύριο: να μη χρειαστεί κανένας άλλος νέος άνθρωπος να γευτεί την ίδια πίκρα, να δει το όνειρό του να συντρίβεται λίγο πριν το αγγίξει.

Γιατί τα όνειρα των παιδιών δεν είναι αριθμοί σε έναν κατάλογο. Δεν είναι θέσεις, εγγραφές και στατιστικές. Είναι ζωή.

Και όταν ένα όνειρο γκρεμίζεται, δεν δακρύζουν μόνο δύο μάτια. Δακρύζει ένας ολόκληρος κόσμος.



Τάσος Σεβαστιάδης 


 Πηγή: katiousa



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »