Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Ήταν ζωή…Και περνούσε....



Κάποτε κάποιος είπε.. «Αν νιώθεις ότι είσαι δυστυχισμένος, πήγαινε μια βόλτα από ένα νοσοκομείο».
Πόσο δίκαιο είχε ρε γαμώτο…

Όχι γιατί ο πόνος του άλλου ακυρώνει τον δικό σου. Ούτε γιατί, βλέποντας κάποιον να υποφέρει περισσότερο, οφείλεις ξαφνικά να ντραπείς για όσα αισθάνεσαι. Η ψυχή δεν λειτουργεί με διαγωνισμούς δυστυχίας. Το ότι κάποιος πονά περισσότερο δεν σημαίνει πως εσύ δεν πονάς.
Όμως το νοσοκομείο έχει έναν παράξενο τρόπο να επαναφέρει τη ζωή στις πραγματικές της διαστάσεις. Μας επαναφέρει στην «εργοστασιακές ρυθμίσεις».

Κάτω από μια νοσοκομειακή ρόμπα είμαστε όλοι το ίδιο εύθραυστοι. Κανείς δεν ενδιαφέρεται πια ποιος κέρδισε έναν καβγά, ποιος είχε δίκαιο, ποιος πήρε περισσότερα likes ή ποιος αγόρασε το ακριβότερο αυτοκίνητο. Οι άνθρωποι παρακαλούν για πράγματα που εμείς θεωρούμε δεδομένα..να αναπνεύσουν χωρίς πόνο, να περπατήσουν μέχρι την τουαλέτα, να ακούσουν μια καλή κουβέντα από τον γιατρό, να επιστρέψουν ακόμη μία φορά στο σπίτι τους. Στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου καταλαβαίνεις ότι η ζωή μπορεί να χωριστεί στα δύο από μία μόνο πρόταση..«Τα αποτελέσματα δεν είναι καλά». 

Και τότε όλα όσα μέχρι χθες έμοιαζαν τεράστια μικραίνουν απότομα. Το μήνυμα που δεν απαντήθηκε, η δουλειά που δεν πήγε όπως ήθελες, το βλέμμα του άλλου, η καθυστέρηση, η προσβολή, η εμμονή να αποδείξεις πως είχες δίκαιο. Όχι επειδή παύουν να έχουν σημασία, αλλά επειδή θυμάσαι πως δεν είναι όλη η ζωή. Η επαφή με την ανθρώπινη ευαλωτότητα δεν πρέπει να μας γεμίζει ενοχή. Πρέπει να μας ξυπνά. Να μας θυμίζει ότι το σώμα που σήμερα σε κουβαλά, κάποτε ίσως χρειαστεί να το κουβαλήσεις εσύ. Ότι οι άνθρωποι που αγαπάς δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της ζωής σου. Είναι επισκέπτες…όπως κι εσύ. Και ότι αναβάλλουμε με τρομακτική ευκολία όσα έχουν πραγματική αξία, λες και έχουμε υπογράψει ιδιωτική συμφωνία με την αιωνιότητα.

Ίσως, λοιπόν, η βόλτα από το νοσοκομείο να μη σου λύσει τα προβλήματα. Μπορεί όμως να σου διορθώσει για λίγο την όραση. Να τηλεφωνήσεις σε εκείνον που αγαπάς. Να αγκαλιάσεις τα παιδιά σου χωρίς να κοιτάζεις το κινητό. Να πιεις τον καφέ σου αργά. Να ζητήσεις συγγνώμη. Να πας εκείνο το ταξίδι. Να μην φας ρυζογκοφρέτα. Να σταματήσεις να περιμένεις να γίνουν όλα τέλεια για να επιτρέψεις στον εαυτό σου να ζήσει. Η ζωή δεν μας χρωστά προειδοποίηση πριν αλλάξει. Μερικές φορές χτυπά απλώς το τηλέφωνο, μερικές φορές ανοίγει μια πόρτα και μπαίνει ένας γιατρός. Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα μετατρέπονται σε…προσευχή.

Μην περιμένεις, λοιπόν, να φτάσεις σε έναν διάδρομο νοσοκομείου για να καταλάβεις πως εκείνη η «συνηθισμένη» κωλομέρα που βιαζόσουν να τελειώσει, ήταν κάποτε όλα όσα θα παρακαλούσες να σου επιστραφούν.Δεν ήταν απλώς άλλη μία μέρα.Ήταν η ζωή σου. Κι εσύ νόμιζες πως θα περιμένει…


Ευάγγελος Ορφανιδης κλινικός ψυχολόγος

Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Βεντάλια - Η πιστή φίλη του καλοκαιριού και η ιστορία της



Η Βεντάλια: Το Αρχέγονο «Gadget» Δροσιάς και Μυστηρίου

Κάθε χρόνο, όταν το καλοκαίρι πλησιάζει και οι πρώτες ζέστες κάνουν την εμφάνισή τους, πριν ακόμα κι από τα καλοκαιρινά μου ρούχα, αναζητώ στα συρτάρια τις βεντάλιες μου. Είναι η καλύτερη παρέα του καλοκαιριού· η πιστή φίλη που δεν με προδίδει ποτέ, ακόμα κι αν κοπεί το ρεύμα, και με συνοδεύει αδιαμαρτύρητα σε κάθε μου έξοδο.

Πέρα όμως από την άμεση ανακούφιση που προσφέρει, η βεντάλια είναι ένα αντικείμενο με απίστευτη ιστορική και τεχνολογική διαδρομή. Αν το καλοσκεφτείτε, πρόκειται για την πρώτη, απόλυτα οικολογική μορφή «προσωπικού κλιματισμού». Δεν παράγει ψύχος, αλλά λειτουργεί με μια έξυπνη μηχανική: επιταχύνει την εξάτμιση της υγρασίας από το δέρμα μας, χαρίζοντας μια φυσική αίσθηση δροσιάς με μια απλή κίνηση του καρπού.

Πριν όμως η βεντάλια γίνει το αξεσουάρ που ξέρουμε σήμερα, η ελληνική γλώσσα είχε ήδη δώσει το δικό της όνομα στην ανάγκη μας για δροσιά: το ριπίδιο. Η λέξη προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ριπίς και το ρήμα ριπίζω, που σημαίνει αναδεύω τον αέρα. Είναι εντυπωσιακό πώς μια λέξη περιγράφει με τόση ακρίβεια τη μηχανική της κίνησης — μια συνεχή, ρυθμική ριπή που αλλάζει τη ροή του αέρα γύρω μας.

Από τη Νυχτερίδα στο Σαλόνι


Γνωρίζατε ότι οι πτυσσόμενες βεντάλιες (sensu) ήταν μια επανάσταση στο design; Ξεκίνησαν από την Ιαπωνία και την Κίνα, και λέγεται πως η έμπνευση ήρθε από τον τρόπο που διπλώνουν τα φτερά της νυχτερίδας. Πριν από αυτή την εφεύρεση, οι βεντάλιες ήταν σταθερές και δύσκολες στη μεταφορά. Η δυνατότητα να «κλείνουν» και να κρύβονται στην παλάμη τις μετέτρεψε στο πρώτο φορητό gadget της ιστορίας.

Στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, η βεντάλια μεταμορφώθηκε στο απόλυτο εργαλείο κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Υπάρχουν τρία βασικά είδη που επιβιώνουν μέχρι σήμερα:

Folding fans:
Οι κλασικές υφασμάτινες ή χάρτινες, το απόλυτο παράδειγμα εργονομίας.

Brise fans:
Οι πιο ιδιαίτερες τεχνικά, χωρίς ύφασμα, αποτελούμενες μόνο από σκαλιστά στελέχη (ξύλο, ελεφαντόδοντο ή ταρταρούγα) που ενώνονται στη βάση.

Screen fans: Σταθερές, σαν μικρά έργα τέχνης, που θυμίζουν τις παλιές βεντάλιες των Φαραώ, οι οποίες συμβόλιζαν την εξουσία και την ουράνια προστασία.

Η Ισπανική Ιεροτελεστία

Φυσικά, δεν μπορούμε να μιλάμε για βεντάλιες χωρίς να σταθούμε στην Ισπανία, όπου το αντικείμενο αυτό έγινε επιστήμη και πάθος.

Η Πρωτεύουσα της Τέχνης:
Η πόλη Aldaia στη Βαλένθια παραμένει μέχρι σήμερα η παγκόσμια πρωτεύουσα της χειροποίητης βεντάλιας, εκεί όπου η ζωγραφική στο ύφασμα συναντά το λεπτό σκάλισμα στο ξύλο.

Το Φλαμένκο:
Στον χορό, η βεντάλια δεν είναι αξεσουάρ, αλλά προέκταση του σώματος· ένα «όπλο» έκφρασης που τονίζει την ένταση και το πάθος.

El Lenguaje del Abanico:
Η περίφημη «μυστική γλώσσα» ήταν ένας ευφυής τρόπος επικοινωνίας κάτω από τα αυστηρά βλέμματα της εποχής. Αν την κρατούσε μια γυναίκα ανοιχτή μπροστά στο πρόσωπο, σήμαινε «ακολούθησέ με», ενώ αν την ακουμπούσε στα χείλη, το μήνυμα ήταν σαφές: «δεν σε εμπιστεύομαι».
΄

Μια Διαχρονική Αξία

Σε έναν κόσμο γεμάτο ηλεκτρονικά αξεσουάρ που χρειάζονται συνεχή φόρτιση, η βεντάλια παραμένει μια κομψή υπενθύμιση ότι η ομορφιά και η λειτουργικότητα μπορούν να συνυπάρξουν μέσα από την απλότητα. Προσωπικά, πιστεύω ότι μια όμορφη βεντάλια προσθέτει έναν αριστοκρατικό τόνο στην εμφάνισή μας, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι μια μεγάλη ευκολία. Μια δροσιά που μπορώ να κρατώ στο χέρι, να έχω στην τσάντα, από τις πιο επίσημες περιστάσεις, μέχρι τις παραστάσεις στο Ηρώδειο και την συναυλία των Iron Maiden



Πηγή: ideostrovilos



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Νίκος Καλογερόπουλος «ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΡΕ!»



Ο Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε, όμως πριν φύγει, από πολύ νωρίς στη ζωή του, φρόντισε να αφήσει το δικό του στίγμα στο επουράνιο σκοτάδι που καταπλακώνει τη χώρα μας εδώ και δυο αιώνες που ξανασυγκροτηθήκαμε. Και το έκανε κι αυτό με το έτσι θέλω, αναρχικά, ρεμπέτικα. Όπως ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του. Κι έτσι από εδώ και μπρος:

Θα γυρίζει πάντα καθυστερημένος μέσα στην παραλλαγή του στα στενά της Αθήνας και θα βλέπει παραξενεμένος τα τανκς να γυρίζουν τους άδειους δρόμους. Καλά κινητοποιήθηκαν όλα τα τεθωρακισμένα να τον βρουν επειδή άργησε να πάει στη μονάδα του; Ήταν ξημερώματα της 21ης Απριλίου στη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη. Μια ταινία που δε γίνεται να μην έχει πάρει όσκαρ.
 
Θα είναι πάντα εκείνος ο «τρελός» Αριστερός ρομαντικός καλλιτέχνης που θα τσακώνεται με τον πιο κυνικό Μίμη Χρυσομάλλη στην Άρπα Κόλλα για μια ταινία γιοφύρι της Άρτας που ολημερίς τη χτίζουνε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
 
Θα χορεύει κρίπικα με βλέμμα που σκοτώνει τον «Ρασπούτιν» κάτω από το μπαλκόνι της Χρυσάνθης του στην πιο ΜΕΤΑ καντάδα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά μέχρι να μπει στη σκηνή ο Διαμαντόπουλος και να τον αρχίσει στις καρπαζιές.

Θα του δείχνει ο υπέροχος Ξενίδης την αφίσα του Λένιν κι αυτός μαγκωμένος θα τον αναγνωρίζει ως Βενιζέλο για να μη μπλέξει χειρότερα, να μη στιγματιστεί κι άλλο.
 
Θα γράφει γράμματα πάνω στο παράθυρο στον φίλο του τον Χρόνη Μίσσιο. Θα κοιτάζει την φωτογραφία τους από την θάλασσα. Πρέπει να φτιάχτηκαν από το ίδιο ύφασμα αυτοί οι δύο.
Θα είναι ο δημοσιογράφος που παίρνει τις συνεντεύξεις στην άλλη ταινία του –εξαιρετικού, άμεσου, λαϊκού και με ταξική συνείδηση- Μαραγκού, από τον Παραθυράκια, τον Βρυκόλακα, τον Κώστα Τσάκωνα που θα μας ενημερώνει πώς γίνονται οι σωστές δηλώσεις για τους βιομηχάνους.
Θα μελοποιεί σαν τελευταίος ρεμπέτης τα ποιήματά του, όσο μεγάλωνε τόσο θαρρείς πως δε γινόταν να φύγει το μπουζούκι κι ο μπαγλαμάς από το χέρι του, ο Μπάμπης βγήκε από το Ρεμπέτικο κι έγινε αδιόρθω αναρχί, ο τελευταίος που μάλλον έκλεισε και την πόρτα.

Θα είναι αυτός που θα προτιμήσει να πάει και στην οικοδομή να μην παίξει ρόλους που δεν του ταιριάζουν.

Θα αναστήσει το γράμμα του Καραϊσκάκη και θα το κάνει εμβατήριο στα χρόνια των μνημονίων, στις μεγάλες διαδηλώσεις, θα πετάξει μια σπίθα σε μια πυρκαγιά που ερχόταν μα δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της, σε μια τελευταία εποχή, πριν συνηθίσουμε όλοι στην μαθημένη αβοηθησία, πριν μάθουμε στην καρπαζιά, στα αναλγητικά και στις εθιστικές ουσίες.
 
Θα περπατά μονάχος του προς τις μεγάλες πλατείες για τις επικές συγκεντρώσεις της γενιάς μας, εκεί τον είχα συναντήσει, αγέρωχος και χαμογελαστός να γίνεται ένα με εμάς για να ακούσει τις ομιλίες του Γλέζου και του Μίκη Θεοδωράκη.
 
Μέχρι το τέλος θα γράφει σατιρικά τραγούδια για τους οπεκεπέδες. Τίποτα δεν τον πτόησε άλλωστε. Ούτε καν όταν του βανδάλισαν το Τρενοτεχενείο, την καλλιτεχνική του παραγκούπολη. Τότε που γύριζε προς την κάμερα κι έλεγε με λυγμούς ανάμεσα σε κατεστραμμένα μουσικά όργανα, μάρμαρα και σκόρπια ποιήματα ότι αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.
 
Στο μυαλό μου θα τον έχω πάντα ως τον Νίκο Παπάζογλου του σινεμά. Μια μοναδική περίπτωση.
74 χρόνια θα είναι αυτός που θα σηκώνεται στο δικαστήριο ανάμεσα στις Αρχές και στους ταγούς του τόπου και θα φωνάζει…

«ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΡΕ!» 


Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Εμπρηστής



Αλλη μια φωτιά, στο Στεφάνι Κορινθίας, άρπαξε από βραχυκύκλωμα σε φωτοβολταϊκό έργο. Λίγες μέρες πριν, η φωτιά που κατέκαψε το Πόρτο Γερμενό ξεκίνησε από εγκαταστάσεις ΑΠΕ στη Βοιωτία.

 Στο όνομα της «πράσινης μετάβασης», εκατοντάδες τέτοια πάρκα έχουν ξεφυτρώσει σε όλη τη χώρα, πάνω σε καλλιεργήσιμες ή και δασικές εκτάσεις, με μεγάλη γκάμα ιδιοκτητών: Από ενεργειακά μονοπώλια μέχρι «μικροεπενδυτές», που κάνουν χρήση των προνομίων και των κρατικών επιδοτήσεων για την εγκατάσταση ΑΠΕ. 

Οπως γράφτηκε στον Τύπο, το αιολικό πάρκο που ευθύνεται για τη φωτιά στη Βοιωτία έχει χρηματοδοτηθεί - δανειοδοτηθεί με 30 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. 

Στα διάφορα στάδια της κατασκευής τους εμπλέκονται εργολάβοι και τεχνικές εταιρείες που διεκδικούν κομμάτι της χρηματοδότησης. Η λειτουργία τέτοιων πάρκων εξασφαλίζει σίγουρα κέρδη στους ιδιοκτήτες, που μεταφράζονται σε πανάκριβο ρεύμα για τον λαό. 

Δίπλα σ' αυτό, αποδεικνύεται ότι οι έλεγχοι στα ενεργειακά φασονατζίδικα είναι κατόπιν εορτής, όπως συμβαίνει για την πλειοψηφία των επενδύσεων, με τους νόμους όλων των κυβερνήσεων, που προβλέπουν ελέγχους μετά τη λειτουργία μιας επιχείρησης. 

Το μείγμα «πράσινης μετάβασης», επιχειρηματικότητας και Ενέργειας - εμπόρευμα είναι εκρηκτικό. Σε συνδυασμό με την άθλια κατάσταση στην πρόληψη και δασοπυρόσβεση, προσθέτει απειλές για τα δάση, την περιουσία, ακόμα και τη ζωή του λαού, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική του κέρδους σε όλες τις εκδοχές της είναι ο πιο επικίνδυνος εμπρηστής.

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Η αθηναϊκή ριβιέρα και οι νεόπλουτοι

*Του Νίκου Μαρκάτου από Ημεροδρόμο


Κάποτε πηγαίναμε για μπάνιο στη Γλυφάδα, στη Βούλα, στη Βουλιαγμένη ή στο Καβούρι. Τώρα δεν επιτρέπεται πια να το λέμε έτσι. Είναι πολύ απλό. Πολύ παλιό. Πολύ φτηνό.

Τώρα πηγαίνουμε στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα».

Διότι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν αρκεί να έχεις θάλασσα. Πρέπει η θάλασσα να έχει brand name. Δεν αρκεί να έχεις ακτή. Πρέπει να έχεις waterfront. Δεν αρκεί να έχεις διαμέρισμα. Πρέπει να έχεις residence. Και φυσικά δεν αρκεί να έχεις μια πολυκατοικία με θέα στον φωταγωγό. Πρέπει να τη διαφημίζεις ως luxury coastal living.

Αν προσθέσεις και τη λέξη «Riviera», η τιμή ανεβαίνει αμέσως κατά 40%. Αν βάλεις και το «exclusive», μπορείς να πουλήσεις ακόμη και το ημιυπόγειο ως «ιδιωτικό καταφύγιο αστικής πολυτέλειας».

Ο πολίτης μετατρέπεται σε πελάτη στον ίδιο του τον τόπο.

Και φυσικά όλα αυτά γίνονται στο όνομα της «ανάπτυξης». Η ανάπτυξη είναι η μεγάλη θαυματουργή λέξη της εποχής μας. Δεν χρειάζεται ποτέ να εξηγηθεί. Αρκεί να ακουστεί.

Δεν μας λένε ποιος αναπτύσσεται και ποιος εκτοπίζεται. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει. Ποιος αγοράζει θέα στη θάλασσα και ποιος χάνει την πρόσβαση σε αυτήν.

Αναπτύσσονται οι τιμές. Αναπτύσσονται τα ενοίκια. Αναπτύσσονται τα κέρδη. Αναπτύσσεται και η απόσταση του μέσου πολίτη από την ακτή.

Η λεγόμενη αναβάθμιση συχνά σημαίνει ότι ένας τόπος γίνεται ωραιότερος για εκείνον που μπορεί να τον αγοράσει και απρόσιτος για εκείνον που ήδη ζούσε εκεί.

Κάπως έτσι γεννιέται και ο νέος κάτοικος της «Ριβιέρας». Δεν πήγε για μπάνιο στη Βούλα. Απόλαυσε coastal lifestyle. Δεν ήπιε καφέ στο Καβούρι. Είχε seaside experience. Δεν αγόρασε ένα υπερτιμημένο διαμέρισμα στο Ελληνικό. Έκανε strategic investment σε παγκόσμιο προορισμό.

Μπορεί να πληρώνει δάνειο για τριάντα χρόνια, αλλά νιώθει σχεδόν Μονεγάσκος.

Η περιοχή, βέβαια, ήταν πάντα όμορφη. Και ίσως σε ορισμένα σημεία να είναι ομορφότερη και από τη Γαλλική Ριβιέρα. Έχει ήλιο σχεδόν όλο τον χρόνο, καθαρό ορίζοντα, υπέροχο φως και θάλασσα που δεν χρειάζεται να της μιλήσεις γαλλικά για να σε δεχτεί.

Όμως εμείς δεν εμπιστευόμαστε την ομορφιά, αν δεν έχει ξενική ονομασία.

Η «Αθηναϊκή ακτή» μάς φαίνεται κάπως ταπεινή. Μυρίζει οικογένεια με ταπεράκι, ομπρέλα από το σούπερ μάρκετ και κεφτεδάκια στην παραλία. Η «Αθηναϊκή Ριβιέρα», αντιθέτως, μυρίζει αφρώδη οίνο, γυαλιά ηλίου αξίας μισού μισθού και άνθρωπο που λέει «weekend» ακόμη και για την Κυριακή το απόγευμα.

Ο νεόπλουτος δεν πάει στη θάλασσα. Ζει μια εμπειρία.

Δεν πίνει καφέ. Απολαμβάνει ένα premium coffee moment.

Δεν τρώει ψάρι. Δοκιμάζει μια curated seafood experience.

Δεν βουτάει. Επανασυνδέεται με το υγρό στοιχείο.

Και δεν αγοράζει σπίτι στη Βούλα. Επενδύει σε μια ανερχόμενη παγκόσμια παράκτια ζώνη.

Ακόμη κι αν το σπίτι είναι 78 τετραγωνικά, κατασκευής 1974, με μωσαϊκό και κουζίνα που θυμάται τη Χούντα.

Η λέξη «Ριβιέρα» έχει αποκτήσει σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες. Μπορεί να μετατρέψει το αυθαίρετο σε boutique residence, την ταράτσα σε roof garden και τη θέα προς την απέναντι κεραία σε panoramic urban skyline.

Ακόμη και η μούχλα μπορεί να παρουσιαστεί ως «φυσική πατίνα μεσογειακής υγρασίας».

Η νέα αυτή γλώσσα δεν περιγράφει την πραγματικότητα. Την αρωματίζει.

Όπου βλέπεις μπετόν, λες urban design.

Όπου βλέπεις ξαπλώστρες η μία πάνω στην άλλη, λες beach lifestyle.

Όπου βλέπεις ουρά για πάρκινγκ, λες increased destination demand.

Όπου βλέπεις μια παραλία που δεν μπορείς να πλησιάσεις χωρίς πορτοφόλι, λες αναβάθμιση υπηρεσιών.

Και βέβαια δεν υπάρχει πλέον απλός κάτοικος. Υπάρχει «resident of the Riviera». Άνθρωπος που μέχρι χθες έλεγε «μένω κάτω στη Γλυφάδα» και σήμερα το προφέρει σαν να διαθέτει εξοχικό ανάμεσα σε Κάννες και Σεν Τροπέ.

Μπορεί να χρωστάει τρεις δόσεις στην πιστωτική, αλλά όταν περπατά στην παραλιακή αισθάνεται ότι του ανήκει τουλάχιστον μία μαρίνα.

Η αλήθεια είναι ότι η Αθήνα δεν χρειάζεται τέτοια κόμπλεξ. Δεν χρειάζεται να μιμηθεί τη Νίκαια, το Μονακό ή τις Κάννες. Μπορεί να σταθεί μια χαρά με το δικό της όνομα, τη δική της θάλασσα και τη δική της φυσιογνωμία.

Η αξία της δεν μεγαλώνει επειδή την αποκαλούμε «Ριβιέρα». Μεγαλώνει μόνο η τιμή.


Ας την πούμε, λοιπόν, όπως είναι: αθηναϊκή ακτή. Όμορφη, φωτεινή, αντιφατική, συχνά κακοποιημένη, αλλά δική μας. Δεν χρειάζεται γαλλικό διαβατήριο για να αποκτήσει αξία.

Άλλωστε, η πραγματική πολυτέλεια δεν είναι να λες ότι κατοικείς στη Ριβιέρα.

Είναι να μπορείς να φτάσεις στη θάλασσα, να απλώσεις την πετσέτα σου και να μη χρειαστείς μικρό καταναλωτικό δάνειο για δύο ξαπλώστρες και έναν καφέ.

Όλα τα άλλα είναι μάρκετινγκ.

Ή, για να το πούμε στη γλώσσα των καιρών:

premium παραμύθι με sea view.



*Πρώην πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πρώην Κοσμήτορας Σχολής Χημικών Μηχανικών και νυν ομότιμος καθηγητής της Σχολής Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ και Επισκέπτης Καθηγητής του Πανεπιστημίου Τέξας Α&Μ.





Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

TikTok video του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα για το εκρηκτικό κόστος των καλοκαιρινών διακοπών


Ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, σχολιάζει το δυσβάσταχτο κόστος μετακίνησης και διαμονής που στερεί από χιλιάδες εργαζόμενους το δικαίωμα στις διακοπές και αναδεικνύει το πραγματικό δίλημμα: Οι ανάγκες των πολλών ή τα κέρδη των λίγων.

Ολόκληρη η δήλωση:

«Σε μια χώρα με χιλιάδες νησιά, το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι το πέλαγος, είναι η τιμή του εισιτηρίου. Βάζεις βενζίνη και αδειάζει το πορτοφόλι, κλείνεις ακτοπλοϊκά και αδειάζει ο λογαριασμός, ψάχνεις δωμάτιο και …αδειάζει το όνειρο!

Για εκατομμύρια εργαζόμενους το ταξίδι σταματά πριν καν ξεκινήσει. Δεν μας χωρίζει από τις διακοπές η απόσταση, αλλά το κόστος. Κι όμως, αυτοί που δουλεύουν όλο τον χρόνο για να σπάνε τα ρεκόρ των κερδών το ένα μετά το άλλο είναι οι ίδιοι που δεν μπορούν να απολαύσουν ούτε λίγες μέρες ξεκούρασης στον τόπο τους.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι "βουνό ή θάλασσα". Είναι το ίδιο δίλημμα που υπάρχει παντού: Οι ζωές μας ή τα κέρδη τους. Γιατί όσο ο τουρισμός, οι μεταφορές και ο ελεύθερος χρόνος λειτουργούν με κριτήριο το κέρδος, τόσο οι εργαζόμενοι θα χτίζουν τους παραδείσους των άλλων και θα στερούνται τον δικό τους...». 



Πηγή: 902


Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

ΑΡΛΕΤΑ Απείθαρχη, ανυπότακτη, βελούδινη

Σεμίνα Διγενή



Αν περπατήσεις στους δρόμους των Εξαρχείων έναν αθηναϊκό Αύγουστο, ίσως ξανακούσεις μια αγαπημένη βελούδινη φωνή.

Την ψιθυριστή φωνή της Αρλέτας.


Αυτόν τον παντοδύναμο ψίθυρο, που κατάφερε να διαπεράσει τον χρόνο περισσότερο από πολλές κραυγές. Μάλλον επειδή η Αρλέτα δεν επιχείρησε ποτέ να κατακτήσει το κοινό. Του κράτησε απλώς μια θέση δίπλα της.

Τη γνώρισα αρχές της δεκαετίας του '80, όταν ετοίμαζα μια τηλεοπτική εκπομπή για τον Γιάννη Τσαρούχη στην ΕΡΤ. Τον είχα ρωτήσει ποιον θα 'θελε να φέρω μαζί μας στο στούντιο. Απάντησε «κανέναν!» και αμέσως μετά διόρθωσε «ή μάλλον όχι, κάλεσε την Αρλέτα». Ετσι την γνώρισα. Από τότε μιλήσαμε πολλές φορές, βγήκαμε, ξενυχτήσαμε συζητώντας, φάγαμε στο σπίτι της, κάναμε κι άλλες εκπομπές και πάντα επικοινωνούσαμε με αγάπη και γέλια.

Γεννημένη στην Αθήνα το 1945, μεγάλωσε σε μια πόλη που άλλαζε διαρκώς πρόσωπο. Εζησε ανάμεσα στο Μεταξουργείο, στα Εξάρχεια και στην Κυψέλη, σε εκείνο που αποκαλούσε χαριτολογώντας «Τρίγωνο του Θανάτου». Πατρίδα της, όμως, θεωρούσε τα Εξάρχεια. Εκεί, όπως έλεγε, ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια από οπουδήποτε αλλού. Της άρεσαν οι γειτονιές που δεν έκρυβαν τις αντιφάσεις τους, οι δρόμοι όπου συνυπήρχαν το ωραίο και το πληγωμένο και οι άνθρωποι που δεν είχαν λουστραριστεί για να μοστράρουν σε μια βιτρίνα.

Στη σημερινή Αθήνα του Αυγούστου, με τα άδεια τραπεζάκια, τα κλειστά βιβλιοπωλεία και τα πεζοδρόμια που πυρώνουν κάτω από τον ήλιο, η Αρλέτα θα μπορούσε ακόμα να περπατά απαρατήρητη. Δεν ήταν άλλωστε άνθρωπος της επίδειξης.

Ούτε τραγουδούσε για να εντυπωσιάσει. Δεν δραματοποιούσε τη συγκίνηση, δεν ζητούσε από το τραγούδι να αποδείξει την αξία της.

Πριν γίνει τραγουδοποιός, ήθελε να γίνει σκιτσογράφος. Στα 15 της ονειρεύτηκε και τη δημοσιογραφία. Τελικά σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δάσκαλο - ανάμεσα σε άλλους - τον Γιάννη Μόραλη. Η ζωγραφική δεν υπήρξε ποτέ ένα παραμελημένο νεανικό όνειρο. Ηταν η δεύτερη φωνή της. Στα σχέδια και στα εξώφυλλά της επέστρεφαν τα πλάσματα της θάλασσας, οι Σειρήνες, τα αγριοπούλια, τα παράξενα τέρατα και οι νεράιδες του ταραγμένου μυαλού. Ακόμα κι όταν τραγουδούσε, ζωγράφιζε με ήχους.

Η ίδια έλεγε ότι έως τα 21 της σχεδόν δεν μιλούσε. «Ημουν ελαφρώς... μουγκό», θυμόταν. Και συμπλήρωνε αυτοσαρκαζόμενη: «Αργότερα όμως μάλλον έλεγα περισσότερα απ' ό,τι έπρεπε». Στην πραγματικότητα, δεν έλεγε πολλά. Ελεγε όμως ακριβώς όσα ήθελε. Με μια πρόταση μπορούσε να αδειάσει ένα ολόκληρο δωμάτιο από τις κοινοτοπίες του.

Δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της

Στην πρώτη της συνέντευξη, παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1966, ο Γιώργος Πηλιχός την είχε ρωτήσει αν ήταν ερωτευμένη. Η απάντησή της έμεινε θρυλική:

«Με τι; Με άνθρωπο;».

Ηταν όλη η Αρλέτα μέσα σε 4 λέξεις. Αμηχανία απέναντι στις συμβατικές ερωτήσεις, παιγνιώδης ειρωνεία, άρνηση να υποδυθεί τη ρομαντική νεαρή τραγουδίστρια, όπως ίσως περίμενε το περιοδικό.

Στο τραγούδι μπήκε σχεδόν κατά λάθος. Ετσι τουλάχιστον το διηγιόταν η ίδια, που απέρριπτε τη λέξη «καριέρα» με ιδιαίτερη επιμονή. «Μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και παρέμεινα από αφηρημάδα», έλεγε.

Ο Γιώργος Παπαστεφάνου ήταν εκείνος που την βρήκε και την οδήγησε στον Αλέκο Πατσιφά. Ο Γιάννης Σπανός τής έδωσε τα πρώτα μεγάλα της τραγούδια και το «Μια φορά θυμάμαι», ίσως τη μεγαλύτερη επιτυχία της. Χρόνια αργότερα, όταν είχε απομακρυνθεί από τη δισκογραφία, ο Λάκης Παπαδόπουλος την βοήθησε να επιστρέψει με τη «Σερενάτα». Στους ανθρώπους που δεν την άφησαν να αποκοπεί από τη μουσική περιλάμβανε και τον Ζορζ Μουστακί, ο οποίος την κάλεσε στο Παρίσι, τότε που η δικτατορία τής είχε κλείσει την μπουάτ και της απαγόρευε να τραγουδά.

Δεν μιλούσε όμως για όλα αυτά σαν να της όφειλε η Ιστορία αποζημίωση. Απεχθανόταν την εκ των υστέρων ηρωοποίηση και εκείνους που μετά την πτώση της χούντας αυτοανακηρύχθηκαν αντιστασιακοί.

Η Αρλέτα δεν έκανε δημόσιες σχέσεις με το παρελθόν της.

Ακόμα και στη Σχολή Καλών Τεχνών οι συμφοιτητές της δεν γνώριζαν ότι τραγουδούσε. Οταν έφεραν ένα πικάπ και άκουσαν τον πρώτο δίσκο της, ο Γιάννης Μόραλης την ρώτησε με παράπονο: «Γιατί δεν μου το είπες, παιδί μου;». Εκείνη απάντησε:

«Γιατί, έχουμε πει και πολλά άλλα;».

Δεν ήταν αγένεια. Ηταν η φυσική της δυσπιστία απέναντι στην οικειότητα που θεωρεί τον άλλον υποχρεωμένο να εξηγεί τον εαυτό του.

Στη δεκαετία του '60 βρέθηκε ανάμεσα στους δημιουργούς του Νέου Κύματος και αργότερα συνεργάστηκε με Σπανό, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και πολλούς ακόμα, χωρίς ποτέ να γίνει η «τραγουδίστρια κάποιου». Δεν δανειζόταν ύφος. Το κουβαλούσε μαζί της.

«Το τραγούδι και η ποίηση είναι τα μόνα πράγματα που δεν σταμάτησαν να υπάρχουν σε αυτόν τον τόπο»,
έλεγε.

Αυτή η φράση της ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί αντιμετώπιζε το τραγούδι όχι ως προϊόν ψυχαγωγίας, αλλά ως μνήμη ενός λαού.

«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ. Εγώ όμως είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ!».

Η Αρλέτα δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη βιομηχανία του θεάματος. Ούτε εκείνη άντεχε το σύστημα, ούτε το σύστημα εκείνη. Θεωρούσε πως όλα ξεκινούσαν από λάθος αφετηρία, από την απαίτηση ο καλλιτέχνης να είναι εμπορικός, δυναμικός, αρεστός, αναγνωρίσιμος.

«Ενας συνθέτης είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος», έλεγε. «Δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ούτε μάγκας, ούτε γαμιάς, ούτε λογάς, ούτε τσαμπουκαλόψαρο».

Δεν πίστευε ότι την ποιότητα τη διατάζει η αγορά ή την καθορίζει μια έρευνα κοινού. Η ποιότητα είναι ευθύνη του καλλιτέχνη, επέμενε.

Δεν αναζήτησε μεγάλα κασέ, αυτοπροβολή, τηλεοπτική πανταχού παρουσία. «Ποτέ δεν επεδίωξα καριέρα και δεν νομίζω ότι έχω καριέρα», έλεγε ακόμα κι όταν συμπλήρωνε μισό αιώνα στο τραγούδι.

Η σχέση της με το τραγούδι ήταν αυστηρή μέσα στην απλότητά της και είχε πλήρη συνείδηση της ιδιαιτερότητάς της. Σε μια εποχή που όπως έλεγε «όλοι επιθυμούν να μοιάζουν μεταξύ τους και το διαφορετικό απορρίπτεται», περιέγραφε με σαρκασμό:

«Η εποχή σού ζητάει να γίνεις μικρός, πλακέ, με μια τρύπα στη μέση, όπως το CD και οι λοιποί φορείς της νέας τεχνολογίας. Εγώ, αντιθέτως, είμαι τεράστια, χοντρή, καθόλου πλακέ και με πολλές τρύπες. Αυτό είναι το πρόβλημά μου!».

Μα αυτό ακριβώς υπήρξε και το προνόμιό της. Δεν έγινε ποτέ επίπεδη, εύχρηστη, συμπιεσμένη.

Αγαπούσε τα ζώα, τις γάτες, τα βιβλία, τη ζωγραφική, τη θάλασσα και τη μοναχικότητα. Είχε περάσει από σοβαρές περιπέτειες υγείας και αστειευόταν ακόμα και με την επιστροφή της από το χείλος του θανάτου. Ελεγε πως κάθε φορά που πήγαινε να πεθάνει, κάποιος της έδινε μια κλωτσιά και την ξανάφερνε στη ζωή.

Μικρά καταφύγια τα τραγούδια της

«Ολα τα εγκλήματά μου είναι εγκλήματα πάθους», δήλωνε, ίσως γιατί ο αυθορμητισμός της δεν της επέτρεπε σχεδόν τίποτα εκ προμελέτης.

Εβλεπε καθαρά τον φόβο και τον συντηρητισμό της εποχής, την κοινωνία που δεν άφηνε τους ανθρώπους να επιλέξουν, επειδή πίστευε πως «επιλέγουν άλλοι πριν από εμάς για εμάς». Και σίγουρα θα θύμωνε πολύ, με το πρόσφατο ξεπούλημα του ελληνικού πολιτισμού σε ιδιώτες και χορηγούς της λήθης. Θα εξοργιζόταν και θα έβρισκε τον πιο - απροσδόκητα - αιχμηρό τρόπο να καταγγείλει τη χυδαία πολιτική που βάζει τιμοκατάλογο στη μνήμη και εκποιεί τη συλλογική μας κληρονομιά.

Σε όλη του τη ζωή αυτό το απείθαρχο, ανυπότακτο, περήφανο αερικό κατάφερε να κατευθύνει την ελευθερία της μόνη της. Με τις επιλογές, τα «όχι», τα λάθη, τα πείσματα, τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες της. Δεν ζήτησε άδεια από κανέναν για να είναι διαφορετική.

Και αν τα τραγούδια της αντέχουν, είναι επειδή δεν δέθηκαν με μια μόδα. Το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», το «Μπαρ το Ναυάγιο», το «Λεωφορείο το 2», τα «Ησυχα βράδια», το «Τσάι γιασεμιού», έγιναν για όλους μας μικρά ασφαλή καταφύγια. Δωμάτια ήσυχα, όπου μπορεί κανείς να κλειστεί όταν ο κόσμος γίνεται υπερβολικά θορυβώδης και άγριος.

«Επιτυχία λέω το τραγούδι που κρατάει στον χρόνο», έλεγε, και με αυτό το μέτρο η Αρλέτα πέτυχε πολύ περισσότερα απ' όσα θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να παραδεχτεί.

«Από πού πάνε για την άνοιξη;»

Κάθε Αύγουστο η Αθήνα μοιάζει να της ανήκει λίγο περισσότερο. Κι ας έφυγε μια τέτοια αυγουστιάτικη μέρα, που οι δρόμοι αδειάζουν και η ζέστη επιβραδύνει τις κινήσεις των ανθρώπων.

Και τότε εκεί, κάπου στην πλατεία Εξαρχείων, όσοι την αγαπάμε την «βλέπουμε» να περνά ξανά δίπλα μας, αφηρημένη, με μια κιθάρα στον ώμο και ένα μπλοκ ζωγραφικής στο χέρι. Και ξέρουμε καλά πως εκείνο το βλέμμα της κοίταζε πάντοτε λίγο πιο πέρα από τα προφανή.

Σκέφτομαι πως αυτό το μαγικό πλάσμα δεν μας άφησε μόνο τραγούδια. Αφησε έναν τρόπο να κατοικούμε τον κόσμο, με λιγότερο θόρυβο, περισσότερη δικαιοσύνη, τρυφερότητα, χιούμορ και αξιοπρέπεια. Με την πεποίθηση ότι η ελευθερία δεν είναι σύνθημα, αλλά ο καθημερινός κόπος να μη γίνεις εκείνο που έχουν αποφασίσει άλλοι για σένα.

Ισως γι' αυτό, όταν φυσά το ανεπαίσθητο αεράκι ενός αθηναϊκού Αυγούστου και οι νεραντζιές σκορπούν τη μυρωδιά τους, δεν είναι δύσκολο να πιστέψεις πως κάπου, σε μια γωνιά της πόλης, η Αρλέτα εξακολουθεί να αναρωτιέται με την ίδια παιδική απορία:

«Από πού πάνε για την άνοιξη;».

Μάλλον όμως ήξερε την απάντηση, αφού η άνοιξη δεν ήταν γι' αυτήν μια εποχή. Ηταν η αδιάκοπη προσμονή της ομορφιάς, ακόμα και όταν όλα γύρω έδειχναν σκοτεινά. Με αυτήν την ομορφιά διάλεξε να τραγουδήσει, να ζωγραφίσει, να αγαπήσει και να ζήσει.

ΥΓ. Στιγμιότυπο (φωτ.) από τη γνωριμία με την Αρλέτα - που οφείλω στον Γιάννη Τσαρούχη - το 1982, στην εκπομπή της ΕΡΤ «Σάββατο μία και μισή».



Της
Σεμίνας Διγενή



Πηγή:rizospastis.



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Ο πυρός


Ο πυρός είναι ο κόκκος ο σκληρός στο κέντρο του καρπού, σαν να λέμε το κουκούτσι. Το μυαλό κουκούτσι δεν το διαθέτουν όλοι μαζί οι ηγέτες πανίσχυρων ισχυρών και αδύναμων κρατών, τώρα που μπαίνουμε στο δεύτερο τεταρτημόριο του 21ου αιώνα. Εκεί που η εμπειρία η φριχτή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι έναν Αύγουστο 81 χρόνια πίσω θα 'πρεπε να μας κάνει ν' ακούμε πυρηνικά όπλα και να εξεγειρόμαστε απ' άκρου σ' άκρο της Γης, έχουμε ανοίξει μια συζήτηση γι' αυτά επιπέδου θερινών εκπτώσεων σε οικιακά είδη. Φτηνό ψυγείο, φτηνό πλυντήριο πιάτων, φτηνό φορητό πυρηνικό σύστημα, αλλά και φτηνοί πυρηνικοί αντιδραστήρες για παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, κάτι σαν τροχοβίλες, που κάποιοι καπιτάλες πουλάνε για να φυτευτούν σε δάση και χωριά, σε κοιλάδες και βουνά, σαν τους θηριώδεις μύλους που καταλαμβάνουν ήδη τις γραμμές των οριζόντων, ανάμεσα σε παράδεισο και κόλαση.

Ακούω τη νέα γενιά να μιλάει για επενδύσεις, δουλειές και αξίες, όλα άυλες εκφάνσεις της ανθρώπινης απληστίας και της θεοποίησης του πλούτου, κι αισθάνομαι σαν απολειφάδι του Χάξλεϊ στον καθόλου Γενναίο Καινούργιο Κόσμο. Οταν διάβαζα το «Brave New World» στην εφηβεία μου, εποχές που στη Δύση τα παιδιά των λουλουδιών μαστούρωναν και παρτουζιάντουσαν σε συναυλίες και κοινόβια, τον ουρανό τον κοίταζαν όλοι σε Ανατολή και Δύση για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα σύννεφα, τη βροχή, το φως. Τα καπέλα φοριόντουσαν για την αντηλιά. Κι όχι για να μη σε πιάσει η κάμερα, και φακελωθείς ως πρόσωπο ενδιαφέροντος. Τώρα που καμία συνείδηση δεν στοιχειώνουν τα φαντάσματα των Γιαπωνέζων που εξαερώθηκαν στον ύπνο τους από μια πυρηνική βόμβα που οι αθεόβοφοι είχαν βαφτίσει μικρό αγόρι, τα μικρά μας αγόρια και κορίτσια εκπαιδεύονται να πιλοτάρουν ντρόουν τερατάκια που πέφτουν στο κεφάλι των συνομήλικών τους, των παππουδογιαγιάδων τους, σαν βροχή και πολύ καλή εκπαιδευτική κι επενδυτική ευκαιρία.

Το χειρότερο απ' όλα, θαρρώ, είναι πως γενιές ολόκληρες αγνοούν ότι η βόμβα στη Χιροσίμα έπεσε αφού ο πόλεμος είχε τελειώσει τρεις μήνες πριν. Και τα μάθαμε τα παιδιά ν' ακούνε πως ήρθε ο καιρός να ανοίξει η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα, με την ίδια απάθεια που ανοίγουν τα σχολεία με ελλείψεις κάθε Σεπτέμβρη. Ο πυρός του συστήματος είναι το κέρδος. Κι είναι αυτό που θέλει τον πυρό του μυαλού των ανθρώπων σε μέγεθος κουκουτσιού , στο οποίο έχει εμφυτευθεί το μάικροτσιπ του ελεγχόμενου τρόμου. Τα καλά μυαλά, τα γερά στα μαθηματικά, οι καπιτάλες τα εντοπίζουν έγκαιρα και τα αγοράζουν σε ακαδημαϊκούς πλειστηριασμούς. Σ' αυτήν την πολιτισμική εξέλιξη, οι συλλογικές τύψεις δεν είναι πολυτέλεια απλώς. Είναι βλακεία, γιατί σου στερεί τη δυνατότητα να συνεργαστείς με τα σχέδια της μηχανής και να στερηθείς τη χαρά μιας τεχνητής νοημοσύνης που θα σου δείχνει στην οθόνη τον αφανισμό της παραδίπλα κοινωνίας ως θέαμα.

Ο πυρός έχει υπαρξιακή σημασία πριν γίνει πυρηνικός, αν σκεφτεί κανείς ότι αφορά στο κέντρο του καρπού, δηλαδή στην τροφική αλυσίδα, που άμα κομματιαστεί οι Χιροσίμες θα περισσεύουν με την πείνα, τη σκοτεινή και μαύρη, στη θέση του μανιταριού της πυρηνικής έκρηξης.

Είμαι σίγουρη πως όλο και κάποιος θα σκεφτεί τι θέλει αυτή και μας μαυρίζει την ψυχή μέσα στον Αύγουστο, αλλά δεν έχω τύψεις. Κανείς χρήστης πανάκριβης ξαπλώστρας δεν μπορεί ποτέ να προειδοποιηθεί από τον «Ριζοσπάστη», γιατί εκεί στο λαδωμένο του κορμί, την πανάκριβη πετσέτα, ευκολότερα ξωκύλει ένα θαλάσσιο ντρόουν σαν της Λευκάδας, παρά η εφημερίδα. Απ' την άλλη, αυτοί που φεύγουν με ένα κουπόνι διακοπών για λίγες μέρες είναι ήδη κυνηγημένοι από τον πυρό της ανάγκης. Το καλοκαίρι είναι από μόνο του επικίνδυνο, και η Χιροσίμα απλώς θυμίζει ποιος φταίει γι' αυτό και ποιον πρέπει να αντιμετωπίζεις ως εχθρό και τις τέσσερις εποχές του χρόνου, χωρίς Βιβάλντι...

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Αντώνης Σαμαράκης – “Αρνούμαι”

Αντώνης Σαμαράκης

“Τον καιρό του πολέμου είχα μια βεβαιότητα: τον κόσμο που θα ρχότανε υστερ’ από τον πόλεμο. Ήτανε μια βεβαιότητα αυτός ο κόσμος, γιατί είχα κι εγώ και ποιος δεν είχε; είχα κι εγώ πιστέψει πως θα ρχότανε αυτός ο κόσμος, ένας κόσμος καινούριος, αλλιώτικος… ένας κόσμος που θα έδινε σ’ όλους τους ανθρώπους ελευθερία και ειρήνη και ψωμί… Άλλα δεν ήρθε… δεν ήρθε αυτός ο κόσμος. Το ξέρουμε όλοι, το νιώθουμε όλοι πώς δεν ήρθε ό,τι είχαμε πιστέψει. Η βεβαιότητα που είχαμε, έγινε σκόνη… Ήρθε η Διάψευση… Τώρα είμαι κι εγώ ένας Διαψευσμένος… […]

Αισθάνομαι νά χει φύγει το χώμα κάτω από τα πόδια μου… Αισθάνομαι να μαι μετέωρος… Νά χω πτωχεύσει κι όμως να εξακολουθώ να συναλλάσσομαι… να εξακολουθώ να συναλλάσσομαι σα να μην έχει τίποτα συμβεί… Αισθάνομαι να χω επιζήσει του θανάτου μου. Αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ!.. Δεν μπορώ να το δεχτώ!.. Είναι μια προδοσία, μια αισχρή προδοσία αντίκρυ στους συντρόφους μου πού έδωσαν τη ζωή τους όταν ήταν εδώ ο πόλεμος και η Κατοχή… Αντίκρυ στα εκατομμύρια ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους για να ρθει ένας καινούριος, ένας αλλιώτικος κόσμος… Προδοσία αντίκρυ σ’ όλους αυτούς πού πίστεψαν σ’ αυτόν τον κόσμο που θα ρχότανε ύστερ’ από τον πόλεμο… και πίστεψαν και αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν γι’ αυτόν τον κόσμο… Να συμβιβαστώ τώρα με τον κόσμο που ήρθε πράγματι ύστερ’ από τον πόλεμο, με τον κόσμο που ζούμε σήμερα… είναι βέβαια κι αυτό μια περίπτωση… Άλλα δεν μπορώ!.. Όχι, δέν μπορώ να συμβιβαστώ!.. Δέν μπορώ να εξακολουθώ νά μαι μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, σαν να μη συμβαίνει τίποτα!..” 

Το απόσπασμα προέρχεται από το διήγημα «Αρνούμαι» του συγγραφέα Αντώνη Σαμαράκη, το οποίο περιέχεται στην ομότιτλη συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε τη δεκαετία του '60.


Σ.Σ.:Ο Αντώνης Σαμαράκης πέθανε σαν σήμερα στις 8 Αυγούστου 2003 στην Πύλο, σε ηλικία 83 ετών.



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Ειδικοί



Σημεία και τέρατα ακούγονται καθημερινά με αφορμή την καταστροφική πυρκαγιά στη Βοιωτία και στη Δυτική Αττική. 

«Ντυμένοι» με την επιστημοσύνη τους εμφανίζονται ορισμένοι για να στηρίξουν τη λογική «δεν μπορεί να γίνει τίποτα», επειδή «η κλιματική αλλαγή είναι αυτή που καθορίζει την εξέλιξη της φωτιάς».

Επιχείρημα βολικό για τις κυβερνήσεις, που βρίσκουν πολλούς πρόθυμους ...ειδικούς να το «ντύσουν». 

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Ενώ παλιά οι φωτιές υποχωρούσαν τη νύχτα και άρα μπορούσαν να "δουλευτούν" (σ.σ. ελεγχθούν), τώρα τη νύχτα αναζωπυρώνονται και φουντώνουν, γιατί η θερμοκρασία ανεβαίνει αντί να πέφτει», αγόρευε τις προάλλες ένας επιστήμονας με φόντο τα αποκαΐδια στη Δυτική Αττική. 
Και κατέληξε ότι «δεν μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα ούτε από το κράτος ούτε από τους μηχανισμούς πρόληψης, αν δεν αλλάξει νοοτροπία ο πολίτης». 

Με άλλα λόγια, φταίνε οι καμένοι που κάηκαν! Αλλος «ειδικός», που είναι και βουλευτής της ΝΔ, είπε ότι «ενώ οι άνεμοι τον Αύγουστο κάποτε ήταν ευεργετικοί, τώρα είναι πιο επιθετικοί και προκαλούν μεγάλη εξάπλωση των φωτιών, και άρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». 

Τα μελτέμια πάντως δεν αποτελούν κάποιο καινούργιο φυσικό φαινόμενο, ούτε είναι άγνωστες οι περιοχές όπου, όταν φυσάνε, γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνο να ανάψουν φωτιές. 

Τέτοια είναι για παράδειγμα η περιοχή που καταστράφηκε στο Ρέθυμνο και η οποία καίγεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή! 

Τόσο «πρωτόγνωρα» είναι τα φαινόμενα τα οποία με θράσος επικαλούνται για να πετάξουν από πάνω τους τις εγκληματικές ευθύνες της εμπρηστικής πολιτικής τους.

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »