Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Αχ, ομορφιά


Στα εργοδοτικά σωματεία της λύσης της ενσωμάτωσης στα καλά αφεντικά του κατώτατου μισθού, και στα κακά που για δυο δεκάρες παραπάνω θέλουν να γλείφεις τα παπούτσια τους, δεν απαντάς με φρικαρισμένες αναρτήσεις, του τύπου πόσες εργάτριες πέθαναν και πόσες χειροκρότησαν... Η περηφάνια και η αξιοπρέπεια της εργατικής τάξης, των μικρομεσαίων, των αυτοαπασχολούμενων, των περιφρονημένων φιλότιμων δημόσιων υπαλλήλων, δεν μπορεί να επιδειχθεί και να επικρατήσει χωρίς οργάνωση, χωρίς σωματείο. Αλλο πράγμα είναι να σφίγγεις τα δόντια, να αντέχεις τη βρώμα, να παραπονιέσαι και να σου λένε ότι φταίνε τα σκατά σου, κι άλλο να 'χεις σωματείο να θέσεις θέμα, να 'χεις όπλο τη συντροφικότητα, την αποχή, την απεργία, για να προστατεύσεις την υγεία τη δικιά σου και των διπλανών. Κακά τα ψέματα, αυτό το ξέρουν καλά τα φασιστοειδή, που βαράνε μοναχικούς κατ' αγέλας και συγκροτούν ομάδες μόνο με βία και υποταγή.

Ποιος θα νοιαστεί, εκτός από τον κομμουνιστή, για το σωματείο, για την οργανωμένη αντίσταση σε κάθε ιερατείο, για να είναι η δουλειά δικαίωμα και όχι παραλλαγή δουλείας. Τον κομμουνιστή τον αφορούν οι συνθήκες εργασίας. Τον αφορά να βγαίνει το ψωμί με περηφάνια και τιμή. Θέλει να σηκωθούμε στο μπόι των ανθρώπων, και όχι να έρπουμε στα όρια των αντοχών μας, γι' αυτό το ίδιο το κομμάτι ψωμί. Και ξέρει, θωρακισμένος ιδεολογικά και οργανωμένος συνειδητά, πως δεν αρκεί το ψωμί για μια καλή ζωή. Θέλει και υγεία, και γράμματα καλά, και προσιτή ομορφιά στα θαύματα των ανθρώπων, και χορούς, και άφοβα όνειρα, κι άλλα πολλά, τα πάντα όλα που παράγει η εργασία και καρπώνεται, μισώντας την, το κεφάλαιο.

Αυτό που τρομοκρατεί τις τελευταίες μέρες, μετά την αποκάλυψη των φωτογραφιών των χαμογελαστών προς εκτέλεση κομμουνιστών, αυτή η περήφανη όρθια στάση στον τοίχο του Χαϊδαριού και της Καισαριανής, είναι που ήρθε ένας ναζί και τους τίναξε στον αέρα όλη την προπαγάνδα, που από τον εμφύλιο μέχρι σήμερα, όταν δεν επικρατεί, υφέρπει: Εθνικιστές πατριώτες, λαδέμποροι, μαυραγορίτες, τσιράκια των καπιταλιστών, έμποροι των εθνών από τη μια μεριά, κι απ' την άλλη οι κόκκινοι, τα κομμούνια, αυτοί που δεν θέλουν ιδιόκτητη πατρίδα, αλλά μια πατρίδα να ανήκει στον λαό της. Κι αν δεν τους συκοφαντήσουνε θα φανεί τι πάει να πει περηφάνια, τιμή κι αγάπη για τον λαό και την πατρίδα του, για όλους τους λαούς και όλες τις πατρίδες. Και κυκλοφορούν τηλεοπτικά και διαδικτυακά κάτι ναζίδια, κάτι τοξικά κοινωνικά οζίδια, που εφευρίσκουν λέξεις και ψευτιές, για να μην προφέρουν τη λέξη κομμουνιστές. Είναι τόσο χαζοί που ό,τι ενάρετο κι ωραίο, σαν το αντιστασιακός ή το πατριώτης, που το χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο, εμπεριέχονται στην έννοια και την περιγραφή, συνεπή με τις ιδέες του κομμουνιστή.

Το χειρότερο όλων που τους τρομοκρατεί είναι ότι αυτό που τώρα φέρει ως απόδειξη η φωτογραφία, ότι δηλαδή οι κομμουνιστές πηγαίνουν χαμογελαστοί, παραδομένοι από Ελληνες συνεργάτες των Γερμανών, στους δήμιους κατακτητές, είναι αυτή καθαυτή η ομορφιά τους. Ναζιστοφασίστας γίνεσαι όταν δεν την αντέχεις αυτήν την ομορφιά ! Γιατί δεν υπάρχει μόνο στις φωτογραφίες, αλλά δίπλα μας και σχεδόν παντού.

Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

«Οι "αδιάφοροι" παραχωρούν τον κόσμο σε αυτούς που θέλουν την υποταγή και την εκμετάλλευση των πολλών» 135 χρόνια από τη γέννηση του Αντόνιο Γκράμσι


Σε καιρούς που η αδικία, η υποκρισία κι η εκμετάλλευση βρίσκουν τρόπους να μεταμφιέζονται σε κανονικότητα, υπάρχουν κάποιοι που επιστρέφουν επιθετικά.

Οι διακόσιοι της Καισαριανής αναδύθηκαν ολόλαμπροι, όχι τόσο μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, όσο σαν μια αγέρωχη πομπή που διέσχισε το σήμερα και στάθηκε απέναντί μας, με βλέμμα ανατριχιαστικά ζωντανό.

Νέοι οι περισσότεροι, με ονόματα που δεν έγιναν δρόμοι, μόνο κουβέντες και τραγούδια. Αντρες που δεν πρόλαβαν να γεράσουν, να ερωτευτούν ξανά, να δουν μια ειρηνική άνοιξη. Κι όμως, εκείνο το πρωινό της εκτέλεσης, κουβαλούσαν με ηρεμία τη βεβαιότητα ότι η αξιοπρέπεια μπορεί να είναι πιο ισχυρή από τον φόβο. Γιατί άραγε επέστρεψαν τώρα;
  • Για να ταράξουν τη βολική λήθη;
  • Για να δείξουν πώς ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τον φόβο;
  • Για να θυμίσουν ότι ο φασισμός δεν έρχεται πάντα με θόρυβο, αλλά περπατά αθόρυβα, ώσπου μια μέρα είναι αργά;
  • `Η μήπως επέστρεψαν να θέσουν το παλιό, δύσκολο ερώτημα: Τι στοιχίζει να παίρνεις θέση;

Οι 200 αρνήθηκαν τότε να υπογράψουν δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ, με τίμημα τη ζωή τους.

Γύρισαν για να υπενθυμίσουν πως μια κοινωνία που θυμάται, δεν φοβάται εύκολα. Και όταν δεν φοβάται, μπορεί, όταν χρειαστεί, να σταθεί κι αυτή όρθια και δυνατή. Ακριβώς όπως εκείνοι. Γι' αυτό και δεν βολεύονται με δάκρυα, ζητούν μνήμη και δράση.

Σ' αυτούς τους καιρούς, που όλα θυσιάζονται για τα ιερά και τα όσια του κεφαλαίου, που τα σύννεφα ενός ακόμα ιμπεριαλιστικού πολέμου πυκνώνουν και το βάρβαρο σύστημα διψάει πάλι για αίμα, οι υποταγμένοι, οι ουδέτεροι και οι αδιάφοροι δεν χωράνε.

Τίποτα δεν αλλάζει μόνο του

Στους καιρούς που οι λέξεις χρησιμοποιούνται από την εξουσία, για να παραπλανήσει και να διαστρέψει την πραγματικότητα, επιστρέφει κι ένας ακόμη, λέγοντας ακριβώς όλα τα παραπάνω.

Ο Αντόνιο Γκράμσι. Επιστρέφει απαιτώντας να μην ξεχνάμε στιγμή πως τίποτα δεν αλλάζει μόνο του.

Αυτός που στο Τορίνο συστήθηκε με τη βιομηχανική πραγματικότητα, τους κινδύνους της ζωής των εργατών στα εργοστάσια, τις απάνθρωπες βάρδιες και ζυμώθηκε με τη λάβα της ταξικής σύγκρουσης, θα είχε πολλά να πει για το ρεκόρ μας του 2025, με τα 201 εργατικά δυστυχήματα, με τις ζωές που παίζονται κορόνα - γράμματα και με το νομοθετικό οπλοστάσιο που κάνει τους εργοδότες ασύδοτους.

Ομως, ο Γκράμσι δεν θα περιοριζόταν στον θρήνο για τις εργάτριες που κάηκαν ζωντανές στη «Βιολάντα», την Αναστασία, την Σταυρούλα, την Ελένη, την Βάσω και την Αγάπη, ούτε στον θυμό για τα καζάνια - βόμβες που λειτουργούν μέσα στις πόλεις, ούτε στην αγανάκτηση για τον έναν νεκρό εργάτη κάθε 3 μέρες.

Δεν θα του έφτανε να εξοργιστεί που τα μέτρα προστασίας της ζωής τους δεν ήταν επιλέξιμες δαπάνες για τους μεγαλοεργοδότες.

Θα ούρλιαζε πως η εργατική τάξη τιμά τα θύματά της, μόνο δυναμώνοντας τον αγώνα για να μην υπάρξουν άλλα, δίπλα στην πλειοψηφία των εργαζομένων που αντιστέκονται και δεν συμπεριφέρονται δουλικά απέναντι σε εγκληματίες.

Εκεί στα εργοστάσια του Τορίνο, συνειδητοποίησε ότι οι εργάτες δεν είναι μόνο «εργατικό δυναμικό». Μπορούν να σκέφτονται, να οργανώνονται, να ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή, να παράγουν ιδέες κι όχι μόνο προϊόντα.

«Η δειλία δεν είναι ζωή»

«Μισώ τους αδιάφορους», έγραφε, πιστεύοντας πως η αδιαφορία είναι η πρώτη ύλη της τυραννίας.

Τορίνο, Τρίκαλα, Τέμπη, Καισαριανή, τι σημασία έχει το πού υπάρχουν θύματα; Εκείνος έλεγε: «Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να έχεις ενταχθεί κάπου. Οποιος ζει πραγματικά, δεν μπορεί να μην είναι ενεργός πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, παρασιτισμός, δειλία, δεν είναι ζωή».

Βαθιά, μέσα στα πιο σκληρά χρόνια του 20ού αιώνα, ο Γκράμσι ήταν ένας άνθρωπος σπασμένος στο σώμα, αλλά ακέραιος στο φρόνημα, νους ανήσυχος, που έβλεπε πιο πέρα από τα κλισέ της εποχής του. Και, κυρίως, ένας παρτιζάνος της σκέψης, που δεν άντεχε τους απαθείς.

Γεννημένος στις 22 του Γενάρη, το 1891, σε μια άκρη της Ιταλίας, ξεχασμένη από την ιστορία, κουβάλησε από νωρίς δύο σταυρούς, τη φτώχεια και ένα σακατεμένο σώμα.

Μεγάλωσε με την αίσθηση ότι η ζωή είναι άδικα κατανεμημένη. Με τη σκολίωση να τον βασανίζει από παιδί, με την καθημερινή εμπειρία του «άδικου», σφυρηλάτησε έναν χαρακτήρα αποφασισμένο να το ανατρέψει.

Οταν συνδιαμορφώνει το περιοδικό «L'Ordine Nuovo» και εντάσσεται στο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων, γράφει όσα ζει στον παλμό των αγώνων της εργατικής τάξης. Ο καπιταλισμός, έλεγε, δεν κυριαρχεί μόνο με στρατό και αστυνομία. Κυριαρχεί γιατί οργανώνει στα μέτρα του πολιτισμό, σχολεία, Τύπο, τις «κοινές αλήθειες» της καθημερινότητας.

Επομένως, ο κομμουνισμός απέναντί του δεν είναι μόνο υπόθεση οδοφραγμάτων, αλλά υπόθεση παιδείας, πολιτισμού, λόγου, σκληρής και υπομονετικής δουλειάς μέσα στην κοινωνία.

Γι' αυτό και οι 2.848 σελίδες των 33 «Τετραδίων της φυλακής», γραμμένες κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, έγιναν σχολείο για γενιές ολόκληρες. Για να σκεφτόμαστε κριτικά, δημιουργικά, ανυπότακτα.

Τα «Τετράδια της φυλακής»

Το 1921 συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Λίγο αργότερα, στη βυθισμένη στον φασισμό Ευρώπη, πληρώνει ακριβά τις ιδέες του. Το 1926 συλλαμβάνεται. Στο δικαστήριο, ο εισαγγελέας θα πει την ιστορική φράση: «Πρέπει να εμποδίσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να λειτουργεί για είκοσι χρόνια».

Ο Γκράμσι καταδικάζεται σε μακρά φυλάκιση.

Ετσι αρχίζει μια άλλη ζωή, τραγική και ταυτόχρονα δημιουργική. Σιδερένια κρεβάτια, λιγοστό φως, υγρασία, πόνοι. Οι επιστολές του λογοκρίνονται. Σκληρές διαπραγματεύσεις για λίγο χαρτί και μελάνι. Εκεί, γεννιούνται τα θρυλικά «Τετράδια της φυλακής». Στοχασμοί ιστορίας, φιλοσοφίας, Μαρξισμού, για τον ρόλο του κράτους, των διανοουμένων, της κουλτούρας.

Δίπλα του στέκονται άνθρωποι σπουδαίοι. Ο οικονομολόγος Πιέρο Σράφα φροντίζει να σωθούν τα τετράδια. Σύντροφοι από το κόμμα νιώθουν ότι δίπλα του ζουν μια σχολή σκέψης. Η Τατιάνα Σουχτ, αδελφή της συζύγου του, παλεύει για καλύτερη περίθαλψή του. Μέσα σε αυτό το πλέγμα σχέσεων, ο Γκράμσι διατηρεί κάτι πολύτιμο, την αξιοπρέπεια. Δεν υποκύπτει ούτε στην αρρώστια, ούτε στις πιέσεις για «δήλωση μετανοίας».

Οι άγνωστες περιπέτειες

Οι περιπέτειες του Γκράμσι δεν είναι μόνο οι φυλακίσεις και οι διώξεις. Μέσα στην απομόνωση αναμετριέται με τα λάθη του κινήματος και τις αυταπάτες της εποχής.

Ο Γκράμσι είχε πάθη. Το πάθος του για τον πολιτισμό, τον λαϊκό, τον υψηλό, τον έντεχνο, ήταν αφοπλιστικό.

Λάτρευε τα παραμύθια, την παιδαγωγική, τη γλωσσολογία. Πίστευε ότι χωρίς πολιτιστική αναγέννηση, χωρίς νέα γλώσσα για να περιγραφεί ο κόσμος, η πολιτική αλλαγή μένει άνυδρη, δεν έχει βάθος.

Γι' αυτό και οι αναλύσεις του δεν περιορίζονται στην οικονομία, ανοίγουν δρόμους σε όλη την κοινωνική ζωή.

Κάνει όμως και λάθη, όπως όλοι όσοι δρουν. Κάποιες φορές υποτιμά την ταχύτητα και την αγριότητα με την οποία ο φασισμός ισοπεδώνει τους θεσμούς. Οι διαφωνίες του με την Κομιντέρν και με στελέχη της ιταλικής Αριστεράς - υπαινικτικές ή ανοιχτές - υπήρξαν θυελλώδεις.

Ο χαρακτήρας του δεν ήταν εύκολος. Ηθικός μέχρι ιδιοτροπίας.

Στο κείμενό του «Μισώ τους αδιάφορους», επισημαίνει πως η αδιαφορία αφήνει την ιστορία στα χέρια των χειρότερων. Είναι συνενοχή, χωρίς αποτυπώματα. Αυτή η οργή δεν είναι μίσος για τους ανθρώπους, αλλά για το βόλεμα και για το «δεν βαριέσαι».

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταφέρεται λόγω προβλημάτων υγείας σε διάφορες κλινικές. Η ελπίδα αποφυλάκισης για λόγους ανθρωπιστικούς έρχεται αργά. Το σώμα έχει ήδη καταρρεύσει. Πεθαίνει το 1937 εξαντλημένος, έχοντας αφήσει πίσω του μια εκρηκτική κληρονομιά.

Τι μένει από τον Γκράμσι σήμερα;
  • Πρώτα η μεθοδικότητα. Ο κομμουνισμός, για εκείνον, δεν είναι ρομαντική πορεία προς έναν ορίζοντα. Είναι σκληρή, υπομονετική, καθημερινή δουλειά μέσα στην κοινωνία.
  • Μένει η διαύγεια, καμία εξουσία δεν κρατιέται μόνο με βία και όπλα. Κρατιέται με σχολεία, παιδεία, καθημερινές ειρηνικές συνήθειες.
  • Μένει το να κρατάμε ηθική στάση. Το «δεν ασχολούμαι» το θεωρούσε επιλογή υπέρ του ισχυρού. Οσοι το κάνουν, παραχωρούν τον κόσμο σε αυτούς που θέλουν την υποταγή και την εκμετάλλευση των πολλών.
Το αποτύπωμα και η παρακαταθήκη

Σήμερα, πολλοί επικαλούνται τον Γκράμσι για να ερμηνεύσουν την άνοδο της ακροδεξιάς. Αλλοι για να καταλάβουν γιατί πολλές κοινωνίες ψηφίζουν ενάντια στα συμφέροντά τους. Κάποιοι επιχειρούν να τον αποστειρώσουν και να τον μετατρέψουν σε ακαδημαϊκό «κλασικό».

Ομως το μεγαλύτερο αποτύπωμά του είναι ότι πάντα έπαιρνε θέση και ότι μας καλεί και σήμερα να σκεφτούμε με ευθύνη. Να δούμε πού στεκόμαστε.

Να αναρωτηθούμε αν είμαστε μέρος της λύσης ή μέρος της σιωπής.

Κυρίως, μας αφήνει την ηθική επιμονή του. Τη βεβαιότητα ότι δεν έχουμε δικαίωμα στην ουδετερότητα.

Οτι κάθε εποχή κρίνεται από το αν οι άνθρωποί της σηκώθηκαν «στο ύψος των περιστάσεων».

Ο Γκράμσι πέθανε νικημένος από το σώμα του, αλλά αήττητος στη σκέψη. Γι' αυτό, όσο υπάρχουν κοινωνίες που ασφυκτιούν κάτω από την ηγεμονία των ισχυρών, όσο υπάρχει ανάγκη να ξαναειπωθούν οι λέξεις ελευθερία, δικαιοσύνη, συλλογικότητα, ο παρτιζάνος της σκέψης θα επιστρέφει και θα μας απευθύνεται. Με τα τετράδιά του, με τις αμφιβολίες του, με τα λάθη και τα πάθη του, με τα μεγάλα του «γιατί».

Και, κάθε φορά - αυτός ο απαισιόδοξος λόγω ευφυΐας και αισιόδοξος λόγω θέλησης - θα μας ρωτά το ίδιο:

- Με ποιους είστε; Με όσους παλεύουν ή με τους αδιάφορους που, σιωπηρά, στηρίζουν τους ισχυρούς;

Οσα ακριβώς δηλαδή μας φωνάζουν όλες αυτές τις μέρες μέσα από τις παλιές φωτογραφίες οι 200 της Καισαριανής.

Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ


Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Τσαλαπατούνε σε τούτη την αυλή τον κάθε εχθρό είτε καταχτητής λέγεται είτε χάρος

Ελλάδα

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θέμου Κορνάρου «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» για τους διακόσιους

Ο Θέμος Κορνάρος είναι από τους λογοτέχνες του ΚΚΕ που συμπλήρωσε τα περισσότερα χρόνια απ' όλους στις φυλακές και τις εξορίες. Το 1944 ήταν και ο ίδιος κρατούμενος στο Χαϊδάρι και εκεί μέσα είχε ξεκινήσει το πρώτο σχεδίασμα του βιβλίου «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια μετά. Ως αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφει τις σκηνές και τα συναισθήματα το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1944 όταν συγκέντρωναν τους 200 για εκτέλεση, τότε που οι μελλοθάνατοι κομμουνιστές «νικήσαν τον εαυτό τους» κερδίζοντας «το μεγάλο παιχνίδι για τον άνθρωπο».

Παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»:

***

Πρόκειται να τουφεκιστούνε 200 από το θάλαμο 1. Ολος ο θάλαμος Νο 1!... Για τους Μολάους. Για το Γερμανό στρατηγό που σκοτώθηκε στους Μολάους (...)

Η μάζα καλεί τον Ναπολέοντα κοντά της. Ζητά μιαν εξήγηση επιταχτικά. Κι ο Ναπολέων σφραγίζει μ' ένα νόημα κι ένα χαμόγελο το ακριβές της πληροφορίας. Ολα τα μάτια στρέφονται στους 260. Φρέσκοι, καλοντυμένοι, ατάραχοι, χωρίς την παραμικρή νευρικότητα, παρακολουθούνε τον κατάλογο που ξεδιπλώνεται από τα χέρια του διοικητή.

Μόνο ένα χαμόγελο σκληρό, όλο σαρκασμό, στη γέννησή του απάνω, φαίνεται απλωμένο στα λιοψημένα πρόσωπα των παλληκαριών.(...)

Μια φωνή αγνώριστη, τσακισμένη, βγαίνει από το τετράγωνο στήθος του διοικητή. Λέει το πρώτο όνομα του καταλόγου.

Μια βροντερή φωνή, σαν καμπάνα χαμηλού καμπαναριού, σκεπάζει τα πάντα, αναταράζει τον αέρα, ταλαντεύεται στα φτερά της λίγο και χτυπά στ' απέναντι βουνό, που αντιλαλεί το «Παρών!» του γερού παλληκαριού. Ενα λαστιχένιο κορμί τινάζεται, ορμά μπρος, κάνει τρία βήματα ανοιχτά και γυρίζει απότομα σε μας.

- Εχετε γεια! Κουράγιο κι αξιοπρέπεια, παιδιά! Ετσι μας αποχαιρετά και παίρνει τη θέση του.

Οι Γερμανοί αλληλοκυττάζονται. Κι ο διοικητής, με την ίδια σπασμένη φωνή, συνεχίζει την αλυσίδα των ονομάτων. (...)

- Δημήτρης Ρόδης!

Η απάντηση στην κλήση τούτη δεν είναι βγαλμένη από το στήθος του ανθρώπου. Ενας ολόκληρος λαός, λες, μαίνεται και μουγκρίζει μέσα στο «παρών!» αυτό.

Δεν είναι ο γερο-Μήτσος, ο καπνεργάτης, που απαντά. Οι φάμπρικες και η εργατιά της Καβάλας, η ιστορία και οι αγώνες ενός καταδιωγμένου λαού φωνάζουνε μέσ' από το γέρικο στήθος τ' ασπρομάλλη παππού...

Η φύση γελάστηκε. Τούτος ο γέροντας, ο αμίλητος, της ξέφυγε. Λες και περίμενε εβδομήντα χρόνια τη στιγμήν ετούτη για να υψώσει το κυρτωμένο σώμα σε χυτή λαμπάδα, να κάμει τη φωνή του σήμαντρο και να δώσει από τούτο το επίσημο εθνικό βήμα τις τελευταίες του παραγγελιές:

- Οσοι απομείνετε πέστε στους καπνεργάτες μου πως δεν τους πρόσβαλα!

Με τ' απλά αυτά λόγια αποχαιρετά ο ηρωικός αυτός άντρας τους συναγωνιστές και τον τόπο του. Δε θα ξεχάσουμε να μεταφέρουμε με σεβασμό και περηφάνεια τα στερνά τούτα λόγια στην αγωνιζόμενη Καβάλα μαζί μ' ένα στεφάνι αγριολούλουδα του Χαϊδαριού (...)

Οι πεντάδες των 260 αραιώνουνε. Υπάρχει πεντάδα που δεν απόμεινε κανένας. Τα κενά μένουν ανοιχτά σ' ένδειξη διαμαρτυρίας. Και σ' ένδειξη σεβασμού γι' αυτούς που έφυγαν. Οσοι απομένουν περιμένουνε από λεπτό σε λεπτό (...) Είναι προετοιμασμένοι και βέβαιοι. (...)

- Π. Λ... συνεχίζει ο διοικητής.

Ενα χαρούμενο, άναρθρο ξεφωνητό ήτανε το «παρών!» αυτού του ανθρώπου. Το πρόσωπό του όλο γελά, κυττάζοντας αυτούς που πάει να συναντήσει. (...)

- Περίμενέ μας, σύντροφε! Είμαστε έτοιμοι.

Ετσι τον κατευοδώνουν οι άλλοι π' απόμειναν και περιμένουν. Η ίδια νευρικότητα συνεχίζεται. Μόνο που η ψυχολογία σου χρεοκόπησε. Ετούτοι δεν αγωνιούνε φυσιολογικά. Δεν ανησυχούνε αν θα ζήσουνε ή όχι. Τρομάζουνε μην εξαιρεθούνε! Μη μείνουνε πίσω! (...)
***

Σε κάθε όνομα π' ακούς τώρα, σε κάθε κλήση και κάθε απόκριση, παίρνεις μέρος. Κι εγώ; ρωτάς. Φωνάζουν κι άλλο όνομα κι απορείς, σχεδόν θυμώνεις, γιατί δεν είναι το δικό σου!

Τούτη η μέρα δε μοιάζει με τις άλλες. Δε μοιάζει με τίποτα προηγούμενο. Δεν περιμένεις να ξαναζήσεις τέτοια μέρα. Και μ' όλο σου το είναι θέλεις να σε πάρει μαζί της, να σβήσεις μαζί της! Ντρέπεσαι να μείνεις και να ζεις τη μια μέρα ύστερ' από την άλλη, να κυνηγάς μικροχαρές, τώρα που αντικρίστηκες με το μεγάλο, με το ασύγκριτο, με το τέλειο...

Ζηλεύεις αυτούς που σαλτάρουν μπρος, σαν ευτυχισμένοι κυνηγοί που πέτυχαν τον πετούμενο στόχο. Δεν τους λυπάσαι πια. Το καρδιοχτύπι είναι αλλιώτικο. Χαίρεσαι να ζεις τον κίντυνο της σημερινής ημέρας. (...) Ολα σε προστάζουν να ξεπεραστείς. Νιώθεις έτοιμος, πρόθυμος, χαρούμενος για όλες τις θυσίες και για όλους τους πόνους. Μόνο που δεν υποφέρεις να σε περιφρονεί ο θάνατος!

Μια φωνή μέσα σου: «Δεν μπορείς να τους φτάσεις!» Αλλά είναι σπουδαίο και να τους νιώθεις. Ζεις από το δικό τους φως. Γίνεσαι δυνατός όσο ζεις τη δύναμή τους. Οσο είσαι παρέα τους. Κάποτε θα το κατορθώσεις να τους φτάσεις, αν κάμεις την άσκηση που κάνουν αυτοί είκοσι χρόνια. Αν δίνεις τη ζωή σου πρόθυμα κάθε στιγμή επί είκοσι χρόνια. Για το καλό και τ' αγαθό. Για την αλήθεια.(...)

Ενας ιδρώτας πηχτός κάνει το μούτρο του διοικητή να γυαλίζει (...) Κάτι τον τυραννά. Κάποια φωτιά τον σιγοψήνει. Ασφαλώς, βέβαια, δεν είναι η συνείδηση που ξύπνησε. Ολομεμιάς ο φριχτός δήμιος, ο επιστήμονας εγκληματίας, δεν άλλαξε, για να λυπάται τα θύματά του. Κάτι του συμβαίνει, που δεν είναι εύκολο να το βρεις, όταν στέκεται σε τόση απόσταση από σένα. Εσύ μελλοθάνατος κι αυτός δήμιος. (...)

Ο διοικητής είναι το θεριό που ταπεινώθηκε. Ο Γερμανός, ο βέρος Γερμανός, τη στιγμή του εξευτελισμού του. Είναι το φίδι, τη στιγμή που νιώθει πως το πατάς γερά στη μέση της ραχοκοκαλιάς. (...)

Περίμενε σκυφτούς, θλιβερούς κατάδικους να πορεύονται σα θύματα ελεεινά στον τόπο της εκτέλεσης. Και βρίσκεται κοντά στο μεγαλείο των Θερμοπυλών: Χτενισμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, στολισμένοι σα γαμπροί οι μελλοθάνατοι. (...) Περίμενε να δει ένα δάκρυ! Κι ακούει βροντές και βλέπει αστραπές, τη στιγμή που ο καθένας φωνάζει το «Παρών!» του κι εξορμά για να συναντήσει το θάνατο. (...)
***

Μόλις γίνεται ησυχία, ο διοικητής συνεχίζει το προσκλητήριο του θανάτου. (...) Δε σταματά πια. Δεν περιμένει. Το πήρε απόφαση πως νικήθηκε. Το χώνεψε πως κάθε «παρών!» είναι και μια μαχαιριά που δεν είναι δυνατό να την αποφύγει. (...)

Ο διοικητής του Χαϊδαριού δεν έχει κανένα δικαίωμα ν' αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. Το μόνο που μπορεί είναι ν' αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας και του Στρατοπέδου.

Αυτός είναι ο λόγος που έγινε το φοβερό λάθος χωρίς να τ' αντιληφθεί. (...)

- Οχι. Οχι εσύ. Οχι εσύ, Ναπολέων! (...)

Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. Κι όλα τ' αυτιά είναι τεντωμένα κι αφουγκράζονται. Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του:

- Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!... Το Στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά (...)

Η φάλαγγα των μελλοθάνατων ηρώων στέκεται προσοχή, και σ' αυτήν τη στάση, με δάκρυα και με λυγμούς περηφάνειας, υποδέχεται τον Ναπολέοντα. Υποδέχεται τον ήρωα των ηρώων και το μάρτυρα των μαρτύρων.

Παίρνει τη θέση του, σεμνός, ντροπαλός, στην τελευταία πεντάδα.

- Ναπολέων! Στην πρώτη γραμμή. Αυτή είν' η θέση που σου πρέπει!...

Εκεί τον τοποθετούνε, για να τον βλέπουν ως την ύστερη στιγμή τους, τούτο τον ασύγκριτο εκφραστή των ονείρων και των πόθων τους, οι 260 Ακροναυπλιώτες Ελληνες, που στάθηκαν το επιτελείο του Στρατοπέδου μας. Το επιτελείο της Ελληνικής Μάχης. Το λαμπρό Επιτελείο των νικηφόρων αγώνων του Λαού από τις 4 Αυγούστου 1936 μέχρι την 1η του Μάη του 1944. (...)
***

Τριγυρίζουμε τους διακόσους. (...)

Ολοι τους κρατούνε τα πράγματά τους στα χέρια. Πράγματα! Πού είναι τα κουστούμια, τα μπαούλα κι οι κουβέρτες τους;

Σύμφωνα με τον κανονισμό, αυτά είναι «λεία πολέμου!» Και πρέπει να παραδοθούν εδώ, πριν ξεκινήσουνε. Παραδίνονται για να σταλούν στη Γερμανία.

Οι κατάδικοι πρόλαβαν. Πήρε ο καθένας από κάτι. Οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι τα μοίρασαν. Αυτά δεν είναι οποιαδήποτε πράγματα, που μπορούν μ' αυτά να οικονομηθούνε γερμανικές συνοικίες. Είναι λάβαρα. Είναι θυμητάρια ιερά κι αγιασμένα. Γίνονται φλάμπουρα στους αγώνες των Ελλήνων. (...)

Ο διοικητής (...) Κάνει την ύστατη προσπάθεια να μεταπείσει τον Ναπολέοντα να μην επιμένει. Να δεχτεί την αντικατάστασή του μ' έναν άλλο, «...γιατί αυτός είναι χρήσιμος και για σήμερα και για αύριο».

- Η ζωή του κάθε Ελληνα, κύριε διοικητά, αξίζει όσο κι η δική μου. Μια Μάνα τον περιμένει κι αυτόν, όπως και μένα. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και για την αξία που μου δίνετε. Αλλά, μόλις δεχτώ την πρότασή σας, αυτόματα παύω να είμαι εγώ. Γίνομαι τίποτα. (...) Δέχεστε να βάλετε στη θέση μου τον πιο σκάρτο Γερμανό στρατιώτη; Οχι όμως Ελληνα. Τότες δέχομαι τη ζωή και σας αναγνωρίζω την καλή πρόθεση και την ιπποτική συμπεριφορά πολεμιστή προς πολεμιστή!

Ο διοικητής εσώπασε! Χτυπά τον Ναπολέοντα στον ώμο και του δίνει το χέρι του.

- Δεν υπήρξες ποτέ σκλάβος, του λέει. Και μ' αυτόν τον τρόπο τον αποχαιρετά και παραδέχεται τον εξευτελισμό και την ήττα του, σαν καταχτητής και σαν άτομο. (...)

Δεν απομένει παρά να τους μεταφέρουνε στο 15, για να γδυθούνε. Στο εκτελεστικό απόσπασμα σέρνεται ο κάθε μελλοθάνατος μόνο με τα εσώρουχα. Κουστούμι, παπούτσια, καπέλο, παραδίνονται. Λεία Πολέμου. `Η, πιο σωστά, μερίδιο του γερμανικού Λαού από τη λαφυραγωγία της Ευρώπης. (...)

Εκεί μπροστά μας, κάτω απ' τη μύτη των Γερμανών, συνεννοούνται και παίρνουν την απόφαση: Θα τουφεκιστούμε ντυμένοι.

Την απόφαση την επιβάλλουνε. Ο Ναπολέων την κάνει γνωστή στο διοικητή. (...) Παράλυσε, κι όχι μόνο θα πάνε ντυμένοι, φρέσκοι, σιδερωμένοι, να παρουσιαστούνε στο Θάνατο, μα και θα τον τσαλαπατήσουνε πιο μπροστά, εδώ, σε τούτη την αυλή, τον κάθε εχθρό, είτε καταχτητής λέγεται είτε Χάρος. Με τον πρώτο ξόφλησαν. Τον εξευτέλισαν, τον έχουνε και στέκεται άβουλος κι ανίκανος να παρακολουθεί με ποιο μεγαλείο εκδηλώνεται αυτό το θαύμα που λέγεται ελληνική ψυχή.

Με τον δεύτερο, με το Χάρο, απομένει να τα πούνε ακόμη. Ο γερο-Μήτσος ο καπνεργάτης, ο Μήτσος Ρόδης, από την Καβάλα, ανοίγει το χορό. (...)

Ο αέρας ηλεχτρίζεται, λες, μεθά και τραγουδά και εκείνος με τις ψυχές που δίνουνε τις στερνές προσταγές στο κορμί, για την έφοδο.

- Εχε γεια, καημένε κόσμε...

Τα λόγια τα ξέρουμε και μεις. Τα προσαρμόζουμε και στου χορού το ρυθμό. Μα είναι σα να λέμε μοιρολόι κι είναι σα να παρακαλούμε το μαγνήτη της Γης να λυπηθεί το δούλο του και να μην τον αφήσει να φύγει για τ' άγνωστο.

Τούτοι εδώ, λες και νικήσανε αυτόν το μαγνήτη, και με το τραγούδι τους δεν αποχαιρετούνε κανέναν αφέντη και καμία δουλεία. Ειδοποιούνε θριαμβευτικά πως φεύγουν πάνοπλοι για την εκστρατεία της ζωής εναντίο του θανάτου.



Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Και τι δημοκρατία έχετε στην Ελλάδα;



Έχουμε αυτήν την δημοκρατία που ένας υπουργός παίρνει μαζί του ΜΑΤ, ΟΠΚΕ, ομάδα Δέλτα, κάτι κρανοφόρους άγνωστης ταυτότητας, κομματόσκυλα και σωματοφύλακες για να κάνει επίσκεψη κι εγκαίνια στα νοσοκομεία της Αθήνας και της περιφέρειας. Εντάξει μέχρι εδώ;

Εεε…

Περίμενε. Σε περίπτωση που εκεί βρει προσωπικό, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές δηλαδή, μαζί με ασθενείς και συνοδούς, να διαμαρτύρονται και δη άγρια για τις αδιανόητες ελλείψεις σε προσωπικό, υποδομές, τεχνολογία, οργάνωση και χώρους, γιατί η κατάσταση είναι πια εκτός ελέγχου, οι εφημερίες κρατάνε μέρες και τους χρωστάνε δεκάδες ρεπό, βγάζει τα προαναφερθέντα σκυλιά και τους αρχίζει στις γκλοπιές, προσπαθεί να περάσει ανάμεσά τους για να κάνει επίδειξη δύναμης, απομονώνει έναν από αυτούς μαζί με τους γορίλες του, τον δένουν κι αρχίζει να του φωνάζει σαν αξιωματικός σε ψάρακα στον στρατό και εξηγώντας του για το πώς πρέπει να φέρεται στον υπουργό του.
 
Κάτσε ρε συ…

Έχει κι άλλο. Κάτσε. Μετά βγαίνει στα κανάλια κι απειλεί ότι θα διώξει από το Δημόσιο όλους όσοι διαμαρτύρονται, λες κι είναι υπάλληλοί του, λες και τους ανήκουν, την ίδια στιγμή που η κυβέρνησή του ετοιμάζει συνταγματική αναθεώρηση για «αξιολογήσεις» στο Δημόσιο που θα τις κάνουν επιτροπές από κομματόσκυλα και θα οδηγούν όντως σε απόλυση. Αν δεν είσαι μαζί μας, θα σε φάει το μαύρο το σκοτάδι δηλαδή. Παράλληλα βγαίνει βίντεο που τον δείχνει να χαριεντίζεται μαζί με κάτι αστυνομικούς και να λένε, μα τον Θεό, ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Εγώ πιο πολύ, όχι εγώ, κλείσε εσύ, όχι εσύ κλείσε, έλα μαζί, 1,2,3, δεν έκλεισες, αχ τζουτζούκο μου.

Ρε…

Ο συγκεκριμένος υπουργός τώρα που λέει ότι αυτοί είναι φασίστες γιατί είναι κομμουνιστές κι αυτά τα δυο είναι ίδια αναδείχτηκε πολιτικά από τον ακροδεξιό/νεοναζιστικό χώρο, διαφήμιζε τα βιβλία του μεγαλύτερου θεωρητικού του ναζισμού στην Ελλάδα, κατέβαινε στα ίδια ψηφοδέλτια με σημερινούς καταδικασμένους ναζιστές εγκληματίες και συναναστρεφόταν πολιτικά και προσωπικά με ηγετικά στελέχη του πραξικοπήματος του 1967. Θα καταδέχονταν οι κομμουνιστές να είναι ίδιοι με αυτόν. Τέλος πάντων. Αυτός με αυτό το βιογραφικό είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπουργός και θεσμός.
Τουλάχιστον είναι κάπως πατριωτική…δημοκρατία; Προσπαθώ να το αμπαλάρω κάπως, βοήθησέ με.
Ναι κι όχι. Δηλαδή πατριωτική με τους ελληνικούς όρους, των Μανιαδάκηδων, των Έβερτ, των Γριβών και των Μπουραντάδων, των δοσίλογων της Κατοχής που ηγήθηκαν της χώρας. Την ώρα που τα έκανε αυτά φορούσε μανικετόκουμπα με την σημαία της…
Ελλάδας;

Όχι όχι, της Αμερικής που του τα έχει δώσει το Κογκρέσο για να μπει, λέει, στο μάτι στους «κομμουνιστές», δηλαδή στο επιστημονικό προσωπικό της χώρας. Όσο έχει απομείνει δηλαδή γιατί 600 με 700 χιλιάδες νέοι και μορφωμένοι έχουν φύγει από την Ελλάδα και κάνουν οικογένειες στο εξωτερικό. Αστυνομικοί και λούμπεν βιολαντοεργάτες έχουν παραμείνει στο ακέραιο. Αυτούς δεν τους θέλει κανείς. Στα χέρια τους έχει αφεθεί το δημογραφικό της χώρας. Αυτή είναι η Ελλάδα που ξημερώνει. Συρρικνωμένη, μπατσοκομμένη, βιολαντοποιημένη.
 
Τουλάχιστον ρε γαμώτο εγκαινιάστηκε μια σύγχρονη υποδομή στο νοσοκομείο στη Νίκαια;
Έχει λίγο καιρό που ξεκίνησε να χρησιμοποιείται αυτή η καινούργια αίθουσα κι έχει πλημμυρίσει ήδη 3 φορές. Τουλάχιστον άμα δε βρέχει πολύ είναι υπέροχος χώρος για να βάζεις μέσα τα ράντζα και να κρύβεις κάπως τους ασθενείς. Δυσκολεύεις λίγο την επικοινωνία τους με τους γιατρούς, αλλά δε μπορεί να τα έχεις κι όλα.
 
Τουλάχιστον έχετε ήλιο στην Ελλάδα…

Έχει 3 μήνες που ρίχνει νεροποντές σχεδόν σε καθημερινή βάση.

Εγώ φταίω που ασχολούμαι.

Εσύ φταις. 


Πηγή: facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Αναλώσιμα εργαλεία.



Σήμερα το πρωί ξύπνησα περίεργα. Μου ήρθε στο μυαλό ο συνάδελφος Αντώνης που χάθηκε πρόωρα και άδικα σχεδόν τρία χρόνια πριν ξημερώματα την ώρα που προσπαθούσε να χωρέσει λίγες ώρες ξεκούρασης ανάμεσα στην εργασία. Μετά θυμήθηκα τον Λάμπρο, κι αυτός άδικα και πρόωρα την ώρα που πήγαινε στη δουλειά.
 
Δύο συνάδελφοι που η δουλειά τους είχε ξετεντώσει. Δουλειά και ξανά δουλειά από το πρωί ως το βράδυ και καμία φορά ως το άλλο πρωί, διαθέσιμοι εφτά μέρες τη βδομάδα σχεδόν 365 μέρες το χρόνο, με διαλείμματα ζωής ανάμεσα στην εργασία.
 
Και αυτοί δεν είναι οι μόνοι. Είναι απλά κάποιοι που γνωρίζω εγώ. Αυτή είναι η αισχρή κανονικότητα των ζωών μας σε αυτή τη χώρα. Σε κάθε επάγγελμα, σε κάθε κλάδο. Άνθρωποι που καταντήσαμε να ξυπνάμε και να κοιμόμαστε μόνο για να δουλεύουμε, μόνο για να έχουμε έγνοιες με κάποια διαλείμματα ζωής για να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι δεν είμαστε αναλώσιμα εργαλεία για τα κέρδη κάποιου άλλου που αγοράζει φτηνά το χρόνο μας την ώρα που περισσεύει ο δικός του.
 
Αναρωτιέμαι τι κάναμε λάθος στις ζωές μας. Να μην έχουμε προσωπικό χρόνο, να μην έχουμε ούτε μία ολόκληρη στιγμή δική μας, συνεχώς το μυαλό μας ανάμεσα στις υποχρεώσεις, στη δουλειά, στους λογαριασμούς, στις πληρωμές, στο άγχος, στο κάνε αυτό, κάνε εκείνο, πρέπει να γίνει αυτό, πρέπει να γίνει εκείνο, σε μία κατηφορική σπείρα χωρίς τέλος. Σαν να βρίσκεσαι μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας και κάποιος να τραβάει το καζανάκι. Να νιώθεις ότι δεν μπορείς να βγεις έξω πριν σε τραβήξει το νερό στον πάτο και σβήσουν όλα.

Δεν ξέρω ποιος πουλάει αυτό το μοντέλο σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα ως κανονικότητα αλλά αυτό είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από κανονικό. Αυτό είναι η μία πλευρά της κόλασης που λανσάρεται για ζωή.
 
Δεν ξέρω αν εγώ νιώθω έτσι αλλά αυτό που ζούμε, έχει πάψει να μοιάζει με ζωή πολλά χρόνια τώρα.
Μοιάζει πλέον με αποδοχή μιας κατάστασης όπου εμείς είμαστε το καύσιμο που έχει μόνο μία δουλειά και χρήση. Να καεί για να κρατήσει σε λειτουργία τη μηχανή που τρώει τις ζωές μας.
Πριν λίγες μέρες σε μία σειρά που βλέπω άκουσα την εξής ατάκα: «Για να γίνεις καλός και χρήσιμος στρατιώτης, πρέπει να αποδεχτείς ότι θα σκοτωθείς».

Αυτό μοιάζει να έχουμε πάθει στην Ελλάδα. Έχουμε απλά αποδεχτεί ότι αυτό είναι οι ζωές μας. Αυτή είναι η καθημερινότητα μας. Αυτή είναι η κανονικότητα.
 
Και το έχουμε αποδεχτεί με στωικότητα.
 
Καμία πραγματική αντίδραση. Καμία πραγματική προσπάθεια να σπάσουμε τον κύκλο που μας έχει μετατρέψει σε καλούς στρατιώτες. Καμία πραγματική προσπάθεια να αλλάξουμε τις ζωές μας και την κανονικότητα που τις ορίζει.
 
Πλέον οι περισσότεροι είμαστε βολεμένοι, ψύχραιμοι, πολιτισμένοι, όχι γιατί ζούμε καλά, όχι γιατί έχουμε ζωή, όχι γιατί δεν έχουμε κρυμμένη οργή. Αλλά απλά γιατί έχουμε αποδεχτεί τη μοίρα μας.

Είμαστε εργαλεία. Αναλώσιμα εργαλεία. 


Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Όταν η αγκαλιά ενός λούτρινου γίνεται η «σανίδα σωτηρίας» της ψυχής


Πρόσφατα, η ιστορία του Punch, ενός μωρού μακάκου στην Ιαπωνία, άγγιξε τις καρδιές μας. Η μητέρα του τον απέρριψε μόλις γεννήθηκε.
Δεν υπήρξε το πρώτο άγγιγμα.
Δεν υπήρξε το δέσιμο.
Έλειπε η αρχή που κάθε πλάσμα έχει ανάγκη για να ανθίσει: η ζεστασιά, το σώμα, ο καθησυχαστικός παλμός μιας παρουσίας.
Καθώς μεγάλωνε με τη φροντίδα των ανθρώπων, συνέβη κάτι που μας συγκίνησε βαθιά:
Ο Punch δέθηκε αχώριστα με ένα λούτρινο μαϊμουδάκι με φιόγκο.
Το αγκάλιαζε σφιχτά, κοιμόταν πάνω του, έτρεχε στην αγκαλιά του κάθε φορά που φοβόταν.
Πολλοί σκέφτηκαν:
«Τι γλυκό.»
«Τι λυπηρό.»
«Είναι απλώς ένα παιχνίδι.»

Όμως η ψυχολογία μας αποκαλύπτει μια πιο βαθιά αλήθεια.
Ο παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott εξήγησε ότι αυτά τα αντικείμενα δεν είναι απλά παιχνίδια. Είναι αυτό που ονόμασε «μεταβατικά αντικείμενα».
Δεν υπάρχουν για να διασκεδάζουν το παιδί.
Υπάρχουν για να βοηθούν τον συναισθηματικό του κόσμο να αντέξει το κενό της απουσίας.
Στο ξεκίνημα της ζωής, ένα μωρό δεν μπορεί να ηρεμήσει την καρδιά του μόνο του. Διψάει για επαφή:
• τη ζεστασιά του δέρματος
• την ηρεμία της φωνής
• το οικείο άρωμα της ασφάλειας
• τον ρυθμό της ανάσας
Όταν αυτή η παρουσία δεν είναι εκεί για να το κρατήσει, η ψυχή αναζητά έναν «συμβολικό σύντροφο».
Εκεί εμφανίζεται το λούτρινο.
Όχι ως μια φανταστική λύση, αλλά ως μια πράξη συναισθηματικής αυτοθεραπείας.
Αυτό το αντικείμενο γίνεται το στήριγμα για να:
• αντέξει τις ώρες που νιώθει μόνο
• ηρεμήσει το άγχος του
• κρατήσει ζωντανή την αίσθηση ότι είναι ασφαλές
• βυθιστεί στον ύπνο χωρίς τον φόβο του κενού
• αρχίσει να χτίζει, βήμα-βήμα, την αυτονομία του
Δεν είναι αδυναμία, ούτε μια παράξενη εξάρτηση.
Είναι ο πρώτος, συγκινητικός τρόπος της ψυχής να φροντίσει τον εαυτό της.
Η δυσάρεστη αλήθεια είναι αυτή:

Η ανεξαρτησία δεν γεννιέται από την ερημιά.
Γεννιέται από το να έχεις νιώσει την αγκαλιά της στήριξης όταν την είχες ανάγκη.

Όταν αυτή η στήριξη λείπει, το σώμα επιστρατεύει τη φαντασία για να την αναπληρώσει.
Και μερικές φορές, το κάνει αγκαλιάζοντας σφιχτά κάτι που «υπόσχεται» παρουσία.
Γιατί κανείς δεν μαθαίνει να στέκεται μόνος του, αν πρώτα δεν έχει νιώσει τη σιγουριά ότι κάποιος ήταν πραγματικά εκεί. 


Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Μην καρτεράτε να λυγίσουμε

Ελλάδα


«Πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απόμειναν».

Γιώργος Σεφέρης

Ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς του 1944. Ο στρατοπεδάρχης Φίσερ εκφωνεί τον κατάλογο των μελλοθανάτων. Παρών! Παρών! Βροντερό, αντρειωμένο. Με μια βραχνάδα από το ξενύχτι. Καθάριζαν τον λαιμό τους όταν έφτανε η σειρά τους, για ν' ακουστεί καλά. Να μη φανεί εξαιτίας της βραχνάδας υποτονικό, φοβισμένο, δειλό. Ναι, αυτό είναι: Φοβούνται την ξεφτίλα περισσότερο από τον θάνατο.

Το νούμερο 71 είναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης. «Οχι εσύ, Ναπολέων», θα πει ο στρατοπεδάρχης, που χρειαζόταν, ως διερμηνέα τον Σουκατζίδη. Και ο Ναπολέων ο Μικρασιάτης, ο Ναπολέων ο Κρητικός, ο Ναπολέων ο Ελληνας, ο Ναπολέων ο κομμουνιστής, θα αρνηθεί την προσφορά, για να μην μπει άλλος κρατούμενος στη θέση του. Και θα βαδίσει οικειοθελώς στον θάνατο, αφήνοντας πίσω του τον ήλιο που εκείνη την ώρα χάραζε, πίσω από τον Υμηττό...

Και ύστερα η αναχώρηση και η διαδρομή, η διαδρομή θανάτου. Τελευταίοι αποχαιρετισμοί. Τα στόματα ανοίγουν για παραγγελίες στους δικούς τους ανθρώπους. Κάποιοι γράφουν και μικρά, πρόχειρα σημειώματα.

«Να βρεις τη μάνα μου. Στο επισκεπτήριο. Μην την αφήσεις να περιμένει, μην την ξεφτιλίσει ο σκοπός. Φεύγω ευτυχισμένος να της πεις. Να 'ναι περήφανη για το γιο της, όπως ήταν πάντα». Τα φευγαλέα λόγια του Νίκου, πριν ανέβει στο φορτηγό για το τελευταίο του ταξίδι, την τελευταία του ταλαιπωρία.

«Την κορούλα μου, την πριγκίπισσα της καρδιάς μου. Δεν την έζησα. Δεν τη χάρηκα. Θα είμαι νοερά δίπλα της. Μην την ξεχάσετε σύντροφοι... μην την ξεχάσετε...»

Δύσκολα έβγαιναν τα λόγια. Την φωτογραφία της πριγκίπισσάς του έσφιγγε στο χέρι ο Γιώργος. Την έσφιγγε σαν να φοβόταν ότι θα του την πάρουν. Ολα του τα είχαν πάρει. Δεν θα επέτρεπε και αυτό. Σφικτά αγκαλιασμένη η πριγκίπισσά του. Να μην την δουν.

Και ο Ναπολέων αγέρωχος στη σειρά και αυτός για το τελευταίο ταξίδι.

«Μην μας δουν να κλαίμε σύντροφοι... μην τους κάνουμε τη χάρη... Ακροναυπλιώτικα θα πεθάνουμε... όρθιοι, όπως τα δέντρα...», φώναξε συγκινημένος μπαίνοντας στο φορτηγό.

Ο Ανέστης ανεβασμένος σ' ένα πεζούλι με δυνατή φωνή δίνει το παράγγελμα. «Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή...» Οι υπόλοιποι ακολουθούν. Κανείς δεν μπορεί να τους εμποδίσει. Κατάνυξη και συγκίνηση. Ιεροτελεστία ήταν. Από την ψυχή έβγαινε η φωνή. Η δύναμη των στίχων έδειχνε τεράστια. Και οι πέτρες λύγιζαν σ' αυτό το συγκλονιστικό θέαμα.

Ποτέ ο χαιρετισμός της Λευτεριάς δεν αντιλάλησε στις πολιτείες και τα χωριά, τα βουνά και τα φαράγγια της Ελλάδας πιο συγκινητικά, πιο ειλικρινά, πιο αντρειωμένα. Μέχρι την κορυφή του Υμηττού έφτανε. Και ο αντίλαλος χτυπούσε ευθεία τις καρδιές τους.

Και μετά οι ομοβροντίες των μυδραλίων ήταν εκκωφαντικές. Και μετά σιωπή, απέραντη σιωπή. Νεκρική. Λες και αυτό που ακούγονταν ήταν στη φαντασία τους. Και μετά πάλι τα ίδια, οι επόμενοι. Η πιο φτηνή αφαίρεση της ζωής. Η πιο ανεκτίμητη πράξη ζωής. Πάλι τα ίδια. Κατά εικοσάδες τους κατέβαζαν από τα καμιόνια. Τους έμπαζαν μέσα. Τους έστηναν. Και τους εκτελούσαν με τα πολυβόλα που ήταν στημένα σε 4 βάσεις και με οπλοπολυβόλα. Ενας αξιωματικός διέτασσε πυρ και πυροβολούσε πρώτος. Αυτός έδινε και τη χαριστική βολή στον εγκέφαλο.

Οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους και τους γέμισαν με λουλούδια. Ετσι, έκαναν κάθε φορά που ο δρόμος πλημμύριζε από το αίμα των ηρώων. Πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλο τόπο της Ευρώπης δεν έγιναν τόσες εκτελέσεις, σε έναν μικρό τόπο. Ηθελαν να τρομοκρατήσουν την αδούλωτη συνοικία. Και σ' αυτό το έργο βοηθούσαν και οι χίτες. Φώναζαν και πυροβολούσαν τις γυναίκες που πέταγαν λουλούδια στην οδό Σκοπευτηρίου πάνω στα αίματα που έτρεχαν από τ' αυτοκίνητα. Ολος ο δρόμος έγινε κόκκινος. Από τα σκουπιδιάρικα έσταζε το αίμα. Τα χωνιά βγήκαν στους δρόμους «σας καλεί το ΕΑΜ, σας καλεί η ΕΠΟΝ, σας καλεί το ΚΚΕ».

«Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απόμειναν», λέει ο Γιώργος Σεφέρης.

Θαρρώ πως κάπως έτσι αισθανόμαστε, σ` αυτούς τους δύσκολους καιρούς, όλοι όσοι συμμεριζόμαστε τα ιδανικά, τις αξίες και τα οράματα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, των «200» κομμουνιστών, που θυσιάστηκαν στην Καισαριανή για την Ελλάδα και τον λαό της. Ομως, για μας «δεν υπάρχουν πιο ζωντανοί από τους πεθαμένους μας». Οσο η πατρίδα μας, μέσα στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού συστήματος παραμένει εξαρτημένη, όσο εμπλέκεται στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, όσο η εργατική τάξη, το συλλογικό ιστορικό υποκείμενο που επέλεξε να υπηρετήσει με τη ζωή, τη δράση και τον θάνατό του ο Ναπολέων Σουκατζίδης παραμένει τάξη υπάλληλη, όσο μιλούν για κέρδη και ζημιές και όχι για ανθρώπινες ζωές, όσο παραμένει ο φαύλος κύκλος της εκμετάλλευσης και της αδικίας, των πολέμων και της φτώχειας και μ' έναν λόγο, όσο η εθνική και η κοινωνική ελευθερία υπονομεύονται και ακυρώνονται από την άρχουσα τάξη και τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον τόπο μας, αλλά και σ' όλες τις χώρες του κόσμου, η ιδεολογία, η θεωρία και η πράξη που γεννάνε Σουκατζίδηδες παραμένουν οι «Μεγάλες Ουσίες» των καιρών, απαντάνε στα μεγάλα αιτήματα των καιρών, γεννάνε τα μελλοντικά μεγάλα κινήματα των καιρών.

Ελλάδα να θυμάσαι εσύ αυτούς που, για την τιμή και την λευτεριά σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Σε όλους εκείνους που άφησαν πίσω τους μια παρακαταθήκη. Μια Καινή Διαθήκη αξιοπρέπειας, σεβασμού και ηθικού πλεονεκτήματος. Εκείνων που φύλαξαν μέχρι τέλους τις δικές τους Θερμοπύλες, καταβάλλοντας ένα κόστος που ξεπερνά τις ανθρώπινες αντοχές. Στους αλύγιστους που δεν λύγισαν ούτε σε εξορίες ούτε σε φυλακές. Αυτοί που κράτησαν τη ζωή τους. Σε αυτούς υποσχόμαστε ότι θα κρατήσουμε τη σπίθα αυτή αναμμένη και θα την κάνουμε φωτιά που θα φωτίσει το μέλλον.

Και σε εκείνους που απεργάζονται την αλλοίωση της Ιστορίας, σε εκείνους που προσδοκούν να μας γονατίσουν, απαντάμε απλά με τον στίχο του Φώτη Αγγουλέ «Μην καρτεράτε να λυγίσουμε».

Σπύρος Τζόκας
Πανεπιστημιακός - Συγγραφέας



Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Αγρια επίθεση στους υγειονομικούς που παλεύουν για την Υγεία του λαού



Με εντολή της κυβέρνησης, ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις έκαναν για δεύτερη φορά απρόκλητη ρίψη χημικών σε χώρο νοσοκομείου, στο Νοσοκομείο Νίκαιας (είχε προηγηθεί το «Αττικόν»), χτύπησαν με γκλομπ και ασπίδες τους υγειονομικούς, τραυμάτισαν δύο ειδικευόμενους γιατρούς στο κεφάλι, πέρασαν χειροπέδες σε συνδικαλιστή γιατρό κρατώντας τον όμηρο στα Επείγοντα, έστησαν φραγμό στην είσοδο, απαγορεύοντας σε γιατρούς και νοσηλευτές να εισέλθουν στον χώρο της δουλειάς τους.

Ολα αυτά χθες το πρωί, όπου το Σωματείο Εργαζομένων Νοσοκομείου Νίκαιας είχε προκηρύξει στάση εργασίας και μαζί με σωματεία συνταξιούχων, οικοδόμων και μαζικούς φορείς «υποδέχτηκαν» με έντονες αποδοκιμασίες τον υπουργό Υγείας, απαιτώντας τα αυτονόητα: Μαζικές προσλήψεις προσωπικού, να μη δουλεύουν 72 ώρες την εβδομάδα με απανωτές βάρδιες, να τους αποδοθούν οι άδειες και τα ρεπό που τους οφείλονται. Διαδήλωσαν για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Υγεία για όλους, κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης.

Για να δικαιολογήσει την άθλια καταστολή, ο υπουργός Εμπορίου της Υγείας που έφτασε στο νοσοκομείο με τη συνοδεία ισχυρότατων αστυνομικών δυνάμεων, επιδόθηκε ξανά σε ψέματα, λέγοντας ότι ...κινδύνευσε σοβαρά η σωματική του ακεραιότητα και ότι «δέχτηκε» επίθεση με «πέτρες» (!).

Η ανακαίνιση ...μπάζει νερά


Ο λόγος της επίσκεψης στο Νοσοκομείο Νίκαιας ήταν το κόψιμο μιας ακόμα κορδέλας από τον υπουργό, αυτή τη φορά στο ανακαινισμένο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Ομως ακόμα κι αυτό το νέο ΤΕΠ - όπως καταγγέλλει το Σωματείο Εργαζομένων - έχει ήδη πλημμυρίσει 3 φορές από όταν ανακαινίστηκε, με τα νερά να φτάνουν μέχρι το ακτινολογικό και τα υπόγεια με το αρχείο και τα υλικά του νοσοκομείου.

Εχει λειτουργήσει σαν ακατάλληλος χώρος νοσηλείας για 40 ασθενείς κατά μέσο όρο μετά από κάθε εφημερία, που δεν βρίσκουν κρεβάτι και στοιβάζονται εκεί όλοι μαζί σε έναν κοινό χώρο μακριά από τους θεράποντες. Στελεχώνεται από νοσηλευτικό προσωπικό και τραυματιοφορείς που αναγκάζονται να δουλεύουν διπλοβάρδιες για να «βγει η εφημερία» και έχουν 40 και 50 χρωστούμενα ρεπό.

Μάταια η κυβέρνηση επιχείρησε να στήσει το γνωστό επικοινωνιακό σόου με «φιλικά» χτυπήματα στην πλάτη των νοσηλευτών και των γιατρών, για να πνίξει λίγο αργότερα στα χημικά τον δίκαιο αγώνα τους κι ενώ ακούγονταν συνθήματα όπως: «Τα νοσοκομεία ανήκουν στον λαό. Δεν τα παζαρεύουμε για χάρη κανενός».

Κάτω από την αποφασιστική παρέμβαση του σωματείου των εργαζομένων αφέθηκε ελεύθερος ο συνδικαλιστής γιατρός, ενώ η βουλευτής του ΚΚΕ Διαμάντω Μανωλάκου έκανε παρέμβαση στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδη. Ο υπουργός Υγείας φυγαδεύτηκε τελικά από την πίσω πύλη.

Η αλήθεια πίσω από την κυβερνητική προπαγάνδα

Κουνώντας το δάκτυλο στους εργαζόμενους που διαμαρτύρονται και διεκδικούν, το υπουργείο Υγείας επιχείρησε να παρουσιάσει μια «αναβαθμισμένη» εικόνα του νοσοκομείου, κάνοντας λόγο για «αύξηση του προσωπικού». Σύμφωνα όμως με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών, την περίοδο 2021 - 2025, στο Νοσοκομείο Νίκαιας μειώθηκαν οι μόνιμοι εργαζόμενοι κατά 104 (από 1.156 το 2021 σε 1.052 το 2025) και οι συμβασιούχοι κατά 18 (από 719 το 2021 σε 701 το 2025).

Η πραγματικότητα, όπως την περιγράφει το Σωματείο, είναι η εξής:
  • Η έλλειψη προσωπικού έχει γίνει πλέον τραγική και τα ωράρια εργασίας παραβιάζονται, ενώ δεν λείπουν περιπτώσεις εργασιακής εξόντωσης, όπως για παράδειγμα ένα άτομο να δουλεύει 8 μέρες συνεχόμενα χωρίς ρεπό. Για να μπορέσει να λειτουργήσει αξιοπρεπώς και με ασφάλεια το νοσοκομείο χρειάζονται τουλάχιστον 65 νοσηλευτές και βοηθοί θαλάμου και 15 τραυματιοφορείς, ενώ άμεσα πρέπει να στελεχωθούν με μόνιμο προσωπικό η καθαριότητα, η σίτιση και η τεχνική υπηρεσία.
  • Κάθε μέρα νοσηλευτές μεταφέρονται από κλινική σε κλινική και από τμήμα σε τμήμα προκειμένου να καλύψουν κενά και να μπαλώσουν ...τρύπες ανοίγοντας μεγαλύτερες. Υπάρχουν συνάδελφοι που τους χρωστάνε πάνω από 60 ρεπό και 2 ετών άδεια! Και από πάνω, όποιος αντιστέκεται αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της εκδικητικής μετακίνησης σε άλλο χειρότερο ακόμα τμήμα!
  • Λειτουργούν οι 7 από τις 10 χειρουργικές αίθουσες.
  • Οι ειδικευόμενοι γιατροί έχουν γίνει λάστιχο χωρίς χρόνο για ξεκούραση, για μελέτη και ουσιαστική εκπαίδευση. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση έρχεται να μειώσει 14 θέσεις ειδικευόμενων παθολογίας, κάνοντας την κατάσταση ειδικά στις παθολογικές κλινικές αφόρητη.
  • Εδώ και 2 χρόνια δίνονται αστρονομικά ποσά για την εξ αποστάσεως διάγνωση των αξονικών τομογραφιών σε ιδιωτική εταιρεία. Σε κάθε εφημερία στην εταιρεία δίνεται ποσό ίσο με έναν μισθό και τις εφημερίες ενός Διευθυντή ΕΣΥ!
  • Λίγο παραπέρα από το κτίριο που εγκαινιάζεται στεγάζεται η τεχνική υπηρεσία που εν έτει 2026 εξακολουθεί να υπάρχει καρκινογόνος αμίαντος.

Ο αγώνας συνεχίζεται

Το σωματείο σημειώνει στην ανακοίνωσή του: «Αυτά είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων, της εμπορευματοποίησης της Υγείας, της υποχρηματοδότησης κι υποστελέχωσης, της επιδίωξης τα νοσοκομεία να λειτουργούν ως επιχειρήσεις.

Είναι πραγματική πρόκληση για εμάς και όλο τον λαό οτι: Αυτοί που μας ευτελίζουν καθημερινά, καθηλώνουν τον μισθό μας, δεν μας δίνουν τα νόμιμα ρεπό και τις άδειες, δεν μας εντάσσουν στα ΒΑΕ, κρατούν χιλιάδες συμβασιούχους συναδέλφους μας σε ομηρία και δεν τους μονιμοποιούν, μειώνουν συνεχώς τις δαπάνες για το δημόσιο σύστημα Υγείας, σε συνθήκες ακρίβειας και υπερφορολόγησης του λαού, έχουν το θράσος να γυρνάνε στα κανάλια και να λένε χυδαία ψέματα, να χτυπούν τους υγειονομικούς που κρατάνε το ΕΣΥ στις πλάτες τους.

Ο λαός της περιοχής ξέρει από πρώτο χέρι ότι το Νοσοκομείο της Νίκαιας είναι ένα λαϊκό νοσοκομείο, με προσωπικό που παρά τα εμπόδια που βάζει η πολιτική της κυβέρνησης, δίνει τον καλύτερό του εαυτό για να προσφέρει υπηρεσίες Υγείας σε όλους ανεξαιρέτως».


Πηγή: rizospastis



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Βρίζει τους κομμουνιστές ο Γεωργιάδης, ο φίλος του Κ. Πλεύρη, του ναζί…



Ο υπουργός του εμπορίου της Υγείας, αφού σήμερα πήγε συνοδευόμενος από τα ΜΑΤ στο νοσοκομείο της Νίκαιας, αφού παρουσία του τα ΜΑΤ επιτέθηκαν σε γιατρούς και νοσηλευτές και αφού οι δυνάμεις καταστολής έφτασαν στο σημείο να περάσουν χειροπέδες σε γιατρό (!), μετά εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή (ΟPEN TV) και έκανε αυτό που του αρμόζει: Εβρισε τους κομμουνιστές…

Είπε, λοιπόν, τα εξής:

«Ο σκοπός τους ήταν να φύγω, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ ότι η κομμουνιστική και η φασιστική βία, που εγώ τις θεωρώ ίδιες, μπορούν να επικρατήσουν της δημοκρατίας. Εγώ πήγα ως εκλεγμένος βουλευτής και υπουργός Υγείας, αλίμονο αν οι θεσμοί της δημοκρατίας υποχωρούν στους κομμουνιστές».

Αυτά, είπε, αυτός ο αντιπρόεδρος του Μητσοτάκη.

Κι εμείς έχουμε να πούμε ετούτα:

Πρώτον:
Είναι πολύ λογικό αυτός που λάμβανε επιστολές αγάπης και εκτίμησης από τον δικτάτορα Παττακό, αυτός που διαφήμιζε και πούλαγε τους ναζιστικούς εμετούς του ναζί Πλεύρη, αυτός που πριν την μεταγραφή του στη ΝΔ ήταν βουλευτής του ΛΑΟΣ, του κόμματος που είχε στα ψηφοδέλτιά του Χρυσαυγίτες, να βρίζει τους κομμουνιστές. Είναι το ίδιο πρόσωπο που διαφήμιζε από τηλεοράσεως τα «ιδεολογικά πιστεύω» του ναζί Πλεύρη, του συνεργάτη της χούντας των συνταγματαρχών, περί το «υψηλόν φρόνημα» των… SS και περί της… «ορθότητος» των απόψεων του Χίτλερ… Αυτός, ο «διαφημιστής» του φασίστα Πλεύρη, ο Αδωνις Γεωργιάδης, ο «σιχαίνομαι τους κομμουνιστές», αυτός είναι που σήμερα εξομοίωσε τον κομμουνισμό με τον φασισμό… Το συνηθίζουν αυτό οι φασίστες (περισσότερα διαβάστε ΕΔΩ)

Δεύτερον:
Η πολιτικά γελοία περίπτωση Γεωργιάδη είναι ….προσφορά. Ο εν λόγω όχι μόνο έχει δικαίωμα να διαφημίζει τον αντικομμουνισμό του, αλλά είναι και υποχρέωσή του να το κάνει, κάθε μέρα, δώδεκα φορές την ημέρα, ώστε να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι τι πραγματικά σημαίνει «αντικομμουνισμός» και ποίου φυράματος είναι οι κήρυκές του.

Τρίτον: Τα θρασίμια του λεγόμενου “δημοκρατικού τόξου” της “θεωρίας των δυο άκρων”, της πρακτικής και καθημερινής συνδιαλλαγής με τον φασισμό, κάθε φορά που θα νομίζουν ότι μπορούν να λερώσουν την Ιστορία και την Αλήθεια με τους “δημοκρατικούς” γκεμπελισμούς τους, θα είναι καταδικασμένοι να πέφτουν πάνω τους τα καθάρια βλέμματα των 200 Κομμουνιστών. Και να ξανακυλάνε στους υπονόμους τους.



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Μουσείο Εθνικής Αντίστασης

Γιώργος Μαργαρίτης από Ημεροδρόμο

Ξαφνικά προέκυψε “παλλαϊκό” αίτημα για την δημιουργία Μουσείου Εθνικής Αντίστασης.
Οι αιτούντες δεν αναφέρονται στα υπάρχοντα. Ούτε στην Καισαριανή, ούτε στο Χαϊδάρι, ούτε στην Ηλιούπολη. Δεν τους αρέσουν.
Εννοούν Κρατικό Μουσείο, κάτι ανάμεσα στην Βουλή και στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Σε κάθε περίπτωση κάτω από κρατικό/κυβερνητικό έλεγχο!

Παράξενο “παλλαϊκό” αίτημα σε μια χώρα όπου το κράτος ουδεμία μνεία της Αντίστασης έχει ως τώρα κάνει.
Ούτε στον Άγνωστο Στρατιώτη αναφέρεται τίποτε σχετικό, ούτε στο κωμικό μνημείο των “πεσόντων του Γένους” στο ΓΕΕΘΑ ή όπου το πήγαν τώρα.
Παράξενο “παλλαϊκό” αίτημα σε μια χώρα όπου το κράτος πρωτοστατεί στην εξαφάνιση των όποιων μνημείων της Αντίστασης εκεί όπου υπάρχουν. Να αναφέρουμε την πολεμική για το άγαλμα του Άρη Βελουχιώτη στην Λαμία;

Τι συμβαίνει λοιπόν;

Πριν λίγο καιρό ήταν οι τάφοι στο Γεντί Κουλέ. Ενθουσιάστηκε τότε το αστικό κράτος! Τόσο που ανέθεσε στην Αστυνομία να κλείσει όπως όπως την υπόθεση.
Τώρα είναι οι φωτογραφίες της εκτέλεσης των διακοσίων. Πάλι για κομμουνιστές πρόκειται. Άρα πρέπει να παρέμβη το αστικό κράτος.

Η καλύτερη μέθοδος επέμβασης είναι ένα κρατικό μουσείο Εθνικής Αντίστασης.

Όπου θα υπάρχει ολίγο ΕΑΜ, ίσως και ελάχιστο ΚΚΕ.
Κάτι από ΕΛΑΣ, κάτι από ΕΠΟΝ, ίσως κάτι περισσότερο από ΟΠΛΑ .

Και δίπλα και ισότιμα θα εκθειάζονται οι Τιτάνες της Εθνικής Αντίστασης.

Ο ΕΔΕΣ. Του Ζέρβα με τις λίρες των Άγγλων και τις “ανακωχές” με τους Γερμανούς. Ο άλλος, ο ΕΔΕΣ της Αθήνας, πρόπλασμα των Ταγμάτων Ασφαλείας. Για να μην αναφερθούμε στα χειρότερα…..

Η ΕΚΚΑ/5/42, μισή με τις λίρες (ίδιας προέλευσης) μισή με τα Τάγματα Ασφαλείας.

Η ΠΕΑΝ. Όχι εκείνη του 1942, προς Θεού! Εκείνη του 1944 που στρατολογούσε (ΕΣΑΣ) για λογαριασμό των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Ή ακόμα και η “Χ”, του Γρίβα, με τις γερμανικές αστυνομικές ταυτότητες και τις γερμανικές άδειες οπλοφορίας.

Ποιος αμφιβάλει ότι πρόκειται για οργανώσεις αντίστασης. Αντιστέκονταν όλοι αυτοί ενάντια στον κομμουνισμό. Για τα δύο άκρα δεν γίνεται επίσημα λόγος;

Να λοιπόν το ζητούμενο. Να “εκτελεστούν” ακόμα μια φορά οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής.
Να τοποθετηθούν οι φωτογραφίες τους δίπλα σε εκείνες των δημίων τους, των εχθρών τους.
Να ευτελιστούν οι ιδέες τους και ο αγώνας τους ταυτιζόμενες με εκείνες του Ζέρβα, του Γρίβα και των ομοίων τους.

Να τι εννοούν με το ζητούμενο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης.

Το βασικό είναι να μην φτάσουν οι φωτογραφίες εκεί όπου ανήκουν.
Στον ελληνικό λαό και στο ΚΚΕ.

(*) Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Ιστορίας




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »