Δεν έδινα σημασία στην ανεβασμένη πίεση, σε κάτι πονάκια στα νεφρά. Μια μέρα που ένας νεαρός σηκώθηκε στο λεωφορείο για να μου παραχωρήσει τη θεση του, άρχισα να καταλαβαίνω τον Αλεξανδρινό ποιητή. Το γήρασμα του σώματος και της μορφής είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι δεν μ’ ένοιαξε και πολύ. Είχα ακόμα τη γυναίκα μου. Πάνω από 50 χρόνια με ξύπναγε ο ήχος από τα κατσαρολικά και η φωνή της «έτοιμος ο καφές». Πηγαίναμε ακόμα στο θέατρο, πίναμε μπίρες στο καφενείο της γειτονιάς. Πέρασα πολέμους, πείνες και μπόρες μα δεν λύγισα. Απ’ όλα τα όνειρα που ανέθρεψα, το πιο ζωντανό που κράτησα ήταν να μη μείνω μόνος.
Μα ήρθε εκείνος ο μικρός ανακατωσούρας που τον λένε καρκίνο και φυτεύτηκε στο στομάχι της. Οι γιατροί μιλούσαν για λίγους μήνες. Κάναμε βολτες κοντινές. Της ζητούσα να βάζει διαφορετικό φόρεμα κάθε φορά, σαν να την πρωτοβλέπω. Ο αδυσώπητος χρόνος εισβάλλει στα κορμιά σαν πειρατής και αρπάζει ο,τι βρει. Για τη μέρα του αποχαιρετισμού διάλεξα εγώ εκείνο το καφέ ταγιέρ για να ταιριάζει με τη μελαγχολία του φθινοπώρου.
Πασχίζω να εξημερώσω τη μοναξιά μου, μα έχει γίνει πια ένα κατοικίδιο που γουργουρίζει συνεχώς. Φίλοι και παρέες λιγόστεψαν. Μόνο στο καφενειο πάιζω κανένα τάβλι, μα θα το κόψω κι αυτό. Ολο ντόρτια φερνω τελευταία Θα μπορούσα να πάω να μείνω με τα παιδιά, αλλά δεν θέλω να τους γίνω βάρος. Εχουν τις δουλειές και τις σκοτούρες τους. Πού και πού κανένα τηλεφώνημα σπάει τη σιωπή.
Τα βράδια πιάνω κουβέντα με τους πεθαμένους μέχρι να με βρει το ξημέρωμα. Δεν είναι νοσταλγία, ούτε υστερόγραφα του παρελθόντος. Είναι το φάρμακο της αντοχής. Πιασμένος στα πλουμιστά δίχτυα της νιότης, της γενναιότητας στις ηδονές και στους έρωτες . Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο:. Να θυμάμαι ή να φοβάμαι το τέλος; Μια σκιά στο δωμάτιο μαντεύει τις σκέψεις μου. Να πουλήσω την ψυχή μου για μιας πεντάρας νιάτα .
-Μην της πουλήσεις την ψυχή σου. Αυτή δεν ασπρίζει σαν τα μαλλιά. Εχεις ακόμη τα χέρια σου να χαϊδεύει το άδειο μαξιλάρι, να καρφιτσώνει ένα κλαδάκι γιασεμί στο πέτο. Μπορείς ακόμη να ακούς ειδήσεις , το σκυλί της διπλανής, τη μουσική που αγαπούσες. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος που να μην ξέρει ότι μπορεί να τραβήξει όλον τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο στο δώρο της ζωής.
ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ
Σ.Σ.: Ο David Bowie απαντά στην Τάνια Τσανακλίδου και στο Μαμά γερνάω με το ποτέ δεν θα γεράσω. Ζητάει δηλαδή κάτι μη φυσιολογικό που κανένα μηχάνημα, καμιά πλαστική δεν μπορεί να αποτρέψει. Ας το αποδεχτούμε επιτέλους.
