Τής Λουκίας Πλυτά
Ξεχασμένος ζούσε, πίσω από τον μαντρότοιχο, πίσω από τα αγριόχορτα, πίσω από τα τούβλα τα παλιά, μόνος.
Ηθελημένα αποτραβηγμένος σ’ένα κόσμο μόνο δικό του, σπάνια άνοιγε την κεντρική πόρτα του σπιτιού του προς την έξοδο,
μόνο μάζευε, μάζευε, αναμνήσεις, μνήμες, θύμησες, ονόματα, αριθμούς, σκαλισμένα στου μυαλού του τους διαδρόμους, φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια την τάξη τους,
αδιατάραχτη, αξεσκόνιστη η πριγκηπέσα των σκοτεινών χρωμάτων, κυρία και αφέντρα του κανόνιζε τα πάντα στη ζωή του,
πόσο την αγαπούσε, την θλίψη του, με μανία την κρατούσε μακριά από του φωτός τα κρίνα, δική του, μόνο δική του.
τακτοποιημένη με αριθμητική σειρά η φορεσιά της, πάνω - πάνω κρατούσε την πραγματική αιτία της φυγής του, τον πόνο του χαμένου «ερωτά» του
αξεπέραστος, σταματημένος ο χρόνος για χάρη της χαμένης «αγάπης», καθόταν στο παράθυρο ολημερίς κοιτώντας το ποτάμι της ζωής να τρέχει ασταμάτητα.
χωρίς ξανά ποτέ να επιθυμήσει μέσα του να μπεί
εκείνο το ήξερε πως το κοιτούσε, βάρκες του έστελνε στολισμένες με πανιά πολύχρωμα, μηνύματα με πουλιά αλαργινά, γράφοντας πάντα τις ίδιες λέξεις,
«ζήσε τη ζωή σου, περνάει, κυλάει σαν νερό, στιγμή μη χάνεις, πολλά, πολλούς θα συναντήσεις, πολλά απ’αυτά χαρές θα φέρουν, γίνε χαρά, να έρθει χαρά εμπιστεύσου»
τίποτα, το ρολόι του κουφό, βήμα δεν έκανε πάντα παγωμένο έστεκε στο τότε εξαιτίας της χαμένης εμπιστοσύνης
σκοτούρα γέμιζε το μυαλό του στη σκέψη, να βγεί από το «σπίτι», καλύτερη η μοναξιά από την κακή παρέα
Μέχρι τη μέρα της απρόσμενης «επίσκεψης»
Ήταν αλλιώς να κοιτάς από μέσα προς τα έξω τον κόσμο, από το να παρατηρείς από έξω προς τα μέσα τον Κόσμο, αν ήξερες να κοιτάξεις καταλάβαινες την μεγάλη διαφορά
το προς τα έξω, σου κλέβει την δύναμη,
το προς τα μέσα, τρανό σε κάνει…
αν ήξερες να κοιτάξεις
όμοιος με διαμάντι ακατέργαστο τυλιγμένος μέσα στα θεσπέσια υγρά των σπλάχνων της γής…
ένοιωθες πως το μόνο που έλειπε ήταν η συμπόνια, για τον εαυτό του…
Πλυτά Λουκία 16-8-2013
Ηθελημένα αποτραβηγμένος σ’ένα κόσμο μόνο δικό του, σπάνια άνοιγε την κεντρική πόρτα του σπιτιού του προς την έξοδο,
μόνο μάζευε, μάζευε, αναμνήσεις, μνήμες, θύμησες, ονόματα, αριθμούς, σκαλισμένα στου μυαλού του τους διαδρόμους, φρόντιζε με ιδιαίτερη επιμέλεια την τάξη τους,
αδιατάραχτη, αξεσκόνιστη η πριγκηπέσα των σκοτεινών χρωμάτων, κυρία και αφέντρα του κανόνιζε τα πάντα στη ζωή του,
πόσο την αγαπούσε, την θλίψη του, με μανία την κρατούσε μακριά από του φωτός τα κρίνα, δική του, μόνο δική του.
τακτοποιημένη με αριθμητική σειρά η φορεσιά της, πάνω - πάνω κρατούσε την πραγματική αιτία της φυγής του, τον πόνο του χαμένου «ερωτά» του
αξεπέραστος, σταματημένος ο χρόνος για χάρη της χαμένης «αγάπης», καθόταν στο παράθυρο ολημερίς κοιτώντας το ποτάμι της ζωής να τρέχει ασταμάτητα.
χωρίς ξανά ποτέ να επιθυμήσει μέσα του να μπεί
εκείνο το ήξερε πως το κοιτούσε, βάρκες του έστελνε στολισμένες με πανιά πολύχρωμα, μηνύματα με πουλιά αλαργινά, γράφοντας πάντα τις ίδιες λέξεις,
«ζήσε τη ζωή σου, περνάει, κυλάει σαν νερό, στιγμή μη χάνεις, πολλά, πολλούς θα συναντήσεις, πολλά απ’αυτά χαρές θα φέρουν, γίνε χαρά, να έρθει χαρά εμπιστεύσου»
τίποτα, το ρολόι του κουφό, βήμα δεν έκανε πάντα παγωμένο έστεκε στο τότε εξαιτίας της χαμένης εμπιστοσύνης
σκοτούρα γέμιζε το μυαλό του στη σκέψη, να βγεί από το «σπίτι», καλύτερη η μοναξιά από την κακή παρέα
Μέχρι τη μέρα της απρόσμενης «επίσκεψης»
Ήταν αλλιώς να κοιτάς από μέσα προς τα έξω τον κόσμο, από το να παρατηρείς από έξω προς τα μέσα τον Κόσμο, αν ήξερες να κοιτάξεις καταλάβαινες την μεγάλη διαφορά
το προς τα έξω, σου κλέβει την δύναμη,
το προς τα μέσα, τρανό σε κάνει…
αν ήξερες να κοιτάξεις
όμοιος με διαμάντι ακατέργαστο τυλιγμένος μέσα στα θεσπέσια υγρά των σπλάχνων της γής…
ένοιωθες πως το μόνο που έλειπε ήταν η συμπόνια, για τον εαυτό του…
Πλυτά Λουκία 16-8-2013
