Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2020

Για το «δεύτερο κύμα» του κορονοϊού το φθινόπωρο

Σπύρος Μανουσέλης


Πόσο πιθανό είναι, τους επόμενους μήνες, να εκδηλωθεί ένα δεύτερο κύμα διάδοσης της τρέχουσας πανδημίας; Και είμαστε, άραγε, επαρκώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το ενδεχόμενο να εμφανιστεί το φθινόπωρο ή τον χειμώνα ένα δεύτερο κύμα μολύνσεων, εξίσου ή και περισσότερο ισχυρό από αυτό που γνωρίσαμε την προηγούμενη άνοιξη;

Μολονότι ενδέχεται να απογοητεύσω ορισμένους αναγνώστες, οφείλω εξ αρχής να ομολογήσω ότι οι «Μηχανές του Νου» ούτε γνωρίζουν ούτε και προτίθενται να προβλέψουν τι ακριβώς θα συμβεί με την πανδημία τους αμέσως επόμενους μήνες. Εξάλλου, κανένας γήινος επιστήμονας δεν θα ήταν σε θέση να το κάνει.

Θα επιχειρήσουμε, ωστόσο, σήμερα να εξετάσουμε τι θα πρέπει, πάση θυσία, να μη συμβεί τους επόμενους μήνες, ώστε να μην επιδεινωθεί περαιτέρω η δυσμενέστατη θέση των ανθρώπων απέναντι τόσο στον κορονοϊό όσο και στην ανεπαρκέστατη διαχείριση της πανδημίας του. Μια βιοπολιτική διαχείριση που έχει μετατρέψει ένα υγειονομικό πρόβλημα σε βαθύτατη κοινωνική και ανθρωπολογική κρίση.


Οι διαφωνίες μεταξύ των επιδημιολόγων και των ιολόγων σχετικά με το αν, αυτό το φθινόπωρο, θα πρέπει να περιμένουμε ένα δεύτερο, πιθανόν ισχυρότερο, κύμα διάδοσης του νέου κορονοϊού γεννούν αβεβαιότητα και εντονότατο άγχος τόσο στις κυβερνήσεις όσο και στους πολίτες, οι οποίοι έχουν κυριολεκτικά τρομοκρατηθεί στην ιδέα και μόνο ότι θα κληθούν να αντιμετωπίσουν ένα δεύτερο κύμα καλπάζουσας πανδημίας, η οποία θα προκαλέσει έναν εξίσου μεγάλο –αν όχι μεγαλύτερο!– αριθμό ανθρώπινων κρουσμάτων και θανάτων από αυτόν που καταγράφηκε την περασμένη άνοιξη.

Δεδομένης μάλιστα της ομοιότητας των συμπτωμάτων της νέας μολυσματικής νόσου COVID-19 με τις άλλες σοβαρές ιογενείς πνευμονικές παθήσεις, ο μεγαλύτερος φόβος σχετικά με την πορεία της τρέχουσας πανδημίας κατά τους επόμενους μήνες είναι μήπως και αυτή εμφανίσει ένα δεύτερο κύμα μολύνσεων πολύ πιο ανθρωποκτόνο από το πρώτο, όπως συνέβη με την πανδημία της ισπανικής γρίπης πριν από έναν αιώνα.

Πράγματι, κάποιοι επιφανείς επιδημιολόγοι προβλέπουν ή, ακριβέστερα, φοβούνται ότι η δυναμική της τρέχουσας πανδημίας ενδέχεται να είναι ανάλογη με αυτήν της ισπανικής γρίπης του ιού Η1Ν1, δηλαδή παρόμοια με τη μεγαλύτερη πανδημία του εικοστού αιώνα, η οποία, από το 1918 έως το 1919, έπληξε το ένα τρίτο του ανθρώπινου πληθυσμού, προκαλώντας τον θάνατο τουλάχιστον 50 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η παραπλανητική σημασία του όρου «δεύτερο κύμα»



Η επιδημιολογική έννοια «δεύτερο κύμα», που είναι εν μέρει περιγραφική-εμπειρική και εν μέρει κανονιστική-προβλεπτική, προέκυψε από τη μελέτη της συνολικής δυναμικής των μολυσματικών παραγόντων που ευθύνονται για τις προηγούμενες ανθρώπινες επιδημίες, όπως π.χ. ο ιός Η1Ν1 της ισπανικής γρίπης. Μόλις εμφανίστηκε αυτός ο ιδιαίτερα μεταδοτικός ιός την άνοιξη του 1918, έπληξε ανθρώπινους πληθυσμούς στο βόρειο ημισφαίριο, ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους τα κρούσματά του μειώθηκαν εντυπωσιακά, για να επιστρέψει δριμύτερος το φθινόπωρο και τον χειμώνα, με ένα δεύτερο, πολύ πιο ισχυρό πανδημικό κύμα.

Η προοπτική, λοιπόν, εμφάνισης ενός τέτοιου «δεύτερου κύματος» στη διάδοση του νέου κορονοϊού είναι ένα πολύ ζοφερό σενάριο που, εν τούτοις, φαίνεται πως το συμμερίζεται ακόμη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ). Ετσι, ο ΠΟΥ, διά στόματος του Hans Kluge, προειδοποιεί: «Το δεύτερο κύμα της πανδημίας COVID-19 είναι πιθανό να εμφανιστεί το φθινόπωρο. Το άνοιγμα των σχολείων προκάλεσε νέα κρούσματα»... «Δεν έχουμε βγει από το σκοτάδι. Οι καραντίνες μάς επέτρεψαν να κερδίσουμε χρόνο. Και όπου μας δίνεται η ευκαιρία, οφείλουμε να την εκμεταλλευτούμε για να ενισχύσουμε την προετοιμασία μας. Αυτό σημαίνει να ελπίζουμε για το καλύτερο, ενώ προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο: την επιστροφή δηλαδή της COVID-19 μέσω διαφορετικών χωρών, περιοχών, πόλεων και κοινοτήτων. Η προτεραιότητά μας είναι να προετοιμαστούμε για το φθινόπωρο».

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι η ευρύτερη και δυστυχώς δημοσιογραφική χρήση του όρου «δεύτερο κύμα» ενδέχεται να αποδειχτεί παραπλανητική, διότι μας δημιουργεί την ψευδή αντίληψη ότι η κατάσταση της «εκτάκτου» υγειονομικής κρίσης που αντιμετωπίζουμε λόγω του κορονοϊού έχει ξεπεραστεί πρόσκαιρα ή, ακόμη χειρότερα, ότι ως εκ θαύματος έχει παρέλθει οριστικά.

Μια καθησυχαστική ψευδαίσθηση που, με τη σειρά της, ενδέχεται να οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην υποτίμηση των πραγματικών κινδύνων και στην εγκατάλειψη χρήσιμων προληπτικών υγειονομικών πρακτικών, όπως π.χ. οι μάσκες, η διατήρηση των αποστάσεων και η σχολαστική καθαριότητα. Στοιχειώδεις υγειονομικές πρακτικές που, ενώ δεν εξαλείφουν την αιτία του προβλήματος, αποτελούν ένα εμπόδιο στην ανεξέλεγκτη διάδοση του κορονοϊού.

Θα ήταν αφελές να πιστέψει κάποιος ότι η πανδημία του κορονοϊού Sars-Cov-2 θα εξαφανιστεί από μόνη της, όπως συνέβη με τις τοπικές επιδημίες άλλων κορονοϊών, π.χ. o Sars και o Mers. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα στατιστικά δεδομένα των τελευταίων μηνών, καμία ορατή μείωση των μολύνσεων δεν καταγράφεται, αλλά, αντίθετα έγιναν φανερές, κατά το τέλος του καλοκαιριού, τόσο μια τάση αύξησης του αριθμού των νέων κρουσμάτων όσο και η σταδιακή μείωση της ηλικίας των φορέων.

Γεγονός που δημιουργεί την υποψία ότι το φθινόπωρο είναι πολύ πιθανό να εκδηλωθεί ένα δεύτερο κύμα διάδοσης της πανδημίας, το οποίο ενδέχεται να είναι εξίσου αν όχι πολύ μεγαλύτερο από το πρώτο κύμα διάδοσης. Πάντως, ο βαθύτερος λόγος που αρκετοί ειδικοί επιστήμονες αμφισβητούν αυτές τις προβλέψεις και δεν συμφωνούν ότι το φθινόπωρο ή τον χειμώνα θα καταγραφεί η έναρξη ενός «δεύτερου κύματος», είναι ότι, αν αυτό επιβεβαιωθεί, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος οι περισσότεροι άνθρωποι να θεωρήσουν την αναπαραγωγή και τη διάδοση του κορονοϊού «μοιραία γεγονότα» και την πανδημία τελικά «αναπόφευκτη».

Εξάλλου, οκτώ μήνες μετά την εμφάνισή της, η πλανητική δυναμική της πανδημίας δεν παρουσιάζει μεγάλες αυξομειώσεις αλλά, αντίθετα, μια προβλέψιμη αυξητική δυναμική που αντανακλά λίγο-πολύ πιστά την προοδευτικά αυξανόμενη πορεία της διάδοσης του κορονοϊού στους ανθρώπινους πληθυσμούς.

Συνεπώς, με βάση τα όσα γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, η συνολική πορεία της νέας πανδημίας ποτέ δεν διακόπτεται απότομα ούτε και εκδηλώνεται με αυξομειούμενα επιδημικά «κύματα». Πιθανότατα, βρισκόμαστε ακόμη εντός του πρώτου επιδημικού κύματος, το οποίο δεν φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί, ώστε να παραχωρήσει τη θέση του σε ένα δεύτερο κύμα, για το οποίο η επιστήμη δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, εκ των προτέρων, αν θα είναι ηπιότερο ή πολύ πιο καταστροφικό από το πρώτο.

Παρ’ όλα αυτά, όπως ακούραστα επαναλαμβάνουν εδώ και μήνες αρκετοί κορυφαίοι επιστήμονες, αυτή η γνωστική αβεβαιότητα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την πολιτική-υγειονομική απραξία των

νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων που αρνούνται ιδεοληπτικά να επενδύσουν στη θωράκιση των δημόσιων συστημάτων υγείας, τα οποία, αυτούς τους κρίσιμους μήνες, αποδείχτηκαν το μοναδικό αποτελεσματικό εργαλείο που διαθέτουμε για την άμεση αντιμετώπιση και τον περιορισμό της πανδημίας.

Τα αδιέξοδα των ατομικών «λύσεων»



Σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα, η ταχύτατη διάδοση του νέου κορονοϊού Sars-Cov-2 στους ανθρώπινους πληθυσμούς οφείλεται στο ότι, στη μεγάλη πλειονότητά τους, οι περισσότεροι ανθρώπινοι φορείς του κορονοϊού είτε είναι εντελώς ασυμπτωματικοί (περίπου το 40%) είτε εκδηλώνουν ένα πολύ ήπιο φάσμα συμπτωμάτων (περίπου το 50%), ενώ οι πιο σοβαρές παθολογικά περιπτώσεις (περίπου το 7% έως 9%) και οι θάνατοι (μεταξύ 1,5% και 3%) αφορούν μόνο ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού.

Μετά τους δύο πρώτους μήνες της μεγάλης σύγχυσης και της απουσίας μιας ενιαίας στρατηγικής για την αντιμετώπιση των νέων τοπικών κρουσμάτων της επιδημίας του κορονοϊού, οι οποίες ταχύτατα οδήγησαν σε μια πλανητικών διατάσεων πανδημία, οι περισσότερες χώρες προχώρησαν την άνοιξη -ασυντόνιστα, ετεροχρονισμένα και με αρκετή καθυστέρηση- σε μια περίοδο ολικής καραντίνας καθώς και στη μαζική επιβολή έκτακτων υγειονομικών μέτρων.

Χάρη σε αυτά τα ατομικά και συλλογικά επιβεβλημένα υγειονομικά μέτρα υποτίθεται ότι η τάση διάδοσης της πανδημίας έχει αρχίσει να αντιστρέφεται και προοδευτικά να σταθεροποιείται ενώ, σε ορισμένες χώρες, η εκθετική άνοδός της φάνηκε, πρόσφατα, ότι αναστρέφεται, επειδή τα ποσοστά θνητότητας από τη νόσο COVID-19 έδειξαν, πρόσκαιρα και κατά τόπους, να έχουν μειωθεί δραστικά.

Δυστυχώς, τα πιο πρόσφατα στατιστικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν καθόλου αυτό το σενάριο περί «αισίου τέλους της πανδημίας» λόγω της μαζικής εφαρμογής κάποιων ατομικών προληπτικών μέτρων – όπως π.χ. η επιβεβλημένη χρήση μάσκας παντού, η κοινωνική και εργασιακή απομάκρυνση κ.ο.κ.

Καινοφανείς ατομικές και συλλογικές πρακτικές που, ενώ αναμφίβολα συμβάλλουν στην ατομική προστασία από τη μόλυνση, δεν μπορούν να εφαρμοστούν μακροπρόθεσμα και ακόμη λιγότερο να αναστρέψουν, από μόνες τους, την πορεία της τρέχουσας πανδημίας. Στα καθησυχαστικά και, εν πολλοίς, ψευδοεπιστημονικά μυθεύματα περί ενός επικείμενου «αισίου τέλους» της πανδημίας, οι πολίτες των σύγχρονων κοινωνιών πρέπει να αναζητήσουν τεκμηριωμένα επιστημονικά επιχειρήματα και κυρίως να απαιτήσουν την εφαρμογή αποδεδειγμένα αποτελεσματικών ιατρικών πρακτικών.

Εδώ υπεισέρχεται η «αγία τριάδα» των πολλαπλά επιβεβαιωμένων για την αποτελεσματικότητά τους βιοϊατρικών πρακτικών κατά των επιδημιών. Βιοϊατρική «αγία τριάδα» που συνίσταται στην ταυτόχρονη εφαρμογή: (1) της έγκαιρης Διάγνωσης των φορέων του κορονοϊού, της (2) αποτελεσματικής Θεραπείας των συμπτωμάτων και της επινόησης ενός ή περισσότερων εμβολίων, και τέλος (3) της Ιχνηλάτησης, δηλαδή του εντοπισμού των περισσότερων ανθρώπινων επαφών κάθε νέου διαγνωσμένου φορέα του κορονοϊού.

Χωρίς την ταυτόχρονη και ευρύτερη δυνατή εφαρμογή αυτών των καλά δοκιμασμένων βιοϊατρικών πρακτικών, η υιοθέτηση κάποιων αποκλειστικά αμυντικών πρακτικών ατομικής προστασίας -όπως οι μάσκες, η κοινωνική απομάκρυνση, η συστηματική καθαριότητα- δεν μπορούν να συμβάλλουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση και ακόμη λιγότερο στην ταχύτερη εξάλειψη μιας νέας ιογενούς πανδημίας.

Αντίθετα, όπως θα δούμε στο επόμενο άρθρο σχετικά με το άνοιγμα των σχολείων, αυτά τα μέτρα ατομικής υγειονομικής προστασίας -και άρα προσωπικής ευθύνης- κατά της διάδοσης του κορονοϊού επιφυλάσσουν όχι μόνο πολλές παγίδες αλλά και σοβαρότατους κινδύνους τόσο για την ατομική όσο και για τη δημόσια υγεία.

Πηγή: efsyn.gr



Σπύρος Μανουσέλης: Σχετικά με τον Συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου