Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024

'Λαμόγια στο χακί" Το σκάνδαλο του Φαλήρου και η καταστροφή του Άλσους Ριζάρη μένουν ευτυχώς στα χαρτιά. (Απόσπασμα)

Διονύσης Ελευθεράτος



Το 1972 η δικτατορία σκέφθηκε ότι στο Δέλτα του Φαλήρου θα ταίριαζαν τέσσερα θεόρατα ξενοδοχεία υπερπολυτελείας. Είκοσι ορόφων το καθένα. Επηρεασμένη, ίσως, από την ιδιότητα του 1972 ως έτους διεξαγωγής Ολυμπιακών Αγώνων, αποφάσισε να επεκτείνει το «altius» (ψηλότερα), που ούτως ή άλλως χαρακτήριζε το καταθλιπτικό «οικιστικό-χωροταξικό της» όραμα. Το «citius» (ταχύτερα) χαρακτήρισε τον χρόνο αντίδρασης αμερικανικών εταιρειών: Γνωρίζοντας ότι ο ΕΟΤ μοίραζε αφειδώς «συνηγορίες» για τραπεζικά δάνεια, έσπευσαν σαν κοπάδι καρχαριών που μυρίστηκαν αίμα πληγωμένης φάλαινας. 

Το «fortius» (δυνατότερα) ταίριαζε στην εξέλιξη της διελκυστίνδας ανάμεσα σε αμερικανικές εταιρείες. Φυσιολογικό: το Δημόσιο δεν θα έδινε απλώς τα οικόπεδα και την αναπροσαρμογή του επιτρεπόμενου ορίου ύψους κτιρίων, από στα έργα υποδομής -λιμενικά, πλαζ κ.λ.π. Το Ελληνικό κράτος θα κάλυπτε και το 70%του κόστους κατασκευής των ξενοδοχείων, που υπολογιζόταν στα 15 έως 20 εκατ. δολάρια, για το καθένα. Κι αυτός ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός-το τι “θα έβγαινε”στην πορεία ήταν άγνωστο. Ναι, το 70%. Παρανοικό αλλά αληθινό, αληθινή «προσφορά-ουρανοξύστης...

Το καθεστώς  ακολούθησε μια κουτοπόνηρη, «τεθλασμένη» οδό, ελπίζοντας να αμβλύνει (?)  κάπως τις αλγεινές εντυπώσεις, τουλάχιστον στην κρίση όσων πίστευαν ότι το χαρισμένο σε Έλληνες επιχειρηματίες χρήμα δεν ήταν μεγάλο κρίμα. Κήρυξε αναδόχους ελληνικές τεχνικές εταιρείες, που στη συνέχεια θα άνοιγαν την πόρτα στις αμερικανικές, με «συμπράξεις». Εξυπακούεται ότι οι αμερικανικές θα γίνονταν «κυρίαρχες του παιχνιδιού», διότι διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες εξεύρεσης χρημάτων, για το 30%, που δεν θα κάλυπτε το... σκληρόκαρδο χουντικό κράτος.

Ο ΕΟΤ ανέθεσε το πρώτο ξενοδοχείο στην εταιρεία Αλβέρτης Δημόπουλος και στην American Plan Investment Corporation, που θα είχαν δικαίωμα να το εκμεταλλευτούν επί 40 χρόνια. Στο «κόλπο» μπήκε γρήγορα κι άλλη αμερικανική, η Loews International. Ο ανταγωνισμός διευρύνθηκε και αγρίεψε. Οι ενδιαφερόμενοι πίεζαν διάφορες «φατρίες» του καθεστώτος.

Με την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, «το παιχνίδι άνοιξε» πάλι, καθώς οι «μνηστήρες» άρχισαν να ζωηρεύουν. «Άνοιξε», αλλά γρήγορα... διακόπηκε: Τον Φεβρουάριο του 1974, η ηγεσία του υπουργείου Δημοσίων Έργων πρόβαλε «βέτο». Αρνήθηκε να εγκρίνει το απαιτούμενο ύψος, υπογραμμίζοντας το μέγεθος της περιβαλλοντικής ζημιάς, αλλά και του αριθμού των κατοίκων που θα έχαναν τη θέα προς τη θάλασσα. Ξαφνική... κρίση συνείδησης; Απόρροια πιέσεων εκ μέρους ενδιαφερομένων, που είχαν συμφέρον από το πάγωμα της διαδικασίας; 
Ό,τι κι α ήταν, «ξεπεράστηκε»... Κατέφθασε επειγόντως στην Αθήνα ο πρόεδρος τη ενδιαφερόμενης InterContinental, άρχισε να κατσαδιάζει και να... τραβάει αυτάκια, και η κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου «λογικεύτηκε». Αρχές Ιουλίου του 1974, ανακοίνωσε ότι καταρτιζόταν διάταγμα για την προώθηση της υπόθεσης.

Η χούντα έπεσε. Το Δέλτα του Φαλήρου έμεινε χωρίς ουρανοξύστες (οποία «καταστροφή»!), αλλά τα «δέλτα» της δικτατορίας και της διαχρονικότητας συνέδεσαν διά παντός εκείνη την υπέροχη ιδέα-ύμνο στην “ελεύθερη οικονομία» και την «επιχειρηματική τόλμη»: Το Δημόσιο να πληρώνει το 70% μιας «ιδιωτικής» επένδυσης...
 
"Είναι ένα παραθαλάσσιο Μον Παρνές, αλλά με τρισχειρότερους όρους"  ψιθύριζαν αρχιτέκτονες και μηχανικοί, προτού καταρρεύσει η χούντα. Ο παραλληλισμός παρέπεμπε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στην ανέγερση του γνωστου ξενοδοχείου της Πάρνηθας, που αργότερα θα γινόταν καζίνο. «Μεγαλεπήβολο όραμα» του Κ. Καραμανλή, αλλά με απογοητευτική “πέραση” : Η προσέλευση συνήθως δεν ξεπερνούσε τα πέντε άτομα την ημέρα. Έγραψε το «Ποντίκι» για το συγκεκριμένο έργο: «ανέλαβε να το υλοποιήσει ο "εθνικός" την περίοδο εκείνη εργολάβος Αριστείδης Αλαφούζος Ναι, πρόκειται για τον πατριάρχη της γνωστής οικογένειας [...]. Στην περίπτωση του καζίνο της Πάρνηθας ο εργολάβος, πάντως, κάτι παραπάνω θα ωφελήθηκε, αφού το Μον Παρνές, με αρχικό κόστος 30-40 εκατ. δρχ. έφθασε να στοιχήσει τελικά εκατόν πενήντα!».

Επί χούντας ήταν το αντικείμενο του σχεδίου, δηλαδή τα ξενοδοχεία που προκαλούσαν συνειρμούς με το «καραμανλικό» Μον Παρνές. Σήμερα είναι και η τοποθεσία, η παραλιακή, η παράμετρος που δεν μας «αφήνει να αγιάσουμε». Κάπως δύσκολο να μην ανακληθεί στη μνήμη σου το «εθνοσωτήριο» όραμα των ουρανοξυστών του Φαλήρου, με τα «πώς» και «τι» της «επένδυσης» που προγραμματίστηκε να γίνει λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, στο Ελληνικό. Πολλά και σωστά έχουν γραφεί γι' αυτήν την «επένδυση». Επιλέγουμε ένα «πυκνό» σε παράθεση στοιχείων άρθρο του δημοσιογράφου Νίκου Μπογιόπουλου: 
«Η "επένδυση" που λέει ότι θα κάνει ο κ. Λάτσης στο Ελληνικό είναι το 1/40 (!) των χρημάτων που το κράτος (που... δεν έχει λεφτά) έχει χαρίσει στις τράπεζες την τελευταία πενταετία. Θα μπορούσαν λοιπόν να κρατήσουν τα 39/40 αυτού του πακτωλού για τη χούφτα των τραπεζιτών και να δώσουν έστω το 1/40 από αυτά στο Ελληνικό. Για να γίνει πνεύμονας ανάσας και ζωής για τις 5.000.000 ψυχές του Λεκανοπεδίου. Και να μη γίνει “φιλέτο" όπου θα κάνει “μπίζνες" ο ένας (1) μειοδότης Λάτσης. Αυτοί τι έκαναν; Έδωσαν 6.500 στρέμματα στον Λάτση και μάλιστα με τιμή τετραγωνικού που αντιστοιχεί σε τιμή γκαρσονιέρας στην Κυψέλη...».

Το κέντρο της Αθήνας θα ήταν σήμερα περισσότερο πνιγηρό και τσιμεντένιο, εάν η χούντα είχε ολοκληρώσει όλα τα «μεγαλόπνοα» τουριστικά ξενοδοχειακά σχέδιά της. Το «φαληρικό» δεν υπήρξε το μοναδικό ανεκπλήρωτο «όραμά» της. Το μεγαλύτερο από τα υπόλοιπα ήταν η ανέγερση ξενοδοχείου 2.000 κλινών στο Άλσος της Ριζαρείου, στον «Ευαγγελισμό». Θα θυσιάζονταν 17 στρέμματα, δηλαδή πάνω από το 70% (πάλι συναντά- με αυτό το ποσοστό...) της έκτασης που σήμερα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους πνεύμονες του αθηναϊκού κέντρου. Ευτυχώς μπλέχτηκαν, είτε δίστασαν είτε απλώς δεν πρόλαβαν. 

Για την ιστορία: Ούτε το επικριτικό για την τουριστική μονομέρεια Δελτίο του ΣΕΒ το 1972, ούτε ο συνακόλουθος εκνευρισμός του Μακαρέζου θα μπορούσαν να δηλητηριάσουν τους δεσμούς... βαθύτατης αγάπης του Συνδέσμου Βιομηχάνων με τη δικτατορία. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ένα έτος αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1973, ο ΣΕΒ με άλλο Δελτίο του τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του «Ναι» στη χουντική παρωδία δημοψηφίσματος που έγινε έπειτα από 15 ημέρες. Η επικράτηση του «Ναι» θα σήμαινε, κατά τον ΣΕΒ. εγγύηση σταθερότητας, κοινωνικής ηρεμίας και οικονομικής ανάπτυξης....


Απόσπασμα από το βιβλίο "Λαμόγια στο χακί" Διονύσης Ελευθεράτος, σελ. 126,127, 128, 129



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου