Σκουταρέικο, Κασανδρέικο, «Ασε με ρε Ματίνα να κάνω τον σταυρό μου», το χασάπικο της Τζένης με το άσπρο φόρεμα, «Γκόρτζος - Η μαγκούρα στη Βουλή»... Για όποιον έχει συνδέσει τα καλοκαιρινά μεσημέρια της παιδικής του ηλικίας με τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, τις οποίες γνωρίζει απέξω, δεν χρειάζεται να ειπωθούν περισσότερα για την ταινία «Τζένη Τζένη» σε σενάριο των Κ. Πρετεντέρη και Α. Γιαλαμά και σκηνοθεσία Ντ. Δημόπουλου. Αυτός είναι και ο ιδανικός θεατής για την παράσταση που ανεβαίνει ξανά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ισως ακόμα πιο ιδανικός είναι ο θεατής που θα πάει επιπρόσθετα με την προσμονή να δει μια μεταφορά του σεναρίου στη σκηνή, καθόλου υποψιασμένος ή εξοικειωμένος με το θεατρικό σύμπαν του Ν. Καραθάνου. Ιδανικός όχι γιατί θα του αρέσει απαραίτητα (ίσα - ίσα, είναι αυτός που μπορεί να απογοητευτεί από την ανατροπή των προσδοκιών του), αλλά ακριβώς επειδή είναι απαραίτητη η σύνδεσή του με την ταινία για να ανατραπούν οι προσδοκίες του, να ξαφνιαστεί, να αναρωτηθεί.
Στη διασκευή του Γιάννη Αποσκίτη, το πρωτότυπο κείμενο παραμένει αυτούσιο και ο παραπάνω θεατής γνωρίζει την ατάκα πριν ειπωθεί. Τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη παραπέμπουν άμεσα σε αυτά της ταινίας. Ολόκληρη η ταινία, που προβάλλεται παράλληλα στον νου μας κατά τη διάρκεια της παράστασης, συγκρίνεται, αποδομείται και ανασυντίθεται. Οι εφοπλιστές Κασανδρήδες δεν έχουν τίποτα το χαριτωμένο και αθώο, ο Μαντάς είναι πραγματικά άτολμος και άχρηστος, το χρήμα βγάζει κυβερνήσεις, οι τοκογλύφοι ροκανίζουν τα λεφτά του κοσμάκη, ο λαός φεύγει στην ξενιτιά για να βρει δουλειά και ο έρωτας αποτελεί έναν τρόπο ιδιοκτησίας. Μα μήπως αυτός δεν είναι και ο πυρήνας της ταινίας, αν αφαιρεθεί η ελαφράδα; Ενα «ηλιόλουστο ρέκβιεμ», λοιπόν.
Ομως η παράσταση δεν αρκείται στο να δείξει τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που είναι τόσο οικεία - «σημερινά πράγματα», όπως λέει και η Τζένη. Κυρίως διαπραγματεύεται τη φύση της νοσταλγίας, την αναζήτηση στο παρελθόν μιας εποχής που η ζωή και η Ελλάδα ήταν «αθώες». Μια ζωή της «Φίνος Φιλμ». Αυτή η ωραιοποίηση της πικρής πραγματικότητας, αυτός ο κόσμος ονειροπόλησης, διαφυγής και θαλπωρής, αυτή η ηλιόλουστη μυθική χώρα που αποτυπώθηκε στον ελληνικό κινηματογράφο, και η σχέση μας μαζί της σε συλλογικό και υπαρξιακό επίπεδο, είναι το ρέκβιεμ των σημερινών ανθρώπων, που αντί να οραματίζονται το μέλλον οραματίζονται το παρελθόν.
Οι τηλεοράσεις που βρίσκονται στη σκηνή μπροστά από το παράθυρο, όπου ανεμίζει η λευκή κουρτίνα, θυμίζοντας τα δικά μας παιδικά καλοκαίρια, εναλλάσσουν εικόνες από διάφορους Γκόρτζους και Μαντάδες της σύγχρονης Ιστορίας (από τον Γ. Παπανδρέου μέχρι τις μέρες μας), ένα έργο που έχουμε δει και ξαναδεί. Ολα τόσο εξαντλητικά οικεία, τόσο πικρά γνώριμα, που πια το happy end φαντάζει ασφυκτικό. Τα λόγια του Παπαγιαννόπουλου διά στόματος Καραθάνου, «Τι χαρά είναι αυτή!», εκκινούν το ηλιόλουστο ρέκβιεμ του εξαιρετικού φινάλε, το οποίο συνιστά θρήνο και διαμαρτυρία μαζί.
Η σκηνοθεσία δημιουργεί έναν καταιγισμό συνδηλώσεων που απαιτεί τη συνεχή, αδιάκοπη ερμηνεία τους. Επειδή αυτές σχετίζονται βασικά με την αίσθηση των πραγμάτων, χρειάζεται να σκεφτείς όχι μόνο με τον νου, αλλά κυρίως με την καρδιά. Η υπερβολή, η επανάληψη, το κολάζ των ετερόκλητων στοιχείων, ο ρυθμός, που μοιάζει με τον εσωτερικό ρυθμό με τον οποίο βλέπει κανείς την ταινία, η σχέση φαντασιακού και πραγματικού, η αποκάλυψη του θεατρικού μηχανισμού, αποτελούν στοιχεία αναγνωρίσιμα στη σκηνοθετική πορεία του δημιουργού, τα οποία εδώ αποδεικνύονται απολύτως χρήσιμα για το περιεχόμενο του έργου, που αυτήν τη φορά είναι πιο πολιτικό.
Η ζωντανή μουσική του σταθερού συνεργάτη Αγγελου Τριανταφύλλου, «παίζοντας» με τα μουσικά θέματα της ταινίας, διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Η σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη - ένα χαοτικό, ονειρικό σύμπαν, αποτελούμενο από αυστηρά καθορισμένους ρεαλιστικούς και φολκλόρ χώρους - είναι πολύ έξυπνη, αν και ενδεχομένως επιδεικνύει υπερβολικά την εξυπνάδα της. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου συμπυκνώνουν τον υπότιτλο της παράστασης, ενώ η κινησιολογία της Αμαλίας Μπένετ είναι καθοριστική και θυμίζει ιδιότυπο μοντάζ, κόβοντας, ράβοντας και μεταμορφώνοντας «σεκάνς» κινήσεων. Οπως για παράδειγμα στην υπέροχη στιγμή όπου η κίνηση του Σκούταρη - Παπαγιαννόπουλου - Καραθάνου μετατοπίζεται σε τσάμικο υπό τους ήχους του κλαρινέτου, καθώς εκείνος πηγαίνει να κοιμηθεί.
Από τον συνολικά πολύ καλό θίασο ξεχωρίζει ο Ν. Καραθάνος, ενσωματώνοντας υποκριτικά το ηλιόλουστο ρέκβιεμ του, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη για την ικανότητά της να σαρώνει τη σκηνή, η Ιωάννα Μαυρέα για τη σύνδεσή της με το κοινό και ο Γιάννης Κότσιφας για την παιδική θρασύτητα με την οποία αντιμετωπίζει τους πολλαπλούς ρόλους.
Ισως οι γνώμες των θεατών να είναι πολλές και διαφορετικές. Ισως, από την άλλη, πολλές φορές να αρκεί απλώς η προτροπή: «Βουτήξτε, ρε» - όχι στα κρυστάλλινα νερά στη Σπηλιά της Νεράιδας, αλλά στην παράσταση και, κυρίως, στη ζωή.
Θ. Α.
Πηγή: rizospastis

Η Σφήκα: Επιλογές
Στη διασκευή του Γιάννη Αποσκίτη, το πρωτότυπο κείμενο παραμένει αυτούσιο και ο παραπάνω θεατής γνωρίζει την ατάκα πριν ειπωθεί. Τα κοστούμια του Αγγελου Μέντη παραπέμπουν άμεσα σε αυτά της ταινίας. Ολόκληρη η ταινία, που προβάλλεται παράλληλα στον νου μας κατά τη διάρκεια της παράστασης, συγκρίνεται, αποδομείται και ανασυντίθεται. Οι εφοπλιστές Κασανδρήδες δεν έχουν τίποτα το χαριτωμένο και αθώο, ο Μαντάς είναι πραγματικά άτολμος και άχρηστος, το χρήμα βγάζει κυβερνήσεις, οι τοκογλύφοι ροκανίζουν τα λεφτά του κοσμάκη, ο λαός φεύγει στην ξενιτιά για να βρει δουλειά και ο έρωτας αποτελεί έναν τρόπο ιδιοκτησίας. Μα μήπως αυτός δεν είναι και ο πυρήνας της ταινίας, αν αφαιρεθεί η ελαφράδα; Ενα «ηλιόλουστο ρέκβιεμ», λοιπόν.
Ομως η παράσταση δεν αρκείται στο να δείξει τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που είναι τόσο οικεία - «σημερινά πράγματα», όπως λέει και η Τζένη. Κυρίως διαπραγματεύεται τη φύση της νοσταλγίας, την αναζήτηση στο παρελθόν μιας εποχής που η ζωή και η Ελλάδα ήταν «αθώες». Μια ζωή της «Φίνος Φιλμ». Αυτή η ωραιοποίηση της πικρής πραγματικότητας, αυτός ο κόσμος ονειροπόλησης, διαφυγής και θαλπωρής, αυτή η ηλιόλουστη μυθική χώρα που αποτυπώθηκε στον ελληνικό κινηματογράφο, και η σχέση μας μαζί της σε συλλογικό και υπαρξιακό επίπεδο, είναι το ρέκβιεμ των σημερινών ανθρώπων, που αντί να οραματίζονται το μέλλον οραματίζονται το παρελθόν.
Οι τηλεοράσεις που βρίσκονται στη σκηνή μπροστά από το παράθυρο, όπου ανεμίζει η λευκή κουρτίνα, θυμίζοντας τα δικά μας παιδικά καλοκαίρια, εναλλάσσουν εικόνες από διάφορους Γκόρτζους και Μαντάδες της σύγχρονης Ιστορίας (από τον Γ. Παπανδρέου μέχρι τις μέρες μας), ένα έργο που έχουμε δει και ξαναδεί. Ολα τόσο εξαντλητικά οικεία, τόσο πικρά γνώριμα, που πια το happy end φαντάζει ασφυκτικό. Τα λόγια του Παπαγιαννόπουλου διά στόματος Καραθάνου, «Τι χαρά είναι αυτή!», εκκινούν το ηλιόλουστο ρέκβιεμ του εξαιρετικού φινάλε, το οποίο συνιστά θρήνο και διαμαρτυρία μαζί.
Η σκηνοθεσία δημιουργεί έναν καταιγισμό συνδηλώσεων που απαιτεί τη συνεχή, αδιάκοπη ερμηνεία τους. Επειδή αυτές σχετίζονται βασικά με την αίσθηση των πραγμάτων, χρειάζεται να σκεφτείς όχι μόνο με τον νου, αλλά κυρίως με την καρδιά. Η υπερβολή, η επανάληψη, το κολάζ των ετερόκλητων στοιχείων, ο ρυθμός, που μοιάζει με τον εσωτερικό ρυθμό με τον οποίο βλέπει κανείς την ταινία, η σχέση φαντασιακού και πραγματικού, η αποκάλυψη του θεατρικού μηχανισμού, αποτελούν στοιχεία αναγνωρίσιμα στη σκηνοθετική πορεία του δημιουργού, τα οποία εδώ αποδεικνύονται απολύτως χρήσιμα για το περιεχόμενο του έργου, που αυτήν τη φορά είναι πιο πολιτικό.
Η ζωντανή μουσική του σταθερού συνεργάτη Αγγελου Τριανταφύλλου, «παίζοντας» με τα μουσικά θέματα της ταινίας, διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Η σκηνογραφία του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη - ένα χαοτικό, ονειρικό σύμπαν, αποτελούμενο από αυστηρά καθορισμένους ρεαλιστικούς και φολκλόρ χώρους - είναι πολύ έξυπνη, αν και ενδεχομένως επιδεικνύει υπερβολικά την εξυπνάδα της. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου συμπυκνώνουν τον υπότιτλο της παράστασης, ενώ η κινησιολογία της Αμαλίας Μπένετ είναι καθοριστική και θυμίζει ιδιότυπο μοντάζ, κόβοντας, ράβοντας και μεταμορφώνοντας «σεκάνς» κινήσεων. Οπως για παράδειγμα στην υπέροχη στιγμή όπου η κίνηση του Σκούταρη - Παπαγιαννόπουλου - Καραθάνου μετατοπίζεται σε τσάμικο υπό τους ήχους του κλαρινέτου, καθώς εκείνος πηγαίνει να κοιμηθεί.
Από τον συνολικά πολύ καλό θίασο ξεχωρίζει ο Ν. Καραθάνος, ενσωματώνοντας υποκριτικά το ηλιόλουστο ρέκβιεμ του, η Γαλήνη Χατζηπασχάλη για την ικανότητά της να σαρώνει τη σκηνή, η Ιωάννα Μαυρέα για τη σύνδεσή της με το κοινό και ο Γιάννης Κότσιφας για την παιδική θρασύτητα με την οποία αντιμετωπίζει τους πολλαπλούς ρόλους.
Ισως οι γνώμες των θεατών να είναι πολλές και διαφορετικές. Ισως, από την άλλη, πολλές φορές να αρκεί απλώς η προτροπή: «Βουτήξτε, ρε» - όχι στα κρυστάλλινα νερά στη Σπηλιά της Νεράιδας, αλλά στην παράσταση και, κυρίως, στη ζωή.
Θ. Α.
Πηγή: rizospastis

Η Σφήκα: Επιλογές

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου