Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Οι Φλούδες του Χότζα, η Γνωστική Ασυμφωνία και... οι Μπάτσοι

Του Ότο 


Μια φορά κι έναν καιρό, ο Νασρεντίν Χότζας χρειάστηκε να ταξιδέψει σε μια πόλη, αρκετές ώρες δρόμο απ' το χωριό του, για να παραστεί ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη κάποιου φίλου του. Ο δρόμος περνούσε για αρκετή απόσταση, μέσα απ' την Έρημο της Ανατολίας κι έτσι ο Χότζας σκέφτηκε να πάει προετοιμασμένος. Γέμισε το παγούρι του με νερό, φόρτωσε στο γάιδαρο κι ένα καρπούζι - τροφή και νερό μαζί - καβάλησε το ζωντανό και πήρε το δρόμο. Πολύ πριν φτάσει στην έρημο, άρχισε ήδη να διψάει και το παγούρι του σχεδόν άδειασε. Και μόνο η ιδέα της ερήμου που τον περίμενε μπροστά, του πύρωνε το στόμα. Σιγά σιγά το τοπίο άλλαξε και μπήκε στον ερημότοπο, σαν σε τηγάνι πάνω στη θράκα. Ίδρωνε και ξεΐδρωνε, όμως τα κατάφερνε κι άντεχε, χωρίς πολλά προβλήματα. Αναθαρρημένος, πίστεψε ότι το πέρασμα της ερημιάς θα ήταν τελικά παιχνιδάκι. Προχώρησε λίγο ακόμη και κοίταξε τον ήλιο ψηλά. Ήταν δυο μετά το μεσημέρι, ένιωσε να πεινάει λίγο λίγο. Εκεί κοντά είδε έναν βράχο σκαφιδιασμένο από τον άνεμο και την άμμο, που 'χαν λαξέψει στα ριζά του ένα μικρό φάτνωμα, το οποίο έμενε στη σκιά.

Κατευθύνθηκε προς τα κει, ξεπέζεψε κι έδεσε τον γάιδαρο κοντά στην ξερική βλάστηση για να βοσκήσει. Ο ίδιος ξάπλωσε στη σκιά, έβγαλε το μαχαίρι του, έπιασε το καρπούζι κι άρχισε να το κόβει σε φέτες. Έχοντας μάλιστα ολάκερο καρπούζι στη διάθεσή του, έκοβε την ψίχα κάθε φέτας απάνω απάνω, εκεί που είναι το πιο γλυκό και το πιο νόστιμο, το κατακόκκινο. Πέταξε παράμερα τις καρπουζόφλουδες και σηκώθηκε να συνεχίσει το δρόμο του. Τότε ένιωσε ένα σφίξιμο στη φούσκα του κι είπε να ξαλαφρώσει πριν φύγει. Γύρισε προς τις φλούδες και τις κοίταξε με αηδία, έτσι όπως ήταν σκασμένος στο φαΐ. "Ποτέ δεν θα 'τρωγα τούτες τις αγουρίδες", είπε μέσα του κι άρχισε να τις κατουράει περιφρονητικά, αδειάζοντας έτσι το νερό που 'χε στο παγούρι του σαν ξεκίνησε. Καβάλησε και συνέχισε το δρόμο του.

Όμως η Έρημος είναι ανήμερο στοιχειό κι όσοι την πήραν αψήφιστα, έστω και για μια στιγμή, το πλήρωσαν ακριβά. Πολύ σύντομα ο Χότζας βρέθηκε σε δυσκολία, άρχισε να ξεραίνεται το στόμα και το δέρμα του, τα μάτια του να καίνε. Ακόμα λίγο κι ο γάιδαρος άρχισε να διαμαρτύρεται και να παραπατά από τη δίψα. Οι ερημότοποι της Ανατολίας φαίνονταν να μην έχουν τέλος, λες και δεν είχε ακόμα διανύσει ούτε ρούπι. Ξάφνου άμμος τον χτύπησε στο πρόσωπο. Το Θηρίο της Ερημιάς άρχισε να σφυρίζει και να βουίζει σάμπως προειδοποιητικά, χαμηλόφωνα αλλά μ' ένταση κι οργή, ενώ πέρα στο βάθος ο ουρανός έμοιαζε με μουτζούρα, από την αμμοθύελλα που θρασομανούσε μπροστά και του 'κλεινε το δρόμο. Ο Χότζας τα χρειάστηκε. "Λυπάμαι φίλε μου Μεμέτ Αγά, όμως δεν ήταν το θέλημα του Αλλάχ να έρθω μάρτυρας στη δίκη σου", είπε μόνος του κι έστρεψε το γάιδαρο να γυρίσουν πίσω...

Αποκαμωμένος απ' την πορεία κάτω απ' τον ήλιο και σκασμένος απ' τη δίψα, ένιωθε λες κι έφτανε το τέλος του, ότι δεν θα έβγαινε ποτέ μέσα απ' την Ερημιά. Τότε είδε μπροστά του εκείνο το βράχο τον λαξεμένο, με το φάτνωμα. Θυμήθηκε τις καρπουζόφλουδες. Είχε ήδη μετανοιώσει πολλές φορές που τις κατούρησε, καθώς τώρα θα του χρησίμευαν κουτσά στραβά να βρέξει λιγάκι το στόμα του και να φτάσει με το καλό στο χωριό του και στο σπιτάκι του. Το ξανασκέφτηκε και τράβηξε πάλι προς το βράχο και τη σκιά του. Ακόμα κι αν δεν τις έτρωγε κείνος, μπορούσε να τις δώσει στον γάιδαρο, για να μην τα τινάξει το ζωντανό στο δρόμο και τον αφήσει στη μέση του πουθενά. Έπιασε την πρώτη φλούδα, άκρη άκρη. Κοίταξε τη μισή ψίχα του καρπουζιού, που είχε αφήσει απάνω της και ξεροκατάπιε. "Τούτη δω τη φλούδα στην άκρη, δεν νομίζω ότι την κατούρησα, απ' την άλλη σημάδευα", είπε στον εαυτό του. Κι εκείνος δεν ήθελε πολύ, με τη δίψα που 'χε. Έγλυψε τη φλούδα μέχρι το βάθος κι ύστερα πέταξε το απομεινάρι στο γάιδαρο. Έπιασε τη δεύτερη φλούδα, βεβαιωμένος πια ότι κι αυτήν δεν την είχε κατουρήσει, κι έκανε πάλι τα ίδια. Έτσι, βήμα το βήμα, λογισμό τον λογισμό, έγλυψε μέχρι και την τελευταία φλούδα καρπουζιού που 'χε μείνει. Μ' αυτόν τον τρόπο τα κατάφερε να γυρίσει στο σπίτι του· ήταν πολύ ανακουφισμένος κι ευχαριστούσε τον Αλλάχ τον Παμμέγιστο γι' αυτό, όμως ποτέ δεν του πέρασε απ' το νου, ότι έστω και μια φορά είχε γευτεί τα ούρα του...


                                              ~~~~~~~{}~~~~~~~~


Έχουμε μιλήσει στο παρελθόν για τα δύο κυριότερα γνωστικά-ερμηνευτικά μοντέλα, το Πειραματικό-Επιστημονικό και το Εμπειρικό-Συμβολικό, αναφέροντας την άποψή μας ότι οι δύο αυτές "σχολές σκέψης" αποτελούν απλά διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω σε ένα φυσικό ή κοινωνικό φαινόμενο, εξίσου έγκυρες, αντικειμενικές και χρηστικές, εφόσον φυσικά στηρίζονται στη βάσανο της προσεκτικής παρατήρησης και της ενδελεχούς ανάλυσης. Η παραπάνω ιστορία αποτελεί την προσέγγιση των Σούφι, των σοφών της κοντινής μας Ανατολής, πάνω στο φαινόμενο της Γνωστικής Ασυμφωνίας, όπως το αποκαλούμε σήμερα. Πρόκειται για μία αντίδραση που εκδηλώνεται σε κάθε έναν από εμάς, όταν δύο τάσεις, πεποιθήσεις, αντιλήψεις ή συμβάσεις μας, έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους σε μια δεδομένη περίσταση. Τότε επιδιδόμαστε σε αξιοθαύμαστης ευελιξίας μανούβρες για να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα, παραμυθιάζοντας τον εαυτό μας με περίτεχνα ψέματα.

Η Συμβολική Προσέγγιση της γνώσης είναι εμπειρική, δηλαδή στηρίζεται στην παρατήρηση και στην κοινή εμπειρία. Έχει το πλεονέκτημα ότι καταφέρνει να κωδικοποιήσει τις γνώσεις που συλλέγει ο παρατηρητής-αναλυτής (στην περίπτωσή μας ο "σοφός") και να τις αποτυπώσει μέσα σε μικρά παραμύθια, αφού ο Μύθος εγγυάται τη διαιώνιση της πληροφορίας στις ερχόμενες γενιές. Έτσι όμως η Γνώση γίνεται κοινό κτήμα κι όχι μοναχά των ειδημόνων. Η Επιστημονική Προσέγγιση απ' την άλλη πλευρά είναι και πάλι εμπειρική, όμως με μια διαφορετική έννοια, αφού στηρίζεται στην λεπτομερή μέτρηση και καταγραφή, την παραμετροποίηση της παρατήρησης και της εμπειρίας, του ίδιου του φαινομένου. Εδώ η πληροφορία διαιωνίζεται μέσω της γραπτής δημοσίευσης των στοιχείων και των συμπερασμάτων της έρευνας, όμως μ' αυτόν τον τρόπο η γνώση γίνεται κτήμα μόνο της επιστημοσύνης κι όσων μιλούν τη γλώσσα της, δηλαδή ανήκει σε μια σχετικά μικρή ελίτ, η οποία αποκτά εξουσιαστικά χαρακτηριστικά.

Ας δούμε όμως πώς προσέγγισε το ίδιο ζήτημα η Κοινωνική Ψυχολογία, ένας ιδιαίτερα γοητευτικός, όσο κι επικίνδυνος επιστημονικός κλάδος, αφού μελετάει και κωδικοποιεί ζητήματα που άπτονται της συλλογικής μας συμπεριφοράς κι αποτελούν μοχλούς χειραγώγησής της.

Το 1959, οι Festinger και Carlsmith αποφάσισαν να μελετήσουν τη Γνωστική Ασυμφωνία, υπό το φακό της δυτικής επιστήμης. Σχεδίασαν ένα ευφυές, όσο και περίπλοκο πείραμα, το οποίο στηρίζεται σε μια σειρά πανούργων παραπλανήσεων των εθελοντών, γι' αυτόν το λόγο άλλωστε θεωρήθηκε ως αντιδεοντολογικό. Θα το παρουσιάσω με πολύ απλό τρόπο, αφού τις λεπτομέρειές του μπορείτε να βρείτε στον παραπάνω σύνδεσμο. Οι ερευνητές λοιπόν στρατολογούσαν εθελοντές για να συμμετάσχουν, οι οποίοι όμως δεν γνώριζαν το πραγματικό αντικείμενο της έρευνας. Με λίγα λόγια, οι συμμετέχοντες καλούνταν να εκτελέσουν μια τρομερά βαρετή εργασία, την πιο ανιαρή που μπόρεσαν να σκεφτούν οι ερευνητές. Έπειτα, αφού έτρωγαν αρκετό χρόνο μέσα στην πλήξη, πληρώνονταν απ' τους ερευνητές για να πουν ψέματα στον επόμενο εθελοντή, που περίμενε απ' έξω, ότι δήθεν η πειραματική διαδικασία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα κι ευχάριστη. Σε μια ομάδα εθελοντών, προσέφεραν μόλις ένα δολάριο, προκειμένου να πουν το ψέμα, μαζί με κάποια υπονοούμενα για πιθανή συνέχιση της συνεργασίας τους με το ερευνητικό κέντρο στο μέλλον (ας την ονομάσουμε "φτηνή" ομάδα). Τέλος πάντων, για το '59 ένα δολάριο ήταν λίγο αλλά όχι τίποτα. Στην άλλη ομάδα, έδωσαν για τον ίδιο λόγο - για να πουν ψέματα στον επόμενο συμμετέχοντα - το εξωφρενικό για την εποχή ποσόν των 20 δολαρίων ("ακριβή" ομάδα). Στο τέλος ξανακάλεσαν τους εθελοντές για μια τελευταία ερώτηση: "Πιστεύετε τελικά ότι η διαδικασία την οποία πραγματοποιήσατε μέσα στο εργαστήριο ήταν βαρετή ή ενδιαφέρουσα;"

Εδώ το αποτέλεσμα εκπλήσσει. Οι εθελοντές οι οποίοι είχαν πληρωθεί αδρά για να πουν ψέματα, δεν ντράπηκαν να δηλώσουν ευθαρσώς πως βρήκαν το πείραμα ιδιαίτερα βαρετό. Αντίθετα, εκείνοι που είχαν πάρει μονάχα ένα δολάριο, σε μεγάλο ποσοστό απάντησαν πως η πειραματική διαδικασία ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα, έως ενδιαφέρουσα, δηλαδή απάντησαν ψέματα!! Πώς εξηγείται αυτό; Μα οι εθελοντές της "φτηνής" ομάδας, δεν είχαν πει ηθελημένα ψέματα στους ερευνητές, παρά στους εαυτούς τους.

Σε όλους τους συμμετέχοντες - και των δύο ομάδων - είχε ζητηθεί να πράξουν κάτι ηθικά επιλήψιμο, να πουν ψέματα. Η "ακριβή" ομάδα βρέθηκε μεν σε σύγκρουση δύο αντιλήψεων, αλλά εκείνη η άποψη που έλεγε "Τα λεφτά είναι καλό πράγμα" (Αμερική γαρ) ήταν σημαντικά ισχυρότερη από την άλλη, που έλεγε "Το ψέμα είναι κακό πράγμα", επομένως δεν είχαν πρόβλημα να παραδεχτούν την αλήθεια για την πειραματική διαδικασία. Αντίθετα, η "φτηνή" ομάδα αντιμετώπισε την ίδια σύγκρουση, όμως τούτη τη φορά τα λεφτά δεν ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν μέσα τους το ψέμα που είπαν. Έτσι, επέλεξαν σε μεγάλο ποσοστό να πείσουν τους εαυτούς τους ότι τελικά το πείραμα δεν ήταν δα και τόσο βαρετό, αλλά ήταν μάλλον ενδιαφέρον στην πραγματικότητα, προκειμένου να ξεπεράσουν ευέλικτα την εσωτερική σύγκρουση. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Χότζας του μύθου βρήκε τρόπο να συμβιβάσει την ανάγκη της επιβίωσης, με την απέχθεια που του προκαλούσαν οι κατουρημένες καρπουζόφλουδες...

                                                    ~~~~~~~~~~{}~~~~~~~~~~

Ας δούμε όμως και μια εφαρμογή των παραπάνω γνώσεων, σε ένα θέμα που έχει απασχολήσει αρκετούς στο διαδίκτυο. "Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε", είναι ένα κλασικό σύνθημα που απευθύνεται ειρωνικά στους χαμηλόμισθους αστυνομικούς, στις διαδηλώσεις. Ίσως να παρατηρήσατε ότι μετά τις μειώσεις μισθών που υπέστησαν οι μπάτσοι τα τελευταία χρόνια, καθώς και την υπερφορολόγηση, που τους πιάνει κι αυτούς όπως και όλους τους άλλους, όχι μόνο δεν μειώθηκε ο ζήλος τους στην καταστολή (όπως περίμεναν οι περισσότεροι), αλλά απεναντίας έγιναν σκληρότεροι κι αγριότεροι και μάλιστα έδειξαν να το διασκεδάζουν. Πώς εξηγείται αυτό; Με τους μηχανισμούς της κατουρημένης φλούδας που αναλύσαμε παραπάνω. Ο μπάτσος που λαμβάνει εντολή να δείρει αλύπητα τον κόσμο, έρχεται σίγουρα σε μια εσωτερική σύγκρουση. Όσο λιγότερα όμως τον πληρώνουν, τόσο η δικαιολογία "ε τι να κάνουμε, η δουλειά μου είναι, κάποιος πρέπει να την κάνει κι αυτήν" γίνεται λιγότερο πειστική. Τότε αρχίζει να παραμυθιάζει τον εαυτό του ολοένα και περισσότερο, ότι αυτό που κάνει δεν το κάνει για το μισθό, αλλά γιατί θέλει να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, ότι οι διαδηλωτές πράγματι απειλούν την έννομη τάξη και ο ίδιος σώζει τη δημοκρατία από δαύτους, φτάνει σε σημείο ακόμα και να πειστεί ότι του αρέσει και τον διασκεδάζει να δέρνει τους άλλους, όπως η "φτηνή" ομάδα των Festinger και Carlsmith, εκτονώνοντας έτσι με... αποδοτικό τρόπο τη βία της εσωτερικής σύγκρουσης στα κεφάλια αθώων πολιτών.

Με τους ίδιους μηχανισμούς, οι Έλληνες βρέθηκαν σε μια εσωτερική σύγκρουση, ανάμεσα στην κακουχία της φτώχειας απ' τη μια πλευρά και το φόβο της αντίστασης ή τη γλύκα της απαθούς αδράνειας απ' την άλλη. Έτσι, σταδιακά αποδέχτηκαν τη συλλογική ευθύνη για την οικονομική κατάρρευση, έμαθαν να λένε μέσα τους ότι τα μέτρα της Τρόϊκας δεν είναι και τόσο οδυνηρά (σε αντίθεση με τη φοβερή και τρομερή "άτακτη χρεωκοπία" ή την δαιμονική "Δραχμή") και ότι σε τελική ανάλυση ό,τι περνάμε μας αξίζει, έπεισαν δε τους εαυτούς τους ακόμα κι ότι πολιτικά ρετάλια όπως ο Σαμαράς και ο Άδωνις, ο Βενιζέλος ή ο Ταμήλος και ο Τζαμτζής, είναι στ' αλήθεια πολιτικοί άντρες και πράγματι κυβερνούν τη χώρα. Το Μέγα Χάος να μη σου δώσει όλα εκείνα με τα οποία μπορείς να συμβιβαστείς, λέει σαν τελικό συμπέρασμα η θεωρία της Γνωστικής Ασυμφωνίας...

Από το Great Chaos'