Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Το δώρο της κυρίας Θάτσερ

Της Μαρίας Θ. Μάρκου



«Αν χρειάζονται λεφτά, ας πουλήσουν τα νησιά τους», διαβάζαμε στην αρχή. Κυκλοφόρησε και το μαγικό νούμερο: Διακόσια δισεκατομμύρια θα κερδίζαμε από την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αν ξεπερνούσαμε βορειοκορεατικές ιδεοληψίες και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Κανείς δεν θυμόταν ότι, στην ευφορία της ολυμπιακής προετοιμασίας, η Ελλάδα καταλάμβανε τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη στην κούρσα των ιδιωτικοποιήσεων, κερδίζοντας τελικά για την περίοδο 1977-2007 την πέμπτη θέση μεταξύ των 17 χωρών-μελών, με συνολικό αντικείμενο των ιδιωτικοποιήσεων κοντά στο 14% του ΑΕΠ (1).

Το πρώτο Μεσοπρόθεσμο κατέβασε το νούμερο στα πενήντα δισεκατομμύρια. Οσμή σκανδάλου στους διαγωνισμούς του ΤΑΙΠΕΔ που προδιέγραφαν τον πλειοδότη και στο χαμηλό τίμημα για κερδοφόρες επιχειρήσεις, στρατηγικές υποδομές, «assets» που αθροίζουν κοινόχρηστες και προστατευόμενες περιοχές στην «ιδιωτική» περιουσία του δημοσίου. Τα τελευταία προαπαιτούμενα περιέλαβαν συμφωνίες ανεξαρτήτως τιμήματος, καθώς οι «θεσμοί» έριχναν τα επισκεπτήρια επενδυτών στο τραπέζι που παιζόταν το μέλλον της χώρας.

Εμπειρική έρευνα (2) διαπίστωνε, το 2001, ότι η ιδιωτικοποίηση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου ήταν πια αποδεκτή σε περισσότερες από 100 χώρες ως νόμιμο – αν όχι βασικό – εργαλείο άσκησης πολιτικής με αποφασιστική σημασία για την αυξανόμενη εμπλοκή των αγορών στην παγκόσμια κατανομή πόρων, παρότι εκκρεμούσε ο διάλογος για τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Πιο πρόσφατες έρευνες (3) αναδεικνύουν το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της πολιτικής, που δεν επιβάλλεται από την χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση.

Μέχρι τη δεκαετία του ’70, η διαχείριση του δημόσιου πλούτου ήταν συνάρτηση με τη δυναμική ή με τις αστοχίες της ιδιωτικής αγοράς, με το πρότυπο του αναπτυξιακού σχεδιασμού, με την οργάνωση της εργασίας και τις πιέσεις για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις σε κάθε χώρα. Οι «εθνικοποιήσεις» υπηρέτησαν την ανεξαρτητοποίηση των αναπτυσσόμενων χωρών όσο και τις ηγεμονικές αξιώσεις των ανεπτυγμένων. Οι «αποκρατικοποιήσεις», πάλι, πρόσφεραν ευκαιρίες για αύξηση των δημόσιων εσόδων χωρίς φορολογική επιβάρυνση ή περικοπή παροχών, συγκυριακά και σε περιορισμένη κλίμακα – αν εξαιρέσουμε αυτή της Φολκσβάγκεν στο απόγειο του ψυχρού πολέμου.

* * * *

Η αύξηση του παγκόσμιου χρέους έκανε τη διαφορά. Μπορεί να μην επιβεβαιώνεται η συμβολή των ιδιωτικοποιήσεων στη μείωσή του, όμως η διαχείριση του χρέους ανέδειξε τη σημασία τους για την ανακατανομή πόρων μεταξύ και στο εσωτερικό των εθνικών οικονομιών, κάτι που δεν αγνοούσε η διακυβέρνηση Θάτσερ κάνοντας το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων κεντρικό εργαλείο -αν όχι στόχο- του οικονομικού της σχεδιασμού (4).

Από το 1979 ώς το 1997, το ποσοστό συμμετοχής των δημόσιων επιχειρήσεων στο ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου έπεσε έτσι από 10% σε λιγότερο από 1%. Στην ίδια περίοδο και με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ, το ποσοστό συμμετοχής των δημόσιων επιχειρήσεων στο παγκόσμιο ΑΕΠ έπεσε από το 16% στο 6%. Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στις φτωχές χώρες. Οι χώρες του ΟΟΣΑ, όμως, συγκέντρωσαν τα 2/3 (και η Δυτική Ευρώπη το 1/2) των εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις. Για ν’ αντιληφθούμε τα μεγέθη, το αντικείμενο των ιδιωτικοποιήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο ξεπέρασε, το δεύτερο εξάμηνο του 1999, το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια(5).

Οι στόχοι των ιδιωτικοποιήσεων σήμερα δεν διαφέρουν από αυτούς που είχε θέσει το βρετανικό πρόγραμμα: Αύξηση των δημόσιων εσόδων, προώθηση της επίδοσης των εθνικών οικονομιών και των επιχειρήσεων, προώθηση του ανταγωνισμού και της κεφαλαιαγοράς, γενικευμένη επιβολή της πειθαρχίας της αγοράς. Η επίτευξη των στόχων δεν επιβεβαιώνεται από εμπειρικές έρευνες, πέρα από την αναμφισβήτητη προώθηση της κεφαλαιαγοράς.

Η ιδιωτικοποίηση βελτιώνει τις επιδόσεις των επιχειρήσεων μόνο σε αναπτυσσόμενους τομείς (όπως οι τηλεπικοινωνίες) και με την προϋπόθεση της απορρύθμισής τους, ενώ προκαλεί μείωση της απασχόλησης, επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, αύξηση του κόστους και υποβάθμιση της ποιότητας αγαθών και υπηρεσιών. Συχνά, αντικαθιστά τα κρατικά με ιδιωτικά μονοπώλια, ενώ το οικονομικό της αντικείμενο υποτιμάται κάτω από την πίεση των δανειακών αναγκών του δημοσίου ή των οργανωμένων συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατο να μετρηθούν οι επιπτώσεις των ιδιωτικοποιήσεων στη γενικότερη επίδοση της οικονομίας, στην αναδιανομή εισοδήματος, στο επίπεδο ευημερίας και δημοκρατίας.

* * * *

Είναι, λοιπόν, τυφλή η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία; Ίσως όχι, αν σκεφτούμε το περιθώριο μεταφοράς πόρων από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα και το δυναμικό ελέγχου που μπορεί να παράγει η επέκταση της αποστέρησης μ” αυτό τον τρόπο.

Σ’ αυτό αναφερόταν πριν από δυο χρόνια, με ανυπόκριτο κυνισμό, ένα άρθρο του Economist 6. Θυμίζοντας ότι η μετατροπή της παγκόσμιας τραπεζικής κρίσης σε κρίση δημόσιου χρέους ανέδειξε το 2012 στο τρίτο μέχρι τώρα καλύτερο έτος για τις ιδιωτικοποιήσεις, σημείωνε ότι η ανάκαμψη αυτή ευνοεί τις αναδυόμενες οικονομίες. Επιβάλλει, επομένως, στις ανεπτυγμένες χώρες να επανεκτιμήσουν τον πλούτο που έχει αποθησαυρίσει ο δημόσιος τομέας, προκειμένου να μειώσουν το χρέος και να ενισχύσουν τις οικονομικές τους επιδόσεις.

Οι μεγαλύτερες αναξιοποίητες ευκαιρίες μπορεί να βρεθούν πια στη γη, τα κτίρια, το υπέδαφος και άλλα «μη χρηματοοικονομικά» περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, αρκεί να γίνει δυνατή η καταγραφή και εκτίμησή τους (που υστερεί «τραγικά» σε χώρες όπως η Ελλάδα). Το ΔΝΤ ανεβάζει την αξία τέτοιων στοιχείων στο 75% του ΑΕΠ των προηγμένων οικονομιών – το μισό δημόσιο χρέος τους ή και περισσότερο αν στα εκμεταλλεύσιμα ακίνητα προστεθούν στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η κινητικότητα των κεφαλαίων και του στελεχικού δυναμικού των επιχειρήσεων, με την αντίστοιχη ανάπτυξη της βιομηχανίας του θεάματος και της πολυτελούς κατανάλωσης, προδιαγράφει ένα λαμπρό μέλλον για την ανάπτυξη ακινήτων που, επιπλέον, προσφέρει ασφαλή βάση για τη μόχλευση κεφαλαίων και την άντληση επιδοτήσεων.

Γιατί θεωρώ ότι αυτός ο ενθουσιασμός εξηγεί τη σημασία που παίρνει σήμερα στην Ελλάδα η εκποίηση του δημόσιου πλούτου;

(1) Marica Frangakis, 2012. The selling off of people’s commons-The case of Greece, http://www.zeitschrift-luxemburg.de/the-selling-off-of-peoples-commons-the-case-of-greece/

(2) Megginson, W. L. and Netter, J. M., 2001. From State to Market: A Survey of Empirical Studies on Privatization, Journal of Economic Literature, June 2001.

(3) Obinger, Η., Schmitt, C., Zohlnhöfer, R., 2013. The New Policies of Privatization. International Conference on Public Policy, Grenoble, France, 26-28 June 2013

(4) Privatization was Mrs. Thatcher’s personal gift to the economic policy agenda of the world, and which by 1989 had proved its worth” in Williamson, J. “A Short History of the Washington Consensus, p.2. Conference From the Washington Consensus towards a new Global Governance, Barcelona, September 24–25, 2004.

(5) Gibbon, H., 1998. Worldwide Economic Orthodoxy, Privatisation International 123, pp. 4-5.

(6) (Ανυπόγραφο), Setting out the store. The Econimist, Jan 11th 2014.

Δρόμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου