Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Παγκόσμια ημέρα για υποκριτές

Γιώργος X. Παπασωτηρίου


Το κράτος, ο «κανένας», ο Ωκεανός, «άνθρωποι κυνηγημένοι», πρόσφυγες και πολιτικοί. Όλοι κι όλα σε μία θεατρική παράσταση συμπάθειας για τη δυστυχία που οι τελευταίοι προκάλεσαν.

Παγκόσμια Ημέρα των Προσφύγων! Υποκρισία και ψεύδος. Φόβος για τον μεταδιδόμενο ιό της δυστυχίας ανθρώπων που αντιμετωπίζονται σαν ξενιστές. Τρόμος που γίνεται μίσος και ρατσισμός. Από εδώ οι Προμηθείς κι από εκεί τα κοράκια. Αλλά και ξόρκια και ευφημισμοί. Ζούμε την εποχή της απομύθευσης και της προσομοίωσης, την εποχή της παντοκρατορίας του αμφιβληστροειδούς, όπου το επίπεδο συν-ειδήσεως του ανθρώπου εξέπεσε στη χαμηλή γραμμή της αισθαντικότητας, της απλής πληροφόρησης των αισθήσεων, του τώρα που ξεχνιέται από μία νέα είδηση, ένα νέο μύθο, μια νέα παγκόσμια ημέρα δυστυχίας, μια νέα τραγωδία.

Οι αρχαίοι μύθοι είναι παντού, δίκην παλίμψηστου και προσχώσεων, όπως ακριβώς το καράβι που βρέθηκε κάτω από τα θεμέλια των δίδυμων πύργων, στο σημείο μηδέν της Νέας Υόρκης. Ασκούν μία ανεξήγητη γοητεία τα σημεία μηδέν, όπως του Παρισιού μπροστά από την Παναγία των Παρισίων ή της Ομόνοιας στην Αθήνα. Τα σημεία μηδέν είναι δηλωτικά του Τίποτα, του αρνητικού αλλά και του θετικού πρόσημου, της πολυμήχανης σοφίας, του πολύτροπου ανθρώπου που βρίσκει πάντα πόρο και διέξοδο.

Ακόμη και σήμερα, όπου ο Λόγος νοείται ως η νηπιακή βαθμίδα του έλλογου, η απλή λογιστική-στατιστική των πραγμάτων και των πραγμοποιημένων ανθρώπων, ακόμη και στον καιρό της βασιλείας του περίφημου «μέσου τύπου ανθρώπου», του ούτινος, αυτού που τυφλά και ανερώτητα ακολουθεί ό,τι «λέγεται», που σκέφτεται ό,τι σκέφτονται, και πράττει ό,τι «συνηθίζεται», ακόμη και σήμερα η ελπίδα για την υπέρβαση είναι εδώ. Γιατί στην εποχή της Μέδουσας, των σπαραγμάτων και της φτηνής αναπαραγωγής η ενήδονη οδύνη της γέννησης νέων ιδεών και της επινόησης διοδεύσεων δεν έχουν εκλείψει. Κι ας είναι η ανάγκη και η δυσανεξία κυρίαρχες, κι ας έχει πάθει το συκώτι βλάβη μη αναστρέψιμη.

Πάντως, ο κόσμος μοιάζει καλύτερος όταν βλέπεις τη θάλασσα, όταν αγναντεύεις το Ιόνιο, ή τον Αμβρακικό με τα δελφίνια αλλά και τα κοράκια του Καρυωτάκη.

Παραδόξως, όμως, αυτή η θάλασσα μου ανακαλεί περισσότερο τον Καμύ παρά τον Καρυωτάκη. Γιατί τον Καμύ ακούω κάθε καλοκαίρι να μου αφηγείται την αντίφαση του κόσμου και των ανθρώπων: «Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται το καλοκαίρι; (...) Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δε θέλω να επιλέξω...».

Ανάμεσα στην Κορωνησία και την Αλγερία, την Πρέβεζα και το Δουβλίνο, το Λονδίνο και το Αιγαίο, την τραγικότητα των χωρών της ομίχλης και των χωρών του μεσογειακού ήλιου, δεν θέλω να διαλέξω. Γιατί πάντα υπάρχει η χλιδή της φτώχειας με θάλασσα και η αβάσταχτη μιζέρια της γκριζωπής και χωρίς θάλασσα πολυτέλειας. Μόνο ένας κάτοικος της Μεσογείου θα μπορούσε να δει αυτές τις αποχρώσεις. Μόνο αυτός θα μπορούσε να απολαύσει τις χαρές εντός της ανέχειας, έτσι όπως τις παρέχει αφειδώλευτα η θάλασσα, δηλαδή να «καλοσκαιρίσει» το καλοκαίρι.

Ανάμεσα, όμως, στη ζωή και στο θάνατο, αυτές τις δύο σκιές που σχηματίζουν ορθή γωνία, ένα παιδί δεν «βλέπει» ακόμα τίποτ’ άλλο πάρεξ τον ορίζοντα των απροσδιοριστιών που αργότερα θα σχηματοποιήσει σε μορφές. Πρώτα ριζώνεται ο χώρος μέσα στην ύπαρξη και ακολουθεί η εγγραφή του σώματος της ύπαρξης στον κόσμο. Μόνο που αυτό το παιδί είναι ένα από τα δεκάδες χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά που περιπλανώνται στους δρόμους του κόσμου. Τα σκέφτομαι καθώς βλέπω στην παραλία χαρούμενα παιδιά να φτιάχνουν κάστρα. Το κύμα τα διαλύει. Φτιάχνουν άλλα.

Κι όμως ένα παιδί δεν ξέρει τι είναι να είσαι παιδί. Δεν ξέρει τι είναι θάλασσα, τι είναι αγάπη, τι είναι καλοκαίρι. Το συκώτι του είναι πρησμένο από μαύρο αίμα κι αύριο, αν επιζήσει, θα ανακουφίζεται μόνο με το φόνο, με την αφαίμαξη του μίσους που έχει συσσωρεύσει εντός του.

ArtiNews

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...