Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

"Διάλογοι στο λυκόφως"- Παρουσίαση βιβλίου

Αναστασία Βούλγαρη


Εισαγωγή

Το άρθρο που ακολουθεί δεν είναι παρά μια απόπειρα παρουσίασης του καινούριου βιβλίου του Μίκη Θεοδωράκη με παράθεση μόνο των βασικών σημείων του.

Ο λόγος για το νέο βιβλίο του Μίκη Διάλογοι στο λυκόφως, το οποίο περιλαμβάνει ενενήντα αυτούσιες συνεντεύξεις, από το 2003 έως το 2015.

Προτίμησα να παραθέσω ελάχιστα από τα άγνωστα, στο πλατύ κοινό, ιστορικά γεγονότα-αποκαλύψεις της περιόδου 1960-1980, προκειμένου να δοθεί περισσότερη έμφαση στη θεοδωρακική σκέψη και μουσική και στον συνεχή αγώνα του Μίκη για την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία. Από την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου παραθέτω ένα απόσπασμα για την ΕΑΜική γενιά και το συγκλονιστικό μέχρι δακρύων απόσπασμα για τη Μακρόνησο.

Επομένως, ο αναγνώστης που θέλει να γνωρίσει το βιβλίο και να διαμορφώσει τη δική του άποψη, θα πρέπει να το μελετήσει εξ ολοκλήρου. Ας περάσουμε, όμως, στο βιβλίο.

**

Ο λυρικός και μουσικός γραπτός λόγος του Μίκη Θεοδωράκη, ένας λόγος-ποταμός με ποιητικότητα ακόμα και στις στιγμές της πίκρας, της οργής ή των αντικρουόμενων συναισθημάτων του, είναι το απόσταγμα της βαθειάς του επικοινωνίας με τον Αναξίμανδρο και τον Ηράκλειτο, με τον Μακρυγιάννη και τον Μαρξ, με τη δυτική και τη ρώσικη συμφωνική μουσική, με το βυζαντινό μέλος και τους αρχαίους «τρόπους», με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, μιας βαθειάς επικοινωνίας και βιωματικής εμπειρίας της ελληνικής ποίησης από τον Αισχύλο έως τον Διονύση Καρατζά.

Με τον πρόλογο του, ο Μίκης τείνει στον αναγνώστη τον «μαγικό σπάγκο» σαν ένα τεράστιο «πιστεύω», «αγαπώ», «επιμένω». Αν ο αναγνώστης πιάσει την άκρη του «σπάγκου», θα μεταφερθεί από την ξηρασία της ενδοχώρας, όπου βρίσκεται ακινητοποιημένος και άδειος από «ανθρωπομονάδες [1] Αν ο αναγνώστης αποφασίσει να κάνει το ταξίδι κι ακολουθήσει τον δρόμο του νερού, θα βρεθεί μπροστά στην πύλη του «θεοδωρακικού σύμπαντος [2]». Κι αν, τελικά, αποφασίσει να διαβεί την πύλη και να κοινωνήσει τον θεοδωρακικό λόγο, θα ταυτιστεί με τον επίλογο του βιβλίου. Στους ήδη μυημένους θα πρότεινα μετά τον «Μαγικό σπάγκο» να διαβάσουν το «Αντί επιλόγου» κι ύστερα να προχωρήσουν κανονικά στο υπόλοιπο βιβλίο…

Νομίζω ότι ο πυρήνας της θεοδωρακικής σκέψης εντοπίζεται στη θεωρία του για τον «νόμο της συμπαντικής αρμονίας [3]» και γύρω του ο Μίκης δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους σκέψεων, ιδεών και πράξεων, από τη σύνθεση των μουσικών του έργων έως τον αγώνα του για την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, το ταξίδι.


Ο «Νόμος της Συμπαντικής Αρμονίας»

Ο Μίκης διαμορφώνει τη θεωρία του για τον «νόμο της συμπαντικής αρμονίας» σε ηλικία 14 ετών, όταν έρχεται σε επαφή με τα κείμενα του Αναξίμανδρου, του Ηράκλειτου και των Πυθαγορείων.

Με αφετηρία τον ηρακλείτειο Νόμο των Αντιθέσεων, ανακαλύπτει το αντιθετικό ζεύγος «αρμονία-χάος» και οικοδομεί τη θεωρία του: Η ουσία της ζωής εκπορεύεται από το κέντρο της συμπαντικής αρμονίας, που οι νόμοι του καθορίζουν το καθετί, «από τη γένεση και τον θάνατο των γαλαξιών έως τις ελάχιστες λεπτομέρειες που καθορίζουν τη λειτουργία του κόσμου». Όπως οι φυσικοί και βιολογικοί νόμοι που διέπουν τη ζωή «ψάχνουν να ανακαλύψουν τις αντανακλάσεις του νόμου της συμπαντικής αρμονίας στην περιοχή τους», έτσι και η επιστήμη, η τέχνη, η θρησκεία, η ηθική, οι κοινωνικές θεωρίες «αποβλέπουν, η καθεμιά από τη σκοπιά της, να ανακαλύψουν την αντανάκλαση του νόμου της συμπαντικής αρμονίας στον χώρο τους». (563)

Ως παράδειγμα φέρνει τον Παρθενώνα που «κωδικοποίησε μια για πάντα τους “κανόνες” του ωραίου», και μέσα σ’ αυτό το μοναδικό παγκόσμιο πρότυπο «καταγράφηκε» η αντανάκλαση της συμπαντικής αρμονίας.

Γιατί η τέχνη «δημιουργεί πνευματικά έργα που όσο πιο πιστά προβάλλουν μπροστά στον άνθρωπο το “είδωλό” του, που στην πραγματικότητα αντανακλά τη συμπαντική αρμονία, τόσο περισσότερο γίνονται αποδεκτά από αυτόν».  (575)

Από όλες τις εκφράσεις της ανθρώπινης πνευματικής δημιουργίας, η μουσική, ως τέχνη της αρμονίας, βρίσκεται πιο κοντά στον «νόμο της συμπαντικής αρμονίας». «Η φιλοσοφία της μουσικής μάς πλησιάζει πιο κοντά από καθετί άλλο στην πεμπτουσία της ζωής, στο αληθινό της περιεχόμενο και στον αληθινό προορισμό της, πράγματα που προϋποθέτουν τη γνώση των ορίων της ζωής. Την αρχή και το τέλος και την παραδοχή που απορρέει από αυτή την αέναη εναλλαγή, ότι δηλαδή όλοι και όλα αποτελούμε μέρος ενός παιχνιδιού, χωρίς να καταλάβουμε ποτέ το νόημά του, ίσως γιατί η ανθρώπινη νοημοσύνη σταματά μπροστά στο κατώφλι του απείρου. Παρ’ όλ’ αυτά, μας μένει η χαρά να βιώσουμε τη δωρεά της ζωής. Και η κορύφωση αυτής της χαράς είναι η βιολογική, ψυχική και πνευματική μας ταύτιση με τον «νόμο της συμπαντικής αρμονίας», που τόσο απλόχερα μπορεί να μας χαρίσουν προ παντός οι μουσικοί νόμοι της αρμονίας, εάν και εφόσον γίνουμε άξιοί τους». Ως ιερό κέντρο της συμπαντικής αρμονίας, ο Μίκης ορίζει τη μουσική.

«Ταυτίστηκα ψυχικά και διανοητικά», γράφει ο Μίκης, «με την παρουσία γύρω μου και προ παντός μέσα μου, αυτής της συμπαντικής αρμονίας της οποίας προσπάθησα σε όλη τη ζωή μου, με τα έργα και τις πράξεις μου, να αξιωθώ να γίνω οργανικό μέρος. Και είναι κάτω από το πρίσμα αυτό που οδηγήθηκα τόσο στους κοινωνικούς αγώνες, με στόχο τη δημιουργία μιας ιδανικής κοινωνίας που να αντανακλά τους αρμονικούς νόμους που διέπουν την ίδια την ουσία της ζωής, όσο και στη σύνθεση των μουσικών μου έργων». (576)

Για τον Μίκη, η βασική αντίθεση αρμονίας-χάους καθορίζει όχι μόνον τους φυσικούς και βιολογικούς νόμους, αλλά και όλη τη λειτουργία της ανθρώπινης κοινωνίας και του καθενός ανθρώπου χωριστά. Από τη διαπάλη της αρμονίας με το χάος δεν γλίτωσε κανένας λαός, επισημαίνει. Αλλά και στην ανθρώπινη ιστορία, άλλοτε νικά η αρμονία κι άλλοτε το χάος.

Μουσική

Η συνέχεια της ελληνικής μουσικής από την αρχαιότητα έως τη λυρική τραγωδία


Ο Κωστής Παλαμάς είχε γράψει: «Οι αρχαίοι μεστώσανε από νόημα τη λέξη μουσική. Μουσική γι’ αυτούς και η ποίηση, μουσική και η φιλοσοφία, η μέγιστη μουσική. Μουσική και κάθε τι που σύμμετρα και καλόρρυθμα μορφώνει τη ζωή και την τέχνη· μουσική κάθε παιδεία της ψυχής».

Ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει στο βιβλίο του ότι οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν μουσική την αδιάσπαστη ενότητα ποίησης, μελωδίας και κίνησης. «Και θεωρούσαν ότι μόνο αυτή η μουσική προσδιορίζει τον άνθρωπο σαν ένα ον που συγχρόνως σκέπτεται, αισθάνεται και πράττει.» (446)

Υπάρχει μια αδιάλειπτη συνέχεια και ενότητα ανάμεσα στην αρχαία μουσική, τη βυζαντινή, τη δημοτική και τη σύγχρονη λαϊκή μουσική. Η βάση της μουσικής, οι κλίμακες οι λεγόμενες τροπικές (ή modal, όπως λέγονται στη Δύση), δεν αλλάζει. Οι μουσικές κλίμακες διαμορφώνονται στην αρχαιότητα από τους Πυθαγόρειους και ονομάζονται «τρόποι». Στο Βυζάντιο παραμένουν ίδιοι, αλλά μετονομάζονται σε «ήχους». Το δημοτικό τραγούδι στηρίζεται στους «ήχους», ενώ στο ρεμπέτικο οι βυζαντινές κλίμακες μεταφέρονται ελαφρώς αλλοιωμένες με αραβικά και τουρκικά στοιχεία και οι «ήχοι» ονομάζονται «δρόμοι». Από αυτήν τη διαχρονική πορεία της ελληνικής μουσικής προκύπτουν οι μεγάλοι συνθέτες του λαϊκού τραγουδιού (Βαμβακάρης, Τσιτσάνης κλπ.). Το επόμενο σημαντικό βήμα γίνεται από τους συνθέτες που μελοποίησαν τους Έλληνες ποιητές και αποκατέστησαν την ισορροπία μεταξύ μέλους και λόγου, δηλαδή της ελληνικής ποίησης με την ελληνική μελωδία. Αυτή είναι «η κορυφαία αισθητική κατάκτηση με τη σφραγίδα της ελληνικότητας, που ξεκινά από τα βάθη των αιώνων».(610) Εδώ ο Μίκης εννοεί τη μελοποιημένη ποίηση.

Το έντεχνο-λαϊκό, το «τραγούδι-ποταμός» και η λυρική τραγωδία. Ο λυρισμός είναι ο μοναδικός τρόπος έκφρασης του τραγικού.


Το έντεχνο-λαϊκό τραγούδι για τον Μίκη Θεοδωράκη ήταν η αρχή ενός μουσικού διαλόγου με ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Ήταν τότε που ο λαός όρθωνε πάλι το ανάστημά του ύστερα από την τραγωδία του Εμφυλίου και ζητούσε έναν ολότελα δικό του τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης. «Από τη μια πλευρά οικεία, όσο το λαϊκό τραγούδι, και υψηλή, όσο η ελληνική ποίηση.» (379)

Τα τραγούδια τού Μίκη αποτελούν μέρος του συμφωνικού του έργου. Όμως, προκειμένου να εισαγάγει τον λαό-συνομιλητή στη συμφωνική μουσική, ο Μίκης δημιουργεί το έντεχνο-λαϊκό τραγούδι, το οποίο είναι η ένωση των λαϊκών και παραδοσιακών στοιχείων (π.χ. του βυζαντινού μέλους) με τα λόγια έντεχνα στοιχεία, δηλαδή τη λόγια μουσική και ποίηση.

Με στόχο τη δημιουργία μας ελληνικής σχολής μουσικής σύνθεσης, κατά τα πρότυπα των σχολών της συμφωνικής μουσικής, ξεκινά από την απλή μορφή του κύκλου τραγουδιών, περνά στη φόρμα της λαϊκής τραγωδίας (Το τραγούδι του νεκρού αδελφού), έπειτα δημιουργεί το λαϊκό ορατόριο, δηλαδή τη σύνδεση της σύγχρονης ελληνικής λαϊκής μουσικής με τη συμφωνική μουσική (Άξιον Εστί), στη συνέχεια το «τραγούδι-ποταμό»(Κατάσταση Πολιορκίας, Επιφάνια Αβέρωφ, κλπ.) και τέλος τη λυρική τραγωδία (Αντιγόνη, Μήδεια κλπ.).

Όμως το μουσικό έργο του Θεοδωράκη δεν αποτελείται από ξεχωριστά, μεμονωμένα «μέρη»˙ αντίθετα, όλα τα έργα συνενώνονται μεταξύ τους, σαν αστερισμοί που δημιουργούν έναν μουσικό γαλαξία.

Ο Μίκης δημιουργεί το «τραγούδι-ποταμό» εμπνεόμενος από τους βυζαντινούς ψαλμούς, όπου το μέλος ακολουθεί τη ροή του κειμένου. Εδώ δεν υπάρχει η δυτική τεχνική της θεματικής ανάπτυξης, δηλαδή δυο-τρεις μουσικές φράσεις-θέματα, στα οποία συχνά στηρίζεται μια σονάτα ή μια συμφωνία, αλλά «η μουσική ενότητα ακολουθεί τη νοηματική ενότητα του κειμένου, και τελικά επιτυγχάνεται με την εσωτερική ενότητα των πολλαπλών μουσικών φράσεων, που εξελίσσονται συνεχώς, σχηματίζοντας τελικά μελωδίες, πολλές φορές εκατοντάδων μέτρων. Δηλαδή στη βάση υπάρχει ένα μέλος που αναπαράγεται από τον εαυτό του και που, όμως, αν και μακρύ σαν “ποταμός”, θα πρέπει να είναι τόσο πηγαίο και δυνατό, ώστε να μας επιβάλλεται σαν μια μεγάλη σε διάρκεια, όμως ενιαία σε χαρακτήρα, μελωδία. (525)


Την ίδια τεχνική ακολουθεί και στη σύνθεση της όπερας, της λυρικής τραγωδίας, όπως την ονομάζει, γιατί ο λυρισμός είναι ο μοναδικός τρόπος έκφρασης του τραγικού. Με μια διαφορά: Ενώ τα λιμπρέτα της δυτικής όπερας βασίζονται στις περιόδους της κυριαρχίας της μεγαλοαστικής τάξης, η αρχαία τραγωδία περιγράφει τις ρίζες της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, την ίδια τη μοίρα του ανθρώπου όπου κυριαρχεί το τραγικό στοιχείο.

«Η τραγωδία για μένα», γράφει ο Μίκης, «έχει τον χαραχτήρα μιας θρησκευτικής ιεροτελεστίας που μας ενώνει με το Κέντρο της Συμπαντικής Αρμονίας, δηλαδή με την κορύφωση της ανθρώπινης προσπάθειας για πνευματική και ψυχική ολοκλήρωση». (530)

Ο λόγος των αρχαίων τραγωδών περιγράφει πρόσωπα-σύμβολα καταδικασμένα να ζήσουν γεγονότα και καταστάσεις προκαθορισμένες από τη μοίρα τους. Οι διάλογοι οδηγούν την πλοκή σε κρίσεις, εκρήξεις και συγκρούσεις «με χαρακτήρα αιώνιο» -και τελικά σε λύσεις. Επομένως, η μουσική θα πρέπει να στέκεται «στο ύψος της συναισθηματικής φόρτισης που εμπεριέχει ο τραγικός λόγος». (77)

Παίρνει, λοιπόν, ο Μίκης τη βασική δομή της δυτικής όπερας, δηλαδή τις ανθρώπινες φωνές και τη συμφωνική ορχήστρα ως συνοδεία στις φωνές και στη χορωδία. Τα λιμπρέτα του βασίζονται στον μύθο των αρχαίων ποιητών. Ο καθοριστικός και κυρίαρχος λόγος του χορού τον οδηγεί στην αναζήτηση ενός νέου τρόπου μελωδικής γραφής «που κυριαρχεί από την πρώτη ως την τελευταία νότα και που με οδήγησε σε μια ενορχήστρωση που -όπως η μελωδική ανάπτυξη- ακολουθεί κατά γράμμα την εξέλιξη της τραγωδίας και επιπλέον προσπαθεί να εκφράσει τον εσωτερικό-ψυχικό κόσμο προσώπων-συμβόλων φορτωμένων με το βάρος του πεπρωμένου. Η μουσική-ορχηστρική συνοδεία των χορικών γίνεται πιο πλούσια με την παρουσία της τετραφωνικής χορωδίας και αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή του έργου. Όλα αυτά τα νέα στοιχεία θεωρώ ότι δικαιολογούν την ανάδειξη μιας νέας μουσικής μορφής, της “λυρικής τραγωδίας” και απαιτούν νέους τρόπους σκηνικής παρουσίασης.


Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη και ο λαός


Ο στόχος της μεγάλης τέχνης είναι «να εκφράζει τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και να ικανοποιεί τις πνευματικές ανάγκες του ανθρώπου και να συνενώνει κάτω από τον ήλιο της όλους τους ανθρώπους, γιατί ακριβώς τους βοηθάει να γίνουν πραγματικοί άνθρωποι. Αυτός ακριβώς ο στόχος επιτυγχάνεται στη χώρα μας σήμερα, χάρη στο ελληνικό τραγούδι».(596) Γιατί οι Έλληνες τραγουδώντας εκφράζουν τα βάθη της ψυχής τους και ενώνονται. Τα όποια τείχη υπάρχουν ανάμεσά τους γκρεμίζονται…

Στη δεκαετία του 1960, ο λαός γεμάτος ιδέες και οράματα, με την εθνική αντίσταση ζωντανή μέσα του και συμμετέχοντας στο μαζικό κίνημα, είδε στα τραγούδια εκείνης της περιόδου «έναν πιστό εκφραστή των πιο μύχιων συναισθημάτων του». Αυτή η σχέση λαού-τραγουδιού διατηρήθηκε ως τις παρυφές της δεκαετίας του 1980, ώσπου αρχίζει να φθίνει και να αλλοιώνεται όταν ο καταναλωτισμός, που εφορμά στην ελληνική κοινωνία και γίνεται τρόπος ζωής και ύπαρξης, γεννά την υποκουλτούρα, την οποία στηρίζουν σε αγαστή συνεργασία η ελληνική ολιγαρχία μαζί με το πολιτικό σύστημα. Η υποκουλτούρα, άλλωστε, από τη μια αυξάνει τα κέρδη της αγοράς κι από την άλλη δηλητηριάζει τη νόηση και τον ψυχισμό τού λαού. Ως αποτέλεσμα, ο ίδιος ο λαός γυρνά την πλάτη του στα μεγάλα έργα τέχνης και στη μελοποιημένη ποίηση. Για τον λόγο αυτό, σήμερα η πλειονότητα των μουσικών έργων και των τραγουδιών του Μίκη παραμένουν άγνωστα.

Εδώ ο Μίκης εξομολογείται: «Ο ιδεώδης συνομιλητής μου και αποδέκτης του έργου μου δεν μπορεί να είναι πια το πλατύ κοινό», […] «αλλά ο ίδιος ο εαυτός μου και όσοι μου μοιάζουν και επομένως με γνωρίζουν και με αγαπούν πάνω από μόδες, λαϊκά κέντρα και πωλήσεις δίσκων, σουξέ και άλλα τινά».

Η δίωξη του μουσικού έργου του Θεοδωράκη


Ο Μίκης διηγείται μερικά από τα πάμπολλα περιστατικά της δίωξης του έργου του από το 1960 έως σήμερα. Δύο είναι τα πλέον σοκαριστικά, επειδή συνέβησαν σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: Αφενός, η απαγόρευση που υπέστη από τις δισκογραφικές εταιρείες επί δέκα συνεχή χρόνια, οι οποίες αρνούνταν να εκδώσουν τους δίσκους του και έδιναν εντολή στους πωλητές τους να μη δείχνουν τους δίσκους του Μίκη στα δισκοπωλεία, τη στιγμή μάλιστα που ο δίσκος του με τη Μίλβα στη Γερμανία είχε ήδη πουλήσει 500.000 αντίτυπα. Αφετέρου, η ματαίωση 35 παραστάσεων του μπαλέτου Ζορμπάς από το μπαλέτο, τη χορωδία και την ορχήστρα της Λυρικής σε 25 σκηνές της Γερμανίας, της Πολωνίας και της Ιταλίας, με απόφαση του τότε διευθυντή Λαζαρίδη και με το επιχείρημα ότι δεν ανέλαβε τη Λυρική για να ασχοληθεί με «τζατζίκι και συρτάκι».

Ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία και την ελευθερία: πολιτική θεωρία και πράξη


Για τον Μίκη ο πόλεμος, η βία, η άγρια εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης, ο καταναλωτισμός και η υποκουλτούρα, αλλά και η κυριαρχία (ατομικά ή συλλογικά) της κτηνώδους πλευράς τού ανθρώπου ανήκουν στον κύκλο του χάους. Ο καπιταλισμός οδηγεί την ανθρωπότητα στο χάος, γράφει χαρακτηριστικά.

Αντίθετα ο πολιτισμός, τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα, η τέχνη, ο έρωτας, οι κοινωνικοί αγώνες, ανήκουν στον κύκλο της αρμονίας. Κι όπως με τη μουσική του και το μεγάλο κίνημα της πολιτιστικής επανάστασης υπηρέτησε τον νόμο της συμπαντικής αρμονίας, το ίδιο έκανε και με την αγωνιστική του δράση. Κάθε φορά που επικρατούσε το χάος, ο Μίκης έβγαινε στις επάλξεις, υπηρετώντας την αρμονία.

Χάος η Κατοχή κι ο Μίκης ένοπλος παρτιζάνος του ΕΛΑΣ Αθήνας. Χάος η επέμβαση των Άγγλων τον Δεκέμβρη του ’44 κι ο Μίκης διμοιρίτης της ΕΠΟΝ, χάος η δικτατορία κι ο Μίκης συστήνει το ΠΑΜ. Κάπως έτσι συνεχίζει μέχρι τη δημιουργία της Σπίθας (την τέταρτη ιστορική ευκαιρία, όπως την αποκαλεί), τότε που ο Μίκης (και μόνον εκείνος από ολόκληρη την Αριστερά) διείδε, λίγες μέρες μετά το Καστελόριζο, τον νέο κύκλο του χάους που έμελλε να επικρατήσει στην πατρίδα μας.

Η εξάρτηση


Η εξάρτηση της πατρίδας μας από τις ξένες μεγάλες δυνάμεις στο παρελθόν και σήμερα από τις ΗΠΑ, είναι, για τον Μίκη, η ρίζα του κακού, ειδικά δε από τον πόλεμο και μετά. Γιατί ήταν η εξάρτηση που έφερε τον εμφύλιο κι αυτός με τη σειρά του τη δικτατορία κι έπειτα τον μεταχουντικό λαϊκισμό, που «οδήγησε στη γενίκευση της διαφθοράς, στον υποβιβασμό της παιδείας, τη νόθευση του πολιτισμού και στην καταρράκωση του ήθους», με πιο τραγικό αποτέλεσμα το βαθύ πλήγμα του πατριωτισμού μας. (191)

Μία από τις κορυφαίες συνεντεύξεις του βιβλίου είναι η εικοστή τέταρτη συνέντευξη, με τίτλο «Φάκα-Μίξερ-Χωνί-Γάτα», σχετικά με τη σημερινή κατάσταση. Μόνον ο Μίκης είδε από νωρίς τη φάκα και τη γάτα και κανείς δεν τον πίστεψε…

Ο Μίκης θεωρεί ύποπτη την εισαγόμενη οικονομική κρίση και πιστεύει ότι από τη μια πλευρά η αντιδραστική Ευρώπη (η νέα «πέμπτη φάλαγγα» όπως τη χαρακτηρίζει), «μας εκδικείται για το αντιστασιακό φρόνημα του λαού μας» (170) και από την άλλη ο σκοπός των ξένων δυνάμεων σήμερα «είναι να εξοντώσουν τον λαό, γιατί είναι εμπόδιο στο μεγάλο τους σχέδιο να καρπωθούν 100% τον μεγάλο εθνικό μας πλούτο που βρίσκεται μέσα στα βουνά μας και στον βυθό των θαλασσών». (62) Μόνο που η νέα πέμπτη φάλαγγα έχει συμμάχους σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και, δυστυχώς, και σε κάποια τμήματα μιας ορισμένης αριστεράς…

Ανησυχεί έντονα με τη μεθοδευμένη προσπάθεια «διεθνών και εγχώριων κύκλων για τη διάλυση της κοινωνικής, ιστορικής και εθνικής μας συνέχειας, και, ακόμα, για τον αυξανόμενο κίνδυνο της ίδιας της εδαφικής ακεραιότητας τής χώρας» και στέλνει ηχηρό μήνυμα στους αρνητές της ελληνικότητας, οι οποίοι φορώντας τον μανδύα μιας ορισμένης δήθεν αριστερής διανόησης αμφισβητούν την εθνική μας ιστορία, τις ιστορικές και επιστημονικές μας παραδόσεις και τον νεοελληνικό πολιτισμό: «Η απάντησή μου σ’ αυτή τη διαβρωτική επίθεση, που κλονίζει την ίδια την εθνική μας οντότητα, είναι πόλεμος μέχρις εσχάτων. Το ίδιο ακριβώς όπως έκανα και απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία».

Οι προτάσεις του Μίκη για τη σωτηρία της πατρίδας, καθώς και η πάγια θέση του για την Ουδετερότητα της Ελλάδας, περιέχονται στο βιβλίο.

Πολιτιστική επανάσταση-Δικτατορία


Ο Μίκης δημιουργεί, πλάι στο πολιτικό κίνημα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα της πολιτιστικής επανάστασης, χαρίζοντας στην Ελλάδα, μαζί με τους δημιουργούς της εποχής του, μιαν άνοιξη.

Πιστός στη θέση του Μαρξ ότι ο άνθρωπος θα γίνει πραγματικά ελεύθερος όταν κατορθώσει να βγει από τον κύκλο της παραγωγής (θέση που λησμόνησαν εντελώς οι επίγονοι του μαρξισμού, τόσο στη Δ. Ευρώπη όσο και στις σοσιαλιστικές χώρες, κι έτσι επέτρεψαν στην αντεπανάσταση να επικρατήσει και να ανατρέψει τον σοσιαλισμό), αλλά και με την πίστη ότι το βαθύτερο νόημα του πολιτισμού είναι «η ανάγκη τού ανθρώπου να ανακαλύψει και να ταυτιστεί με το φαινόμενο της αρμονίας», θα προσπαθήσει, με το κίνημα της πολιτιστικής επανάστασης, τη μελοποιημένη ποίηση και τα μεγάλα μουσικά του έργα, να κάνει τον λαό συνομιλητή και συνδημιουργό των μεγάλων έργων τέχνης. Αυτό, όμως, δεν θα κατορθώσει να το ολοκληρώσει, καθώς η τρικυμία των ιστορικών γεγονότων θα τον ρίξει στις φυλακές και τις εξορίες κατά την περίοδο της δικτατορίας.

Εξόριστος στο εξωτερικό, γυρίζει δίνοντας συναυλίες σε όλο τον κόσμο κι «ανάβει χιλιάδες πυρκαγιές» στην καρδιά των ανθρώπων για μια ευτυχισμένη ανθρωπότητα. Το «πάρε μας μαζί σου» των νεολαίων της Βηρυτού μετά τη συναυλία του τα λέει όλα, όπως και τα λόγια του Ισραηλινού αξιωματικού έξω από το θέατρο της Καισάρειας: «Η μουσική σου έχει τόση δύναμη, που αν μας διέτασσες να βαδίσουμε πάνω στα κύματα, θα το κάναμε».

Από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα


Επιστρέφοντας στην πατρίδα το 1974, θα προσπαθήσει να ενώσει την Αριστερά, διαβλέποντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε η επερχόμενη παπανδρεϊκή εξουσία. Δεν θα τα καταφέρει, καθώς οι ηγεσίες των δύο Κ.Κ. θα αρνηθούν πεισματικά την ενότητα.

Ο Μίκης θα παρακολουθήσει επί 40 χρόνια αυτό που ήδη είχε προβλέψει: την «κατεδάφιση του λαού». Οι παρεμβάσεις του και οι επίμονες προσπάθειές του δεν θα πείσουν τις μάζες. Οι δίοδοι της επικοινωνίας με τον λαό έχουν στενέψει δραματικά, καθώς η μουσική του είναι τιμωρημένη και οι ιδέες του (όταν δεν διαστρεβλώνονται από τον αστικό και τον αριστερό τύπο) περιμένουν, σε υπόγεια ράφια βιβλιοπωλείων, κάποιους να τις ανακαλύψουν, ενώ η κομματική Αριστερά τού έχει γυρίσει χλευαστικά την πλάτη. «Δεν έχω πια τον λαό μαζί μου», θα παραδεχτεί.

Παρ’ όλ’ αυτά, την περίοδο της «τσουλήθρας στη λάσπη από μαρμελάδα» θα γράψει το Αντιμανιφέστο του. Με βάση τον θεμελιώδη και καθοριστικό ρόλο του πολιτισμού στη συγκρότηση της κοινωνίας, συνθέτει μια ολοκληρωμένη πρόταση για τον ελεύθερο χρόνο, προκειμένου ο άνθρωπος να απελευθερωθεί από το μαγγανοπήγαδο τού διδύμου «παραγωγή-κατανάλωση», που συνθλίβει τον άνθρωπο και δημιουργεί κοινωνίες αντιπνευματικές και αντιανθρώπινες κι έτσι «αντί της αρμονίας επικρατεί το χάος, δηλαδή η ψυχική, πνευματική και ηθική αποσύνθεση, που κάθε μέρα επεκτείνεται κατακτώντας ολοένα και μεγαλύτερα κοινωνικά σύνολα έως ολόκληρους λαούς». (364)

Από τότε μέχρι τους Διαλόγους στο λυκόφως θα εκδώσει δεκάδες βιβλία, τα οποία θα παραμείνουν άγνωστα στο πλατύ κοινό, θα εκφωνήσει δεκάδες ομιλίες σε «τελετές», «βραβεύσεις» και «αφιερώματα» (εκδηλώσεις που τον αφήνουν παγερά αδιάφορο και τις αντιμετωπίζει ως ένα μέσον για να επικοινωνήσει με τον λαό), ώσπου το 2010 θα καταθέσει στην κοινωνία την Ιδρυτική Διακήρυξη της Σπίθας.

Θα βγει στους δρόμους φωνάζοντας «εθνική ανεξαρτησία», θα μιλήσει για «ειρηνική επανάσταση» και θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα για τη δημιουργία ενός νέου αντιστασιακού κινήματος. Χιλιάδες Έλληνες θα είναι στους δρόμους επί 24 σχεδόν μήνες. Το όραμά του, όμως, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη και δυνατή κι έναν λαό ελεύθερο θα μείνει, και πάλι, μετέωρο, όταν θα επικρατήσει ο «κομματικός πατριωτισμός» τόσο στα κομματικά στελέχη και μέλη της Αριστεράς όσο και στους ψηφοφόρους της. Ο λαός, βολεμένος να αναθέτει στο πολιτικό σύστημα τη λύση των προβλημάτων του, θα απαιτήσει από το σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα να λύσει άμεσα τα οικονομικά του προβλήματα και θα οδηγηθεί εκουσίως στην καταστροφή. Διότι και πάλι δεν άκουσε τον Μίκη όταν του έλεγε: «Ελευθερία σημαίνει ευθύνη. Κι ελεύθερος είναι μόνον ο υπεύθυνος».

Εν τούτοις, δεν θα παραιτηθεί. Το 2013 θα αδράξει την ευκαιρία και μέσα στην Ακαδημία Αθηνών θα προτείνει τη λύση για τη σωτηρία της Ελλάδας, ενώνοντας γι’ άλλη μια φορά το νήμα με τα προτάγματα της εθνικής αντίστασης: Ουδετερότητα –η Ελλάδα παγκόσμιο κέντρο πολιτισμού.

Πολλές ερωτήσεις δημοσιογράφων στις συνεντεύξεις του βιβλίου αναφέρονται στην ελληνική κοινωνία και στη νεολαία. Ο Μίκης δεν διστάζει να ασκήσει δριμεία κριτική: «Χάθηκε το ήθος, υποβιβάσθηκε το μορφωτικό μας επίπεδο, εκμηδενίστηκε η πολιτιστική μας αγωγή και τραυματίστηκε βαριά η ιστορική παράδοση των αγώνων ενάντια σε κάθε μορφή βίας».

Από την άλλη, όμως, κατανοεί ότι η περίοδος της πνευματικής ξηρασίας της εποχής μας οφείλεται στο γεγονός ότι «ο καρτεσιανός ορθολογισμός με βασικό όχημα τη δυναστεία του χρήματος έχει επιπέσει στους λαούς (όπως και στον δικό μας, κατ’ εξοχήν μάλιστα) για να τους αποξηράνει όχι μόνον πνευματικά αλλά και… βιολογικά». (32)

Ο Θεοδωράκης τάσσεται ενάντια σε όλες τις δυνάμεις του χάους, που διαστρεβλώνουν, αποκρύπτουν και αποδομούν την πρόσφατη ιστορία της πατρίδας μας και αναδεικνύει, με το μουσικό έργο και τον λόγο του, την αγωνιστικότητα των Ελλήνων ως φυσικό επακόλουθο της ιδιαιτερότητάς τους και του πυρήνα της ύπαρξής τους: ιστορική και πολιτισμική παράδοση με πνεύμα ανεξαρτησίας.

Παγκόσμια κρίση πολιτισμού: Η πολιτική χωρίς πολιτισμό οδηγεί στην αποσύνθεση της κοινωνίας


Ανήσυχος για το μέλλον της ανθρωπότητας σ’ αυτή τη νέα ιστορική φάση, όπου ο καπιταλισμός έχει περάσει στο στάδιο του ιμπεριαλισμού και διαλύει έθνη, λαούς και πολιτισμούς, διαπιστώνει: «Από τον περασμένο αιώνα, παρατηρούμε μια συνεχώς αυξανόμενη κυριαρχία του χάους, που κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο εκπορεύεται τώρα μέσα από τους λαούς που ακολουθούν πολλές φορές τυφλά τους ταγούς τους». Αλλά καθώς μετά το χάος έρχεται σιγά σιγά να κυριαρχήσει η αρμονία, ο Μίκης πιστεύει ότι η σημερινή κυριαρχία του χάους δεν θα διαρκέσει για πάντα. Γιατί όσα σηματοδοτούν την πορεία του ανθρώπου προς τα εμπρός παραμένουν και θα παραμείνουν ζωντανά και η ανθρωπότητα μια μέρα θα διαλέξει και πάλι (όπως άλλωστε και τόσες άλλες φορές, με τελευταίο ιστορικό παράδειγμα την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας) την ελευθερία και την πνευματική δημιουργία.

Υπάρχει ελπίδα;

Πώς μπορούμε να σωθούμε; Αυτές τις ερωτήσεις τις συναντάμε στις περισσότερες συνεντεύξεις του.


Ο Μίκης απαντά: Συλλογικά, με την αντίσταση ενάντια στην εισβολή που στοχεύει στη βιολογική μας εξόντωση, «στην κλοπή του εθνικού μας πλούτου, αλλά και στην εξαφάνιση της πολιτιστικής μας ταυτότητας και της εθνικής μας μνήμης. Δηλαδή στην ολοκληρωτική μας καταστροφή!» (139)

Στην, επίσης συχνή, ερώτηση για την κρίση του πολιτισμού, απαντά: «Η πόλη για να λειτουργήσει σωστά και δίκαια, ανακάλυψε την πολιτική, με σκοπό να εναρμονίσει τις ανομοιότητες συνθέτοντας τις αντιθέσεις, με σκοπό το γενικό καλό, την πρόοδο και την ευημερία. Για να επιτευχθούν όμως όλα αυτά χρειάζεται να βγει στην επιφάνεια η πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, που αρχίζει από εκεί που σταματούν οι υλικές ανάγκες του ανθρώπου –δηλαδή πέρα από τα όρια του φυτικού και ζωικού κόσμου. Όπου ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά άνθρωπος. Δηλαδή πολιτισμένος. Με άλλα λόγια πολιτική χωρίς πολιτισμό, αντί να εναρμονίσει τις ανομοιότητες, τις οξύνει και αντί να επιτύχει τη σύνθεση των αντιθέσεων, οδηγεί στην αποσύνθεση της ίδιας της πόλης, δηλαδή στην ουσιαστική απαξίωση αυτού του ανυπέρβλητου επιτεύγματος -της ανθρώπινης κοινωνίας».

Οι συναυλίες στη Μακρόνησο


Συγκλονιστικές είναι οι συνεντεύξεις του Θεοδωράκη για τις συναυλίες του στη Μακρόνησο. Έτσι κι αλλιώς, ολόκληρο το έργο του είναι η προσωπική του συνομιλία με τους χαμένους συντρόφους της ΕΑΜικής γενιάς κι ολόκληρη η αγωνιστική του δράση, από τότε μέχρι σήμερα, είναι η δεδηλωμένη πίστη του σ’ εκείνους και γίνεται για εκείνους...

Γράφει για τη γενιά του: «Η ανεξαρτησία της χώρας ήταν ένα από τα πολυτιμότερα ιδανικά μας. Άλλωστε ο ίδιος ο Ζαχαριάδης, στα 1945, δήλωσε “ισότιμες σχέσεις με την Αγγλία και τη Σοβιετική Ένωση”. Ποιοι ήμαστε τότε εμείς; Ήμαστε η γενιά των Ελλήνων που σταθήκαμε όρθιοι, που πρόθυμα δίναμε τη ζωή μας για την πατρίδα, κι αυτό γιατί είχαμε οράματα. Υπήρχε υπερηφάνεια, ευγένεια, δίψα για μάθηση και δίψα για προσφορά για το γενικό καλό. Με άλλα λόγια, αυτή η γενιά της εθνικής αντίστασης υπήρξε η τελευταία γενιά των ελεύθερων, ανεξάρτητων, των οραματιστών και των καλλιεργημένων με την αλήθεια και την ομορφιά». (165)

Αυτή είναι η Αριστερά του Μίκη, η πραγματική Αριστερά που έζησε. Την ξανάζησε για λίγο με τους Λαμπράκηδες… Και από τότε μέχρι σήμερα τη συναντά σπάνια σε κάποιους μεμονωμένους ανθρώπους…

Για τους εξόριστους της Μακρονήσου


«Είπα κάπου ότι εμείς στη Μακρόνησο ήμαστε χίλιες φορές πιο κοντά στον Μακρυγιάννη παρά στον Λένιν. Κι ακόμα, πως οι δύο λέξεις που συνόψιζαν τα ιδανικά μας ήταν Ελεύθερη Ελλάδα. Εάν ο κάθε Μακρονησιώτης μπορούσε να εκφράσει όπως εγώ την πεμπτουσία του εσωτερικού του κόσμου, αυτού που τον οδήγησε σε πράξεις αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, τότε ο καθένας θα έγραφε στίχους για μια Ρωμιοσύνη, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ή μουσική για ένα Άξιον Εστί, όπως εγώ. Αυτές τις δεκάδες χιλιάδες Ρωμιοσύνες και Άξιον Εστί είναι που σταύρωσαν επάνω στον βράχο

Περί έρωτος

«Ο έρωτας είναι η καρδιά της μεγάλης δωρεάς που είναι η ζωή για τον άνθρωπο, αλλά και καθετί έμψυχο είτε άψυχο, που υπάρχει σ’ αυτόν τον υπέροχο πλανήτη, τη γη. Ο άνθρωπος που δεν έχει κυριαρχηθεί από το μαγικό ερωτικό συναίσθημα πρέπει να θεωρείται δυστυχής και ψυχικά ανάπηρος. Ο έρωτας μας μεταμορφώνει, μας συγκλονίζει, ακονίζει την ευαισθησία μας, μας ανυψώνει, ώστε να ανέβουμε στην εκτίμηση του προσώπου που αγαπάμε. Ο έρωτας ταιριάζει απόλυτα με την αρμονία, την ομορφιά, την τέχνη, και ειδικά με τη μουσική, γιατί αποτελεί συστατικό τους στοιχείο» -Μίκης Θεοδωράκης.

[1] Αναφορά στο Αντιμανιφέστο του Μίκη Θεοδωράκη

[2] Από το Ουτοπία κρυμμένη στο σώμα της πόλης του Ανδρέα Μαράτου

[3] Το Πανεπιστήμιο της Κρήτης διοργάνωσε το 2006 επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Συμπαντική αρμονία, μουσική και επιστήμη στον Μίκη Θεοδωράκη». Βλ. σχετικά στα πρακτικά του Συμποσίου, στο ομότιτλο βιβλίο των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, έτος έκδοσης 2007.



Αναστασία Βούλγαρη: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...