Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Global budgets

Αλέξανδρος Αρδαβάνης


Τον παρακολουθούσα και σήμερα από το πρωί.

Από την ώρα που μπήκε στο γραφείο του. Μπήκαν και βγήκαν πολλοί. Όλοι σχεδόν έμπαιναν με μια σκιά αγωνίας στο βλέμμα και έβγαιναν με την «αθώωση» να φωτίζει όλο το πρόσωπο. Ένα μονότονο μοτίβο εναλλαγής.

Όμως αυτός δεν ήταν με όλους ο ίδιος. Κάποια απροσδιόριστη μεταβλητή τροποποιούσε την έκφρασή του. Παρατήρησα πως κάποιοι από τους επισκέπτες του έμοιαζε να βελτίωναν τη διάθεσή του να μιλήσει, να τους εξηγήσει με λεπτομέρειες. Με άλλους η έκφρασή του σκλήραινε. Μπορεί και έτσι να μου φάνηκε, πάντως πρόσεξα ένα στιγμιαίο αόριστα αποδοκιμαστικό κοίταγμα από τη γραμματέα του. Κάποιες στιγμές ξεσπούσε σε φωνές, μιλώντας και χειρονομώντας ακατάληπτα σαν να μάλωνε με κάποιους αόρατους αντιπάλους.

Αργά το απόγευμα, έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Το βλέμμα του μαλάκωσε. Φαινόταν πλήρης αλλά και αποκαμωμένος. Τότε τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του θολά, όπως σε γεροντικό καταρράκτη. Όμως με διαπερνούσαν σαν προβολείς.

Άκουσε φίλε, σφύριξε μέσα από τα δόντια: έχεις την εύνοια της Τύχης -ή του Θεού αν προτιμάς- να μπορείς να δουλεύεις για το γούστο σου χωρίς να καίγεσαι για το μεροκάματο. Μπορείς αν θέλεις να μη δουλεύεις καν. Ξέρω πως με παρακολουθείς από πολλή ώρα, από μέρες με επιτηρείς -τι μέρες, εδώ και κοντά εξήντα χρόνια. Με επιτιμάς για τη στάση και τις επιλογές μου από πολύν καιρό. Από χρόνια θέλω λοιπόν να σου το πω κατάμουτρα μα σε λυπόμουνα επειδή είσαι ένας ιδεοληπτικός από θέση ασφαλείας. Άκουσέ με λοιπόν: καρφί δε μου καίγεται τι πιστεύεις για μένα!

Πέρασα πολύ πριν από σένα τις αυταπάτες που σε κατέχουν. Αρχίζεις να ψυλλιάζεσαι τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή όταν για πρώτη φορά κάποιοι «από πάνω» σού υποδείξουν περισσότερο ή λιγότερο ευγενικά ότι δεν είναι όλοι ίδιοι στην κοινωνία· ότι όλοι δε μπορούν να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα· ότι ναι μεν όλοι είναι ίσοι αλλά κάποιοι είναι πιο ίσοι από τους άλλους. Η πρώτη φορά που θ’ ακούσεις το εκλογικευμένο όνομα της ανισότητας: Global Budgets…

Τότε, αν σκαμπάζεις από κοινωνία, θα φρικάρεις άσχημα. Έτσι και με μένα· μου είπαν: άσε τα ιδεοληπτικά σου φιλαράκο και συμμορφώσου όσο είναι καιρός. Εντάξου στην τάξη σου. Μάνιωσα στην αρχή, βούρκωσα πολλές φορές στο αφιλόξενο κρεββάτι που δε μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Σιγά σιγά πήρα να σκληροπετσιάζω απ’ έξω προς τα μέσα. Με τον καιρό πέτρωσα. Τώρα πια, τις νύχτες, πριν ψευτοκοιμηθώ -με εφιάλτες πάντα που γίνονται όλο και πιο αιμοβόροι- η παγωνιά της πέτρας κάνει βόλτες σε όλο μου το σώμα.

Σταματάει μόνο έξω από την καρδιά -όπως τα άλογα που σέρνουν άρματα μάχης φρενάρουν από αυτοσυντήρηση μπρος στα τείχη. Επειδή ξέρει η παγωνιά πως αν μπει μέσα εκεί, όλα θα τελειώσουνε μεμιάς, μαζί και η ίδια. Και πρέπει να ξέρεις πως και η παγωνιά είναι μέρος της θερμοδυναμικής ισορροπίας της ζωής. Των γερατειών κυρίως αλλά και του τέλους κάθε έρωτα. Τότε που η πτώση της θερμοκρασίας συντελεί στην επιβίωση του εμβίου όντος. Επειδή όλα τα έμβια μηχανές εσωτερικής καύσης είμαστε και δε μπορεί κανένας να καίει στο φουλ για πολύ καιρό. Αυτά.

Γύρισε μετά και κοίταζε έξω στο παράθυρο σε να μην υπήρχα πια στον χώρο. Βγήκα έξω από το γραφείο. Αυτοί που τον περίμεναν είχαν αραιώσει. Τον παραμόνεψα όπως συνήθως μέχρι που βγήκε με το γερτό του βήμα. Τρύπωσα στο πίσω κάθισμα. Μπήκε κι αυτός στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Πριν το τρίτο στη σειρά φανάρι έκοψε ταχύτητα και έψαξε για ψιλά. Το πρεζόνι που συχνάζει εκεί τον ξέρει καλά, όπως τον ξέρει και ο κουτσός καμπούρης με τα χαρτομάντιλα στο τέταρτο φανάρι. Τον ξέρουν κι οι δυό και πηγαίνουν πρώτα σ’ αυτόν πριν ανάψει το πράσινο· είναι το σίγουρο φιλοδώρημα του απογεύματος.

Είναι μια στιγμή που τα μάτια του γυαλίζουν παράξενα και το πρόσωπό του γλυκαίνει. Το βλέπω στο καθρεφτάκι. Το ξέρω αφού τον παρακολουθώ σε κάθε βήμα του σχεδόν τόσα χρόνια. Και ξέρω πως αυτές οι δυο στάσεις στο τρίτο και το τέταρτο φανάρι είναι το ξέπλυμα της κάθε βρομισμένης μέρας του.

Ποιος είναι ποιος; Αυτός ή εγώ;

Πηγή: presspublica.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...