Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Σιωπή...

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης


Πατημένα τα είκοσι εφτά. Για το χωριό λογιόταν σχεδόν μεγάλος. Έβαλε κάτω το κεφάλι. Και παντρεύτηκε. Χαρούλα, η νύφη. Όνομα και πράμα. Στην αρχή τουλάχιστον. Αλλά μεγάλες οι ανάγκες, μεγαλύτερα τα έξοδα και ακόμη πιο μεγάλη η γκρίνια. Μάζεψε τα πείσματά του, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Από το πρωί ως το απόγευμα. Το βράδυ καφενείο. Για να ξεχνιέται κιόλας. Κυριακή, γιορτές και αργίες σπίτι. Κατά πώς κάνει κάθε σωστός οικογενειάρχης.

Στο μεσημεριανό αντίκρυ, στο κρεβάτι πλάτη, στο δρόμο αγκαζέ. Έτσι, περνούσε ο καιρός τους. Πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγιζαν. Πρώτα με μάχες, μετά με αψιμαχίες και στο τέλος με σιωπές. Με σιωπές που γίνονταν όλο και πιο ηχηρές, σχεδόν κραυγαλέες, αναμεταξύ τους.

Σαν τον έριξε η αρρώστια στο κρεβάτι, κρεμάστηκε από ανάγκη πάνω της. Αυτή τον τάιζε, αυτή τον ξύριζε, αυτή τον χτένιζε. Δυο φορές τη μέρα τον ξεσκάτωνε. Άλλες τρεις τον σήκωνε, να του αλλάξει θέση. Τις ατέλειωτες ώρες που καθότανε στο πλάι του, μόνο για τον άλφα, για τον βήτα, για τον γάμα η κουβέντα τους. Άλλα αντ’ άλλων, κάτι για να λένε. Τα πιο δικά τους σαν να πέτρωναν στο στόμα. Αλλά όταν έπεσε στο τελευταίο κώμα και άρχισε την ασυνάρτητη συνομιλία του με τους πεθαμένους, πήρε το χέρι του, το πέρασε στο μάγουλό της και ξεκίνησε τον μακρύ μονόλογό της με ένα «καλέ μου…».

Ίσαμε τα ξημερώματα του ’λεγε και του ’λεγε. Και σαν τελείωσε να λέει, ξεψύχησε αυτός.

Πηγή: artinews.gr



Arti News: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...