Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Τα Βαλκάνια της Μαρία Τοντόροβα

Ανδρέας Λυμπεράτος*


«Δείτε τους μισθούς στα Βαλκάνια, γιατί εκεί ανήκετε. 300 ΕΥΡΩ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ»

Πολ Τόμσεν, προς τον πρόεδρο της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου (Δεκέμβριος 2011)

Την Τετάρτη 14 Ιουνίου το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας έχει τη χαρά να αναγορεύσει την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Illinois Urbana-Champaign Μαρία Τοντόροβα επίτιμη διδάκτορα του Παντείου Πανεπιστημίου.

Η αναγόρευση συμπίπτει με τα εικοσάχρονα από την πρώτη έκδοση του βιβλίου της Imagining the Balkans που μεταφράστηκε σε 11 γλώσσες (στα ελληνικά, με τίτλο «Τα Βαλκάνια, η Δυτική φαντασίωση») και την έκανε παγκοσμίως γνωστή ως μια από τις κορυφαίες σύγχρονες ιστορικούς των Βαλκανίων. Το βιβλίο δουλεύτηκε εν μέρει μέσα στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και βασικές του ιδέες δημοσιεύθηκαν πριν ακόμη σιγήσουν -προσωρινά- τα όπλα.

Η τομή είναι καθοριστική. Για πρώτη φορά τα Δυτικά στερεότυπα για τα Βαλκάνια, η εικόνα μιας περιοχής «βάρβαρης», «άγριας», «οπισθοδρομικής» και «απολίτιστης» -εικόνα που «φιλοτεχνήθηκε» περίπου έναν αιώνα πριν- υφίσταται συστηματική και καταλυτική κριτική με μια κοπερνίκεια αντιστροφή: το βλέμμα στρέφεται από την εικόνα σε εκείνους που την παρήγαγαν∙ και, εννοείται, στις ιδεολογικές και πολιτικές της λειτουργίες και συνέπειες για την εμπέδωση της Δυτικής ηγεμονίας επί των Βαλκανίων.

Αν η μιντιακή και ψευδοεπιστημονική επιστράτευση των στερεοτύπων αυτών κατά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας έδωσε την αφορμή γι’ αυτή την κριτική, δύο ακόμη συνθήκες επέτρεψαν την αιχμηρή κρυστάλλωσή της: η ετοιμότητα Βαλκάνιων διανοούμενων και επιστημόνων με φιλοσοφική παιδεία και βαθύ θεωρητικό προβληματισμό και οι δυνατότητες δεξίωσης βαλκανικών κριτικών φωνών στον Δυτικό ακαδημαϊκό χώρο.

Δυνατότητες που αναμφίβολα συνδέονται με την επιρροή που άσκησε το ρηξικέλευθο έργο του Αμερικανο-παλαιστίνιου διανοουμένου Εντουαρντ Σαΐντ «Οριενταλισμός» (1978) σε ένα μετασχηματιζόμενο θεωρητικό περιβάλλον.

Εκ των έσω λοιπόν της παγκοσμιοποιούμενης ακαδημαϊκής κοινότητας, στις ΗΠΑ, η Βουλγάρα ιστορικός βρήκε τον χώρο να υπερασπιστεί τα ταραγμένα Βαλκάνια από τον Δυτικό στερεοτυπικό λόγο και να ανοίξει ένα νέο θεωρητικό πεδίο ενασχόλησης μαζί τους.

Ακολούθησε την επιστημολογική κριτική του Σαΐντ, αλλά υποστήριξε ότι η έννοια του Οριενταλισμού δεν είναι εφαρμόσιμη στην περίπτωση των Βαλκανίων.

Τα Βαλκάνια, όπως κατασκευάζονται από τον λόγο του Βαλκανισμού (όρος που εισήγαγε η Τοντόροβα), δεν αποτελούν για το Δυτικό βλέμμα κάτι το ριζικά και ασυμβίβαστα διαφορετικό (όπως η Ανατολή του Οριενταλισμού), αλλά κάτι το σχετικά οικείο, μεταβατικό, εγγενώς αμφίσημο και απειλητικό όπως οι ανερχόμενες κοινωνικές τάξεις: το σκοτεινό alter ego της Ευρώπης.

Εξ ου και η εικόνα του γεφυριού (μεταξύ Ανατολής και Δύσης), η τετριμμένη μεταφορά για τα Βαλκάνια.

Εκτός από το περιεχόμενο των βαλκανιστικών αναπαραστάσεων που αναλύει, την προσέγγιση της Τοντόροβα τη διακρίνει από εκείνη του Σαΐντ και ένα ακόμη στοιχείο που προκύπτει από την πνευματική της διαμόρφωση ως ιστορικού.

Την Τοντόροβα την απασχολεί εκτός από την επιστημολογία και η οντολογία των Βαλκανίων, τα realia.

Δεν προσπερνά το ερώτημα «Τι είναι τα Βαλκάνια;» με την απάντηση «μια κατασκευή της Δυτικής φαντασίας».

Και στο σημείο αυτό έγκειται η πρωτότυπη θεωρητική της συνεισφορά, με την επεξεργασία και διατύπωση της προσέγγισης της «ιστορικής κληρονομιάς».

Τα Βαλκάνια –σε επίπεδο τόσο πραγματικότητας όσο και αναπαράστασης– είναι η σύνθεση των «κληρονομιών» τους και κατ’ εξοχήν η πιο πρόσφατη, η οθωμανική κληρονομιά.

Το έργο της Τοντόροβα έγινε ενθουσιωδώς δεκτό από την προοδευτική διανόηση παγκοσμίως, αλλά συνάντησε και ποικίλες κριτικές, από τις οποίες η σημαντικότερη προήλθε από τη Γερμανία και προκάλεσε την κομβική για τη σύγχρονη συζήτηση περί Βαλκανίων αντιπαράθεση μεταξύ της Τοντόροβα και του ειδικού στη σερβική ιστορία καθηγητή Χολμ Ζουντχάουσεν, στις σελίδες του περιοδικού Geschichte und Gesellschaft (Ιστορία και Κοινωνία, 1999-2003).

Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την έννοια της «ιστορικής περιοχής», με τον Ζουντχάουσεν να υποστηρίζει ότι πέρα από τις αναπαραστάσεις που ανέδειξε η Τοντόροβα, υπάρχουν αντικειμενικά χαρακτηριστικά που ορίζουν τη «Βαλκανική Ευρώπη» ως μια sui generis ιστορική περιοχή και να προχωρά στην αναλυτική συζήτησή τους.

Η απάντηση της Τοντόροβα ανέδειξε σε αρκετά σημεία τα «βαλκανιστικά» ολισθήματα του Ζουντχάουσεν κατά τον προσδιορισμό ως βαλκανικών χαρακτηριστικών με ευρύτερη αναφορά, όπως π.χ. η ροπή προς τους εθνικούς μύθους.

Η διολίσθηση στην ουσιοκρατία, επισήμανε, αποτελεί συχνά παρακολούθημα της χωρικής σκέψης.

Με άλλα λόγια, οι κατηγορίες του χώρου (εν προκειμένω ιστορικού, τα Βαλκάνια) μπορεί εύκολα να μεταβληθούν σε «εννοιολογικά γκέτο», εξέλιξη με σημαντικές πολιτικές συνέπειες.

«Είναι ακόμη Βαλκάνια». Το παλιό βολικό στερεότυπο στο εξώφυλλο του λονδρέζικου Economist (20/4/1985), έξι ολόκληρα χρόνια πριν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Ο ενδοελληνικός «εμφύλιος» της εικόνας δεν ήταν, πάντως, τίποτα περισσότερο από την απλή εκθρόνιση του (προσφιλέστατου στη Δύση) «εθνάρχη» Καραμανλή...


Αντίδοτο σε αυτή τη ροπή αποτελεί το σκέπτεσθαι με όρους χρόνου, δηλαδή ιστορικά.

Η πολύ σημαντική αυτή συζήτηση έδωσε στην Τοντόροβα την ευκαιρία να επεξεργαστεί επιπλέον την προσέγγιση της ιστορικής κληρονομιάς, αλλά και να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, στη συζήτηση των χρήσεων του ιστορικού χρόνου κατά την κατασκευή αναπαραστάσεων ιστορικο-γεωγραφικής ιδιαιτερότητας.

Η «παγίδα της καθυστέρησης» (2005) είναι το άρθρο στο οποίο κατά κάποιον τρόπο εξέβαλε διαλεκτικά η παραπάνω συζήτηση ανοίγοντας μια νέα διάσταση που απασχολεί μέχρι και σήμερα τη σπουδαία ιστορικό.

Εξετάζοντας τις απόψεις περί «ανατολικοευρωπαϊκού εθνικισμού», η Τοντόροβα επισήμανε ότι ο χρονικός κατακερματισμός ενιαίων παγκόσμιων διεργασιών και φαινομένων (όπως η διάδοση του εθνικισμού) και η διάκριση σε πρωτότυπους και υγιείς έναντι καθυστερημένων χρονικά και γι’ αυτό στρεβλών εθνικισμών είναι μια επιλογή με σαφή ιδεολογική λειτουργία.

Η συζήτηση λοιπόν περί μεταφοράς, «μετεμφύτευσης» κτλ. χαρακτηριστικών, ιδεών ή θεσμών από τις «προηγμένες» στις «καθυστερημένες» περιοχές του πλανήτη (συζήτηση που τόσο συχνά επαναλαμβάνεται στα Βαλκάνια, στο πλαίσιο διερευνήσεων περί εκσυγχρονισμού) αποτελεί το νέο πεδίο στο οποίο η Τοντόροβα συνεχίζει τη μεθοδική, δυναμική και πεισματώδη προσπάθειά της να «ανοίξει» και να εγγράψει τα Βαλκάνια στην παγκόσμια ιστορία.

Η διάλεξή της στις 15 Ιουνίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα «Στο κέντρο μέσω περιφέρειας: η βουλγαρική σοσιαλδημοκρατία και η Δεύτερη Διεθνής» αναμένεται να το επιβεβαιώσει.

*επίκουρος καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

«Το 1917 άνοιξε τεράστιους ορίζοντες προσδοκιών»



Συνέντευξη της Μαρία Τοντόροβα στον Τάσο Κωστόπουλο


• Το βιβλίο σας «Βαλκάνια. Η δυτική φαντασίωση» γράφτηκε σε μια συγκυρία κατά την οποία το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής είχε παρατεταμένη έντονη δημοσιότητα, λόγω των πολέμων της Γιουγκοσλαβίας και των δυσκολιών της μετασοσιαλιστικής μετάβασης. Είκοσι χρόνια μετά, τα στερεότυπα που περιγράψατε παραμένουν ενεργά – και σε ποιαν έκταση;

Τα κίνητρά μου, όταν πρωτοσυνέλαβα την ιδέα της «Φαντασίωσης» ήταν πολλαπλά, ήμουν όμως σαφής όσον αφορά την πολιτική μου ατζέντα. Δυσφορούσα για την γκετοποίηση των Βαλκανίων, που παραγόταν από μια διπλή διαδικασία: τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου την ιδεολογία του πρόσφατου «κεντροευρωπαϊσμού» που παρήγε αποκλεισμό.

Οταν άρχισα να γράφω το βιβλίο, διαπίστωσα με χαρά πως ο «βαλκανισμός» ήταν μια (σχεδόν) ακατοίκητη κατηγορία, κάτι το εξαιρετικά σπάνιο στις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Για να το θέσω συνοπτικά, «βαλκανισμός» σημαίνει πως οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των βαλκανικών ζητημάτων εδράζονται συχνά σ’ έναν λόγο ή σ’ ένα σταθερό σύστημα στερεοτύπων που βάζει τα Βαλκάνια σ’ ένανγνωστικό ζουρλομανδύα.

Επιχειρηματολόγησα για την ιστορικότητα του «βαλκανισμού», που ως λόγος διαμορφώθηκε κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα αλλά η γενεαλογία του μπορεί ν’ ανιχνευθεί σε αναπαραστατικά μοντέλα από τον 16ο αιώνα και δώθε.

Αυτός ο λόγος βασίστηκε στη μεταφορική και υποτιμητική χρήση του όρου «Βαλκάνια» μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, ως συμβόλου της επιθετικότητας, της μισαλλοδοξίας, της βαρβαρότητας, της αγριότητας, της ημι-ανάπυξης, της ημι-Ανατολής και του κατακερματισμού.

Αυτή η δέσμη στερεοτύπων, μολονότι σχετικά πρόσφατης κοπής, πάτησε σ’ ένα βαθύτερο υπόστρωμα αντιθέσεων μεταξύ Καθολικισμού και Ορθοδοξίας, Ευρώπης και Ασίας, Δύσης και Ανατολής, ιδίως δε μεταξύ Χριστιανοσύνης και Ισλάμ.

Αυτός ο λόγος είχε μεταβαλλόμενη ένταση. Κορυφωνόταν σε πολιτικά εκρηκτικές στιγμές, όπως ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ή ο γιουγκοσλαβικός πόλεμος της δεκαετίας του 1990, που αποκαλείται λανθασμένα «Βαλκανικός».

Τα πράγματα άλλαξαν σχεδόν εν μιά νυκτί, με τη δρομολόγηση της επέκτασης του ΝΑΤΟ το 1997.

Ο ΝΑΤΟϊκός βομβαρδισμός της Σερβίας δημιούργησε επίσης ένα σοβαρό γεωπολιτικό προηγούμενο.

Οποια κι αν ήταν τα κίνητρα, οι βομβαρδισμοί σαφώς είχαν αθέλητες συνέπειες.

Πριν από τον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου, το κυρίαρχο υπόδειγμα για τα Βαλκάνια ισοδυναμούσε με έμπρακτη γκετοποίηση της περιοχής.

Η ρητορική νομιμοποίηση της επέμβασης του 1999, ως υπεράσπισης οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, επανέφερε πρακτικά τα Βαλκάνια στη σφαίρα της δυτικής πολιτικής.

Ανάμεσα στους ευρωκράτες εμφανίστηκε για πρώτη φορά ένα αξιόλογο σώμα που πίστευε ότι συνέφερε την Ευρώπη να εντάξει τα Βαλκάνια, αντί να τα γκετοποιήσει.

Βαλκανικά κράτη έγιναν μέλη της Ε.Ε. σε τρία κύματα (2004, 2007 και 2013), η δε Αλβανία και τα εναπομείναντα θραύσματα της Γιουγκοσλαβίας έχουν επίσης αναγνωριστεί ως δυνητικά υποψήφια μέλη.

Ολα αυτά συνοδεύτηκαν από την περίεργη αλλά προβλέψιμη υποχώρηση της ρητορικής του βαλκανισμού, μολονότι αυτή απαντά ακόμα στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, όπως και στον ακαδημαϊκό λόγο.

Ακόμη και οι ηχηρές και συχνά κακεντρεχείς αντιρρήσεις για την εισδοχή της Τουρκίας επικεντρώνονται στο Ισλάμ, στη μεσανατολίτικη κουλτούρα, στα γυναικεία ή ανθρώπινα δικαιώματα, δεν επενδύονται όμως με ρητορική βαλκανισμού.

Συνεπώς, είκοσι χρόνια μετά, ενώ αυτή η ρητορική είναι ακόμη παρούσα, βολικά κουκουλωμένη αλλά έτοιμη για χρήση, δεν εξυπηρετεί πλέον πολιτικές στρατηγικές.

Ο «βαλκανισμός» δεν έχει εξαφανιστεί, προς το παρόν όμως έχει αποχωρήσει από την κεντρική πολιτική σκηνή.

• Στη «Φαντασίωση» αναλύετε λεπτομερώς πώς η έννοια της «Κεντρικής Ευρώπης» διαπλέκεται με ποικίλα (και συχνά αντιφατικά) κοινωνικοπολιτικά σχέδια. Η ίδια έννοια έχει πρόσφατα αναβιώσει, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης συζήτησης για μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, για την περιγραφή ενός πυρήνα χωρών που συνδέονται στενά με (και υποστηρίζουν πάντα) τη γερμανική πολιτική. Εντοπίζετε κάποια γενεαλογική σχέση ανάμεσα σ’ αυτό το τωρινό ρεύμα και τις παλιότερες διατυπώσεις του ίδιου όρου;

Μ.Τ.: Στη «Φαντασίωση» υποστήριξα ότι τη δεκαετία του 1980 η Κεντρική Ευρώπη δεν αποτελούσε απλά την πιο πρόσφατη ενσάρκωση μιας παλιότερης έννοιας.

Ηταν ουσιαστικά ένα νέο φαινόμενο, με διαφορετικά κίνητρα και στόχους. Η «Κεντρική Ευρώπη» ήταν ανατολικοευρωπαϊκή ιδέα και απέκλειε τη Γερμανία. Στόχος της ήταν η απεμπλοκή της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας από τη Ρωσία, κατ’ αρχάς, κι από τα Βαλκάνια, κατά δεύτερο λόγο, προκειμένου να υποστηριχθεί η πρώιμη χειραφέτηση και πρώιμη ένταξή τους στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Μπορούμε να συζητήσουμε για τη σχετική επιτυχία της ως βραχυπρόθεσμης πολιτικής στρατηγικής, ύστερα όμως από το 1989 και τη συνακόλουθη επέκταση της Ε.Ε. στα Βαλκάνια, έχει πρακτικά πεθάνει ως ιδέα.

Η Κεντρική Ευρώπη της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν καν αναβίωση της Κεντρικής Ευρώπης του Μάζαρικ στον Μεσοπόλεμο, που αποτελούσε προέκταση της τσεχικής πολιτικής σκέψης: μια ιδιόμορφη ζώνη μικρών εθνών που εκτεινόταν από το Βόρειο Ακρωτήριο μέχρι τον Κάβο Μαλιά και περιλάμβανε Λάπωνες, Σουηδούς, Νορβηγούς, Δανούς, Φινλανδούς, Εσθονούς, Λετονούς, Λιθουανούς, Πολωνούς, Λουσατούς, Τσέχους, Σλοβάκους, Ούγγρους, Σερβοκροάτες και Σλοβένους, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Αλβανούς, Τούρκους και Ελληνες, όχι όμως Γερμανούς ή Αυστριακούς.

Η «Μεσευρώπη» (Mitteleuropa), από την άλλη, υπήρξε γερμανική ιδέα και είχε πάντα στον πυρήνα της τη Γερμανία.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γιόζεφ Παρτς συνέλαβε μια «Μεσευρώπη» με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία ως πυρήνες, αποτελούμενη από το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελβετία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία· η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν αποκλειστεί απ’ αυτό το όραμα.

Ο Φρίντριχ Νόιμαν, ο πιο διάσημος υποστηρικτής της «Μεσευρώπης», διείδε ένα τεράστιο πολιτικό σώμα από τη Βόρεια Θάλασσα μέχρι τις Αλπεις, την Αδριατική και τον Δούναβη, αποκλείοντας από την αρχική εκδοχή του τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και την Ελλάδα, επίσης όμως την Ελβετία και την Ολλανδία· έναν χρόνο μετά, η Βουλγαρία θεωρήθηκε αρκετά ώριμη για να περιληφθεί.

Αυτή η «Μεσευρώπη» σχεδιάστηκε σε μια εποχή που γίνονταν αντιληπτές η απομόνωση και η δυνητική πολιτισμική και οικονομική επέκταση της Γερμανίας.

Επίκληση της έννοιας της Κεντρικής Ευρώπης γίνεται σήμερα ως επί το πλείστον ακαδημαϊκά, για να διαλευκανθούν οι διαφορετικές ιστορικές διαδρομές της.

Αν έχει επανεμφανιστεί πρόσφατα στον πολιτικό λόγο, μου φαίνεται ότι τα γεωπολιτικά συμφραζόμενα είναι εντελώς διαφορετικά.

Δεν υπάρχει χώρα που «υποστηρίζει πάντα τη γερμανική πολιτική» (ούτε καν η Αυστρία).

Από την άλλη, η Γερμανία είναι αδιαμφισβήτητα ο σημερινός ηγεμόνας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, πολιτικά όμως οι προοπτικές της στηρίζονται σε μια σταθερή συμμαχία με τη Γαλλία, που ουδέποτε έγινε αντιληπτή ως τμήμα της Κεντρικής Ευρώπης.

• Το 1917 υπήρξε μια χρονιά-σταθμός στην παγκόσμια ιστορία. Εκατό χρόνια μετά, πώς αντιλαμβάνεστε την επίδρασή του στα Βαλκάνια;

Προτιμώ να το δω στα συμφραζόμενα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που το γέννησε.

Ο Μεγάλος Πόλεμος παρήγαγε ένα κοινό πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα στην Ευρώπη, επιφέροντας θανάσιμο πλήγμα στο κατεστημένο και δημιουργώντας εξαιρετικά περιθώρια παρέμβασης των ριζοσπαστικοποιημένων μαζών, σε μεγάλο δε βαθμό γνώρισε μια γενεαλογική τομή.

Με τον θρίαμβο ειδικά της μπολσεβίκικης επανάστασης, ο ορίζοντας των προσδοκιών επεκτάθηκε σε προοπτικές απρόβλεπτες μέχρι τότε.

Μεγάλο μέρος της σχετικής φιλολογίας περιγράφει αυτή την επαναστατική έξαρση ως μίμηση της ρωσικής επανάστασης.

Θα υποστήριζα, αντίθετα, πως οι αντιδράσεις υπήρξαν πολυσχιδείς και ιδιαίτερες σε κάθε χώρα, καλύπτοντας όλη την γκάμα από τη μίμηση -όντως- των ρωσικών γεγονότων σε κάποιες περιπτώσεις (π.χ. Ουγγαρία), τη συχνότερη προβολή εναλλακτικών οραμάτων και προγραμμάτων (αγροτισμός, σοσιαλδημοκρατία, κομμουνισμός, φασισμός, στρατιωτικές δικτατορίες), μέχρι -κυρίως- μια φρικαλέα φοβία απέναντι στην επανάσταση και, συνακόλουθα, μια διεθνή αντεπαναστατική κινητοποίηση.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη το επαναστατικό κύμα είχε πια κατασταλεί το 1919, στη Βουλγαρία, μόνη απ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, μια αριστερή αγροτική κυβέρνηση με τολμηρό κοινωνικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα κατείχε τα ηνία της εξουσίας μέχρι το 1923.

Στο αποκορύφωμα της ισχύος του, ο πρωθυπουργός Αλεξάντερ Σταμπολίσκι συνόψιζε ως εξής τη σημασία της πολιτικής του, όχι μόνο για τη Βουλγαρία αλλά και για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία: «Σήμερα υπάρχουν μόνο δύο ενδιαφέροντα σοσιαλιστικά πειράματα: το πείραμα του Λένιν και το δικό μου».

Η βουλγαρική σοσιαλδημοκρατία, από την άλλη, η οποία είχε ήδη μακρά και ισχυρή οργανωμένη παράδοση ήδη από τη δεκαετία του 1890 τουλάχιστον, βίωσε μια γενεαλογική ρήξη που οδήγησε στα τραγικά γεγονότα του 1923-1925, όταν μια νέα ριζοσπαστικοποιημένη γενιά ανέλαβε το κομμουνιστικό κόμμα.

Οσον αφορά τα Βαλκάνια συνολικά, θα έλεγα ότι δεν υπήρξε κάποια περιφερειακή βαλκανική ανταπόκριση. Ηταν μια εποχή έντονου εθνικισμού και οι αντιδράσεις υπήρξαν εθνικά επικαθορισμένες.

Οσον αφορά ειδικά τη σοσιαλδημοκρατία, σε ορισμένες περιπτώσεις το 1917 αποδείχθηκε όντως καθοριστικό.

Στην ελληνική περίπτωση ο μαρξισμός περιοριζόταν κυρίως σε κύκλους διανοουμένων και δεν απειλούσε την τρέχουσα πολιτική.

Ο σοσιαλισμός δεν αποτελούσε έτσι πολιτική εναλλακτική λύση και η θεσμική αποκρυστάλλωσή του προέκυψε σχετικά αργά.

Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) σχηματίστηκε μόλις το 1918, για να εξελιχθεί το 1924 στο ΚΚΕ.

Η μεγάλη στιγμή του ήρθε μόνο με τη γερμανική κατοχή και τον συνακόλουθο εμφύλιο πόλεμο, όταν το κοινωνικό ζήτημα βρέθηκε στο προσκήνιο συνταιριασμένο με το εθνικό.

Η Ρουμανία είχε επίσης ισχυρή εκτελεστική εξουσία, υπάκουη γραφειοκρατία και μια μικρή αλλά πανίσχυρη ανώτερη αστική τάξη που κρατούσε υπό έλεγχο την αντιπολίτευση.

Στο τέλος του πολέμου, η Ρουμανία είχε καταστεί σημαντικός συστατικός κρίκος της υγειονομικής ζώνης κατά του μπολσεβικισμού.

Οσο για το αδύναμο σοσιαλιστικό κίνημα, ο Οκτώβρης του 1917 αποκρυστάλλωσε τις εκκρεμείς διαφορές μεταξύ λεγκαλιστών, που ευνοούσαν μια εξελικτική κοινωνική αλλαγή, και ριζοσπαστών, που ανυπομονούσαν για μαχητική δράση.

Το ΚΚΡ, που σχηματίστηκε το 1922, ήταν ήδη «μπολσεβικοποιημένο» και εύκαμπτο στις σοβιετικές πιέσεις, τέθηκε δε εκτός νόμου από το 1924.

Το νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (που το 1929 μετονομάστηκε σε Γιουγκοσλαβία) ταλανιζόταν ανάμεσα σε συγκεντρωτικές και φεντεραλιστικές δυνάμεις.

Το Κ.Κ. δημιουργήθηκε το 1919 με ενοποίηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και των πρώην αυστροουγγρικών εδαφών.

Η θέση του ήταν κατά της ομοσπονδίας, καθώς θεωρούσε ότι το εθνικό ζήτημα επιλύθηκε με τη δημιουργία ενιαίου κράτους.

Οπως και αλλού, η επανάσταση των μπολσεβίκων οδήγησε σε πόλωση επιταχύνοντας την εκκολαπτόμενη ρήξη ρεφορμιστών-επαναστατών.

Το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου κι αποδεκατίστηκε το 1921.

Εχασε μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς του και τα μεσοπολεμικά χρόνια της παρανομίας του χαρακτηρίστηκαν από σφοδρές φραξιονιστικές διαμάχες για τη γραμμή που του επέβαλλε η Κομιντέρν, διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας στα συστατικά της κράτη.

Ο αντίκτυπος της επανάστασης των μπολσεβίκων στην Τουρκία συνέπεσε με τον τουρκικό πόλεμο της ανεξαρτησίας που κυριάρχησε ολοσχερώς στις εξελίξεις, καθώς και με την ολοκληρωτική ανατροπή των σχέσεων με τη Ρωσία, που τους προηγούμενους αιώνες αποτελούσε τον κατ' εξοχήν εξωτερικό εχθρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Βυθισμένη και η ίδια σε εμφύλιο πόλεμο, η σοβιετική Ρωσία παρείχε αποφασιστική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στον τουρκικό στρατό, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο για την τουρκική νίκη πάνω στις συμμαχικές κατοχικές δυνάμεις.

Αυτό εξηγεί επίσης την αμφιλεγόμενη στάση των μπολσεβίκων απέναντι στη νεογέννητη τουρκική κομμουνιστική Αριστερά, που τσακίστηκε το 1921.

Οι Σοβιετικοί έπαιξαν με τη λογική του κράτους, όχι με τη λογική της επανάστασης.

Υποστηρίζω ότι το 1917 παρήγαγε μια ευφορία δίχως προηγούμενο κι άνοιξε τεράστιους ορίζοντες προσδοκιών· με τη δημιουργία όμως συγκεντρωτικών οργανισμών στην ΕΣΣΔ, ο ορίζοντας των προσδοκιών για τους κομμουνιστές στένεψε πρακτικά σ’ ένα όραμα που θύμιζε τούνελ.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη επικράτησε η δυναμική της αντεπανάστασης.

• Επιχειρηματολογείτε σταθερά κατά των θεωριών περί «γεωγραφικής ιδιαιτερότητας» και υπέρ μιας παγκόσμιας οπτικής των κυριότερων κοινωνικών και ιδεολογικών διαδικασιών, όπως η διάχυση του εθνικισμού. Αυτό ισχύει και για την προσέγγιση της ιστορικής εξέλιξης των σοσιαλιστικών κινημάτων και ιδεών στα Βαλκάνια; Ηταν αυτά διακριτά ή «ιδιαίτερα» κατά κάποιο τρόπο; Πώς εγγράφεται ο βαλκανικός σοσιαλισμός στη γενική εικόνα;

Αυτή η προσέγγιση ισχύει απόλυτα και για τη μελέτη της διάδοσης των σοσιαλιστικών ιδεών στα Βαλκάνια.

Η αντιμετώπιση των Βαλκανίων ως ενιαίου συνόλου ακολουθεί συνήθως ένα υπεραπλουστευτικό κοινωνιολογικό μοντέλο (αγροτικές κοινωνίες προερχόμενες από την οθωμανική κληρονομιά) ή γίνεται προκειμένου να απλοποιηθεί η ενασχόληση με μια πολυσύνθετη περιοχή.

Οι ομοιότητες όμως στην κοινωνική δομή δεν οδήγησαν ούτε σε συγκρίσιμη δεκτικότητα των σοσιαλιστικών ιδεών, πόσο μάλλον πολιτική συμπεριφορά.

Στη γενικότερη φιλολογία, βασικό αξίωμα είναι ότι ο σοσιαλισμός υπήρξε απάντηση στις προκλήσεις της σύγχρονης μαζικής βιομηχανικής κοινωνίας, με μια έμφαση στο «βιομηχανική».

Αυτό πυροδότησε τη διαρκή έκπληξη για το «παράδοξο» της διάδοσης του σοσιαλισμού στις αγροτικές εκτάσεις της Ανατολικής Ευρώπης και διασκεδάστηκε με τη διατύπωση ενός διπολικού μοντέλου σοσιαλισμών, «δυτικού» και «ρωσικού». Θεωρώ πως αυτό το διπολικό σχήμα είναι αναχρονιστικό, καθώς εφαρμόζει αναδρομικά στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα το σχίσμα σοσιαλισμού/κομμουνισμού που ακολούθησε τη δεκαετία του 1920.

Την εποχή της Α' και της Β' Διεθνούς υπήρξαν παθιασμένες συζητήσεις και συγκρούσεις μέσα στο κίνημα, δεν αρθρώνονταν όμως βάσει ενός άξονα Ανατολής-Δύσης.

Οι «περιφερειακές» σοσιαλδημοκρατίες μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο πρέπει να τοποθετηθούν σε αυτό το κλίμα ενός κοινού σοσιαλισμού, που στέγαζε ένα ευρύ φάσμα ανταγωνιστικών και συχνά ασύμβατων τάσεων, γνωμών και τοπικών ιδιαιτεροτήτων κάτω από την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όσον αφορά τη διασπορά του μαρξισμού στη Βόρεια, την Ανατολική και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διάχυση του μαρξισμού περιγράφεται συνήθως με ορισμένη γλώσσα: «διεισδύει», «ασκεί επιρροή», «διασπείρεται», «διαδίδεται».

Ο σοσιαλισμός των χωρών που ήταν το αντικείμενο αυτής της διάδοσης στην περιφέρεια αντιμετωπίζεται, συνακόλουθα, ως μιμητικός και δευτερογενής.

Με την έλευση των σπουδών πολιτισμικής μεταφοράς, αυτό το λεξιλόγιο έγινε κάπως πιο εξευγενισμένο: η γνώση «τίθεται σε κυκλοφορία», «οικειοποιείται», οι ιδέες «μεταγλωττίζονται», «μεταφυτεύονται», προσαρμόζονται σε επικοινωνιακή διάδραση, με έμφαση στον διαδικαστικό χαρακτήρα της μεταφοράς, την πολιτισμική μίξη και την παραγωγή υβριδίων.

Οσον αφορά τα Βαλκάνια, ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν εφαρμόζεται.

Αυτόν τον καιρό δουλεύω ένα βιβλίο για τη θέση της βουλγαρικής σοσιαλδημοκρατίας στην εποχή της Β' Διεθνούς, όπου ασχολούμαι με πολλά απ’ αυτά τα ζητήματα.

Αμφισβητώ ακόμη και τη χρησιμότητα του επιστημονικού υποδείγματος της «μεταφοράς», υποστηρίζοντας το σχήμα μιας ασύμμετρης εμπλοκής, που διασώζει την εκατέρωθεν συμβολή.

Αυτό θα είναι το αντικείμενο και της διάλεξής μου στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου.

• Εχετε εμπειρία εκ των ένδον από το επαγγελματικό περιβάλλον των ιστορικών τόσο στον πάλαι ποτέ «υπαρκτό σοσιαλισμό» όσο και στις ΗΠΑ. Το κυρίαρχο στερεότυπο γι’ αυτούς τους δύο επιστημονικούς κόσμους αντιπαραθέτει συνήθως τις «κρατικές αλήθειες» στην «απόλυτη διανοητική ελευθερία». Ποια πραγματικά περιθώρια ανεξάρτητης σκέψης κι ελεύθερης έκφρασης διαθέτει (ή διέθετε) ένας ιστορικός στον καθένα;

Τα στερεότυπα είναι ένας φυσικός τρόπος για ν’ αποκτήσουμε μια πρώτη αντίληψη της πραγματικότητας και συνήθως βασίζονται σε κάποια όντως υπαρκτά χαρακτηριστικά.

Καθίστανται απαράδεκτα μόνο όταν (υπερ)γενικεύονται.

Είναι αλήθεια ότι επί «υπαρκτού σοσιαλισμού» υπήρχαν «κρατικά επιβεβλημένες» αλλά υπήρχαν και τρόποι να τις παρακάμψεις, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες (μετά το 1960), από τις οποίες προέρχεται η προσωπική μου εμπειρία.

Πρώτον, υπήρχαν πεδία ιστορικής έρευνας ασφαλέστερα και άλλα περισσότερο επισφαλή, κάτι που σήμαινε λιγότερη (ή καθόλου) και περισσότερη επιτήρηση.

Επειτα, οι επιστήμονες των ανθρωπιστικών σπουδών κατέκτησαν μια μεταφορική γλώσσα, που αποκλήθηκε από κάποιους «ανατολικοευρωπαϊκή περιφραστική».

Ακόμη κι έτσι υπήρχε όμως τόσο λογοκρισία όσο και αυτολογοκρισία, που λειτουργούσαν (ή βιώνονταν) ως πραγματικοί περιορισμοί.

Στις ΗΠΑ, αντίθετα (και εννοώ ξανά τις δεκαετίες για τις οποίες έχω προσωπική εμπειρία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά, όχι τη δεκαετία του 1950 ή τις αρχές του ’60), η διανοητική ελευθερία είναι τεράστια, αν όχι σχεδόν απόλυτη.

Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να βρει πάντα μηχανισμό δημοσιοποίησης της δουλειάς του, όχι όμως υποχρεωτικά τον πιο κεντρικό, αν δεν ακολουθεί τα διανοητικά (και ενίοτε ιδεολογικά) ρεύματα της μόδας.

Αυτά τα ρεύματα αλλάζουν όμως αρκετά συχνά, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από την υποχώρηση της πολιτισμικής ιστορίας που άσκησε τεράστια επιρροή και κυριαρχούσε μέχρι πρόσφατα.

Σήμερα της μόδας είναι η παγκόσμια ιστορία και η περιβαλλοντική ιστορία, με την ψηφιακή ιστορία να έπεται, και υπάρχει η τάση μεταξύ των νέων ιστορικών να προσαρμόζονται σ’ αυτά τα ρεύματα, στον βαθμό που αυτά χρηματοδοτούνται καλύτερα και εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας.

Ισως μόνο τα μεγάλα ερευνητικά πανεπιστήμια (τα οκτώ ιδιωτικά της Ivy League και τα κυριότερα δημόσια) να είναι απρόσβλητα -αν και όχι εντελώς- από βραχυπρόθεσμους (και συχνά κοντόφθαλμους) υπολογισμούς.

Εν κατακλείδι, θα έλεγα πως η πιο θεμελιώδης διαφορά είναι ότι το επάγγελμα του ιστορικού και η ιδιότητα του διανοούμενου γενικότερα μετρούσαν πολύ στον «σοσιαλιστικό κόσμο», ενώ στις ΗΠΑ είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτικά και κοινωνικά αδιάφορα.

Αυτή η αδιαφορία τούς προσδίδει, ωστόσο, μια περιζήτητη διανοητική αυτονομία.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...