Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ενθύμιο Μάνου Λοΐζου…

Βασίλης Μακρίδης


17 Σεπτεμβρίου 1982. Ημέρα Παρασκευή. Δεύτερη μέρα του 8ου φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή στο Περιστέρι, στον Άγιο Ιερόθεο. Ο νεόκοπος Κνίτης, που λίγες βδομάδες πριν είχε δώσει το βιογραφικό του και μόλις είχε μάθει ότι εγκρίθηκε στη συνέλευση της ΟΒ του, έκανε την ανεξάρτητη, εφηβική του βόλτα στους χώρους του φεστιβάλ.

Πρώτη ιδιαίτερη αδυναμία του: η Διεθνούπολη – από μικρή ηλικία του άρεσαν οι γνωριμίες με ανθρώπους «από αλλού», η ανταλλαγή εμπειριών, το τεστάρισμα της ξένης γλώσσας, αλλά και τα… σηματάκια των ξένων κομμουνιστικών οργανώσεων.

Δεύτερη ιδιαίτερη αδυναμία του: οι συναυλιακοί χώροι – μουσικός επαγγελματίας ο πατέρας, μουσικός, ερασιτέχνης έστω και ο ίδιος, αφού είχε αρχίσει να «γρατζουνάει» εδώ κι έναν χρόνο την χειροποίητη κλασική κιθάρα, δημιούργημα του μάστορα των εγχόρδων Άρη Απαρτιάν. Κάτι σαν «το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά», έστω και αν το μήλο βγήκε, τελικά, …ξινόμηλο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στη σολιστική επιδεξιότητα επί του οργάνου...

Περπατώντας αμέριμνος στους χώρους του φεστιβάλ, ξαφνικά φτάνει στ’ αυτιά του από τα μεγάφωνα μια ανακοίνωση: του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ. «Τι στην ευχή να έγινε και στα καλά του καθουμένου βγάζει το «Κου-Σου» ανακοίνωση μέρα Παρασκευή»; Συνήθως οι επίσημες ανακοινώσεις για την πορεία και τα αποτελέσματα του φεστιβάλ γίνονταν την Κυριακή, την τελευταία μέρα. Όπως και η κεντρική ομιλία, του Χαρίλαου…

Ακούγοντας τις πρώτες φράσεις και, στη συνέχεια, ολόκληρη την ανακοίνωση του Κεντρικού Συμβουλίου, ένιωσε σαν του έκοβαν τα πόδια… Ήξερε ότι ο Μάνος είχε σοβαρά προβλήματα υγείας· από πολύ μικρός, άλλωστε, διάβαζε σχεδόν τα πάντα, τουλάχιστον ό,τι ο ίδιος θεωρούσε σοβαρό και αξιόλογο και του προσέφερε γνώση. Από μικρή ηλικία, άλλωστε, γύρω στα 9 με 10, είχε αρχίσει την ανάγνωση των καθημερινών εφημερίδων: Ριζοσπάστη και Ελευθεροτυπία αγόραζε ο πατέρας του, όπως έκαναν άλλωστε πολλά μέλη και φίλοι του Κόμματος την εποχή εκείνη. ‘Επαιρναν την εφημερίδα του Κόμματος, που ήταν (και είναι ακόμη) πρωινή για να ενημερωθούν για τη θέση του γύρω από τα ζητήματα της επικαιρότητας, αλλά και μία «αστική» (πλην, συνήθως, «προοδευτική» και «δημοκρατική») απογευματινή εφημερίδα, για να διαμορφώνουν μια πιο πλατιά αντίληψη και, κυρίως, για να μαθαίνουν τι έλεγαν και τα υπόλοιπα κόμματα.

Ήξερε, λοιπόν, για τα προβλήματα υγείας του Μάνου, ήξερε όμως και ότι είχε πάει στη Μόσχα για να νοσηλευθεί, εκεί όπου οι γιατροί της «μεγάλης χώρας του σοσιαλισμού» ήταν ικανοί να κάνουν θαύματα, να τον θεραπεύσουν και να τον στείλουν πίσω στην Ελλάδα απόλυτα υγιή και έτοιμο να γράψει νέα, μεγάλα, μελωδικά και υπέροχα τραγούδια.

Δυστυχώς, ούτε οι –πράγματι εξαιρετικοί– γιατροί της «μεγάλης σοσιαλιστικής πατρίδας» στάθηκαν ικανοί να αντιμετωπίσουν τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας του Μάνου. Δεν άντεξε ο οργανισμός του το δεύτερο εγκεφαλικό, μετά από αυτό του Ιούνη του 1982, στην Αθήνα. Πάλεψε γενναία με τον θάνατο για 10 μέρες, όμως τελικά υπέκυψε στο μοιραίο…

Για τον 15χρονο Κνίτη της ιστορίας, τον υποφαινόμενο, ο Μάνος Λοΐζος ήταν ήδη κάτι παραπάνω από συνθέτης: ήταν ένας άνθρωπος που προσέφερε στον ίδιο και στους άλλους ανθρώπους ένα υπόδειγμα ζωής. Πώς κανείς να ζει, να δημιουργεί, να συμπεριφέρεται στους γύρω του. Ο Μάνος, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο ερμηνευτής… Ο Μάνος ο Άνθρωπος (με «Α» κεφαλαίο), με το ήπιο, καλοσυνάτο και, συνήθως, χαμογελαστό πρόσωπο… Ο Μάνος ο κομμουνιστής – ουδέποτε το έκρυψε, αντίθετα, το διαλαλούσε και μέσα από την Τέχνη του, με έναν τρόπο όμως που ποτέ δεν θύμιζε κομματικά τσιτάτα, αλλά άφηνε τον ακροατή να καταλάβει μόνος του το «δεύτερο επίπεδο» στα τραγούδια του.

Εκτός αυτού, τα αυτιά του ήταν γεμάτα από Μάνο Λοΐζο από πολύ μικρή ηλικία, με τη βοήθεια των μουσικών επιλογών των γονιών του, είτε αυτό αφορούσε σε δίσκους (45άρια και LP) και κασέτες, είτε αυτό αφορούσε στο –μόνο κρατικό, τότε– ραδιόφωνο και εκπομπές όπως «Τα τραγούδια της παρέας»… Τότε, τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όπως είχε πει κάποια φορά στην τηλεόραση ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, το «στάνταρ» στο ελληνικό ραδιόφωνο ήταν ν’ ακούς Χατζιδάκι και Θεοδωράκη (ελεύθερο, πλέον, από τις απαγορεύσεις της χούντας), Ξαρχάκο και Μαρκόπουλο, Σπανό και Πλέσσα, Γιάννη Γλέζο και Λίνο Κόκκοτο… Και Λοΐζο, πολύ Λοΐζο

Αντίθετα, ήταν πολύ σπάνιο ν’ ακούσει κανείς… «τραγούδια-παρατράγουδα», γνωστά και ως «σκυλάδικα». Μόνο σε κάτι «προσφερόμενες» εκπομπές κάποιων απίθανων δισκογραφικών εταιρειών μπορεί να τα πετύχαινε κανείς, αλλά και αυτό μια-δυο φορές τη βδομάδα από μισή ώρα τη φορά. Τώρα, ο λόγος του κλάσματος έχει αντιστραφεί και στα ραδιόφωνα (ειδικά στα ιδιωτικά-εμπορικά, όπου επικρατεί η γνωστή playlist) κυριαρχούν σχεδόν ολοκληρωτικά τύποι και τύπισσες που δείχνουν σαν να έχουν ξεμείνει από… ξηρά τροφή και καθαρό νερό στα τάσια τους…

Τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια μετά, η μορφή του Μάνου εξακολουθεί, παρόλα αυτά, να είναι – με τον τρόπο της – κυρίαρχη στα μουσικά πράγματα της χώρας μας. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο, κατά το μάλλον ή ήττον, ποιοτικό κομμάτι της μουσικής μας, το οποίο υπήρχε και υπάρχει, παρά τα όποια εμπόδια και την κατά πολύ λιγότερη προβολή, σε σχέση με τα διάφορα σύγχρονα υβρίδια του παλιού (και κατά πολύ γνησιότερου) «σκυλάδικου».

Τριανταπέντε χρόνια μετά, ο Μάνος εξακολουθεί να είναι αγαπημένος συνθέτης όχι μόνο αυτών που πρόλαβαν να τον γνωρίσουν ή, έστω, να έρθουν σε επαφή με την Τέχνη του όσο εκείνος ήταν στη ζωή, αλλά και πολλών νεότερων, οι οποίοι τον «ανακάλυψαν» με τον δικό τους τρόπο ή είχαν την τύχη να τους μεταλαμπαδεύσουν την αγάπη αυτοί κάποιοι παλιότεροι…

Τριανταπέντε χρόνια μετά, ο Μάνος έχει κερδίσει «με το σπαθί του» δύο άτυπους, πλην ιδιαίτερα ουσιαστικούς «τίτλους»: του μελωδικότερου σύγχρονου Έλληνα συνθέτη και του συνθέτη που αγαπήθηκε περισσότερο, ίσως, από οποιονδήποτε όμοιό του και ως άνθρωπος, από ολόκληρη σειρά γενεών Ελλήνων. Και ήταν μελωδικός, χωρίς να γίνεται ποτέ «γλυκερός» και ανούσιος… Και ήταν (και είναι!) αγαπημένος και ως άνθρωπος, γιατί όλες οι μαρτυρίες πιστοποιούν, ότι όσο ζούσε, προσέφερε απλόχερα την αγάπη στους γύρω του, παλεύοντας ταυτόχρονα με όλες του τις δυνάμεις για την εξάλειψη των κάθε είδους αδικιών, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Όπως γράφει στον υπέροχο στίχο του ο Μιχάλης Γκανάς, «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε». Τουτέστιν, ο άνθρωπος που γράφει τούτες τις αράδες, άλλαξε άποψη για πολλά ζητήματα από τότε μέχρι σήμερα, χωρίς ωστόσο να έχει αλλάξει στο ελάχιστο ο πυρήνας των ιδεών του. Και ο πυρήνας αυτός έχει επηρεαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη ζωή και το έργο του Μάνου Λοΐζου.

Για μένα, τον σημερινό πενηντάρη που γράφει τούτο το ιδιότυπο «ενθύμιο», ο δρόμος θα έχει πάντα τη δική του ιστορία. Πάντα θ’ αναρωτιέμαι «τι έχουν να χωρίσουνε λευκοί και νέγροι εργάτες». Πάντα στ’ αυτιά μου η Ευδοκία θα φωνάζει γελώντας «Παναγιά μου» στο τέλος του ζεϊμπέκικου. Πάντα ο Σεβάχ ο Θαλασσινός θα ρίχνει μες στη «χάψη» τους πειρατές δεμένους με τα χέρια πίσω. Και το κυριότερο: «Έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει, δεν θα περάσει ο φασισμός»!

Σήμερα, στα 80 χρόνια από τη γέννηση και στα 35 από το «φευγιό» του Μάνου. Σήμερα, στα 4 χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου…

Θα νικήσουμε, αδέλφια!!!




Βασίλης Μακρίδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...