Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Η γενοκτονία των Ροχίνγκια

Κόσμος


Γιατί οι περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ροχίνγκια στη Μιανμάρ (Βιρμανία) θεωρούνται η «πιο διωκόμενη μειονότητα του κόσμου» και όλοι μιλούν για μια σύγχρονη γενοκτονία;

Ποιοι είναι οι Ροχίνγκια;


Οι Ροχίνγκια είναι μια μουσουλμανική μειονότητα χωρίς πατρίδα, η οποία θεωρείται από τον ΟΗΕ από τους περισσότερο διωκόμενους λαούς στον κόσμο, καθώς έχει στερηθεί ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, την ιθαγένεια. Ζουν εδώ και αιώνες στην Μιανμάρ, σε αυτήν την κατά πλειοψηφία βουδιστική χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας. Σήμερα αριθμούν περίπου 1,3 εκατομμύρια και ζουν περιορισμένοι στην επαρχία Ραχίν, μέσα σε καταυλισμούς και άθλιες συνθήκες.

Η δικτατορία της Μιανμάρ από το 1982 τους έχει στερήσει την ιθαγένεια, γεγονός που τους έχει καταστήσει απάτριδες, ενώ δεν επιτρέπεται να φύγουν χωρίς άδεια από την κυβέρνηση, δεν έχουν δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης, πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην εκπαίδευση ακόμη και στα νοσοκομεία. Λόγω της συνεχιζόμενης βίας και δίωξης, εκατοντάδες χιλιάδες Ροχίνγκια έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες. Περισσότεροι από 370.000 έχουν καταφύγει στο Μπανγκλαντές από τα τέλη Αυγούστου για να αποφύγουν νέες βιαιότητες.


Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκάλεσε επείγουσα συνεδρίαση την Τετάρτη προκειμένου να συζητήσει για τη βία στη Μιανμάρ. Την επείγουσα συνεδρίαση ζήτησαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία, καθώς συνεχώς αυξάνονται οι ανησυχίες της διεθνούς κοινότητας για την τύχη των μειονοτικών Ροχίνγκια στην πολιτεία Ραχίν της Μιανμάρ. Με μια ανακοίνωσή του, το 15μελές Συμβούλιο Ασφαλείας «εξέφρασε την ανησυχία του για αναφορές υπερβολικής χρήσης βίας κατά τις επιχειρήσεις ασφαλείας και κάλεσε για την λήψη άμεσων μέτρων για τον τερματισμό της βίας στην Ραχίν, για την αποκλιμάκωση της κατάστασης, την αποκατάσταση της έννομης τάξης και τη διασφάλιση της προστασίας των αμάχων».

Ο Ζαου Ιταί, εκπρόσωπος της Προέδρου Αούνγκ Σαν Σου Κι δήλωσε ότι οι δυνάμεις της Μιανμάρ πραγματοποιούν το νόμιμο καθήκον τους, προσπαθούν δηλαδή να αποκαταστήσουν την τάξη στην περιοχή. Οι βιαιότητες εναντίον των μουσουλμάνων Ροχίνγκια στη Μιανμάρ (Βιρμανία) σηματοδοτούν «τον θάνατο του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης«, δήλωσε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κατηγορώντας άμεσα την ηγέτιδα της Μιανμάρ Αούνγκ Σαν Σου Κι, η οποία τιμήθηκε το 1991 με το βραβείο αυτό.

«Μια απάνθρωπη κυβέρνηση με επικεφαλής μια απάνθρωπη γυναίκα που είχε κερδίσει το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης σκοτώνει και καίει απροστάτευτους ανθρώπους, πυρπολεί τα σπίτια τους και δεν υπάρχει καμιά πραγματική αντίδραση. Καταδικάζουμε, εκδίδουμε ανακοινώσεις, αλλά σε τι χρησιμεύει αυτό, χρειάζεται δράση (…) Αυτό σηματοδοτεί τον θάνατο του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης», δηλώνει ο Χαμενεΐ σε βίντεο που αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του.

Από πού κατάγονται οι Ροχίνγκια;


Όπως αναφέρει το εκτενές δημοσίευμα του Aljazeera, οι μουσουλμάνοι ζουν στην περιοχή που είναι γνωστή ως Μιανμάρ ήδη από τον 12ο αιώνα, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς. Ο Εθνικός Οργανισμός «Arakan Rohingya National Organisation» υποστηρίζει ότι «οι Ροχίνγκια ζουν στην περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Ραχίν από το αμνημονεύτων χρόνων».

Κατά τη διάρκεια της περισσότερο από 100 χρόνων βρετανικής κυριαρχίας (1824-1948), σημειώθηκε σημαντική μετανάστευση των φτωχών Μιανμάρ σε αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως Μιανμάρ από τη σημερινή Ινδία και το Μπαγκλαντές. Επειδή οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τη Μιανμάρ ως επαρχία της Ινδίας, αυτή η μετανάστευση θεωρήθηκε εσωτερική, σύμφωνα με το Human Rights Watch (HRW).

Μετά την ανεξαρτησία, η κυβέρνηση της Μιανμάρ θεώρησε τη μετανάστευση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας ως «παράνομη και στη βάση αυτή αρνείται την ιθαγένεια Μιανμάρ», ανέφερε η HRW σε έκθεση του 2000.


Συγκεκριμένα, λίγο μετά την ανεξαρτησία της Μιανμάρ από τους Βρετανούς το 1948, εγκρίθηκε ο νόμος περί ιθαγένειας, ορίζοντας ποιες εθνότητες θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ιθαγένεια. Οι Ροχίνγκια δεν συμπεριλήφθηκαν, ωστόσο ο νόμος επέτρεπε σε εκείνους των οποίων οι οικογένειες είχαν ζήσει στη Μιανμάρ τουλάχιστον δύο γενεές να υποβάλουν αίτηση για δελτία ταυτότητας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αρκετοί Ροχίνγκια υπηρέτησαν ακόμη και στο κοινοβούλιο.  Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1962 όμως τα πράγματα άλλαξαν δραματικά. Όλοι οι πολίτες έλαβαν υποχρεωτικές εθνικές ταυτότητες εκτός από τους Ροχίνγκια, όλα τα δικαιώματα των οποίων περιορίστηκαν, όπως οι θέσεις εργασίας και οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες.


Το 1982 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος περί ιθαγένειας, ο οποίος κατέστησε ουσιαστικά τους Ροχίνγκια απάτριδες. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, προκειμένου να αποκτήσουν ιθαγένεια ή υπηκοότητα, πρέπει να υπάρχει απόδειξη ότι η οικογένεια του ατόμου έζησε στη Μιανμάρ πριν από το 1948, καθώς και να μιλά την εθνική γλώσσα. Πολλοί Ροχίνγκια «χάθηκαν» στη γραφειοκρατία. Ως αποτέλεσμα του νόμου, τα δικαιώματά τους να σπουδάζουν, να εργάζονται, να ταξιδεύουν, να παντρεύονται, να πιστεύουν ελεύθερα στη θρησκεία τους και να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας καταργήθηκαν.

Από τη δεκαετία του 1970 ήδη, οι βίαιες επιχειρήσεις στην περιοχή Ραχίν ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες Ροχίνγκια να μεταναστεύσουν προς το γειτονικό Μπαγκλαντές, καθώς και τη Μαλαισία, την Ταϊλάνδη και άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια αυτών των καταστολών, οι πρόσφυγες έχουν συχνά αναφέρει βιασμό, βασανιστήρια, εμπρησμούς και δολοφονίες από τις δυνάμεις ασφαλείας της Μιανμάρ.

Μετά τη δολοφονία εννέα ανδρών της συνοριακής αστυνομίας τον Οκτώβριο του 2016, τα στρατεύματα άρχισαν να επιτίθενται δίχως έλεος, αφού η κυβέρνηση κατηγόρησε μια ένοπλη ομάδα Ροχίνγκια, για τη δολοφονία των αστυνομικών. Κατά τη διάρκεια της καταστολής, κυβερνητικά στρατεύματα κατηγορήθηκαν για μια σειρά παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εξωδικαστικής δολοφονίας, του βιασμού και των εμπρησμών - ισχυρισμοί που η κυβέρνηση αρνήθηκε.


Τον Νοέμβριο του 2016, αξιωματούχοι του ΟΗΕ κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι διεξάγει εθνοκάθαρση των Ροχίνγκια και δεν ήταν η πρώτη φορά που έγινε μια τέτοια καταγγελία. Τον Απρίλιο του 2013, για παράδειγμα, η HRW κατήγγειλε ότι η Μιανμάρ πραγματοποιεί εκστρατεία εθνοκάθαρσης κατά των Ροχίνγκια, με την κυβέρνηση βέβαια να αρνείται συνεχώς τις κατηγορίες αυτές.

Το τελευταίο διάστημα κάτοικοι και ακτιβιστές περιγράφουν σκηνές στρατιωτικών στρατευμάτων που πυροβολούν αδιάκριτα σε άοπλους άνδρες, σε γυναίκες και παιδιά και να βάζουνε φωτιές. Περισσότεροι από 370.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να φύγουν ενώ χιλιάδες είναι παγιδευμένοι σε μια χώρα χωρίς να έχουν καμία νόμιμη εκπροσώπηση, σύμφωνα με την υπηρεσία προσφύγων του ΟΗΕ (UNHCR). Ο ΟΗΕ δήλωσε επίσης ότι χιλιάδες πολίτες που προσπάθησαν να εισέλθουν στο Μπαγκλαντές έχουν εμποδιστεί και κατασταλεί από περιπολίες, ενώ πολλοί επίσης κρατούνται και επιστρέφουν βίαια στη Μιανμάρ.

Πόσοι Ροχίνγκια, έχουν εγκαταλείψει τη Μιανμάρ και πού έχουν καταφύγει;


Από τα τέλη της δεκαετίας του '70, σχεδόν ένα εκατομμύριο Ροχίνγκια έχουν εγκαταλείψει τη Μιανμάρ εξαιτίας των εκτεταμένων διώξεων. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών τον Μάιο, περισσότεροι από 168.000 Ροχίνγκια έχουν εγκαταλείψει τη Μιανμάρ από το 2012. Μετά από τη βία που ξέσπασε πέρυσι, περισσότεροι από 87.000 Ροχίνγκια έφυγαν στο Μπαγκλαντές από τον Οκτώβριο του 2016 έως τον Ιούλιο του 2017, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης. Πολλοί Ροχίνγκια διακινδύνευσαν επίσης τη ζωή τους, προσπαθώντας να φτάσουν στη Μαλαισία με βάρκα από τον κόλπο της Βεγγάλης και τη θάλασσα Ανταμάν. Μεταξύ 2012 και 2015, περισσότεροι από 112.000 έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι.


Πριν από τη βία που ξεκίνησε τον Αύγουστο, ο ΟΗΕ εκτιμά ότι υπήρχαν περίπου 420.000 πρόσφυγες Ροχίνγκια στη Νοτιοανατολική Ασία. Επιπλέον, ανέφερε ότι υπήρχαν περίπου 120.000 εσωτερικά εκτοπισμένοι. Από τότε που ξεκίνησε η βία στα βορειοδυτικό της Μιανμάρ, πάνω από 370.000 Ροχίνγκια έχουν καταφύγει στο Μπανγκλαντές, ανέφερε η UNHCR, ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός αυτών που σκοτώθηκαν.

Τι λέει η κυβέρνηση της Μιανμάρ;


Η πρόεδρος της Μιανμάρ, Αούνγκ Σαν Σου Κι, και η κυβέρνησή της δεν αναγνωρίζουν τους Ροχίνγκια ως εθνοτική ομάδα, αντίθετα τους κατηγορούν για τη  βία και τις επακόλουθες στρατιωτικές καταστολές ενώ τους αποκαλούν «τρομοκράτες».

Η βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης (!) Αούνγκ Σαν Σου Κι, ενώ δέχτηκε σκληρή διεθνή κριτική για την στάση της ως προς την καταδίωξη της εθνοτικής ομάδας των μουσουλμάνων Ροχίνγκια και τη διεξαγωγή εθνοκάθαρσης της πληθυσμιακής αυτής ομάδας από τις κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ αρνείται να τους παραχωρηθεί υπηκοότητα παρότι αποτελούν κατοίκους της χώρας, αρνείται να παραστεί στη συνάντηση του γενικού συμβουλίου του ΟΗΕ σχετικά με το ζήτημα, επικαλούμενη υποχρεώσεις για την αντιμετώπιση των τρομοκρατών στην Μιανμάρ.


Τον Φεβρουάριο του 2017, ο ΟΗΕ δημοσίευσε μια έκθεση που διαπίστωνε ότι τα κυβερνητικά στρατεύματα διαπράττουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μετά την ανανέωση των στρατιωτικών καταστολών που άρχισαν τον Οκτώβριο του 2016. Εκείνη την εποχή, η κυβέρνηση δεν απάντησε άμεσα στα συμπεράσματα της έκθεσης και δήλωσε ότι είχε το «δικαίωμα να υπερασπιστεί τη χώρα με νόμιμα μέσα» κατά της «αύξησης των τρομοκρατικών ενεργειών», προσθέτοντας ότι η εγχώρια έρευνα ήταν αρκετή. Τον Απρίλιο, όμως, η Αούνγκ Σαν Σου Κι, είπε σε μια σπάνια συνέντευξη στο BBC ότι η λέξη «εθνοκάθαρση» είναι «πολύ σκληρή».«Δεν νομίζω ότι συμβαίνει εθνοκάθαρση», είπε. «Νομίζω ότι η εθνοκάθαρση είναι πολύ ισχυρή έκφραση για να χρησιμοποιηθεί για αυτό που συμβαίνει».

Τον Σεπτέμβριο του 2016, η Αούνγκ Σαν Σου Κι, ανέθεσε στον πρώην επικεφαλής του ΟΗΕ Κόφι Ανάν να βρει τρόπους για να θεραπεύσει τις μακρόχρονες διαιρέσεις στην περιοχή. Ενώ πολλοί εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για την επιτροπή και τα ευρήματά της, τα οποία δημοσιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2017, ο Azeem Ibrahim, ανώτερος συνεργάτης του Κέντρου για την Παγκόσμια Πολιτική, υποστήριξε ότι ήταν απλά ένας τρόπος για την Αούνγκ Σαν Σου Κι, να «ειρηνεύσει την παγκόσμια κοινή γνώμη και να προσπαθήσει να αποδείξει στη διεθνή κοινότητα ότι κάνει ό, τι μπορεί για να λύσει το ζήτημα».

Μάλιστα, στον τελευταίο γύρο βίας, η Αούνγκ Σαν Σου Κι, καταδίκασε ένα «τεράστιο παγόβουνο παραπληροφόρησης» για την κρίση, χωρίς να αναφέρει τους Ροχίνγκια που έχουν καταφύγει στο Μπαγκλαντές. Επιπλέον, η κυβέρνηση περιορίζει την πρόσβαση στην εν λόγω περιοχή δημοσιογράφων και οργανώσεων που θέλουν να παρέχουν βοήθεια.

Τι λέει το Μπαγκλαντές για τους Ροχίνγκια;


Υπάρχουν σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες Ροχίνγκια που ζουν σε κυρίως αυτοσχέδια στρατόπεδα στο Μπαγκλαντές. Η πλειοψηφία παραμένει μη εγγεγραμμένη. Το Μπαγκλαντές θεωρεί ότι οι περισσότεροι από όσους έχουν διασχίσει τα σύνορά του και ζουν έξω από τα στρατόπεδα έχουν «διεισδύσει παράνομα» στη χώρα. Το Μπαγκλαντές προσπαθεί συχνά να εμποδίσει τους πρόσφυγες να διασχίσουν τα σύνορά τους. Στα τέλη Ιανουαρίου, η χώρα αναβίωσε ένα σχέδιο για τη μετεγκατάσταση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ σε ένα απομακρυσμένο νησί που είναι επιρρεπές σε πλημμύρες και ονομάστηκε επίσης «ακατοίκητο» από οργανώσεις δικαιωμάτων.


Ο ΟΗΕ χαρακτήρισε επίσης την αναγκαστική μετεγκατάσταση «πολύ περίπλοκη και αμφιλεγόμενη». Πιο πρόσφατα, ο υπουργός Εξωτερικών του Μπαγκλαντές χαρακτήρισε τη βία κατά της Ροχίνγια στη Μιανμάρ «γενοκτονία». Η Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της χώρας δήλωσε επίσης ότι σκέπτεται «να πιέσει για δίκη εναντίον του Μυανμάρ και εναντίον του στρατού της Μυανμάρ σε διεθνές δικαστήριο» με την κατηγορία γενοκτονίας. Ο πρωθυπουργός του Μπαγκλαντές, Σέιχ Χασίνα (Sheikh Hasina) επισκέφθηκε το στρατόπεδο προσφύγων Ροχίνγκια τον Σεπτέμβριο και κάλεσε τον ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα να πιέσουν την κυβέρνηση της Μιανμάρ να επιτρέψει την επιστροφή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων Ροχίνγκια. Είπε ότι το Μπαγκλαντές θα προσφέρει στους πρόσφυγες προσωρινό καταφύγιο και βοήθεια, αλλά ότι η Μιανμάρ θα πρέπει σύντομα «να πάρει πίσω τους υπηκόους της».

Τι λέει η διεθνής κοινότητα για τους Ροχίνγκια;


Ο ΟΗΕ, καθώς και οργανώσεις δικαιωμάτων όπως η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch, έχουν συστηματικά καταδικάσει τη μεταχείριση των Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ και τις γειτονικές χώρες. Απαντώντας στον τελευταίο γύρο βίας, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες προειδοποίησε για τον κίνδυνο εθνοκάθαρσης, καλώντας την Aung San Suu Kyi και τις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας να σταματήσουν τη βία. Προειδοποίησε επίσης για μια επικείμενη «ανθρωπιστική καταστροφή» εάν η βία δεν τελειώσει.


Ο επικεφαλής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ Zeid Ra'ad al Hussein προέτρεψε τη Μιανμάρ να τερματίσει τη «βίαιη επιχείρηση» ενώ και οι δύο αξιωματούχοι του ΟΗΕ δήλωσαν ότι υποστηρίζουν πλήρως τα συμπεράσματα της συμβουλευτικής επιτροπής, με επικεφαλής τον Κόφι Ανάν, και κάλεσαν την κυβέρνηση να εκπληρώσει τις συστάσεις της.

Ποιος είναι ο Στρατός Σωτηρίας της Arakan;


Ο στρατός σωτηρίας της Arakan Rohingya (ARSA), πρώην γνωστός ως Κίνημα πίστης al-Yaqeen, εξέδωσε μια δήλωση με το νέο του όνομα, τον Μάρτιο του 2017, λέγοντας ότι ήταν υποχρεωμένος να «υπερασπιστεί, να διασώσει και να προστατεύσει την κοινότητα Ροχίνγκια». Η ομάδα που θεωρείται ως «τρομοκρατική» οργάνωση από την κυβέρνηση της Μιανμάρ, δήλωσε ότι θα το κάνει «καθώς έχουμε το νόμιμο δικαίωμα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας σύμφωνα με την αρχή της αυτοάμυνας».

Στη δήλωσή της τον Μάρτιο, η ARSA πρόσθεσε ότι «δεν συνεργάζεται με καμία τρομοκρατική ομάδα σε όλο τον κόσμο» και «δεν διαπράττει καμία μορφή τρομοκρατίας εναντίον πολιτών ανεξαρτήτως θρησκευτικής και εθνοτικής καταγωγής». Η δήλωση έλεγε επίσης: «Δηλώνουμε δυνατά και ξεκάθαρα ότι οι αμυντικές μας επιθέσεις απευθύνονται μόνο στο καταπιεστικό καθεστώς της Βιρμανίας σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες και αρχές μέχρι να εκπληρωθούν τα αιτήματά μας».


Η ομάδα έχει αναλάβει την ευθύνη για μια επίθεση στις αστυνομικές θέσεις και μια στρατιωτική βάση στη Ραχίν. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, σκοτώθηκαν σχεδόν 400 άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν μέλη του ARSA. Ωστόσο, οι οργανώσεις δικαιωμάτων λένε ότι εκατοντάδες πολίτες έχουν σκοτωθεί από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Στις 9 Σεπτεμβρίου, η ομάδα κήρυξε μονομερή κατάπαυση του πυρός για να επιτρέψει στις οργανώσεις βοήθειας να αντιμετωπίσουν την ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή. «Η ARSA ενθαρρύνει ένθερμα όλους τους ενδιαφερόμενους παράγοντες να ξαναρχίσουν την ανθρωπιστική τους βοήθεια σε όλα τα θύματα της ανθρωπιστικής κρίσης, ανεξαρτήτως εθνοτικού ή θρησκευτικού υπόβαθρου κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας», ανέφερε σε δήλωση, προσθέτοντας ότι καλεί το στρατό της Μιανμάρ να αφήσει κάτω τα όπλα. Η κυβέρνηση της Μιανμάρ χαρακτήρισε κατηγορηματικά την ομάδα ως «τρομοκρατική» οργάνωση στις 25 Αυγούστου.

Πηγή: tvxs.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...