Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Η φάμπρικα δεν σταματά

Κυριακή Μπεϊόγλου


«Κάθε πρωί που παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω στα τάρταρα, πιάνεται η ψυχή μου και μου κόβεται η ανάσα. Εκεί κάτω σπάνια μπορείς να σταθείς όρθιος. Δουλεύουμε σκληρά όλη μέρα, η μέση μου με σφάζει. Το βράδυ, μετά τη δουλειά, συναντώ τον άντρα μου, που είναι ακόμα πιο κουρασμένος από μένα. Δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Μου φαίνεται σαν να έχουμε γίνει δυο ξένοι. Δεν τολμώ να τον φιλήσω γιατί τα χείλια μου είναι ξερά και ματώνουν. Δεν μπορώ να τον χαϊδέψω με τα χέρια μου που είναι τραχιά και γεμάτα κάλους. Ως πότε θα μείνουμε ζευγάρι; Ηδη υπάρχει εδώ ένας οίκος ανοχής.[…] Εχω δει και τις γυναίκες. Νέα κορίτσια από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία, την Πολωνία πουλάνε το μόνο που έχουν να πουλήσουν…».

Δεν είναι πολύ μακριά για να ξεχαστεί αυτή η εποχή που περιγράφει ο Θοδωρής Καλλιφατίδης στο τελευταίο του βιβλίο «Πάντα θα επιστρέφω».

Ηταν τα σκληρά χρόνια που οι Ελληνες εγκατέλειπαν ό,τι είχαν και δεν είχαν και μετανάστευαν μαζικά προς τη Γερμανία.

Τα θυμούνται άραγε (δεν τα ξέρουν;) όλοι αυτοί που με λύσσα επιτίθενται στους πρόσφυγες και μετανάστες, οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο στην ελληνική γη;

Σκέφτομαι την περίπτωση του συγγραφέα και καθηγητή Φιλοσοφίας Θοδωρή Καλλιφατίδη, που αυτές τις μέρες βρίσκεται στην Αθήνα.

Μετανάστευσε στη Σουηδία από το 1964. Πώς να του φαίνονται άραγε όλα αυτά που συμβαίνουν;

Απόψε στις 8 μ.μ. οι «Εκδόσεις Γαβριηλίδη» διοργανώνουν μια εκδήλωση γι’ αυτόν στην οποία θα προβληθεί ένα ντοκιμαντέρ -από τη σειρά «Αυτοί που τόλμησαν»- του σπουδαίου σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλου.

Μετά τις δραματικές σκηνές βίας που παρακολουθήσαμε στη Μυτιλήνη προχθές, όπου «200 ακροδεξιοί, αφού έδειραν και απείλησαν μετανάστες, έφυγαν σαν κύριοι», δεν μπορώ πάρα να μη σκεφτώ πως στη θέση τους θα μπορούσαν να είναι Ελληνες.

Ελληνες πρόγονοί μας που δούλευαν στις φάμπρικες της Γερμανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών του Βορρά και τους έβλεπαν σαν τους φτωχούς του Νότου.

Είναι σπάνιο να μην υπάρχει σε κάθε ελληνική οικογένεια κάποιος φίλος ή συγγενής που δούλεψε σκληρά στην ξενιτιά.

Ακόμα και σήμερα, που τα δικά μας παιδιά με τα πτυχία τους και τα μεταπτυχιακά τους μεταναστεύουν σε άγνωστα εδάφη για ένα καλύτερο μέλλον, αν τα ρωτήσεις θα σου πουν πως αισθάνονται μόνοι και αποκομμένοι από την πατρίδα.

Και ας υπάρχει το ίντερνετ που υποτίθεται πως όλα τα φέρνει κοντά σου. Οσο γίνονται πόλεμοι, εμφύλιοι ή όχι, οικονομικοί ή ιδεολογικοί, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα περιπλανιούνται σ’ αυτόν τον πλανήτη όχι για να βρουν τη Γη της Επαγγελίας, αλλά ένα ασφαλές κομμάτι γης, νερό και τροφή.

Στον αέναο χρόνο η «φάμπρικα» δεν σταματά ποτέ, δουλεύει νύχτα-μέρα.

«Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός», πρόσφυγας ή μετανάστης, «ξεχνάω τη μιλιά μου, είμαι το νούμερο οχτώ, με ξέρουν όλοι με αυτό κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι το όνομά μου…»


Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου