Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

Σπάζουν τα κρύσταλλα! Εδώ και αιώνες…

Ευαγγελία Τυμπλαλέξη


Με θλίβουν οι Θνητοί που:


Γιορτάζουν επετείους, αιματοβαμμένες ή απελευθερωτικές. Αποκαθηλώνουν αγάλματα, σύμβολα αποικιοκρατίας ή εναντιωμένα στην Πίστην. Εγκαθιστούν τη δεσποτεία τους δια της υποστολής ή της επάρσεως μιας σημαίας. Συγκροτούν αγήματα Σταυροφόρων ή Λεγεωνάριων με σκοπό τον προπηλακισμό προσφύγων-αλλοεθνών-αλλοϊδεατών. Οι κρατούντες άλλωστε πάντα έχουν τον τρόπο να καθιστούν την κοσμοθεωρία τους, δια μέσω των κυρίαρχων μέσων όπως η Θρησκεία, η Εκ-παίδευση, ο Τύπος ηλεκτρονικός ή έντυπος δεν έχει καμία στ’ αλήθεια διαφορά. Κι οι «Κατώτερες τάξεις» θα βρίσκονται πάντα σε πνευματική εξάρτηση απ’ τις «Ανώτερες τάξεις».

Δραστηριοποιούνται εξωκοινοβουλευτικά με πρόσχημα τον κλυδωνισμό των θεσφάτων αλλά και την ταυτόχρονη ένταξή τους σε ηγετικούς οικονομικούς-πολιτικούς κύκλους. Δραστηριοποιούνται εσωκομματικά με κατάληξη την προώθηση των βιβλίων ή της Τέχνης τους αλλά και την πιθανή ενεργοποίησή τους στα εκλογικά ψηφοδέλτια. Στον αντίποδα αυτό-χρίζονται Διανοητές-Διανοήτριες, μην καλλιεργούμε την ανισότητα στα δύο φύλα, ως κλειδοκράτορες της διδασκαλίας των Σοφών, αφού βέβαια έχουν διασφαλίσει την επέκταση των προνομίων τους σ’ ένα πολύ μεγάλο αριθμό λειτουργημάτων. Στου JohnLockeάλλωστε το «Κοινωνικό» Συμβόλαιο κύρια μέριμνα ήταν η διασφάλιση της ατομικής ιδιοκτησίας-η απεριόριστη σώρευση κεφαλαίου-οι εισοδηματικές ανισότητες.

Στήνουν παραρτήματα μετασχηματισμού, πραγματοποιώντας κάλεσμα προς τα κοινωνικά στρώματα κι αναζητώντας διακαώς επαληθεύσεις κι αποδείξεις της καταγωγής τους ανά τους αιώνες με πρόταγμα την ταξική μειονεξία ή υπεροχή τους. Όπως και να ‘χε το αντιπροσωπευτικό σύστημα εστάθη τροχοπέδη στην ανάπτυξη της λαϊκής κυριαρχίας, αφού η γενική βούληση μόνο ν’ απαλλοτριωθεί μπορούσε δια των εντολοδόχων της. Κι άλλωστε ο Φιλελευθερισμός πάντα θα πρέσβευε την επιλογή ανάμεσα στην Οικονομική Ελευθερία και στην Κοινωνική Ισότητα. Παρεπομένως στην Κοινωνική πραγματικότητα θα βασίλευε η κανιβαλική ελευθερία του κέρδους, η οποία αδειοδοτείται να θεσπίζει συνταγματικές εγγυήσεις περί της απρόσκοπτης εκμετάλλευσης του μεροκάματου αλλά αυτό θα παρουσιάζεται ως «βασική προϋπόθεση της προσωπικής αυτοδιάθεσης» του εργαζομένου.

Περιφέρονται ανά τη γωνίτσα τους ψαύοντας τον παραλογισμό στα σοκάκια του λαβυρίνθου που λέγεται Ζωή, ορίζοντας τα μορφωτικά τους ενδιαφέροντα μέσα στο καθορισμένο πλαίσιο της φροντίδας της φτωχής τους υπαρξιακής συντηρήσεως. Τοιουτοτρόπως απογυμνώθηκε η έννοια της Κοινωνικής Ισότητας κι αντικαταστάθηκε με την υπαγωγή της στην έννοια της Νομικής Ισότητας. Άλλωστε υπάρχει πάντα η «ευσπλαχνία» ως αντίβαρο. Ιδιωτική-Εκκλησιαστική-Κοινοτική «πρόνοια» δηλώνουν τα τρανά αισθήματά τους προς τις φτωχές μάζες, αφού πρώτα έχουν φροντίσει για την αφαίμαξή τους.

Ανακοινώνουν συναυλίες, προς επιβίωση όλες ανεξαιρέτως. Το ύφος της κάθε συναυλίας στήνει το κατηγορητήριό της για τους αντιφρονούντες-αντιρρησίες συνειδήσεως. Κι η έκφραση ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης γίνεται ταλαιπωρία σκέτη. Εκείνος που δεν υποβιβάζει την αξιοπρέπειά του στην αθλιότητα της νομιμοφροσύνης-προσαρμοστικότητας, η οποία παραφράζει-παραχαράσσει τα πάντα στις καθημερινές σχέσεις, εργασιακές-φιλικές-ερωτικές-γονεϊκές, είναι καταδικασμένος να βρεθεί στον δρόμο της πείνας, της περιθωριοποίησης ή του εγκλεισμού στα «σωφρονιστικά» κάτεργα.

Με κουράζουν οι Θνητοί που:


Πορεύονται μέσα στον προστατευτικό κλοιό τους αλλά παραπονιούνται συνεχώς.

Κινούνται μέσα σε πλαίσιο ασφάλειας αλλά παρουσιάζονται ως επαναστάτες ή απροσάρμοστοι ως εχέγγυα μέσα στην πλήρη προσαρμοστικότητά τους.

Αποφεύγουν ν’ αντικρύσουν την ασχήμια ή την επιβουλεύονται, θηρεύοντας likes. Ψυχοπνευματικός ακρωτηριασμός να βαραίνει πιότερο κι απ’ την υλική εξαθλίωση.

Αποπέμπουν την Ποίηση ως ουτοπικό αναστοχασμό.

Εξυψώνουν την Τεχνοκρατία ως βέλτιστη οδό μετάλλαξης της Κοινωνίας.

Θέτουν ανυπόστατα διακριτικά Ιδεολογίας: Ο σαπουνισμένος είναι Φασίστας ενώ ο άπλυτος είναι Αναρχικός. Τόσο απλό!

Παρουσιάζουν αποτελέσματα πολύμηνων ερευνών σχετικά με την ψυχολογία τους ως άρτια κατηρτισμένοι επαΐοντες.

Αυξάνονται και πληθύνονται επιταχύνοντας το βήμα της Ιστορίας τους ως είδος.

Είναι το γνωστό «Πάλεψε χωρίς να ρωτάς», κάτι σαν το «Πίστευε και μη ερεύνα».

Ρωτούν τι βιβλία διαβάζεις-αν ξέρεις να μαγειρεύεις-τον τόπο καταγωγής σου-ποια είναι η εργασία σου αλλά δεν σε κοιτάζουν ποτέ βαθιά μέσα στα μάτια από φόβο μην πνιγούν στη θάλασσά τους.

Προσέχουν γενικότερα για να έχουν.

«Γεμίσαμεν πλήθος πιανοφόρτια και κιθάρες…» καθώς λέει κι ο Μακρυγιάννης με τα γράμματά του τα λιγοστά...

Άδειασαν όλα.


Οι ρητορείες-Τα προνόμια-οι ριζικές μεταβολές-οι υποσχέσεις

Καπέλο-φόρμα-σακίδιο στην πλάτη

Αμφίεση ατημέλητη.

Πάντα!

Η επιμελημένη αμφίεση χρησίμευε μόνο για να δοκιμάζεις τους Θνητούς.

Είτε σε θεωρούν απ’ τα «ανώτερα κοινωνικά στρώματα» και ξιπάζονται με συμπλέγματα ανωτερότητας.

Είτε σε θεωρούν ξιπασμένη κι εκτοξεύουν συμπλέγματα κατωτερότητας.

Όπως και να ‘χει χαμένος έβγαινες με την απόρριψη στο τσεπάκι.

Και να πεις πως μ’ ένοιαζε…

Μουσική στη διαπασών κι η ταχύτητα να σπάει το κοντέρ


Πάντα!

Να δίνεις στους Θνητούς όλες τις αφορμές, και τις αιτίες ίσως, να σ’ απορρίψουν.

Δίχως παρακάλια μήτ’ ικεσίες.

Μόνο τη λάμα της Γυμνής αλήθειας το κόκκαλο ν’ αγγίζει.

Τις κατάφορες μπουκώνοντας ανασφάλειές τους.

Οι πόρτες έκλειναν η μία μετά την άλλη. Ή τις έκλειναν οι παλάμες μου.

Θλίβει η έκφραση «Τόσο απλά» που αφορά σε Μείζονα.

Όπως και να ‘χει ηττημένος αποδεικνυόσουν με την ερημιά στο πετσί.

Και να πεις πως μ’ ένοιαζε…

Πολλά χιλιόμετρα μακρυά…


Εκεί που ο Ήλιος είναι χαμηλωμένος, να μην ακουμπά σε ναούς μήτε σε μέγαρα.

Ένα χωριό με εκατό σπίτια κι έναν καφενέ ανδροκρατούμενο στη μέση της πλατείας.

Μια παράδοση που καταψήφιζε την πρότασή της για πολεμικές πιστώσεις.

Μια παράδοση που δυνάμωνε την έντασή της εμφορούμενη απ’ τον τσαρισμό της.

Και στο μεταίχμιο ένα καθαρτήριο π’ επιζητούσε την πραγματοποίηση των σκοπών του.

Διάβηκα την πόρτα.

Ο μεγαλογαιοκτήμονας του χωριού με μπριγιαντίνη στα μαλλιά και δυο υποτακτικούς ν’ ακολουθούν το κατόπι. Έπινε ουίσκι απ’ το ακριβό και παρήγγελλε πάντα συνοδεία φρούτου.

Αγρότες, στις πλάτες των οποίων εκκρεμούσαν δίκες για «παρεμπόδιση κυκλοφορίας» απ’ τις κινητοποιήσεις. Άνθρωποι με χέρια ροζιασμένα απ’ την άροση του χώματος και για τους οποίους ποτέ κανείς δεν μιλούσε.

Ο κύριος Σεραφείμ, «τον αρχιεπίσκοπο να θυμάσαι», κάπως έτσι μου συστήθηκε. «Δεν τα πάω καλά με τους επισκόπους» του είπα και με κοίταξε απ’ την κορυφή ως τα νύχια ζυγίζοντας τον καταμερισμό των αντιδράσεων. «Σαν να μου φαίνεσαι μορφωμένη κι ίσως να κινδυνεύουμε» μου αντιγύρισε γελώντας. Γύρισε τους κυρτωμένους ώμους κι άραξε στη γωνία κάτω απ’ τον πλάτανο ζητώντας τον βαρύ γλυκό χωρίς καϊμάκι.

Διάβηκα την πόρτα κι όλα τα βλέμματα να ξυραφίζουν.

Να φοράς ρούχα και να μην νιώθεις. Να βγάζεις τα ρούχα και πάλι να μην νιώθεις.

Μια Γυναίκα μόνη στον καφενέ τον ανδροκρατούμενο με καπέλο και μπλε μάτια σαν δυο θάλασσες που δεν κονταροχτυπιούνταν μήτε για Εξουσία μήτε γι’ αδικοσυναγμένους παράδες. Σκέτη απειλή…



Ευαγγελία Τυμπλαλέξη: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου