Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Ανοιχτά παράθυρα

Αρχοντία Κάτσουρα


Η νύχτα ήταν δύσκολη, χωρίς ύπνο, γεμάτη σκέψεις. Ούτε και ήξερε τι της έφταιγε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει δραματικά.

Αλλά ένιωθε ένα μπαλόνι με αέρα βαρύ να την πιέζει στο στήθος και να της λέει ότι κάτι λείπει. Τι ήταν αυτό; Ούτε που ήξερε. Μια απροσδιόριστη αίσθηση ανικανοποίητου, σαν το βάρος που αφήνει κάτι ανεκπλήρωτο, που όμως δεν «θυμόταν» τι ήταν.

Γύριζε, στριφογύριζε στο κρεβάτι, πέταγε τα σκεπάσματα, σκεπαζόταν ξανά γιατί κρύωναν τα πόδια της. Σηκωνόταν, καθόταν πάλι. Πήγαινε στην κουζίνα, έπινε λίγο νερό. Καθόταν λίγο πάλι στο κρεβάτι. Μετά πήγαινε ξανά στην κουζίνα. Στο τέλος ήπιε δυο γουλιές κρασί – για να χαλαρώσει, είπε. Τίποτα.

Το κεφάλι δεν καθάριζε, οι συνάψεις του εγκεφάλου έκαιγαν από την υπερπροσπάθεια. Ζεσταινόταν. Εβαλε το χέρι της στο μέτωπο, νόμιζε ότι είχε πυρετό. Μήπως ήταν άρρωστη; Εβαλε θερμόμετρο: 36,6. Αστεία πράγματα.

Εβγαλε το μάλλινο ζακετάκι της και έμεινε με την κοντομάνικη νυχτικιά μπας και δροσιστεί.

Πήγε στο μπάνιο, άνοιξε τη βρύση και έβρεξε τα χέρια της με το κρύο νερό. Υστερα έβρεξε τους κροτάφους, το μέτωπο, τα αυτιά και τον αυχένα της, όπως έκανε το καλοκαίρι, όταν ήθελε να ανακουφιστεί από τη μεγάλη ζέστη τις νύχτες του καύσωνα. Πίεζε με τα δάχτυλα το δροσερό νερό να μπει στους πόρους της. Κάλμαρε λίγο.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη: τα μάτια της ήταν κουρασμένα από την αϋπνία, από τις πολλές ώρες στη δουλειά μπροστά στην οθόνη. Ξανάριξε νερό στο πρόσωπό της, έβαλε και λίγη κρέμα στο δέρμα της, έτσι, για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να κάνει καλό. Εβρεξε ελαφρά και τα μαλλιά της, ίσα που να νιώσει μερικές σταγόνες νερό να τρέξουν ώς τις ρίζες.

Ξημέρωμα πια περπατούσε ξυπόλυτη μέσα στο σπίτι γύρω από τα χαλιά, ψάχνοντας να πατήσει στα κρύα μάρμαρα. Πολύ της άρεσε αυτό, το έκανε από παιδί, ειδικά την άνοιξη, τους βασανιστικούς Απρίληδες και Μάηδες, που την ημέρα έκανε ζέστη και γύριζε σπίτι από το σχολείο ή το παιχνίδι με πόδια ξαναμμένα στα αθλητικά παπούτσια της.

Και έτσι, βήμα βήμα έφτασε στο παράθυρο του σαλονιού. Η κουρτίνα κλειστή, κλειστό και το τζάμι, το μόνο που έβλεπε ήταν το αχνό φως από τη λάμπα στη γωνία του δρόμου.

Μια παρόρμηση την έσπρωξε να τραβήξει την κουρτίνα και μετά να ανοίξει το παράθυρο. Ο γάτος, απαυδισμένος από την ανησυχία, άφησε ένα ράθυμο, υπόκωφο νιαούρισμα. Μπορεί να ήθελε και κανένα χάδι.

Εκείνη, από τις λίγες φορές, τον αγνόησε και στάθηκε εκεί όρθια, ακουμπώντας στο περβάζι. Ξυπόλυτη, πατώντας στα μάρμαρα και με τα χέρια γυμνά στη νυχτερινή ψύχρα. Τώρα είχε πραγματικά δροσίσει, σχεδόν έκανε κρύο, αλλά δεν την ένοιαζε. Της άρεσε μάλλον.

Ο αέρας μύριζε όμορφα: υγρασία και ανθισμένη ακακία. Ανοιξη. Κάπου μακριά, χάρη στην ησυχία, ακούγονταν πουλιά, ίσως κοτσύφια. Σαν να ήταν μια νύχτα στην εξοχή, σαν να μην υπήρχαν άσφαλτος και αυτοκίνητα και λάμπες της ΔΕΗ στους δρόμους.

Εμεινε εκεί, πόσο χρόνο δεν μέτρησε, να οσφραίνεται και να ακούει και να δροσίζει τα πόδια της στο κρύο πάτωμα.

Ξαφνικά πείνασε. Ηταν η μυρωδιά του ψωμιού, ίσως και κάποιου γλυκού -τσουρέκι; μύρισε μαστίχα και μαχλέπι- που έφτασε από τον φούρνο της γειτονιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ξενυχτούσαν κάθε βράδυ, σκέφτηκε.

Κοίταξε ψηλά, προς τον ουρανό, καθαρός, ξάστερος, σκούρος. Υστερα έκλεισε τα μάτια, για να αφήσει τις άλλες αισθήσεις να κάνουν τη δουλειά τους. Ηχοι, μυρωδιές, υγρασία στο δέρμα. Σαν από θαύμα βρέθηκε μακριά, σ’ ένα νησί, σε μια εξοχή, σε μια άλλη νύχτα, σε μια ανοιξιάτικη εκδρομή.

Και τότε σιγά σιγά άρχισε να νυστάζει, γλυκά, σαν παιδί. Γύρισε ανάλαφρη στο κρεβάτι της και αποκοιμήθηκε.

Το πρωί δεν ξύπνησε πολύ αργά, αλλά ήταν ξεκούραστη. Και πριν πιει καφέ, άνοιξε όλα τα παράθυρα.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου