Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Σχέδιο Νόμου για την Αναδοχή και την Υιοθεσία: «Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν»

Γιώργος Νικολαΐδης


Στη σύγχρονη εποχή οι κοινωνίες της επικοινωνίας βασίζονται στην επιλεκτική εστίαση και αποεστίαση του ενδιαφέροντος για κάθε ζήτημα. Κάπως έτσι η δημόσια συζήτηση για το «Σχέδιο Νόμου για την αναδοχή και την υιοθεσία» έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο θέμα της αναδοχής από ομόφυλα ζευγάρια αφήνοντας εκτός κουβέντας τα σημαντικά προβλήματά του. Ήδη από τον τίτλο του Σχεδίου αναφαίνεται η ατολμία της κυβέρνησης να μετονομάσει τουλάχιστον το θεσμό της υιοθεσίας σε τεκνοθεσία αφήνοντας το θλιβερό κατάλοιπο μιας εποχής διακρίσεων όπου οι γονείς χωρίς άρρενα τέκνα αναζητούσαν έναν υιό για να του κληροδοτήσουν το οικογενειακό όνομα και την περιουσία τους.

Όσο για το «φλέγον» θέμα της αναδοχής από ομοφύλους, για το χώρο της παιδικής προστασίας η δημόσια συζήτηση είναι:

  • άνευ νοήματος, αφού εμπειρικές έρευνες έγκριτων επιστημονικών οργανισμών σε διάφορες χώρες και για δεκαετίες έχουν αποδείξει οριστικά πως η ανατροφή παιδιών σε ομόφυλα ζευγάρια δεν οδηγεί τα παιδιά ούτε σε ψυχικές διαταραχές ή ψυχοκοινωνικές δυσλειτουργίες ούτε σε διαφορετικό προσανατολισμό σε σχέση με το φύλο ή τη σεξουαλική προτίμηση σε σύγκριση με τα παιδιά που μεγαλώνουν με ετερόφυλους γονείς. Το μόνο σχόλιο εδώ είναι πως το συγκεκριμένο Σχέδιο αποδεικνύεται άτολμο αφού δεν αποδίδει το συνταγματικό δικαίωμα της ισονομίας στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα της χώρας καθώς δεν κατοχυρώνει την ίση μεταχείριση και στην τεκνοθεσία, όπως αυτονόητα θα έπρεπε.
  • κρυπτική, διότι περνούν απαρατήρητα σοβαρά προβλήματα της προστασίας των παιδιών στην Ελλάδα τα οποία το Σχέδιο είτε αφήνει άλυτα είτε ρυθμίζει ατελώς είτε απορυθμίζει εντελώς.

Η αναδοχή στην Ελλάδα και στον κόσμο


Η αναδοχή ως εναλλακτικό μέσο φιλοξενίας παιδιών που πρέπει να απομακρυνθούν από τη βιολογική τους οικογένεια είναι αποδεδειγμένα πολύ ωφελιμότερη από την τοποθέτησή τους σε κλειστή περίθαλψη, δηλαδή σε ιδρύματα. Με δεδομένο αυτό, εδώ και δεκαετίες στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών που απομακρύνονται από τις οικογένειές τους τοποθετείται απευθείας σε ανάδοχες οικογένειες χωρίς να μπει ποτέ σε ίδρυμα. Το δε συχνότερο προφίλ των ανάδοχων γονέων στις χώρες αυτές είναι γονείς που έχουν και δικά τους βιολογικά παιδιά, συνήθως αρκετά μεγάλα, οι οποίοι προτίθενται να μεγαλώσουν για κάποιο χρονικό διάστημα και άλλα παιδιά χωρίς σκοπό να «τα κάνουν δικά τους», χωρίς πρόβλεψη να τα «υιοθετήσουν» και με διατήρηση καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής της επικοινωνίας των παιδιών με τους βιολογικούς τους γονείς. Στη χώρα μας δυστυχώς, παρότι ο θεσμός της αναδοχής έχει εισαχθεί εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, δεν έχει προχωρήσει καθόλου στην πράξη. Ακόμα και επαγγελματίες εξακολουθούν να τον θεωρούν πρελούδιο της τεκνοθεσίας.

Το σύνηθες προφίλ των υποψηφίων είναι όμοιο με εκείνο των υποψηφίων για τεκνοθεσία, δηλαδή υπογόνιμα ζευγάρια που αναζητούν απογόνους, ενώ η πλειονότητα των παιδιών που απομακρύνονται από τις οικογένειές τους τοποθετούνται σε ιδρύματα. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα έχει ακόμα 3.000 παιδιά σε ιδρύματα. Σε μερικά από αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν κυριολεκτικά «στον αυτόματο πιλότο»: δεν γίνεται καμία προσπάθεια να βελτιωθεί η κατάσταση ώστε να επανέλθουν σπίτι τους και βέβαια κυβερνητικοί και μη «φιλάνθρωποι» εξακολουθούν να κάνουν καριέρες στην πλάτη αυτών των παιδιών που ενίοτε κακοποιούνται βάναυσα εντός των ιδρυμάτων.

Δεδομένων αυτών, θα ανέμενε κανείς μια ριζική τομή στην παιδική προστασία που να στρέφει το σύστημα από τον σημερινό ιδρυματικό του προσανατολισμό στις μορφές εναλλακτικής τοποθέτησης όπως η αναδοχή, σύμφωνα και με τις σχετικές οδηγίες του ΟΗΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης και κάθε επιστημονικού ή διακρατικού συναφούς οργανισμού. Δυστυχώς όμως το Σχέδιο Νόμου, μπροστά στις προκλήσεις αυτές των καιρών και παρά μερικά άτολμα θετικά βήματα, εν πολλοίς παραμένει «δειλό, μοιραίο κι άβουλο αντάμα».

Το μετέωρο βήμα της Υπουργού


Οπωσδήποτε στο Σχέδιο Νόμου συμπεριλαμβάνονται ορισμένες θετικές ρυθμίσεις όπως η καθιέρωση της επαγγελματικής και της βραχείας αναδοχής, η ενοποίηση των επιδομάτων για την αναδοχή, η υποχρεωτική εκπαίδευση των υποψήφιων αναδόχων και των επαγγελματιών που ασχολούνται με τα θέματα αυτά, και ένα εθνικό συντονιστικό όργανο για να εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες και πρωτόκολλα εφαρμογής των θεσμών αυτών (αν και θα είναι μόνο συμβουλευτικό, χωρίς πόρους και προσωπικό, κινδυνεύοντας να γίνει μια ακόμα από τις δεκάδες επιτροπές που λαθροβιούν στα υπουργεία χωρίς να κάνουν καμία διαφορά στην καθημερινότητα). Ωστόσο, όλα ετούτα παραπέμπονται προς αποσαφήνιση σε Υπουργικές Αποφάσεις, ενώ στη συνοδευτική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν προϋπολογίζεται επιπρόσθετη δαπάνη για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου. Υπάρχει έτσι σοβαρή επιφύλαξη για το πότε και αν όλα αυτά τελικά θα μπορέσουν να γίνουν πράξη.

Θετική επίσης είναι και η εισαγωγή των διαφόρων μητρώων που εγκαινιάζει το Σχέδιο Νόμου, αν και μερικά ήδη υφίστανται σε κάποια μορφή, όπως και η έμμεση –και ως εκ τούτου άτολμη– προσπάθεια να ελεγχθεί η ανομία στις ιδιωτικές τεκνοθεσίες μέσω της προαπαίτησης εγγραφής των υποψηφίων θετών γονέων, αν και πολύ απέχει από το κοινωνικά αναγκαίο σήμερα: την κατάργηση αυτής της πληγής παράνομων οικονομικών συναλλαγών εμπορίας βρεφών. Τέλος, αναμφίβολα θετική είναι η επέκταση της αρμοδιότητας της εποπτείας των αναδοχών από το σημερινό ελληνικής πρωτοτυπίας σύστημα των 40 κοινωνικών λειτουργών σε όλη τη χώρα σε μεγαλύτερο εύρος κοινωνικών λειτουργών των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών – αν και αυτή η επέκταση αφορά την εποπτεία παιδιών ήδη τοποθετημένων σε ίδρυμα και όχι την αποτροπή της περαιτέρω ιδρυματικής τοποθέτησης. Μετά αρχίζουν τα προβλήματα:

  • Στο παρόν Σχέδιο η αναδοχή εμφανίζεται ως μορφή τοποθέτησης παιδιών που βρίσκονται ήδη σε κλειστή περίθαλψη (ιδρύματα). Δεν υπάρχει διαδικασία άμεσης τοποθέτησής τους σε ανάδοχη φροντίδα μετά την απομάκρυνση από τη βιολογική οικογένεια έτσι ώστε να μην τοποθετούνται καθόλου σε ιδρυματικό πλαίσιο.
  • Δεν υπάρχει καμία δεσμευτική διαδικασία για το ταίριασμα αναδόχων με παιδιά: οι ανάδοχοι απλώς υφίστανται σε ένα μητρώο και από εκεί ο εισαγγελέας (αν θέλει – αν δεν θέλει μπορεί απλώς να τοποθετήσει το παιδί σε ίδρυμα) τοποθετεί το παιδί κατά το δοκούν (δηλαδή ένα παιδί που απομακρύνεται από την οικογένειά του στην Καλαμάτα μπορεί κάλλιστα να τοποθετηθεί σε μια ανάδοχη οικογένεια στην Αλεξανδρούπολη απλώς επειδή έτυχε να διατίθεται εκείνη τη στιγμή).
  • Για να γίνει κανείς ανάδοχος ή θετός γονέας, διατηρείται η αναχρονιστική προϋπόθεση της «καλής σωματικής και ψυχικής υγείας με ιδιαίτερη έμφαση στα μεταδοτικά νοσήματα», προϋπόθεση που εισάγει διακρίσεις (χωρίς ουσιαστικό λόγο πραγματικής ακαταλληλότητας κατηγοριών του πληθυσμού). Έτσι π.χ. ένας άνθρωπος με κρίσεις πανικού, ένα άτομο με ηπατίτιδα Β ή ενδεχομένως και ένα άτομο με αναπηρία αποκλείονται.
  • Η καταλληλότητα των υποψήφιων αναδόχων και θετών γονέων κρίνεται άπαξ ανά τριετία με μια ελληνική πρωτοτυπία «πιστοποιητικού καταλληλότητας», ενώ απουσιάζει η έννοια της διαρκούς υποστήριξης και εποπτείας τους από συγκροτημένη κοινωνική υπηρεσία όπως γίνεται σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν π.χ. σε ένα χρόνο από την έγκριση ο υποψήφιος ανάδοχος έχει αποκτήσει εξάρτηση από το αλκοόλ ή κάτι άλλο, αυτό θα φανεί μόνο μετά το πέρας της τριετίας, οπότε θα ξαναχρειαστεί το «πιστοποιητικό» αυτό. Στο ενδιάμεσο το σύστημα θα αγνοεί πρακτικά πώς φέρεται στο παιδί στη φροντίδα του. Η αποσύνδεση της εκτίμησης της καταλληλότητας των υποψηφίων, της τοποθέτησης ενός παιδιού και του ταιριάσματός του με τους ανάδοχους γονείς από την εποπτεία και παρακολούθηση της αναδοχής δεν βοηθάει ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο. Όλοι οι επαγγελματίες πρώτης γραμμής γνωρίζουν καλά πως η απομάκρυνση ενός παιδιού ήδη τοποθετημένου σε σπίτι είναι μια απόφαση που λαμβάνει κανείς πολύ δυσκολότερα από τη μη τοποθέτησή του εκεί. Άλλωστε, αν φύγει από την ανάδοχη οικογένεια, μάλλον θα πρέπει να πάει σε ίδρυμα...
  • Δεν υπάρχει πρόβλεψη για την απαραίτητη εντατική παρέμβαση στη βιολογική οικογένεια του παιδιού που απομακρύνεται, έτσι ώστε σε εύλογο χρονικό διάστημα να επιχειρηθεί η επιστροφή στους γονείς του. Αυτό μάλλον επαφίεται στις ήδη αποστελεχωμένες και αποδιαρθωμένες κοινωνικές υπηρεσίες της χώρας που θα εξακολουθούν να μην επαρκούν, κατακερματισμένες σε 3-4 διαφορετικά υπουργεία, δίχως θεσμική θωράκιση, με προσωπικό ολοένα και λιγότερο...
  • Το Άρθρο 26 καθιερώνει τη διαδικασία εξωτερικής ανάθεσης της χορήγησης του παραπάνω «πιστοποιητικού» σε ιδιώτες κοινωνικούς λειτουργούς χωρίς εποπτεία από δημόσιο φορέα (το ότι είναι μέλη του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας πρακτικά δεν σημαίνει τίποτα – όπως π.χ. το να είναι ένας γιατρός γραμμένος σε ιατρικό σύλλογο ή ένας μηχανικός στο ΤΕΕ δεν τους καθιστά δημόσιους λειτουργούς). Άρα ένας ιδιώτης θα πιστοποιεί ότι ένας υποψήφιος είναι κατάλληλος να αναθρέψει παιδιά και αυτό θα είναι όλη κι όλη η εποπτεία του «συστήματος» για μια ολόκληρη τριετία. Η διαδικασία αυτή της εφάπαξ κρίσης και μάλιστα από ιδιώτες επαγγελματίες δεν υπάρχει σήμερα σε καμία ευρωπαϊκή χώρα ακριβώς λόγω της ανάγκης ενιαίας εποπτείας και υποστήριξης της αναδοχής όχι από φυσικά πρόσωπα (λες και τα παιδιά είναι διαμερίσματα και ένας μηχανικός εκδίδει ενεργειακό πιστοποιητικό) αλλά από συγκροτημένες υπηρεσίες με συνεχή δράση, που κατοχυρώνουν την ασφάλεια και την ευεξία του τοποθετούμενου παιδιού. Είναι εντυπωσιακό πώς μια κυβέρνηση που αυτοχαρακτηρίζεται «αριστερή» εισάγει μια ρύθμιση outsourcing των λειτουργιών των κοινωνικών υπηρεσιών την οποία ούτε η Θάτσερ δεν τόλμησε να εισηγηθεί. Φυσικά, εύλογα μπορεί κανείς να προβλέψει πως, ό,τι σήμερα εισάγεται μόνο για την εκτίμηση της γονεϊκής καταλληλότητας, κάποια επόμενη κυβέρνηση θα το επεκτείνει και σε άλλες λειτουργίες που μέχρι σήμερα επιτελούσαν μόνο οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες, με δραματικά αποτελέσματα για την αξιοπιστία αυτών των εκτιμήσεων και προβλέψιμη μεσοπρόθεσμη επίπτωση δημόσιες υπηρεσίες απορφανισμένες από προσωπικό και πόρους (αφού το «σύστημα» θα «κάνει τη δουλειά του αλλιώς», γιατί να επενδύσει στις κοινωνικές υπηρεσίες;).
  • Η εξωτερική αυτή ανάθεση «πιστοποίησης» επεκτείνεται και στους υποψηφίους θετούς γονείς. Όχι μόνο παραμένει το απαράδεκτο καθεστώς των ιδιωτικών τεκνοθεσιών αλλά ουσιαστικά γίνεται ακόμα περισσότερο ανεξέλεγκτο, καθώς η όποια κοινωνική έρευνα θα πραγματοποιείται επίσης από ιδιώτες κοινωνικούς λειτουργούς διευρύνοντας τα περιθώρια αθέμιτων και παράνομων συναλλαγών.

Γιατί όμως γίνονται όλα αυτά;


Πρώτον, δεν μπορεί κανείς παρά να διαπιστώσει την ατολμία της κυβέρνησης να έρθει σε σύγκρουση με συμφέροντα του χώρου της παιδικής προστασίας: ιδρύματα, κοσμικοί και εκκλησιαστικοί φορείς, «φιλάνθρωποι», δικηγόροι και μαιευτήρες με «εξειδίκευση» στις ιδιωτικές τεκνοθεσίες, όλοι αυτοί που σήμερα κερδίζουν από τις δυσλειτουργίες του συστήματος και την κακοτυχία των ευάλωτων παιδιών.

Έπειτα συχνά αναφέρεται στη συνοδευτική έκθεση του Σχεδίου Νόμου που απαντά στα σχόλια της δημόσιας διαβούλευσης ότι για να υπάρξει η αναγκαία ριζική τομή στο σύστημα μάλλον χρειάζεται αλλαγή και στον Αστικό Κώδικα. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα υπέρ της διατήρησης μιας άθλιας κατάστασης σε βάρος των παιδιών.
Άλλωστε η υπουργός Θ. Φωτίου εξαγγέλλει το συγκεκριμένο νομοθέτημα σχεδόν δυο χρόνια: είχε όλο τον καιρό στη διάθεσή της για να κινήσει και τις διαδικασίες αλλαγής του Αστικού Κώδικα. Δεν μπορεί λοιπόν σήμερα να ισχυρίζεται πως δεν επαρκεί ο χρόνος.

Τέλος, και μάλλον σημαντικότερο: για να αναπτυχθεί ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα παιδικής προστασίας στη χώρα μας απαιτείται σταθερή επένδυση στις υπηρεσίες κοινωνικής και ψυχοκοινωνικής μέριμνας. Για να αποφευχθούν εκ προοιμίου αποτυχημένες «ελληνικές πατέντες» σαν αυτές που εμπεριέχονται στο Σχέδιο Νόμου, θα πρέπει να αναπτυχθεί ο κοινωνικός τομέας της δημόσιας διοίκησης, να αποκτήσει θεσμικό κύρος, να στελεχωθεί έτσι ώστε να μπορεί να ασχοληθεί με τον εντοπισμό των υποψήφιων αναδόχων και θετών γονέων, την εκπαίδευσή τους, το ταίριασμά τους με συγκεκριμένα παιδιά, την εποπτεία και υποστήριξη της αναδοχής και της τεκνοθεσίας μεσοπρόθεσμα, την εντατική δουλειά με τη βιολογική οικογένεια για να μπορούν τα παιδιά αυτά να ξαναγυρίσουν πίσω, χωρίς ιδιώτες και «πιστοποιητικά καταλληλότητας», χωρίς ιδιωτικές συναλλαγές και ιδιωτικοποίηση προνοιακών λειτουργιών. Αλλά αυτά χρειάζονται επένδυση, ανθρώπινους και υλικούς πόρους, σχεδιασμό και σταθερή κατεύθυνση. Και η μνημονιακή πραγματικότητα μάλλον δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο.

Ωστόσο η ψυχοκοινωνική μέριμνα για την υγεία και ευεξία των παιδιών μιας κοινωνίας είναι η σημαντικότερη επένδυση, αφού διασφαλίζει το μελλοντικό κοινωνικό κεφάλαιο. Είναι κρίμα ακόμα μια φορά στην Ελλάδα να μην ιεραρχείται ως πρώτιστο μέλημα. Οι αδυναμίες του σημερινού δημόσιου τομέα να επιτελέσει την αναγκαία λειτουργία του στο χώρο της παιδικής προστασίας είναι δεδομένες. Αλλά αν η λύση που προκρίνεται και λόγω της ένδειας πόρων είναι η επικίνδυνη και παγκοσμίως πρωτότυπη ανάθεση σε ιδιώτες βασικών κοινωνικοπρονοιακών λειτουργιών, αυτό συνιστά έμπρακτη παραδοχή μιας αδυναμίας να μεταρρυθμιστεί προς το καλύτερο ο δημόσιος προνοιακός τομέας. Κι αυτό είναι ακόμα πιο ανησυχητικό…

* Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ο διευθυντής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού και Πρόεδρος της Επιτροπής Λανζαρότε του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική βία και εκμετάλλευση.

Πηγή: tvxs.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...