Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Αναπάντεχο δώρο

Αρχοντία Κάτσουρα


Πρώτη του μηνός, Ιούνιος. Ημερολογιακά η πρώτη μέρα του καλοκαιριού, έπειτα από μια άνοιξη που την είχε ταράξει. Με υπέροχα πάνω και τρομακτικά κάτω: σαν τον γύρο του θανάτου, το «παιχνίδι» με τις μοτοσικλέτες στο υπερμέγεθες βαρέλι, που κάποτε είχε δει στην τηλεόραση. Με την αδρεναλίνη να εκτοξεύεται και την άλογη έκθεση στον κίνδυνο να τρομάζει.

Πρώτη του μηνός. Πρώτη του καλοκαιριού. Οι διακοπές ήταν μακριά ακόμη, αλλά είχε την ανάγκη να νιώσει ότι προετοιμάζεται γι’ αυτές. Οτι το προσεχές μέλλον θα έφερνε κάτι όμορφο, κάτι θεραπευτικό.

Οπως και να ήταν, χρειαζόταν μερικά πράγματα.

Μπήκε σε ένα μαγαζί. Αφού βρήκε αυτό που ήθελε, πήγε στο ταμείο. Της είπαν την τιμή, πλήρωσε και την ώρα που η πωλήτρια της έδωσε την απόδειξη, είπε:

«Με τις αγορές σας σάς χαρίζουμε έναν βασιλικό. Το μόνο που θέλει είναι να το μεταφυτέψετε και να το ποτίζετε τακτικά. Και αρκετό φως».

Πήρε στα χέρια της το μεταλλικό κουτί με το νεαρό φυτό και πέρασε πάνω από τα φύλλα του τα δάχτυλά της. Η μυρωδιά του αέρα άλλαξε, ένα αίσθημα υγείας και αναζωογόνησης γέμισε την ατμόσφαιρα, τόσο δυνατό, αλλά και τόσο τρυφερό, που έφτασε μέχρι πολύ βαθιά.

Ευχαρίστησε την πωλήτρια και δοκίμασε με τον δείκτη της το λίγο χώμα που σκέπαζε τις ρίζες. Ηταν υγρό –άντεχε για μερικές ώρες, μέχρι να το πάει στο σπίτι.

Πόσο χάρηκε με αυτό το δώρο δεν μπορούσε να το περιγράψει –ίσως γιατί είχε πολύ καιρό να πάρει ένα δώρο, ίσως γιατί την έβγαλε από έναν ορυμαγδό σκέψεων που την προβλημάτιζαν καιρό και λύση δεν έβρισκε. Τώρα ήταν χαρούμενη.

«Βασιλικός εμύρισε, Βουρλιώτης κατεβαίνει» έλεγε ο πατέρας της καμαρώνοντας για την καταγωγή του. Της άρεσε αυτή η φράση –κι ας είχε κάτι παλαιικό.

Κι ύστερα –παρ’ όλο που με την κηπουρική σχέση δεν είχε καμία– πάντα αγαπούσε τους βασιλικούς: της έμοιαζαν με σγουρομάλλικα παιδικά κεφάλια, την ηρεμούσε το πράσινο της δροσιάς στα φύλλα τους και τα τσαμπιά με τα μικροσκοπικά λουλούδια τους τα κοίταζε με θαυμασμό, τόσο κομψά, τόσο μυρωδάτα. Επειτα, πάντα θυμόταν ένα μπουκετάκι λουλουδάκια βασιλικού που της έδωσε κάποιος κάποτε.

Το βράδυ στο σπίτι αναρωτήθηκε πού θα βρει χώμα για να τον φυτέψει. Γλαστράκια είχε, πολλά. Μια γλάστρα που είχε μείνει ορφανή από φυτό μήνες είχε κατά τύχη το ίδιο χώμα με αυτό που τάιζε τον βασιλικό της. Πήρε ένα παλιό κουτάλι και το έσκαψε να αεριστεί και να αφρατέψει –απορούσε πώς τα ήξερε αυτά τα πράγματα. Μετά το έριξε μέσα στο πήλινο γλαστράκι.

Εβγαλε το φυτό από το μεταλλικό κουτί με πολλή προσοχή, άνοιξε μια τρύπα με τα χέρια της γυμνά στο χώμα –πόσο δροσερό τής φάνηκε!- και το τοποθέτησε μέσα. Τακτοποίησε το χώμα ώστε να καλύψει καλά τις ρίζες και το πήγε στη βρύση.

Υστερα έψαχνε μέρος να το βάλει. Η τέλεια θέση ήταν έξω από το παράθυρο του σαλονιού: το έβλεπε ο ήλιος νωρίς το πρωί, είχε όσο φως χρειαζόταν. Θα πότιζε τον βασιλικό της –το πρώτο φυτό που έπαιρνε υπό την ευθύνη της– συχνά. Κάθε μέρα, ειδικά τώρα που έπιαναν οι ζέστες.

Θα τον φρόντιζε. Οπως φροντίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε, όπως θρέφουμε και ποτίζουμε τις σχέσεις που έχουν για μας σημασία.

Και όταν θα μεγάλωνε αρκετά, θα έκανε με τα φύλλα του αφέψημα, που λένε ότι κάνει καλό στη μνήμη, ή θα τα έβαζε για να αρωματίσει κόκκινες σάλτσες για μακαρόνια. Θα έφτιαχναν μια φιλία στην οποία ο καθένας θα προσέφερε το καλύτερό του.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε βαθιά. Το πρωί, ανοίγοντας το παράθυρο, ο βασιλικός τής φάνηκε λίγο μεγαλύτερος. Αγγιξε με τα δάχτυλά της ξανά τα φύλλα του, όπως θα χάιδευε ένα αγαπημένο κεφάλι, κι εκείνος την αποζημίωσε με μια ανάσα υγείας και καλοκαιριού.

Πηγή: efsyn.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...