Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Ήμουν κι εγώ εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια

Του Γ.Α.Λυγκουνάκη


Ζάντα μεθυσμένος, με ένα μπουκάλι κράσο δε θυμάμαι τι χρώμα από το χωριό ενός συντρόφου απ’ το Ηράκλειο, γερό πράμα, πάμε προς τα Άξαφνα (έχουν κλείσει) να συνεχίσουμε με μπυρόνια.

Με το που μπαίνουμε στα Εξάρχεια ακούμε τη βοή από μακριά μαζί με τη χαρακτηριστική όξινη τσίκνα του δακρυγόνου, εγώ γέλαγα, έλεγα «ρε μαλάκα πολύ Motorhead το σκηνικό» και ξαφνικά ακούμε φωνές «σκοτώσαν ένα παιδί, σκοτώσαν ένα παιδί!!!». Προσπαθούσαμε να καταλάβουμε αν ήταν αλήθεια και βλέπουμε τους μαυροντυμένους να σκάνε από πάνω πλατεία και να πετάνε ό,τι βρίσκαν μπροστά τους.

Πιο μετά θυμάμαι πλατεία Εξαρχείων να καίγονται οι κάδοι, δίπλα από έναν κάδο μια Πόρσε. Φωνάζουμε «ρε μαλάκες όχι την Πόρσε», βουτάμε την Πόρσε, τη σηκώνουμε, την πάμε παρακάτω τη σώσαμε.

Το επόμενο βράδυ θυμάμαι έφυγα κατευθείαν από το Ωδείο να κατέβω πορεία, με τη τσάντα με τα βιβλία του πιάνου στη πλάτη. Βγαίνω σε ένα έρημο κέντρο μόνος, προσπερνώ ένα μπλοκ με μαυροκόκκινες σημαίες και κατεβαίνω Ερμού όπου συναντώ τους συντρόφους που είχαν εκτραπεί και φεύγαν προς τα κάτω. Ξαναγυρίσαμε προς τα πάνω προς Ακρόπολη και κατεβήκαμε από Συγγρού και διαλυθήκαμε.

Μαζευτήκαμε σε σπίτι συντρόφισσας. Εγώ σηκώνομαι πάνω, λέω «τελείωσε γυρνάω στη μάνα μου». Μου λένε «πως θα περάσεις το κέντρο», το κέντρο καιγότανε. Λέω «με τα πόδια». Με πήραν τηλέφωνο από τα κεντρικά της ΚΝΕ να μου δώσουν γραμμή να μην πάω πουθενά. Μετά ξάπλωσα καναπέ και κοιμήθηκα βλέποντας Στέφανο Μάνο να κράζει τη νεολαία για τις αντιδράσεις της. Εντάξει, αυτό ήταν τρας.

Την άλλη μέρα είχαμε περιφρούρηση δε θυμάμαι σε πιο πολυκατάστημα. Οι εργαζόμενοι των πολυκαταστημάτων του κέντρου είχαν προκηρύξει απεργίες και έπρεπε να τις υπερασπιστούμε. Και όμως μερικοί άρρωστοι τύποι επέμεναν πως θέλουν να δουλέψουν.

Το κέντρο γκρεμιζόταν. Τα μικρά μαγαζάκια χωρίς περιφρούρηση δεν είχαν καμία τύχη. Για αυτά ήταν η νύχτα των κρυστάλλων.

Οι πορείες συνεχίστηκαν. Κυκλοφορούσαμε όσο μπορούσαμε πιο ινκόγνιτο για να συναντήσουμε τις επιρροές μας, γιατί οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ασφάλεια με πολιτικά. Συναντιόμασταν σε απόμερα μαγαζάκια και μιλάγαμε χαμηλόφωνα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε πρόβα εξουσίας, ανέβηκε στα έξιτ πολ διεμβολίζοντας και διαιρώντας το ΠΑΣΟΚ για πρώτη φορά. Και μετά εξίσου απότομα έπεσε. Η ώρα του δεν είχε έρθει ακόμα. Ήταν όμως η ώρα του Γιωργάκη.

Γιατί τα αναθυμούμαι τώρα όλα αυτά.

Πρώτον, γιατί δεν έχω ξανανιώσει ποτέ από τότε τέτοια ένταση στον αέρα. Οι ισχυρισμοί αυτών που χαρακτήριζαν πως «τα εργαζόμενα παιδιά των ΜΑΤ των 700 ευρώ δε θα τους χτυπήσουν» και διαψεύστηκαν όλοι είδαμε πως, μου έφεραν στο μυαλό θύμισες.

Δεύτερον, γιατί όπως κανείς μας πλέον δεν ξέρει τι ξημερώνει, ένιωθα την ανάγκη να μοιραστώ για πρώτη φορά με τον κόσμο την αφήγηση μου. Οι άνθρωποι κάποια στιγμή φεύγουν, οι ιστορίες μένουν όσο υπάρχει κάποιος να τις ανιστορεί ξανά και ξανά.



Γ.Α.Λυγκουνάκης: Σχετικά με τον συντάκτη




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...