Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Οι Αφέντες του Χρόνου

spectrum


Νοέμβριος του 1973. Ήταν το τελευταίο ταξίδι του καπετάν-Φίλιππα. Ακόμα ένα άραγμα και θα έβγαινε στη σύνταξη. Ανυπομονούσε να παραδώσει και το φορτίο, αλλά και το εμπόρευμα στον νέο καπετάνιο. Ωραία η θάλασσα… την αγάπησε, τη λάτρεψε, της αφιέρωσε όλη του τη ζωή σχεδόν. Όμως, αυτό το τελευταίο ταξίδι του γυρισμού στην πατρίδα θα το έκανε από άλλο δρόμο: από το έδαφος. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του, δεκαετίες πριν.

Με χαρωπό και μεγαλόπρεπο ύφος πρόσταζε τους ελιγμούς για το τελευταίο του άραγμα σε λιμάνι. Από την πίπα του έβγαινε περήφανος ατμός. Το χαμόγελό του δεν μπορούσε να καλυφθεί, παρά την αυστηρή διαταγή της στολής του καπετάνιου. Όλα πήγαν καλά, όπως πάντα.

Γρήγορα ήρθε ένας ανώτατος αξιωματικός του στρατού της Τολουάνδης. Βλέπετε, το φορτίο αυτή τη φορά ήταν όπλα. Το κράτος είχε πολλά προβλήματα με τους γείτονες και έπρεπε να φαίνεται ισχυρό. Αυτό λίγο ενδιέφερε, βέβαια, τον καπετάν-Φίλιππα. Έλεγξε για τελευταία φορά τα χαρτιά, ένα προς ένα, διάβασε το κείμενο της κάθε σελίδας, λέξη προς λέξη και έβαλε υπογραφή στο τέλος κάθε σελίδας. Έλαβε το ΟΚ από τα στελέχη του στρατού που έλεγξαν το κάθε κιβώτιο. Παρακολούθησε – επιθεώρησε το ξεφόρτωμα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Επανέλαβε την ίδια διαδικασία και στην παράδοση του καραβιού. Έδωσε την ευχή του στον νέο καπετάνιο, ο οποίος τον ικέτεψε σχεδόν να μείνει στο πλοίο, έστω για ένα βράδυ. Ο Φίλιππας υποσχέθηκε ότι θα το σκεφτεί.

Όταν όλα έγιναν παρελθόν, έριξε μια τελευταία ματιά στο καράβι, ανάσανε τη μυρωδιά της θάλασσας, έπνιξε το δάκρυ του στο τελευταίο κύμα και γύρισε την πλάτη.Έπρεπε να γευματίσει, ήταν περασμένη η ώρα. Όμως, είχε βαρεθεί πια τα φαγητά του καραβιού και των λιμανιών. Αυτό το απόγευμα θα αποφάσιζαν τα πόδια του. Τα άφησε να τον παρασύρουν στους στενούς, φτωχικούς δρόμους του μοναδικού λιμανιού της Τολουάνδης, του επίνειου της μικρής πρωτεύουσας.

Τι τύχη, εκείνα κουράστηκαν την κατάλληλη στιγμή. Έξω από μια ταβερνούλα που του φάνηκε τόσο φιλική, τόσο σπιτική... Αναστέναξε, καθώς ξεκούραζε τα μέλη του στην ξύλινη καρέκλα. Ναι, αυτό του έλειπε. Ένα σπιτικό. Μια ζωή είχε ζήσει στη θάλασσα. Την είχε γνωρίσει κι από την καλή κι από την ανάποδη. Αλλά δεν είχε νοιώσει ποτέ πώς ήταν να σε περιμένει στο σπίτι μια γυναίκα… ή και παιδιά, γιατί όχι;

Δεν άφησε άλλο δάκρυ να βγει. Ένα σε μια μέρα ήταν αρκετό. Έβγαλε από την τσέπη το φίλο του, το κομπολόι με τις χάντρες από κεχριμπάρι και του άρχισε την κουβέντα.«Ε, εντάξει ρε φίλε, δεν με πήραν δα και τα χρόνια. Και παιδί μπορεί να αποκτήσω και ζεστή αγκαλιά να βρω. Όλα γίνονται, υγεία να υπάρχει.»

Ο σερβιτόρος παραξενεύτηκε με τον διάλογο αλλά χαμογέλασε ευγενικά. Περίμενε τον καπετάνιο να διαβάσει τον κατάλογο. Ο Φίλιππας ζητούσε ένα σπιτικό φαγητό, αλλά δεν καταλάβαινε αυτά που διάβαζε. Κατέληξε στο χταποδάκι, τη μόνη λέξη που ήξερε σε όλες τις γλώσσες.Καθώς περίμενε, νευριασμένος με το εαυτό του που θα έτρωγε πάλι κάτι θαλασσινό, σαν να νόμιζε για μια στιγμή ότι μια χάντρα από το κομπολόι του χαμογέλασε. Παραξενεύτηκε, όχι από το συμβάν, αλλά γιατί του φάνηκε πως το χαμόγελο είχε μια πίκρα. Μάλλον θα έφταιγε ο Ήλιος, που κουρασμένος κι αυτός, είχε κρυφτεί πίσω από τα σπίτια κι ετοιμαζόταν για τη βραδινή του βουτιά.

Στην προσπάθειά του να ξεχαστεί, θυμήθηκε την άλλη του τσέπη. Έβγαλε από αυτήν μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Χαμογέλασε γλυκά. Όχι γιατί την είχε πάρει σε τιμή ευκαιρίας από την Κινάλσα, αλλά γιατί είχε σταθεί υπερβολικά τυχερός. Δεν είχε ακόμα μάθει τα χούγια της καλά-καλά όταν…

Έκλεισε τα μάτια και ξανάφερε στο μυαλό του τη σκηνή. Ήταν ηλιοβασίλεμα, όπως τώρα. Στο κατάστρωμα. Θάλασσα, παντού θάλασσα. Μόνο ένα μικρό νησάκι στο βάθος, εκεί που ο ορίζοντας έσμιγε με το όνειρο, μαρτυρούσε ότι υπήρχε κίνηση, ότι υπήρχε χρόνος. Ο Φίλιππας έλεγε καλή αντάμωση στον άρχοντα της ζεστασιάς που ήταν κόκκινος πια. Αλλά, στην ίδια ευθεία, βγήκε ξαφνικά κάτι στον αφρό. Θα ορκιζόταν πως ήταν μια Γοργόνα. Το πλάσμα που ο μύθος έλεγε ότι μπορούσε να χαρίσει ή απίστευτη ηδονή ή πονεμένο θάνατο, λουζόταν εκεί με τις τελευταίες ακτίνες. Με χέρια που έτρεμαν τη φωτογράφησε.

«Είδες παιχνίδια που σκαρώνει το φως;…», ρώτησε το κομπολόι «… δεν ήταν παρά ένα δελφίνι. Αλλά, θες το φως του βασιλέματος, θες τα κύματα, θες τα μάτια μου που άρχισαν να γερνάνε, έτσι μου φάνηκε. Ότι είδα γοργόνα.» «Μάλλον με τα μάτια της ψυχής σου έβλεπες, παλιόφιλε…» είπε το κομπολόι.Κοίταξε τη φωτογραφία. Ότι κι αν του έλεγαν, ήταν μια Γοργόνα εκεί.

Το βράδυ είχε πέσει για τα καλά. Σε ξένο τόπο, σε περιβάλλον όχι πλεούμενο, δεν ένοιωσε καλά. Ξαναγύρισε στο καράβι. Δεν θέλησε να ενοχλήσει τον νέο καπετάνιο, κούρνιασε σε ένα από τα κρεβάτια των ναυτών. Δεν τον πήρε και πολλή ώρα να κοιμηθεί, είχε πολλά χρόνια να νοιώσει χωρίς σκοτούρες.

/-/-/-/-/-/-/-/-

Ξύπνησε μέσα στη νύχτα, από φωνές. Στρατιώτες είχαν έρθει για έλεγχο. Κάποια όπλα έλειπαν.Μα πώς, ήταν τόσο σίγουρος… Τα μισά χαρτιά δεν είχαν υπογραφεί. Μα, αφού τα είχε ελέγξει ο ίδιος. Λογική εξήγηση δεν μπόρεσε να βρει ποτέ. Κάτι αλλόκοτο είχε συμβεί. Σαν κάποια γοργόνα να μην τον πίστεψε και να τον καταράστηκε. Σαν κάποιος να είχε γυρίσει το χρόνο και να είχε αλλάξει τα πάντα.

Μερικές μέρες αργότερα, έμαθε, από τη φυλακή, ότι η κυβέρνηση της Τολουάνδης έπεσε, λόγω σκανδάλων. Δεν του δόθηκε χάρη από την νέα ηγεσία, παρά μόνο μετά από πολλά χρόνια.

2014, Αύγουστος. Ήταν πια πολύ γέρος και η ζέστη του καλοκαιριού αφόρητη. Αγκομαχώντας, έφτασε στην πλατεία του χωριού του και κάθισε κάτω από τον πλάτανο, στο πιο δροσερό τραπέζι του καφενέ, που λες και τον περίμενε. Κανένας δεν τον θυμόταν πια. Μόνο ο μαστρο-Θανάσης, ο σιδεράς, του χαμογέλασε.«Ε, καπετάν-Φίλιππα…» τον ρώτησε «… τι είδαν τα μάτια σου εκεί στα ξένα; Γνώρισες γυναίκες, έδωσες μάχη με πειρατές, είδες τη Γοργόνα, κανένα τεράστιο καλαμάρι μήπως;»

Ο καπετάν Φίλιππας χαμογέλασε και είδε τη φωτογραφία. Τα γερασμένα του μάτια έβλεπαν καθαρά ένα δελφίνι τώρα.

«Όχι μαστρο-Θανάση…» είπε, «… όχι κάτι από αυτά, μα κάτι πιο αόρατο. Είδα αυτούς που προστάζουν τη ζωή μας, τους Χρόνο-αφέντες…»

Πηγή: enfo.gr



spectrum: Σχετικά με τον συντάκτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου