Πολλοί δεν ξέραμε πως ήταν ποιήτρια για αρκετά χρόνια, την θυμόμασταν στις ταινίες της Βουγιουκλάκη και του Κωνσταντάρα, να παίζει πότε την κόρη, την αδερφή, την υπηρέτρια. Δεν πήρε ποτέ μεγάλους ρόλους, δεν έγινε ποτέ πρωταγωνίστρια στην εποχή του Ελληνικού Χρυσού Κινηματογράφου, και ας ξεκίνησε μαζί με όλες που έμελλαν να γίνουν σταρς της εποχής.
Ίσως να έφταιγε εκείνη η μελαγχολία στα μάτια της, που της έδινε μια απόκοσμη λάμψη και όχι εκείνη την κίβδηλη διαύγεια που απαιτούσε ο φακός για να την απογειώσει, να της φορέσει ψεύτικες βλεφαρίδες και εκείνη τη γραμμή του eyeliner που έσκιζε τις σελίδες των περιοδικών όπως ήθελαν οι μόδες του καιρού.
Δεν ήταν ιλουστρασιόν η Κατερίνα, δεν μπορούσες να την κόψεις και να τη ράψεις στα μέτρα σου, να της φορέσεις τα όμορφα ρούχα μεγάλων σχεδιαστών για να ακροβατεί αέρινα μέσα σε αυτά σαν άλλη μούσα από μνημείο σε μνημείο, να κοσμεί χρωματιστές αφίσες “Live your Myth in Greece” σε καμπάνιες του ΕΟΤ που ψάρευαν τουρίστες και στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ.
Δεν την έντυνες σαν πλαστική κούκλα την Κατερίνα, δεν της χτένιζες τα μαλλιά ανάλογα με το στιλ της εποχής, δεν μπορούσε κανείς να τη βάλει σε καλούπια.
Τα καλούπια τα έφτιαχνε μόνη της μόνο και μόνο για να τα σπάσει μετά.
Έγραφε σε εκείνη τη γραφομηχανή από τα βάθη της ψυχής της. Έγραφε και έγραφε για όσα υπήρχαν αραχνιασμένα μέσα της, έγραφε για τους συντρόφους της που τους σάπιζαν στο ξύλο οι μπάτσοι, για εκείνους που πέθαιναν από τα ντρόγκια, για την αριστερά και την αναρχία, για τον κομφορμισμό και την μικροαστίλα που την έσφιγγαν σαν θηλιά στο λαιμό.
Έγραφε για τη μοναξιά της, για τους αδιέξοδους έρωτες, για την απενοχοποίηση της καύλας, για την αγάπη που δεν ήξερε πως να τη ζητήσει και πως να την εκφράσει με τρόπο που δεν θα ήταν απόλυτος, άμεσος, τρομακτικός. Εκείνον τον έρωτα χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς καλούπια, χωρίς ονόματα.
Έγραφε η Κατερίνα Γώγου, για όλα εκείνα που κανείς δεν ήθελε να γράψει, για όλα εκείνα που λίγοι ήθελαν να διαβάσουν πραγματικά, αυτοί που ήταν ίδιου φυράματος, κατατρεγμένοι και καταραμένοι από τα γεννοφάσκια τους.
Τη διαβάσαμε και εμείς μήπως και καταφέρουμε να καταλάβουμε τι έκρυβε το απόκοσμο μέσα της, όπως ακούσαμε και τα τραγούδια του Άσιμου, σε μια προσπάθεια να ταυτιστούμε με μια επαναστατικότητα που δεν ήταν ποτέ δική μας, με μια ιδιοσυγκρασία που ποτέ δεν θα αγγίζαμε ούτε στο ελάχιστο. Γι’ αυτό υπάρχει η τέχνη, άλλωστε, έτσι δεν είναι, μεταξύ άλλων; Για να οικειοποιηθούμε εξ αντανακλάσεως όλα εκείνα που δεν βιώσαμε εμείς από πρώτο χέρι.
Οι "τρελοί και οι αλήτες" που την τραγουδούσαν παλιά, στα 35 τους φόρεσαν τα «κουστούμια» της ζωής και υποδύονται δεκάδες διαφορετικούς ρόλους καθημερινά για να μην βγουν στο περιθώριο, ένα περιθώριο που η φτώχεια των ημερών φέρνει όλο και πιο κοντά την παγωμένη του ανάσα. Εκείνο το περιθώριο που η Κατερίνα αγάπησε με τόσο πάθος και τελικά τη ρούφηξε μέσα του.
«Κλαις, μικροαστούλα;» είχε κατηγορήσει τον εαυτό της η Μάρθα Καραγιάννη στην κηδεία της Γώγου, σε έναν δικό της φαντασιακό διάλογο με την Κατερίνα.
Και τώρα, μας έμεινε αυτή η μοναξιά που όντως δεν είχε το θλιμμένο χρώμα στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας, αλλά ήταν τσεκούρι στα χέρια μας που πάνω από τα κεφάλια μας ακόμα γυρίζει γυρίζει γυρίζει.
Πάντα θα είναι ένα τσεκούρι στα χέρια μας που θα γυρίζει, θα γυρίζει, θα γυρίζει και όποιον πάρει ο Χάρος, ίσως και εμάς μαζί κάποτε.
Μας το είχε πει η Κατερίνα Γώγου, που αυτοκτόνησε μια μέρα σαν και αυτή το μακρινό 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου