Αυτούς που τα μαγιό τους θα ξεμείνουν στα χειμωνιάτικα, που τα νησιά θα τους κοιτάνε καρφωμένα από τους χάρτες.
Αυτούς που θα δουλεύουν στο λιοπύρι χωρίς διάλειμμα, χωρίς ρεπό, χωρίς έστω μια ψεύτικη προσδοκία, από χειμώνα σε χειμώνα, αυτούς που δεν τους φτάνουν τα λεφτά για να πάνε πουθενά, αυτούς που δεν έχουν κανέναν να τους φιλοξενήσει, να τους συνοδεύσει, να τους αγαπά και να τους νοιάζεται.
Αυτούς που θα ακούσουν το καλοκαίρι από αφηγήσεις άλλων και τραγούδια των Χατζηφραγκέτα, αυτούς που πνίγονται από το τσιμέντο και τρελαίνονται από τους ήχους των τζιτζικιών, τους συνθέτες της Ήττας, αυτούς που δεν έχουν ένα εξοχικό να ανοίξει την πόρτα του, που κανένα κύμα δε θα σκάσει στα βράχια για αυτούς, που καμία ταβέρνα δεν τους έχει εξτρά πιάτο, μια καρέκλα ελεύθερη.
Για αυτούς που περισσεύουν στις παρέες και στις χαρές, που δεν τους αντέχει η ευτυχία, που έμαθαν να ζουν πάντα στο περιθώριο, στην άκρη, να μην ενοχλούν, να ρωτάνε πάντα τους άλλους τι κάνουν, χωρίς ποτέ να τους ρωτήσει κανείς τι κάνουν αυτοί.
Γιατί είναι δυνατοί, αδιάφοροι, απόμακροι.
Για αυτούς που κοιμούνται με τσακισμένα όνειρα κι αναμνήσεις.
Για αυτούς που πάντα τους ξεχνάνε στο μέτρημα, που ζούνε πάντα εν λευκώ.
Τίποτα σημαντικό.
Που ήταν πάντα υπάλληλοι, συνάδελφοι, μετανάστες, συνεργάτες, μαθητές, φοιτητές, γιοι και κόρες αλλά ποτέ εραστές, φίλοι, αγαπημένοι.
Αυτή η γουλιά είναι για εμάς του κολασμένους.
Εβίβα, σύντροφοι μου!
Συντροφάκια μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου