Τίποτα θετικό για τους μαθητές του Λυκείου δεν προμηνύεται...
Με μια παράγραφο που μπορεί να διδάσκεται ως πρότυπο στις σχολές προπαγάνδας για το πώς «ζυμώνεις» κάτι χωρίς να λες τίποτα επί της ουσίας και για το πώς χαϊδεύεις αυτιά κρύβοντας τις προθέσεις σου, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη με άρθρο της πριν μια βδομάδα επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά ότι το 2026 η κυβέρνηση θα ανοίξει τον διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο. Επιδίωξη του διαλόγου σύμφωνα με την υπουργό είναι «μια νέα Παιδαγωγική και Κοινωνική Συμφωνία για το σχολείο του 2040» και «το Λύκειο να ξαναγίνει η καρδιά της εκπαίδευσης», «να καταλήξουμε σε δεσμεύσεις που θα αντέχουν στον χρόνο. Να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για όσα δεν λειτούργησαν. Να διαφυλάξουμε όσα πέτυχαν»...
Σύμφωνα με τα όσα έχει πει μέχρι τώρα η κυβέρνηση, ο διάλογος θα γίνει τόσο με κόμματα όσο και με φορείς, ενώ θυμίζουμε ότι πολύ πριν αυτός αρχίσει, το ΠΑΣΟΚ είχε σπεύσει να προσφέρει τη συναίνεσή του στο Εθνικό Απολυτήριο, ζητώντας να ξεκινήσει διάλογος στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. Θυμίζουμε επίσης ότι το Εθνικό Απολυτήριο συζητιόταν ως σχέδιο και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με μια πρόταση πολύ παρόμοια με αυτή που καταγράφεται στο επίσημο πρόγραμμα της ΝΔ 2018 - 2019, ενώ δεν αποκλείεται η κυβέρνηση να αναζητήσει στηρίγματα συναίνεσης και στα άλλα κόμματα, π.χ. στην «Πλεύση Ελευθερίας», που ειδικά στην Παιδεία έχει υπερψηφίσει σε μεγάλο ποσοστό κυβερνητικά νομοθετήματα.
Στο σχέδιο της κυβέρνησης και σε άλλων «ζυμώσεις» που γίνονται από εκπαιδευτικούς αναλυτές, φροντιστηριάρχες, ιδιωτικά σχολεία κ.λπ., η ιδέα του Εθνικού Απολυτηρίου περιγράφει ότι θα συνεκτιμάται η συνολική επίδοση του μαθητή κατά τις τρεις τάξεις του Λυκείου για την πρόσβασή του στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα θα διατηρηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Η όλη συζήτηση στρέφεται στο πώς η συνεκτίμηση των επιδόσεων του Λυκείου θα είναι αντικειμενική και μη αμφισβητούμενη, όπως είναι και οι πανελλαδικές. Ετσι, προτείνεται ένα μοντέλο όπου οι προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις, στο τέλος της χρονιάς σε κάθε τάξη του Λυκείου, θα γίνονται με μεγαλύτερη βαρύτητα της Τράπεζας Θεμάτων και με διάφορους μηχανισμούς ελέγχου της βαθμολόγησης των εκπαιδευτικών.
Από μόνα τους όλα τα παραπάνω (πόσο μάλλον που θα διατηρηθούν και οι πανελλαδικές εξετάσεις) κάνουν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς να καταλαβαίνουν πως οδηγούμαστε σε ένα Λύκειο όπου κάθε ...ανάσα του μαθητή θα μετρά για την εισαγωγή του στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Γι' αυτό οι μαθητές όταν ακούνε για Εθνικό Απολυτήριο κάνουν λόγο για «τριπλές πανελλαδικές» και το απορρίπτουν ασυζητητί. Γιατί γνωρίζουν ήδη το άγχος και τον ανταγωνισμό που επικρατεί σήμερα μόνο για τις πανελλαδικές - φανταστείτε, αν αυτό επεκταθεί και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, τι σημαίνει αυτό σε οικονομική αιμορραγία για φροντιστήρια από πολύ νωρίτερα, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με την πίεση που θα βιώνουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους.
Σύμφωνα με τα όσα έχει πει μέχρι τώρα η κυβέρνηση, ο διάλογος θα γίνει τόσο με κόμματα όσο και με φορείς, ενώ θυμίζουμε ότι πολύ πριν αυτός αρχίσει, το ΠΑΣΟΚ είχε σπεύσει να προσφέρει τη συναίνεσή του στο Εθνικό Απολυτήριο, ζητώντας να ξεκινήσει διάλογος στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής. Θυμίζουμε επίσης ότι το Εθνικό Απολυτήριο συζητιόταν ως σχέδιο και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με μια πρόταση πολύ παρόμοια με αυτή που καταγράφεται στο επίσημο πρόγραμμα της ΝΔ 2018 - 2019, ενώ δεν αποκλείεται η κυβέρνηση να αναζητήσει στηρίγματα συναίνεσης και στα άλλα κόμματα, π.χ. στην «Πλεύση Ελευθερίας», που ειδικά στην Παιδεία έχει υπερψηφίσει σε μεγάλο ποσοστό κυβερνητικά νομοθετήματα.
Στο σχέδιο της κυβέρνησης και σε άλλων «ζυμώσεις» που γίνονται από εκπαιδευτικούς αναλυτές, φροντιστηριάρχες, ιδιωτικά σχολεία κ.λπ., η ιδέα του Εθνικού Απολυτηρίου περιγράφει ότι θα συνεκτιμάται η συνολική επίδοση του μαθητή κατά τις τρεις τάξεις του Λυκείου για την πρόσβασή του στην Ανώτατη Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα θα διατηρηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Η όλη συζήτηση στρέφεται στο πώς η συνεκτίμηση των επιδόσεων του Λυκείου θα είναι αντικειμενική και μη αμφισβητούμενη, όπως είναι και οι πανελλαδικές. Ετσι, προτείνεται ένα μοντέλο όπου οι προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις, στο τέλος της χρονιάς σε κάθε τάξη του Λυκείου, θα γίνονται με μεγαλύτερη βαρύτητα της Τράπεζας Θεμάτων και με διάφορους μηχανισμούς ελέγχου της βαθμολόγησης των εκπαιδευτικών.
Από μόνα τους όλα τα παραπάνω (πόσο μάλλον που θα διατηρηθούν και οι πανελλαδικές εξετάσεις) κάνουν μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς να καταλαβαίνουν πως οδηγούμαστε σε ένα Λύκειο όπου κάθε ...ανάσα του μαθητή θα μετρά για την εισαγωγή του στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Γι' αυτό οι μαθητές όταν ακούνε για Εθνικό Απολυτήριο κάνουν λόγο για «τριπλές πανελλαδικές» και το απορρίπτουν ασυζητητί. Γιατί γνωρίζουν ήδη το άγχος και τον ανταγωνισμό που επικρατεί σήμερα μόνο για τις πανελλαδικές - φανταστείτε, αν αυτό επεκταθεί και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, τι σημαίνει αυτό σε οικονομική αιμορραγία για φροντιστήρια από πολύ νωρίτερα, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με την πίεση που θα βιώνουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους.
Αυτό δεν είναι «αναβάθμιση», αλλά μεγαλύτερη απαξίωση και υποβάθμιση του Λυκείου
Η κυβέρνηση επιδιώκει να εμφανίσει όλα τα παραπάνω ως αναβάθμιση του Λυκείου. Προσπαθεί τάχα να δώσει κίνητρο ώστε οι μαθητές να ασχολούνται με το ίδιο το Λύκειο και τα μαθήματα που διδάσκονται σε αυτό, να μην το θεωρούν ένα απαξιωμένο σχολείο, στρέφοντας αποκλειστικά το βλέμμα στα μαθήματα και στον στόχο των πανελλαδικών. Για να το κάνει αυτό όμως ...υποτάσσει όλο το Λύκειο στον στόχο των πανελλαδικών! Μα αυτός ο χρησιμοθηρικός στόχος με τον οποίο προσπαθεί να «αναβαθμίσει» το σχολείο δεν το απαξιώνει ακόμα περισσότερο; Δεν το σπρώχνει ακόμα πιο μακριά από ένα σχολείο γενικής παιδείας που στόχο θα έχει να μορφώνει εξίσου όλους τους μαθητές;
Στο κάτω κάτω υπάρχει ένα ποσοστό μαθητών σήμερα που πάει είτε στα ΓΕΛ είτε στα ΕΠΑΛ χωρίς στόχο να δώσει πανελλαδικές, χωρίς να επιδιώκει την είσοδό του στο πανεπιστήμιο. Γιατί αυτοί οι μαθητές θα πρέπει να υποστούν το παραπάνω άγριο, ανταγωνιστικό μοντέλο; 'Η μήπως θα αναβαθμιστεί το ίδιο το απολυτήριο Λυκείου και θα ανοίγει στον κάτοχό του περισσότερες θέσεις εργασίας; Οχι βέβαια. Ο μόνος λόγος να επιλέξει ένας εργοδότης τον απόφοιτο Λυκείου από έναν απόφοιτο υψηλότερου επιπέδου εκπαίδευσης είναι γιατί ο απόφοιτος Λυκείου είναι πιο φτηνός, όχι γιατί έχει δώσει ...τριπλές πανελλαδικές.
Στην πραγματικότητα, αυτό που αναβαθμίζεται είναι η διαδικασία επιλογής για την Ανώτατη Εκπαίδευση και όχι το Λύκειο. Αυτή η «αναβάθμιση» θα είναι συνώνυμη της πιο έντονης ταξικής επιλογής και όποιος αντέξει...
Οι αρνητικές συνέπειες επιβεβαιώνονται και από την ευρωπαϊκή πείρα
Ανάλογες εξάλλου είναι οι διαδικασίες και οι συνέπειες και σε άλλες χώρες της Ευρώπης που έχουν αναπτύξει συστήματα επιλογής τύπου Εθνικού Απολυτηρίου. Εκεί όπου η κυβέρνηση και τα αστικά επιτελεία παρουσιάζουν «επιτυχημένα ευρωπαϊκά παραδείγματα», η πραγματικότητα αποκαλύπτει ένα σχολείο ακόμα πιο σφιχτά δεμένο με τις ανάγκες της αγοράς, με τις εξετάσεις να πολλαπλασιάζονται και τη γνώση να μετατρέπεται ανοιχτά σε εμπόρευμα.
Στη Γαλλία, το Baccalaureat αποτελεί εδώ και δεκαετίες τον βασικό μηχανισμό ολοκλήρωσης του Λυκείου και πρόσβασης στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Παρά τις αλλαγές στη μορφή του, με τη λεγόμενη «συνεχή αξιολόγηση» και τις επιλογές μαθημάτων, ο πυρήνας του παραμένει ίδιος: Ενα εξεταστικό σύστημα που ιεραρχεί μαθητές και σχολεία, ενισχύει τον ανταγωνισμό και σπρώχνει μεγάλα τμήματα της νεολαίας εκτός πανεπιστημίων. Η τυπική δυνατότητα πρόσβασης για όλους συνοδεύεται από ένα δίκτυο άτυπων φίλτρων - βαθμοί, φάκελοι, πλατφόρμες επιλογής, επιπλέον εξετάσεις - που τελικά διασφαλίζουν ότι στις πιο απαιτητικές και κοινωνικά «ανερχόμενες» σπουδές καταλήγουν κατά κύριο λόγο τα παιδιά των πιο εύπορων στρωμάτων.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο ρόλος των περίφημων «προπαρασκευαστικών τάξεων» για τις Grandes Ecoles. Εκεί η ταξική διαστρωμάτωση γίνεται κραυγαλέα: Mαθητές από εργατικές οικογένειες αποτελούν ισχνή μειοψηφία, ενώ η πολύχρονη, εντατική και συχνά πανάκριβη προετοιμασία λειτουργεί ως άτυπος αλλά αποτελεσματικός κόφτης. Το σχολείο, αντί να εξισορροπεί ανισότητες, τις παγιώνει και τις βαθαίνει.
Αντίστοιχα, στη Γερμανία το Abitur παρουσιάζεται συχνά ως «πιο ανθρώπινο» σύστημα, επειδή δεν βασίζεται σε μία και μοναδική εξέταση. Αυτό είναι και ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης της ΝΔ για τις αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης. Στην πράξη, όμως, και στη Γερμανία, όπου η «αξιολόγηση» απλώνεται σε βάθος χρόνου, μετατρέπει τα τελευταία χρόνια της σχολικής ζωής σε έναν μαραθώνιο διαρκούς πίεσης. Κάθε βαθμός μετρά, κάθε σχολική επίδοση αποκτά χαρακτήρα καθοριστικό. Αυτό δεν μειώνει το άγχος, το μονιμοποιεί και το εκτινάσσει.
Ταυτόχρονα, το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα φροντίζει να «τακτοποιεί» τους μαθητές από πολύ νωρίς, ήδη από το τέλος του Δημοτικού. Οι συστάσεις των σχολείων, που παρουσιάζονται ως παιδαγωγικά ουδέτερες, οδηγούν μαζικά τα παιδιά των εργατικών στρωμάτων σε σχολικές διαδρομές περιορισμένων μορφωτικών απαιτήσεων και προσδοκιών. Η πανεπιστημιακή προοπτική παραμένει θεωρητικά ανοιχτή, πρακτικά όμως γίνεται εξαιρετικά δύσκολη, καθώς οι μορφωτικές βάσεις που προσφέρονται είναι άνισες. Ετσι, το Abitur δεν λειτουργεί ως «δεύτερη ευκαιρία», αλλά ως τελική επικύρωση μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στις χώρες όπου εφαρμόζεται η Matura (Αυστρία, Ελβετία, Τσεχία, Σλοβακία κ.λπ.). Το Εθνικό Απολυτήριο συνδέεται με αλλεπάλληλες εξετάσεις, με αυξημένες απαιτήσεις και με έντονη εξωσχολική προετοιμασία. Οσο αυξάνεται ο ανταγωνισμός για τις περιορισμένες θέσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση, τόσο διογκώνεται και η ανάγκη για φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Η λεγόμενη «σκιώδης εκπαίδευση» στην Ευρώπη (εκεί που κατατάσσονται και τα δικά μας φροντιστήρια, τα ιδιαίτερα κ.ο.κ.) δεν είναι παρενέργεια, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι αυτών των συστημάτων.
Η πραγματική συζήτηση είναι για το ποιο σχολείο αξίζει στα παιδιά μας
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις επιβεβαιώνεται ένα βασικό συμπέρασμα: Το Εθνικό Απολυτήριο, με όποιο όνομα κι αν βαφτιστεί, με όποιες τεχνικές λεπτομέρειες κι αν πλαισιωθεί, δεν αναβαθμίζει τη Γενική Παιδεία, αντίθετα τη θυσιάζει στον βωμό της επιλογής, της κατάταξης και της προσαρμογής στις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας. Οι εξετάσεις που προϋποθέτει δεν λειτουργούν ως εργαλείο αποτίμησης της γνώσης, αλλά ως μηχανισμός επιλογής ταξικά προσδιορισμένος.
Αυτό είναι το «σχολείο του μέλλοντος», που προβάλλεται ως πρότυπο και για το οποίο θέλει να ανοίξει διάλογο η κυβέρνηση: Ενα σχολείο πιο σκληρό, πιο ανταγωνιστικό, πιο ταξικό. Ενα σχολείο που από μικρή ηλικία μαθαίνει στους μαθητές να αποδέχονται ότι κάποιοι «δεν τα καταφέρνουν», ότι κάποιοι «δεν αξίζουν», ότι η ζωή είναι ένας ατελείωτος διαγωνισμός. Γι' αυτό και η συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο δεν είναι τεχνική, ούτε παιδαγωγικά ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτική και αφορά το ποιο σχολείο, ποια γνώση, ποια ζωή αξίζει στα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου