Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Ίσως να είμαι κι εκτός κλίματος...



Η 25η Μαρτίου για εμένα δεν είναι η επέτειος μιας τεράστιας επανάστασης που προκαλεί έτσι κι αλλιώς δέος και θαυμασμό. Μια ανομοιογενής χούφτα κάποιων κυρίως φτωχοδιαβόλων, μερικών διανοούμενων κι αναδεικνυόμενων εμπόρων και καραβοκύρηδων τα έβαλαν με μια αυτοκρατορία και με ένα παγκόσμιο status quo που ακολούθησε την Γαλλική Επανάσταση. Με ξερό κεφάλι σήκωσαν τα όπλα κι απέναντι στον Σουλτάνο κι απέναντι στον Μέτερνιχ. Και δεν ήταν μόνο μια αναμπουμπούλα, ο δρόμος ήταν πολύ πιο μακρύς κι από όσο θα πίστευε κι ο πιο αισιόδοξος αναλυτής της εποχής. Ήταν ο χαμένος που τα θέλει όλα.

Από την άλλη είναι μια επέτειος χωμένη στο ψέμα, στους εθνικούς μύθους, στην απόκρυψη της αλήθειας, στις υπερβολές, στις ωραιοποιήσεις, στις αγιοποιήσεις. Μια επέτειος που θέλει να κολυμπάμε στην επιφάνειά της για να μας φτιάχνει εθνικά αφηγήματα που θα κουμπώσουν σε παρούσες ανάγκες και βλέψεις, στις κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις της εξουσίας και των δυνατών. Μια επέτειος που θέλει να ξεχνάει, που δε σέβεται.
 
Ακόμα κι η ημερομηνία είναι άσχετη από την ημέρα της έναρξης της Επανάστασης. Αν πάτε στην Καλαμάτα, η κεντρική τους πλατεία λέγεται 23η Μαρτίου. Η μέρα που απελευθερώθηκε δηλαδή. Πρώτα απελευθερώθηκαν και μετά άρχισαν την Επανάσταση. Όλα όμως χωράνε στο μπλέντερ των εθνικών αφηγημάτων.
 
Για αυτό προτιμώ αυτήν την ημέρα να τη βλέπω σαν μια κοινωνικά κατασκευασμένη ημερομηνία γέννησης του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ένα γενέθλιο, ας πούμε, από τις εποχές που ο καθένας δήλωνε τα παιδιά του στο ληξιαρχείο όποτε ήθελε. Κι επειδή δε διακρίνω καμία μεταφυσική σύνδεση μεταξύ άσχετων ανθρώπων και πολιτισμών, είναι σα μια νέα σύμβαση, ένα νέο ενοικιαστήριο. Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν είμαστε παρά ένας νέος ενοικιαστής σε ένα παλιό αρχοντικό, ταλαιπωρημένο, κουρασμένο, λεηλατημένο, αφαιμαγμένο, αλλά και γοητευτικό, κλασάτο, με μια υπέροχη θέα που σου κόβει την ανάσα.

Για μένα Ελλάδα είναι ένα σύνολο από εικόνες, από αισθήσεις, από εμπειρίες που δύσκολα αποτυπώνονται. Θα μπορούσα και να γκρινιάξω πολύ και για πολλά, αλλά είναι τα γενέθλιά της σήμερα και δε θέλω να είμαι αυτός ο καλεσμένος που θα ρωτά «πότε θα παντρευτείς;» και θα σχολιάζει ότι πάχυνες.
 
Για εμένα Ελλάδα είναι ο καλοκαιρινός δυνατός αέρας στα καταστρώματα καθώς διασχίζεις το Αιγαίο, οι σπασμένοι βράχοι που προέκυψαν από τις καταιγίδες των σεισμών και των ηφαιστείων, τα νησιά της.
Ελλάδα είναι η τσαπατσούλικη απλωσιά της πέτρας, του βουνού, του απέραντου γαλάζιου καθώς πετάς πάνω από τον εναέριο χώρο της, είναι το λευκό των σπιτιών, είναι οι Χαρταετοί του Μίκη Θεοδωράκη που χώρεσαν όλη τη γεωγραφία της και την αίσθησή της σε νότες ίσως καλύτερα από όλους τους στίχους του Ελύτη μαζί.
 
Είναι τα φωτισμένα πρόσωπα από τα κεριά στην περιφορά του Επιταφίου, η κατάνυξη στη γιορτή του θανάτου, το αγκάλιασμα και το προσκύνημα στον Χάρο και μάλιστα την εποχή που το ανοιξιάτικο αεράκι φέρνει ξανά τη ζωή στην φύση και την ελπίδα στην καρδιά του ανθρώπου.

Είναι οι αναμνήσεις μου, οι πλαστικές καρέκλες που έκλειναν τα σοκάκια κι η αίσθηση της γειτονιάς, οι πιτσιρικάδες στις πλατείες των εκκλησιών και στα προαύλια του σχολείου που παίζουν αυτοσχέδιο ποδόσφαιρο με μπουκαλάκια Λουξ, είναι οι λάμπες του Δήμου που χρονομετρούσαν το πόσο ακόμα θα κλωτσάμε μέχρι να γυρίσουμε σπίτι.
 
Είναι ένα τραπέζι στην παραλία, είναι τα ούζα και τα τσίπουρα, οι απλωμένοι μεζέδες, ο ήχος από την θάλασσα, το κύμα που σκάει ρυθμικά, αυτό που ηχογραφούσε ο Λοΐζος για να παίρνει τις εμπνεύσεις, είναι τα παιχνίδια του ήλιου, τα βότσαλα που μοιάζουν με θρυμματισμένα βουνά.

Είναι οι αλήτισσες γάτες που ξεπηδάνε με ένα «ψιτ» από αυλόπορτες, από τα αμάξια, μέσα από τα σκουπίδια, από τα δέντρα, άλλες φορές μοιάζουν με συμμορία που σε περικυκλώνει κι άλλες με τους κουτσομπόληδες γείτονες που ελέγχουν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Ζητιανάκια και περήφανοι κυνηγοί.
 
Είναι η Ακρόπολη που δεσπόζει καθώς περνάς την Πατησίων με το ποδήλατο μετά τα μεσάνυχτα.
Είναι η ορεινή Ελλάδα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, τα κομμένα ξύλα, τα χιονισμένα τοπία, οι θάλασσες από οροσειρές, οι πληγές του Εμφυλίου, η Ελλάδα που δε μοιάζει με τα τουριστικά καρτ ποστάλ.
 
Είναι ο δρόμος με τα σπίτια των ζωγράφων και τα στέκια που μεθοκοπούσαν ο Χατζιδάκις με τον Χορν στην Πλάκα.
 
Είναι οι καρφωμένες σφαίρες στους τοίχους από τα Δεκεμβριανά, τα μνημεία, οι λαοθάλασσες και τα πανό στις διαδηλώσεις, οι φωνές, τα συνθήματα, οι ματωμένες σημαίες.

Είναι ο λιμός στην Κατοχή και τα «κλεφτάκια» της ΕΠΟΝ που άνοιγαν τις αποθήκες και τάισαν ξανά τον κόσμο.

Είναι ο Ρήγας Φεραίος κι ο Αδαμάντιος Κοραής, οι 2 Προμηθείς, που θέλανε να φέρουνε το φως και την φωτιά στα μέρη που τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Είναι τα υψωμένα χέρια στον ουρανό, η λεβέντικη παράδοση στη μοίρα του ανθρώπου, ο χορός του θανάτου, το ζεϊμπέκικο, η φωνή του Μητροπάνου, τα μπουζούκια των ρεμπετών, οι μπαγλαμάδες στις φυλακές, το πιάνο του Θάνου Μικρούτσικου.

Είναι οι γιαγιάδες κι οι παππούδες μας στοιβαγμένοι σε καρυδότσουφλα να αφήνουν την Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη, με ένα φυλακτό στις τσέπες, μια εικόνα μέσα στα ρούχα, μια προσευχή στο στόμα, με το μπαμπά νεκρό στις φυλακές, με τον αδερφό ντυμένο κορίτσι για να γλιτώσει. Είναι οι γιαγιάδες στα ελληνικά νησιά που σήμερα φροντίζουν τα προσφυγάκια από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, είναι όσοι δεν ξέχασαν τα χρωστούμενά τους. Ελλάδα σημαίνει προσφυγιά.
Είναι οι δρόμοι του κόσμου, μια γκαρνταρόμπα πολιτισμών, Δύση, Ανατολή, Βαλκάνια, Μεσόγειος, Αφρική. Η Ελλάδα είναι ένα σταυροδρόμι, ένα πανδοχείο για τους πολίτες του κόσμου, ένα μεγάλο γιουσουρούμ για όλα τα έθνη.
 
Είναι τα ελληνικά, η γλώσσα της ποίησης, είναι οι τόσοι στίχοι που χώρεσαν όλον τον κόσμο, την ιστορία, την αγάπη, τον έρωτα, τον αγώνα, την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, τον θάνατο. Μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές.
 
Είναι το αντάρτικο, οι κλέφτες κι οι αρματολοί, είναι ο κλεφτοπόλεμος, οι ξαφνικές αντεπιθέσεις, ο αιφνιδιασμός, ο Δαυίδ που νικάει τον Γολιάθ, το έπος της Αλβανίας, το Euro του 2004.

Είναι όσοι δεν υπέγραψαν, όσοι δεν πρόδωσαν, όσοι άκουσαν μια σφαίρα και χάθηκαν στο μεγάλο τίποτα, είναι τα τραύματα των βασανισμένων, των εξόριστων και των φυλακισμένων. Είναι η συναυλία στη Μακρόνησο που ακόμα στο σκοτάδι ακούς τα γρονθοκοπήματα, τις φωνές, που ακόμα βλέπεις τον Μίκη με μισό πνευμόνι να βγαίνει από τα τσαντίρια και να ψάχνει τις παρτιτούρες του καρφωμένες στα βράχια και παρμένες από τον αέρα στη θάλασσα.

Είναι ο λόγος του Άρη στη Λαμία κι η υπόσχεση για την λαοκρατία που δεν εκπληρώθηκε, είναι τα όνειρα που δε βγαίνουν σε πλειστηριασμό, είναι η παρτίδα που δεν παίχτηκε ακόμα.
 
Είναι δυο χέρια που κρατιούνται, είναι μια ζεστή αγκαλιά, είναι η μεσογειακή έκφραση των συναισθημάτων, ο έρωτας για τον έρωτα, ακόμα κι η καψούρα, ο Ηλίας που το ρίχνει τελικά, το θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Είναι η γονεϊκή αγάπη που δεν τελειώνει ποτέ, που νικάει τα πάντα. Η Μάγδα που πάτησε το φίδι της Χρυσής Αυγής, ο πατέρας του Μάγγου που στέκεται σιωπηλός στους δρόμους της Αθήνας με ένα πλακάτ, οι συγγενείς των Τεμπών που αγκαλιάζονται από όλους τους Έλληνες και χαμογελάνε με δάκρυα στα μάτια. 


Πηγή:facebook



Η Σφήκα: Επιλογές




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου