To μικρό κορίτσι ξύπνησε από κάτι φωνούλες περίεργες, φωνούλες αλλόκοτες. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, έστησε αυτί και προσπαθούσε να καταλάβει τα λόγια.-Λίγο ακόμα, κιχ κιχ. Κοντεύουμε να τελειώσουμε. Μα αν είσαι κουρασμένη, χελιδόνα μου, θα φέρω εγώ το χώμα και συ βάλε το σάλιο να γίνει λάσπη. Και μόλις ξαναχτίσουμε τη φωλιά μας, θα δεις αγκαλίτσες και παιχνίδια που θα σου κάνω.
-‘Ώστε ήρθαν τα χελιδόνια σκέφτηκε η μικρή. Ας πάω να τους πω μια καλημέρα
-Καλώς ήρθατε. Ήταν καλό το ταξίδι σας;
- Όλα τα ταξίδια είναι όμορφα, κιχ κιχ. Πετάξαμε πάνω από πολιτείες με ανθρώπους να τρέχουν βιαστικοί στις δουλειές τους, να τσακώνονται και να αγαπιούνται. Είδαμε χιονισμένα βουνά και αγριεμένες θάλασσες, ανθισμένα λιβάδια και γεμάτες πλατείες, τρένα να σφυρίζουν και απλωμένες μπουγάδες
-Κάποια στιγμή κινδυνεύσαμε, πετάχτηκε η χελιδόνα . Πέσαμε σε μια αμμοθύελλα που μας θόλωσε τα βλέμμα. Κιχ κιχ. Ευτυχώς μας φιλοξένησε ένας πελαργός που είχε το σπίτι του σε μια καμινάδα. κιχ κιχ
-Και πώς ξέρετε το δρόμο και γυρνάτε πάντα στο ίδιο μέρος; Έχετε gps;
-Κάτι καλύτερο, μικρή μου. Τα φτερά μας εντοπίζουν τα μαγνητικά πεδία κι αυτά μας οδηγούν.
-Και γιατί δεν πάτε και κάπου αλλού ;
-Εμείς είμαστε σαν τους ξενιτεμένους . Επιστρέφουμε εκεί που είναι οι δικοί μας. Τους κουβαλάμε τα δώρα της άνοιξης, τα λουλούδια, το φως τη μέρας που μεγαλώνει, τα σύννεφα που παίζουν κρυφτό με τα φύλλα των δέντρων, τις πολύχρωμες φορεσιές της φύσης . Σε αφήνουμε τώρα, γιατί έχουμε δουλειά. Πρέπει να κυνηγήσουμε μύγες και κουνούπια να φάμε Να χουμε δύναμη. Κιχ κιχ.
-Πείτε μου κάτι ακόμα. Είστε ευχαριστημένα από τους ανθρώπους;
-Και ναι και όχι, απάντησε η χελιδόνα.
-Μας κάνουν ποιήματα και τραγούδια κι ύστερα μας παρατάνε, σαν ψαλιδάκι στο ράφι δίπλα στο κουτί με τα κοσμήματα. Κιχ κιχ.
-Εσείς τι θα θέλατε;
-Να φυτέψουν οι άνθρωποι στους ώμους τους φτερά, να αγναντεύουν τις ανταύγειες του δειλινού, να ψαλιδίζουν τον αέρα τις φεγγαρόλουστες νύχτες, να ψηλαφούν με το ίδιο άγγιγμα τον ουρανό και τους γυμνούς γρανίτες, κιχ κιχ.
Καθώς φάνηκε ψηλά η άσπρη τους κοιλιά και κατάπιναν με τις μυτούλες τους το απέραντο γαλάζιο, το μικρό κορίτσι άνοιξε τα χέρια του, που μονομιάς γέμισαν με όλο το χρυσάφι του ήλιου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου