Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Χόρχε Μπουκάϊ. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά ημερομηνία για το ερώτημα Χόρχε Μπουκάϊ. Ταξινόμηση κατά συνάφεια Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

Δεν ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στην εικόνα που έχουμε εμείς γι’ αυτήν (Χ.Μπουκάι)

Χόρχε Μπουκάϊ



Ας το επαναλάβουμε λοιπόν: Ακόμη κι αν το παρόν είναι καλύτερο από το παρελθόν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επεξεργαστούμε το πένθος.

Γι’ αυτό λέω ότι πρέπει να μάθουμε πώς να περνάμε αυτόν τον δρόμο: δρόμο των απωλειών. Πρέπει να μάθουμε να θεραπεύουμε τα τραύματα που προκαλούνται όταν αλλάζει κάτι, όταν φεύγει κάποιος, όταν μια κατάσταση φτάνει στο τέλος της, όταν δεν έχω πια αυτό που είχα ή νόμιζα πως είχα (αφού δεν έχει καμιά σημασία αν το είχα πραγματικά ή δεν το είχα). Το πένθος είναι επίσης αναγκαίο για την επεξεργασία της απώλειας που συνεπάγεται η ακύρωση ενός σχεδίου, η ματαίωση ενός ευσεβούς πόθου, η απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν θα αποκτήσω ποτέ αυτό που περίμενα ή λαχταρούσα να αποκτήσω μια μέρα.

H πορεία αυτή έχει τους κανονισμούς της˙ μια συγκεκριμένη γραμμή πλεύσης. O δρόμος έχει τους χάρτες του, κι αν τους γνωρίζει κανείς, αυτό θα τον βοηθήσει σίγουρα να φτάσει στο τέλος πιο δυνατός.

Ένας εξαιρετικός επιστήμονας, o Κορσίμπσκι, έλεγε ότι στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε όλοι ένα σχεδιάγραμμα του κόσμου στον οποίο κατοικούμε, έναν «χάρτη» του τόπου όπου ζούμε. O χάρτης, όμως, λέει με σαφήνεια o Κορσίμπσκι, δεν είναι o τόπος.

O χάρτης αυτός είναι μόλις και μετά βίας ο δικός μας χάρτης. Είναι η ιδέα που έχουμε εμείς για την πραγματικότητα, αν και πολύ συχνά διαστρεβλωμένη από τις προκαταλήψεις μας. Η αλήθεια είναι, ότι ακόμη κι αν δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στα γεγονότα, ακόμη κι αν απέχει πολύ από την πραγματικότητα των άλλων, ΑΥΤΟΣ είναι o δικός μας χάρτης, και με βάση αυτόν ζούμε.

Δεν ζούμε στην πραγματικότητα όπως είναι, αλλά στην εικόνα που έχουμε εμείς γι’ αυτήν.

Εάν έχω καταγράψει στο χάρτη μου ότι μέσα στο δωμάτιό μου υπάρχει ένα δέντρο -ακόμη κι αν δεν υπάρχει, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ποτέ-, είναι σίγουρο, όπως καταλαβαίνετε, ότι θα ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου αποφεύγοντας το δέντρο.

Ακόμη κι αν -εφόσον το δέντρο δεν υπάρχει στον δικό σας χάρτη-, περάσατε αμέριμνοι από το σημείο αυτό και, βλέποντάς με να αποφεύγω τον κορμό, μου πείτε:
«Μα τι κάνεις εκεί, τρελάθηκες;»

Αν δεν λάβει κανείς υπόψη του τον χάρτη μου, η συμπεριφορά αυτή φαίνεται από ηλίθια έως και διασκεδαστική, στην πράξη, όμως, μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

Λέγεται πως ήταν μια φορά ένας μεθυσμένος και περπατούσε αμέριμνα στην εξοχή.

Ξαφνικά, βλέπει να έρχονται προς το μέρος του δύο ταύροι -ο ένας αληθινός, ο άλλος φανταστικός. Ο τύπος αρχίζει και τρέχει για να γλιτώσει από τους ταύρους, και φτάνει σ’ ένα σημείο όπου βλέπει μπροστά του δυο τεράστια δέντρα.

Το ένα είναι κι αυτό φανταστικό, το άλλο ευτυχώς αληθινό.

Ο μεθυσμένος, σαν μεθυσμένος που ήταν, επιχείρησε ν΄ανέβει στο φανταστικό δέντρο… και ενώ πάλευε να σκαρφαλώσει, ο αληθινός ταύρος όρμησε και τον άρπαξε, τον κακομοίρη.

Και φυσικά…έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Δηλαδή, το πώς θα επεξεργαστώ την απώλεια εξαρτάται από το πώς έχω χαράξει το χάρτη της ζωής μου, εξαρτάται από τη θέση που έχει κάθε πράγμα στο σχέδιό μου, εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που διαμορφώνουν την πορεία μου. Πώς θα πορευτώ σ’ αυτόν τον δρόμο που ξεκινάει όταν υφίσταμαι ή συνειδητοποιώ μιαν απώλεια. Και τελειώνει όταν αυτήν την απώλεια την έχω ξεπεράσει.

Ο δρόμος των δακρύων
Χόρχε Μπουκάϊ
Εκδόσεις opera 




Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2023

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ: Ο Δρόμος Της Πνευματικότητας Φύλλα Πορείας V




Αν μείνεις ακίνητος, υπερβολικά ακίνητος παύεις να είσαι άνθρωπος, γίνεσαι άγαλμα και η ζωή παύει να κυλάει μέσα σου…


Φόβοι και περιορισμοί

Το να καλυπτόμαστε πίσω από απειράριθμες ερωτήσεις, είναι μια τακτική για να παραστήσουμε ότι προχωράμε χωρίς να προχωράμε. Να λέμε ότι βρισκόμαστε καθ’ οδόν, ενώ στην πραγματικότητα μένουμε αδρανείς. Αποτελεί ακόμη μια απόπειρα να απαλλαγούμε από κάποιους φόβους ή να ελαχιστοποιήσουμε την επίδρασή τους στη ζωή μας.

Η ακινησία είναι, πολλές φορές, έκφραση κάποιων άλυτων φόβων:

ο φόβος της αμφισβήτησης, όσων ξέρω,
ο φόβος μήπως δεν ανήκω κάπου,
ο φόβος μήπως δεν μπορέσω να γυρίσω πίσω,
ο φόβος της αποτυχίας – που συχνά μπερδεύεται με το φόβο της επιτυχίας,
και σ΄αυτό το επίπεδο, ο φόβος μήπως τρελλαθώ.

Ωστόσο, αν βρισκόμαστε εδώ, είναι γιατί ξέρουμε ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους φόβους αποτελούν δημιουργήματα του μυαλού μας και επινοήσεις, προκειμένου να ανασταλεί η πορεία μας προς τα εμπρός και να απομακρυνθούμε από τις όποιες αλλαγές.

Αν η επιθυμία μας να πάμε μπροστά είναι πιο ισχυρή από το φόβο μας, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι, ναι μεν όλοι έχουμε όρια και αδυναμίες, όμως, κάποιοι απ΄αυτούς τους περιορισμούς δεν είναι κατ΄ανάγκην παντοτινοί.

Σήμερα μπορεί να βρίσκεσαι μπροστά σ΄ένα εμπόδιο που δεν σ΄αφήνει να προχωρήσεις, και αύριο μπορεί να συναντήσεις κι άλλο. Αν όμως σκεφτείς τον εαυτό σου από τη σκοπιά ενός επιπέδου χωρίς σύνορα και μιας αέναης ανάπτυξης, θα πρέπει να παραδεχτείς ειλικρινά ότι δεν υπάρχουν όρια στις δυνατότητές σου.

Το Κόκκινο Σύννεφο ο περίφημος αρχηγός της φυλής των Ινδιάνων Σιού, φωνάζει μια μέρα μπροστά του, τους τρεις γιους του. Αισθάνεται ότι γερνάει και πρέπει να διαλέξει διάδοχο. Η φυλή δεν μπορεί να έχει τρεις αρχηγούς. Αν του συμβεί κάτι, ένας και μόνο θα πρέπει να τον διαδεχθεί, κι είναι δική του ευθύνη να αποφασίσει ποιός.

“Παιδιά μου, τους λέει μόλις παρουσιάζονται μπροστά σου, σας κάλεσα εδώ για να διαλέξω ανάμεσά σας τον διάδοχό μου. Για να μπορέσω να διαλέξω σωστά, αποφάσισα να σας θέσω μια δοκιμασία. Θ΄ανεβείτε στο Ιερό Βουνό, τον τεράστιο βράχο που κανένας μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να υποτάξει. Αυτός που πρώτος θα το καταφέρει, θα είναι ο εκλεκτός μου“.

Ορίζεται η δοκιμασία και τα παιδιά δέχονται την πρόκληση του πατέρα τους, περισσότερο από σεβασμό παρά από φιλοδοξία.

Μια βδομάδα μετά, τη μέρα της Νέας Σελήνης, τη νύχτα των καλύτερων οιωνών, οι τρεις νέοι αρχίζουν να σκαρφαλώνουν με πολλή όρεξη και με το όνειρο να νικήσουν το βουνό.

Εντούτοις, ο ένας πρώτα και οι άλλοι μετά, γυρίζουν ηττημένοι. Η ανάβαση στο βουνό είναι πραγματικά αδύνατη.

Ένας ένας, παρουσιάζονται μπροστά στον πατέρα τους για να παραδεχτούν την ήττα τους.

Έχοντας απέναντί του το τρίτο από τα παιδιά του, ο αρχηγός αφήνει να φανεί η απογοήτευσή του.

“Βλέπω ότι το Ιερό Βουνό σε νίκησε και σένα…”

“Ναι, και λυπάμαι, πατέρα, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Προς το παρόν με νίκησε ο Βράχος…”

“Προς το παρόν; θέλεις να πεις, δηλαδή, ότι έφτασες πολύ κοντά στο στόχο; έτσι είναι;” ρωτάει ο αρχηγός.

“Όχι….δεν έφτασα ούτε στα μισά της πλαγιάς του βουνού”, λέει αυτός που αργότερα θα γινόταν ο αρχηγός της φυλής. “Ξέρω, όμως, ότι εκείνο έχει ήδη φτάσει στο τελικό του μέγεθος, ενώ εγώ…ακόμη μεγαλώνω”.

Στο ξεκίνημα αυτού του δρόμου προς την αυτογνωσία, δεν είναι πολύ πιθανό να δούμε κάποια άμεση αλλαγή, κι αν είμαστε ανυπόμονοι, τότε ενδέχεται να χρειαστεί ακόμη περισσότερη αναμονή. Σίγουρα, όμως, μια μέρα, ενώ θα έχουμε ξεχάσει εντελώς αυτό το ζήτημα και θα σκεφτόμαστε κάποιο -οποιοδήποτε- πρόβλημα, θα νοιώσουμε άξαφνα ότι κάτι μέσα μας έχει αλλάξει, και θα ξέρουμε πως αυτή η αλλαγή θα ισχύει για πάντα. Σε άλλους συμβαίνει νωρίτερα και σε άλλους αργότερα.

Τα λουλούδια θα ανθίσουν στον κήπο σου,

αλλά αν δεν ανοίξεις το παράθυρο

δεν θα χαρείς ποτέ το άρωμά τους.

Τα χελιδόνια θα ξανάρθουν την Άνοιξη

αλλά αν μείνεις κλεισμένος στο υπόγειο

δεν θα ξέρεις καν πως τελείωσε ο χειμώνας.

Ο ήλιος σίγουρα θα ξαναβγεί αύριο,

αλλά αν δεν σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό

οι ακτίνες δεν θα σου φωτίσουν το πρόσωπο.

Αν μείνεις ακίνητος, υπερβολικά ακίνητος

παύεις να είσαι άνθρωπος, γίνεσαι άγαλμα

και η ζωή παύει να κυλάει μέσα σου…..

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Ο Δρόμος Της Πνευματικότητας Φύλλα Πορείας V

Πηγή: cityportal.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Χόρχε Μπουκάϊ – «Δύο νούμερα μικρότερα»



«Εν μέρει, έχεις δίκιο» μου είπε ο Χοντρός. «Κι εγώ πέρασα ένα μεγάλο μέρος από τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής μου προσπαθώντας να μείνω πιστός στην ιδεολογία μου, και δεν τα κατάφερα πάντα. Νομίζω ότι σε όλους το ίδιο συμβαίνει. Η ιδέα να μην καταπιέζεσαι είναι πρόκληση, μέθοδος, εκπαίδευση.
»Στην αρχή, κι εμένα μου φαινόταν αδύνατον» συνέχισε. «Τι θα έλεγαν οι άλλοι για μένα αν δεν πήγαινα σ’ εκείνη τη συνάντηση; Αν δεν τους άκουγα με προσοχή παρόλο που δεν μ’ ενδιέφεραν καθόλου τα όσα έλεγαν; Κι αν δεν έδειχνα την ευγνωμοσύνη μου σ΄ εκείνον τον άνθρωπο τον οποίο θεωρούσα απαίσιο; Αν απαντούσα εύκολα ‘όχι’ για κάτι που αληθινά δεν ήθελα να κάνω; Αν απολάμβανα την πολυτέλεια να δουλεύω τέσσερις μέρες την εβδομάδα κι ας έβγαζα λιγότερα χρήματα; Αν τριγυρνούσα αξύριστος; Αν αρνιόμουν να κόψω το τσιγάρο ώσπου να μου έρθει φυσιολογικά; Αν;…;
»Κάποτε έγραψα ότι αυτή η ιδέα της ανάγκης για καταναγκασμό είναι ένα κοινωνικό δημιούργημα που προέκυψε από μια συγκεκριμένη ιδεολογία, από ένα σύστημα που, πράγματι, είναι αρκετά αυστηρό με την εικόνα του κοινωνικού ανθρώπου. Είναι φανερό ότι εάν ο άνθρωπος είναι τεμπέλης, κακοήθης, εγωιστής και αμελής πρέπει να ζοριστεί για να ‘βελτιωθεί’. Όμως, είναι στ’ αλήθεια έτσι ο άνθρωπος;»
Άκουγα τον Χόρχε γοητευμένος, όχι τόσο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά για όσα είχα εγώ στο μυαλό μου για το πώς έπρεπε να είναι η ξένοιαστη ζωή, χωρίς συγκρούσεις με τον εαυτό σου. Έβλεπα τον εαυτό μου ήρεμο και δίχως βιασύνες, χωρίς να αναρωτιέμαι συνέχεια: «Μα τι κάνω εγώ εδώ;»
Όμως , από πού να αρχίσω;
«Πρώτα πρώτα» - συνέχισε ο Χόρχε λες και μάντευε τη σκέψη μου-, «είναι ανάγκη να απενεργοποιήσεις την παγίδα που μας έστησαν όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η παγίδα είναι μια ιδέα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας, άμεσα και έμμεσα:
«αξίζει μόνο ό,τι επιτυγχάνεται με κόπο»
Όπως θα έλεγαν και οι Αμερικανοί, αυτά είναι bull-shit (ταυρίσια κοπριά). Ο καθένας αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του ότι, στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι σωστό, αλλά όλοι μας χτίζουμε τη ζωή μας σαν να ήταν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Πριν από μερικά χρόνια περιέγραψα ένα κλινικό σύνδρομο το οποίο, μολονότι δεν περιλαμβάνεται σε ιατρικά και ψυχολογικά συγγράμματα, όλοι το έχουμε ή το είχαμε κάποτε. Αποφάσισα να το ονομάσω: «Σύνδρομο των στενών παπουτσιών» και θα σου εξηγήσω γιατί:
Ένας άντρας μπαίνει σ’ ένα κατάστημα υποδημάτων, κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει:
«Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»
«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, σαν εκείνα στη βιτρίνα»
«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω… Σαράντα ένα;»
«Όχι, θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ»
«Συγγνώμη κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερο σας είναι μάλλον σαράντα ή σαράντα ένα. Αποκλείεται να είναι τριάντα εννιά.»
«Το τριάντα εννιά, παρακαλώ»
«Συγγνώμη πάλι, αλλά επιτρέψτε μου να σας μετρήσω το πόδι»
«Μετρήστε όσο θέλετε, όμως, εγώ θέλω ένα ζευγάρι παπούτσια νούμερο τριάντα εννιά»
Ο πωλητής βγάζει ένα περίεργο εργαλείο για τη μέτρηση του ποδιού και με ικανοποίηση δηλώνει:
«Βλέπετε; Όπως σας έλεγα: σαράντα ένα!»
«Δε μου λέτε, εσείς θα πληρώσετε τα παπούτσια ή εγώ;|
«Εσείς»
«Λοιπόν, τότε μπορείτε να μου φέρετε το τριάντα εννιά νούμερο, σας παρακαλώ;»
Ο πωλητής έκπληκτος, αλλά συμβιβασμένος, πάει να φέρει το νούμερο τριάντα εννιά. Στο δρόμο καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Τα παπούτσια μάλλον δεν είναι για τον ίδιον, θα θέλει να τα κάνει δώρο.
«Ορίστε, κύριε. μαύρο χρώμα, τριάντα εννιά νούμερο»
«Μου δίνετε το κόκαλο;»
«Μα, θα τα φορέσετε;»
«Φυσικά»
«Είναι για εσάς;»
«Ναι, για μένα είναι. Μου δίνετε το κόκαλο;»
Το κόκαλο είναι απαραίτητο για να καταφέρει να χώσει το πόδι του μέσα σ’ εκείνο το παπούτσι. Ύστερα από πολλή προσπάθεια και γελοίες στάσεις, ο πελάτης καταφέρνει να χώσει τα πόδια του στα παπούτσια.
Με μορφασμούς πόνου κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με αυξανόμενη δυσκολία.
«Ωραία, θα τα πάρω»
Ο πωλητής, και μόνο που σκέφτεται τα δάκτυλα του πελάτη στριμωγμένα μέσα στο τριάντα εννιά νούμερο, νιώθει να πονάνε τα δικά του πόδια.
«Να σας τα τυλίξω;»
«Όχι, ευχαριστώ. Θα τα φορέσω»
Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει, όπως όπως, τα τρία οικοδομικά τετράγωνα ως τη δουλειά του. Είναι ταμίας σε μια τράπεζα.
Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ’ εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του.
Ο συνάδελφος του στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί.
«Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»
«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια.
«Τι συμβαίνει με τα παπούτσια;»
«Με σφίγγουν»
«Γιατί; Βράχηκαν;»
«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα απ’ αυτά που φοράω»
«Ποιανού είναι;»
«Δικά μου»
«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια;»
«Μ’ έχουν πεθάνει στον πόνο»
«Τότε;»
«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας.«Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό, οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες».
«Και λοιπόν;»
«Μ’ αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια… Όμως, σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω… Φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»
Μοιάζει τρέλα έτσι; Και πράγματι, είναι τρέλα, Ντέμιαν.
»Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η αγωγή που παίρνουμε στην εκπαίδευσή μας. Νομίζω, βέβαια, ότι και η δική μου άποψη είναι ακραία. Ωστόσο, αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις σαν να ήταν κοστούμι – για να δεις αν σου πάει.
» Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα αληθινά πολύτιμο που να μπορεί ν’ αποκτηθεί με το στανιό.

Έμεινε στο μυαλό μου η τελευταία φράση, χυδαία και αιχμηρή:

»Το ζόρι κράτα το για… τη δυσκοιλιότητα».



Χόρχε Μπουκαϊ – «Δύο νούμερα μικρότερα» από το βιβλίο «Να σου πω μια ιστορία-, Διηγήσεις που μ' έμαθαν να ζω Εκδόσεις: opera

Μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος


Πηγή: duende-bite.blogspot.com



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

Χόρχε Μπουκάϊ: Ταξιδεύουμε σε δρόμους πιο ανοιχτούς, με μυαλά όλο και πιο στενά




Φτιάχνουμε σπίτια όλο και μεγαλύτερα… και οικογένειες όλο και μικρότερες.

Κερδίζουμε περισσότερα… μα έχουμε λιγότερα.

Αγοράζουμε περισσότερα… μα τα χαιρόμαστε λιγότερο.

Ζούμε σε κτίρια πιο ψηλά… αλλά μια ζωή χωρίς βάθος.

Ταξιδεύουμε σε δρόμους πιο ανοιχτούς… με μυαλά όλο και πιο στενά.

Έχουμε περισσότερες ανέσεις… αλλά ζούμε πιο στενάχωρα.

Έχουμε περισσότερες γνώσεις… και λιγότερη επίγνωση.

Περισσότερους ειδικούς… και λιγότερες λύσεις.

Περισσότερα φάρμακα… και λιγότερη υγεία.

Είναι η εποχή του γρήγορου φαγητού… και της αργής χώνευσης.

Των φανταστικών σπιτιών… με διαλυμένες οικογένειες.

Που θυμώνουμε πολύ γρήγορα… αλλά αργούμε να συγχωρήσουμε.

Που φεύγουμε πολύ νωρίς… και γυρίζουμε πάντα αργά.

Υψώνουμε τις σημαίες της ισότητας, αλλά κρατάμε τις προκαταλήψεις.

Έχουμε την ατζέντα μας γεμάτη με τα τηλέφωνα φίλων που δε τους τηλεφωνούμε ποτέ…

Και τα ράφια της βιβλιοθήκης μας γεμάτα βιβλία, που δε θα διαβάσουμε ποτέ.

Κερδίζουμε χρόνο στη ζωή, αλλά δεν ξέρουμε πώς να τη ζήσουμε.

Αποκτάμε όλο και περισσότερα πράγματα, και σχεδόν όλα τα χαραμίζουμε.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ «Ο δρόμος της Πνευματικότητας» 

Πηγή: awakengr.com



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

«Ο Ερευνητής»: Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ «Ιστορίες να σκεφτείς»

Χόρχε Μπουκάι 


Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση.

Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.

Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:

Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:

Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.

Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια …
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.

«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …

»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.
»’Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:»

»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού;
»Και ο γάμος των φίλων;
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα;
»Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;
»Ώρες; Μέρες;
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό.
«Όταν κάποιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκαϊ «Να σου πω μια ιστορία», Εκδόσεις Opera

Πηγή:psychografimata.com



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Χόρχε Μπουκάϊ: «Ελευθερία δεν σημαίνει παντοδυναμία»



«Ελευθερία είναι να κάνει κανείς ότι θέλει» είναι ο ορισμός της παντοδυναμίας, όχι της ελευθερίας.

Και παντοδύναμοι, δεν είμαστε.

Κανείς δεν μπορεί να κάνει ότι θέλει.

Όσο κι αν το θέλω, ακόμη κι αν το επιθυμώ σφοδρά, χωρίς να βάψω τα μαλλιά μου, δεν είναι δυνατόν να γίνω ξανθός. Γιατί; Γιατί δεν είναι μέσα στις δυνατότητες μου. Ωστόσο, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, δεν παύω να είμαι ελεύθερος. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορώ να πετάξω, δεν μπορώ ν’ αποφύγω το θάνατο κάποια μέρα, δεν μπορώ να κάνω εκατοντάδες χιλιάδες πράγματα, αλλά δεν παύω να είμαι ελεύθερος λόγω αυτού του γεγονότος.

Εκτός από τους περιορισμούς που μπορεί να έχει η κουλτούρα μας, που μπορεί να μας δημιουργεί η εκπαίδευση μας και να καθορίζουν το ήθος και την ηθική μας, υπάρχουν και φυσικοί περιορισμοί, που αφορούν τη φυσική μας διάπλαση, που δεν μας επιτρέπουν να κάνουμε ότι θέλουμε.

Η ελευθερία, λοιπόν, ορίζεται από την ικανότητα επιλογής
. Ωστόσο, οι περιορισμοί που πρέπει να επιβληθούν στην ικανότητα αυτή δεν καθορίζονται από τα δικαιώματα του άλλου, αλλά από τα πράγματα που είναι εφικτά.

Τι θα γίνει μ’ εμάς – κουλτούρα ανθρωπιστική, κοινωνία της τρίτης χιλιετηρίδας -, που επιμένουμε να νομίζουμε ότι «είμαι ελεύθερος» σημαίνει «είμαι παντοδύναμος»;

Λίγο περισσότερο ή λίγο λιγότερο, όλοι πάντως έχουμε αυτήν την ιδέα για την ελευθερία, οπότε αναρωτιόμαστε με έπαρση: Γιατί δεν μπορώ να κάνω ότι θέλω αφού είμαι ελεύθερος;

Και όταν δεν μπορούμε να κάνουμε όλα όσα θέλουμε… προτιμούμε να πιστεύουμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι παρά να δεχτούμε ότι είναι λάθος ο ορισμός, να δεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι.

Για να μην κάνω το θέμα πιο περίπλοκο και για να μη μείνει καμία αμφιβολία, θα χρησιμοποιήσω τη φόρμουλα ενός ασθενή μου, του Αντόνιο, που ένα βράδυ, στο τέλος της συνεδρίας μας, σχολίασε ειρωνικά: «Πρέπει να το πάρω απόφαση… Υπάρχουν πράγματα που ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΕΓΩ δεν μπορώ να κάνω!»…

Επειδή εγώ απέχω πολύ από το να είμαι “Θεός”, υπάρχουν άπειρα πράγματα που ξέρω πως δεν μπορώ να κάνω. Παρόλο που θα ήθελα αυτήν ακριβώς τη στιγμή να κλείσω τα μάτια και, ανοίγοντας τα, να βρεθώ στη Γρανάδα με τη Χούλια, αυτό δεν είναι ανάμεσα στα πράγματα που μπορώ πράγματι να επιλέξω, αλλά δεν παύω να είμαι ελεύθερος επειδή δεν μπορώ να το κάνω…

Εδώ παίζεται η ελευθερία ’στις αποφάσεις που παίρνω όταν επιλέγω στο μέτρο του δυνατού. Ή, αλλιώς:

Η ελευθερία συνίσταται στην ικανότητα μου να επιλέγω στο μέτρο του εφικτού



*Συγγραφέας, γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ.

Πηγή:freewill.gr



Η Σφήκα: Επιλογές




Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

Περί ελευθερίας και απόφασης ο λόγος….

Χόρχε Μπουκάϊ



‘Ηταν κάποτε ένας ξυλουργός που ειδικευόταν στη συναρμολόγηση προκατασκευασμένων σπιτιών. Εργαζόταν για κάποιον επιχειρηματία, ο οποίος του προμήθευε έτοιμα τα ξύλα κι εκείνος τα μοντάριζε, στερέωνε τους αρμούς, έφτιαχνε το σπίτι και προετοίμαζε τις λεπτομέρειες.

Μια μέρα, αποφασίζει ο ξυλουργός ότι έχει δουλέψει αρκετά, κι είναι πια καιρός να ξεκουραστεί. Έτσι, πάει να μιλήσει στον επιχειρηματία και του λέει πως πήρε την απόφαση να βγει στη σύνταξη. Καθώς, όμως, του έμενε ακόμη να τελειώσει ένα σπίτι, τον ειδοποιεί ότι αυτή θα είναι η τελευταία του δουλειά.

“Τι κρίμα !” λέει ο επιχειρηματίας, “είσαι καλός στη δουλειά σου….Δε θέλεις να δουλέψεις λίγο ακόμα;”

“Όχι, όχι. Η αλήθεια είναι πως έχω πολλά πράγματα να κάνω, θέλω και να ξεκουραστώ…”

“Πολύ καλά.”

Ο ξυλουργός τελειώνει το τελευταίο σπίτι και πάει να αποχαιρετήσει τον επιχειρηματία, αλλά αυτός του λέει :

“Κοίτα, ήρθε μια παραγγελία της τελευταίας στιγμής, πρέπει να φτιάξεις ακόμη ένα σπίτι. Αν μου κάνεις αυτή τη χάρη…Δεν θα έχεις τίποτε άλλο να κάνεις… Ασχολήσου αποκλειστικά με την κατασκευή του τελευταίου σπιτιού, πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι, αλλά σε παρακαλώ, ανάλαβε αυτήν την τελευταία δουλειά.”

Ο ξυλουργός, αν και θυμωμένος με την παραγγελία αυτή, αποφασίζει παρ’ όλα αυτά να την εκτελέσει και να φτιάξει το σπίτι όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να πάει μετά να ξεκουραστεί, όπως ήθελε πραγματικά. Τώρα πια δεν έχει τίποτε να διαφυλάξει, αφού θα σταματήσει τη δουλειά, τώρα πια δεν χρειάζεται να επιδιώκει την αναγνώριση των άλλων, τώρα δεν διακυβεύεται η φήμη του ούτε η αμοιβή του, τώρα δεν διακινδυνεύει τίποτε απολύτως, γιατί έχει τελειώσει την καριέρα του. Το μόνο που θέλει, είναι να τελειώσει το σπίτι γρήγορα.

Έτσι λοιπόν, συναρμολογεί τα ξύλα, τα στερεώνει χωρίς πολύ κέφι, χρησιμοποιεί υλικά πολύ χαμηλής ποιότητας για να μειώσει το κόστος, δεν τελειώνει τις λεπτομέρειες… Με λίγα λόγια, κάνει δουλειά πολύ κατώτερης αυτής που έκανε συνήθως. Τέλος, στα γρήγορα, ολοκληρώνει το σπίτι.

Οπότε, πάει στον επιχειρηματία κι εκείνος, έκπληκτος, του λέει:

“Τι; Το τελείωσες κιόλας;”

“Ναι, ναι, είναι έτοιμο!”

“Ωραία, πάρε… Βάλε την κλειδαριά, κλείδωσε και φέρε μου το κλειδί”

Πάει ο ξυλουργός, βάζει την κλειδαριά, κλειδώνει και επιστρέφει το κλειδί.

Μόλις παίρνει ο επιχειρηματίας το κλειδί, του το ξαναδίνει και λέει:

“Αυτό είναι το δώρο της εταιρείας για σένα….”

****************************************************************************************************************

Μπορεί να μην το καταλαβαίνουμε, όμως η ζωή που φτιάχνουμε καθημερινά είναι το σπίτι μέσα στο οποίο ζούμε. Και το χτίζουμε εμείς οι ίδιοι. Αν δεν θέλουμε, δεν δίνουμε μεγάλη σημασία στις πολυτέλειες, ή αν έχουν ολοκληρωθεί κάποιες λεπτομέρειες, ωστόσο, ας είμαστε προσεκτικοί στο πως θα το συναρμολογήσουμε. Πόση ενέργεια, πόσο ενδιαφέρον, πόση προσοχή, πόσες προφυλάξεις πήραμε ως εδώ φτιάχνοντας τη ζωή μας;

Τι καλά θα ήταν , αλήθεια, αν αρχίζαμε από δω και πέρα να είμαστε πιο προσεκτικοί με ό,τι φτιάχνουμε.

Υπάρχει βέβαια και ο εξωτερικός παράγοντας, ωστόσο, ας μην προσθέσουμε στα ενδεχόμενα αυτά που έρχονται απ’ έξω το ενδεχόμενο να μην έχουμε ασχοληθεί όσο και όπως έπρεπε με την κατασκευή αυτού του σπιτιού.

Γιατί, ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε, η ζωή αυτή που δημιουργούμε είναι η ζωή που πρόκειται να ζήσουμε εμείς. Δεν φτιάχνουμε μια ζωή για τον γείτονα, φτιάχνουμε μια ζωή για μας του ίδιους.

Επομένως, αν κάποιος θεωρεί ότι αξίζει, αν αγαπάει τον εαυτό του, γιατί να συμβιβαστεί με οτιδήποτε; Γιατί να λειτουργήσει σαν τον ξυλουργό της ιστορίας;

Αν έχεις συναίσθηση ότι σου αξίζει να ζεις καλύτερη ζωή… γιατί να μην φτιάξεις ένα καλύτερο σπίτι;

Είναι προφανές ότι όχι μόνο η ελευθερία υπάρχει, αλλά είναι και αναπόφευκτη.

Και κάτι ακόμα, είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι, γιατί η ελευθερία δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποποιηθούμε.

Μονίμως κάνουμε άσκηση της ελευθερίας. Η ελευθερία συνίσταται στο να είμαι σε θέση να επιλέγω ανάμεσα σε ό,τι είναι δυνατόν για μένα και να είμαι υπεύθυνος για την επιλογή μου. Επιλέγω σημαίνει, ότι φτιάχνω το δρόμο μου για να φτάσω στην κορυφή του βουνού που εγώ αποφασίζω ν’ ανέβω.

Ο Οκτάβιος Πας έλεγε : Η ελευθερία δεν είναι η πολιτική ιδέα, ούτε φιλοσοφική σκέψη, ούτε κοινωνικό κίνημα. Η ελευθερία είναι η μαγική στιγμή, την ώρα της απόφασης- επιλογής, ανάμεσα σε δύο μονοσύλλαβες λέξεις : ναι και όχι. 

Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

Η ιστορία του αγρότη και του βιολόγου

Χόρχε Μπουκάϊ


Σ’ ένα τρένο κάθονται μαζί, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένας διάσημος βιολόγος με διεθνή βραβεία, κι ένας σχεδόν αγράμματος αγρότης της περιοχής. Ο πρώτος, φοράει ένα άψογο επίσημο κοστούμι, σε σκούρο γκρι’ ο άλλος, ένα φθαρμένο αλλά καθαρό παντελόνι για τη δουλειά στα χωράφια. Ο επιστήμονας έχει γύρω του βιβλία, ενώ ο επαρχιώτης ένα μικρό μπογαλάκι με ρούχα.

«Θα διαβάσετε όλα αυτά τα βιβλία στο ταξίδι;» ρωτάει ο χωρικός.
«Όχι, αλλά ποτέ δεν ταξιδεύω χωρίς αυτά» αποκρίνεται ο βιολόγος.
«Και πότε θα τα διαβάσετε;»
«Τα έχω διαβάσει... και όχι μόνο μια φορά.»
«Και δεν τα θυμάστε;»
«Τα θυμάμαι, όπως κι άλλα, πολύ περισσότερα...»
«Τρομερό!!! Και για τι πράγμα μιλάνε αυτά τα βιβλία;»
«Για ζώα...»
«Τυχεροί θα είναι οι γείτονές σας, που έχουν κοντά έναν κτηνίατρο...»
«Δεν είμαι κτηνίατρος’ είμαι βιολόγος.»
«Ααααα!!! Και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά που ξέρετε αφού δεν γιατρεύετε ζώα;»
«Για να ξέρω. Να ξέρω όλο και περισσότερα... Να ξέρω περισσότερα από κάθε άλλον.»
«Κι αυτό σε τι χρησιμεύει;»
«Κοιτάξτε... Θα σας δείξω, και με την ευκαιρία θα κάνουμε πιο παραγωγικό αυτό το ταξίδι. Ας υποθέσουμε ότι βάζουμε ένα στοίχημα. Ας πούμε ότι για κάθε ερώτηση που σας κάνω σχετικά με ζώα και δεν ξέρετε να μου απαντήσετε, θα μου δίνετε ένα πέσο. Και για κάθε ερώτηση που θα μου κάνετε εσείς σχετικά με ζώα κι εγώ δεν θα ξέρω να σας απαντήσω, θα σας δίνω, ας πούμε, εκατό πέσος...



Παρόλη τη διαφορά της χρηματικής αποζημίωσης, οι γνώσεις μου θα συμβάλουν να γείρει υπέρ μου η πλάστιγγα, και στο τέλος του ταξιδιού θα έχω κερδίσει και λίγα χρήματα.»

Ο χωρικός σκέφτεται, σκέφτεται... Κάνει λογαριασμούς με το νου του και με τη βοήθεια των δαχτύλων του.

Τελικά λέει:

«Είστε βέβαιος;»
«Απολύτως» απαντάει ο βιολόγος.

Ο άνθρωπος με τις χωριάτικες βράκες χώνει το χέρι στην τσέπη και βγάζει ένα κέρμα του ενός πέσο (ένας χωρικός ποτέ δεν στοιχηματίζει εάν όεν έχει να πληρώσει).

«Ν’ αρχίσω εγώ πρώτος;» ρωτάει ο χωρικός.
«Αρχίστε» απαντάει με άνεση ο βιολόγος.
«Για ζώα;»
«Για ζώα...»
«Λοιπόν... Ποιο είναι το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά;»
«Τι;» ρωτάει ο βιολόγος.
«Ρωτάω πώς λέγεται το ζώο που έχει πούπουλα αλλά δεν γεννάει αβγά, όταν γεννιέται έχει δυο κεφάλια, τρέφεται μονάχα με πράσινα φύλλα και πεθαίνει όταν του κόψεις την ουρά.»



Ο επιστήμονας μένει άναυδος και δείχνει συλλογισμένος.

Αμίλητος, ψάχνει μανιωδώς στη μνήμη του τη σωστή απάντηση...

Περνούν τα λεπτά.

Τότε, βρίσκει το θάρρος να ρωτήσει:

«Μπορώ να χρησιμοποιήσω τα βιβλία μου;»
«Φυσικά!» απαντάει ο αγρότης.

Ο άνθρωπος της επιστήμης αρχίζει ν’ ανοίγει τον ένα τόμο μετά τον άλλον, ψάχνει στα ευρετήρια, κοιτάζει τις φωτογραφίες... Μετά, βγάζει ένα χαρτί και κρατάει σημειώσεις.

Ύστερα κατεβάζει από το ράφι μια τεράστια βαλίτσα και βγάζει από μέσα τρία χοντρά βιβλία που τα συμβουλεύεται.

Έχουν περάσει δύο ώρες και ο βιολόγος εξακολουθεί να ξεφυλλίζει βιβλία, να ψάχνει και να μουρμουρίζει ενώ κάνει ακατανόητα σχήματα στο σημειωματάριό του.

Τελικά, από τα μεγάφωνα ανακοινώνουν ότι το τρένο φτάνει στον σταθμό. Ο βιολόγος επιταχύνει, ενώ λαχανιάζει ταραγμένος. Δεν τα καταφέρνει. Όταν το τρένο κόβει ταχύτητα, ο επιστήμονας βάζει το χέρι στην τσέπη, βγάζει ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των εκατό πέσος και λέει στον χωρικό:

«Κερδίσατε... Ορίστε.»

Ο χωρικός σηκώνεται όρθιος, παίρνει το χαρτονόμισμα, το κοιτάζει ικανοποιημένος και το χώνει στην τσέπη.

«Ευχαριστώ» του λέει, και παίρνοντας το δισάκι του πάει να φύγει.
«Περιμένετε, περιμένετε» τον σταματάει ο βιολόγος. «Ποιο είναι αυτό το ζώο;»
«Ααααα... Ούτε εγώ το ξέρω...»

Λέει ο αγρότης.

Και χώνοντας πάλι το χέρι στην τσέπη, βγάζει το ένα πέσο και το δίνει στον επιστήμονα, λέγοντας:

«Ορίστε ένα πέσο. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, κύριε...»



Ο πιο διαβασμένος δεν ξέρει πάντα τα περισσότερα,

ο πιο μορφωμένος δεν είναι και ο πιο καλλιεργημένος,

δεν κερδίζει πάντοτε ο καλύτερα πληροφορημένος.

Διδάσκει και η ζωή... και μάλιστα πολύ.

Αντικλείδι

Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Για μια κανάτα κρασί

Χόρχε Μπουκάϊ


«Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε... άλλος ένας βασιλιάς.

Ήταν ο μονάρχης μιας μικρής χώρας που την έλεγαν το Πριγκιπάτο της Αμπελοχώρας. Το βασίλειό του ήταν γεμάτο αμπέλια, και όλοι οι υπήκοοί του ασχολούνταν με την παραγωγή κρασιού. Με την εξαγωγή σε άλλες χώρες, οι δεκαπέντε χιλιάδες οικογένειες που κατοικούσαν στην Αμπελοχώρα κέρδιζαν αρκετά για να ζουν καλά, να πληρώνουν τους φόρους τους και να απολαμβάνουν ορισμένες πολυτέλειες.

Επί πολλά χρόνια ο βασιλιάς μελετούσε τα οικονομικά τού βασιλείου του. Ήταν δίκαιος μονάρχης, με κατανόηση, και δεν ήθελε να νιώθει πως βάζει χέρι στις τσέπες των κατοίκων της Αμπελοχώρας. Γι' αυτό έκανε μεγάλες προσπάθειες να βρίσκει τρόπους να μειώνει τους φόρους.

Ώσπου, μια μέρα, ο βασιλιάς κατέβασε μια σπουδαία ιδέα. Αποφάσισε να καταργήσει τους φόρους. Ως μοναδικό έσοδο για τα έξοδα του Κράτους, θα ζητούσε από κάθε υπήκοο, μια φορά το χρόνο, την εποχή που εμφιαλώνουν το κρασί, να φέρνει ένα κανάτι κρασί στο παλάτι —από το καλύτερο της σοδειάς του— και να το ρίχνει μέσα σ' ένα μεγάλο βαρέλι που θα κατασκεύαζε ειδικά γι' αυτό το σκοπό.

Από την πώληση των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων κρασιού που θα συγκέντρωνε, θα έβγαιναν τα απαραίτητα χρήματα για τον προϋπολογισμό του στέμματος, τα έξοδα υγείας και μόρφωσης του λαού.

Η είδηση διαδόθηκε στο βασίλειο με ανακοινώσεις και αφίσες στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων. Η χαρά του κόσμου ήταν απερίγραπτη. Σε όλα τα σπίτια ζητωκραύγαζαν υπέρ του βασιλιά και τραγουδούσαν ύμνους προς τιμήν του.


Κάποτε ήρθε και η μέρα της συνεισφοράς. Όλη την προηγούμενη εβδομάδα, στις γειτονιές και τις αγορές, στις πλατείες και τις εκκλησίες, οι κάτοικοι υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον την υποχρεωσή του. Όλοι έπρεπε να ανταποκριθούν στην χειρονομία του βασιλιά τους.

Από νωρίς, άρχισαν να φτάνουν από κάθε γωνιά του βασιλείου ολόκληρες οικογένειες αμπελουργών. Ο επικεφαλής τής οικογένειας βαστούσε το κανάτι στο χέρι. Ένας ένας ανέβαιναν στη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε επάνω στο τεράστιο βασιλικό βαρέλι, άδειαζαν το κανάτι τους και κατέβαιναν από την άλλη σκάλα. Εκεί, ο θησαυροφύλακας του βασιλιά έβαζε τη βασιλική σφραγίδα στο πέτο κάθε αγρότη.

Στα μισά του απογεύματος, όταν και ο τελευταίος αμπελουργός είχε αδειάσει το κανάτι του, διαπίστωσαν ότι δεν έλειψε κανείς. Το πελώριο βαρέλι των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων ήταν γεμάτο. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπήκοοι είχαν περάσει από τους βασιλικούς κήπους και είχαν αδειάσει τα κανάτια τους στο βαρέλι.

Ο βασιλιά ήταν περήφανος και ικανοποιημένος. Όταν έπεσε ο ήλιος, ο λαός συγκεντρώθηκε στην πλατεία μπροστά στο παλάτι. Ο μονάρχης βγήκε στο μπαλκόνι ανάμεσα σε ζητωκραυγές. Όλοι ήταν ευτυχείς. Σ' ένα ωραίο κρυστάλλινο ποτήρι, κληρονομιά των προγόνων του, ο βασιλιάς είπε να του βάλουν λίγο από το κρασί που είχε μαζευτεί. Με το ποτήρι στο χέρι, μίλησε στο λαό.

«Υπέροχε λαέ της Αμπελοχώρας. Όπως το φαντάστηκα, όλοι οι κάτοικοι ήρθαν σήμερα στο παλάτι. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας τη χαρά του στέμματος, με τη διαπίστωση ότι ο λαός είναι πιστός στο βασιλιά του όπως και ο βασιλιάς είναι πιστός στο λαό του. Και για να τιμήσω την παρουσία σας, υψώνω το πρώτο ποτήρι απ αυτό το κρασί για να πιω στην υγειά όλων σας. Σίγουρα θα είναι το νέκταρ των θεών, αφού προέρχεται από τα καλύτερα σταφύλια του κόσμου. Ένα κρασί φτιαγμένο από τα πιο ικανά χέρια του κόσμου και με το πολυτιμότερο αγαθό του τόπου μας, δηλαδή την αγάπη του λαού.»

Όλοι έκλαιγαν και ζητωκραύγαζαν.


Ο υπηρέτης έδωσε στο βασιλιά το ποτήρι κι αυτός το σήκωσε για να πιει στην υγειά του λαού του που χειροκροτούσε. Όμως, η έκπληξη σταμάτησε το χέρι του στον αέρα. Κοιτώντας το ποτήρι, ο βασιλιάς αντιλήφθηκε ότι το υγρό που περιείχε ήταν διάφανο και άχρωμο. Αργά αργά, το έφερε στη μύτη του που ήταν ειδικευμένη ν' αναγνωρίζει τα καλύτερα κρασιά. Διαπίστωσε ότι δεν είχε κανένα άρωμα. Καθώς ήταν σπουδαίος ειδικός, έφερε το ποτήρι στο στόμα του αυτόματα και ήπιε μια γουλιά.

Το κρασί δεν είχε γεύση κρασιού ούτε και καμία άλλη!

Ο βασιλιάς ζήτησε δεύτερο ποτήρι από το βαρέλι κι ύστερα τρίτο. Τέλος, αποφάσισε να πάει μόνος του να πάρει ένα δείγμα ανεβαίνοντας ώς το άνοιγμα. Ήταν πλέον φανερό. Αοσμο, άχρωμο και άγευστο.

Οι αλχημιστές του βασιλείου κλήθηκαν επειγόντως να αναλύσουν το κρασί. Το συμπέρασμα βγήκε ομόφωνα. Το βαρέλι ήταν γεμάτο νερό. Καθαρό νεράκι. Εκατό τοις εκατό νερό.

Ο μονάρχης συγκέντρωσε αμέσως όλους τους σοφούς και μάγους του βασιλείου για να βρουν την εξήγηση στο μυστήριο. Ποια μάγια, ποια χημική αντίδραση, ποια ξόρκια είχαν μετατρέψει αυτό το μείγμα των κρασιών σε νερό;

Ο γεροντότερος από τους υπουργούς του τον πλησίασε και του είπε στο αφτί:

«Δεν είναι θαύμα, ούτε μάγια, ούτε αλχημεία. Τίποτ' απ' αυτά. Οι υπήκοοί μας, απλούστατα, είναι άνθρωποι, μεγαλειότατε. Αυτό είναι όλο.»

«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο βασιλιάς.»

«Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Γιάννη» είπε ο υπουργός. «Ο Γιάννης έχει ένα τεράστιο αμπελώνα από τις πλαγιές του βουνού ώς το ποτάμι. Τα σταφύλια του είναι από τα καλύτερα του βασιλείου και το κρασί του το πρώτο που θα πουληθεί στην καλύτερη τιμή.»

«Σήμερα το πρωί, ενώ η οικογένειά του ετοιμαζόταν να κατέβει στην πρωτεύουσα, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του Γιάννη. Αν έβαζε νερό στο κανάτι αντί για κρασί; Ποιος θα καταλάβαινε τη διαφορά;»

«Ένα κανάτι νερό μέσα σε δεκαπέντε χιλιάδες λίτρα κρασί! Αδύνατον να γίνει αντιληπτό. Κανένας δεν θα το καταλάβαινε!»

«Και κανένας δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν υπήρχε μια λεπτομέρεια, μεγαλειότατε. Μια μικρή λεπτομέρεια.»

«Ότι όλοι σκέφτηκαν το ίδιο!»



Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ - να σου πω μια ιστορία

Από το Αντικλείδι

Διαβάστε Περισσότερα »